Πίνδαρος Μπρεδήμας

 

 

 

 

 

Ο Πίνδαρος Μπρεδήμας γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1909. Εσπούδασε χημικός. Έχει δημοσιεύσει τα μυθιστορήματα : «Ο Τροφοδότης» 1939 και «Τα Παιδιά του Αιώνα», 1957. Επίσης, δύο ιστορικά δράματα : το «Λούθηρο» 1958 και τον «Πελοποννησιακό πόλεμο», 1959. Πέθανε το 1978.

 

 

 

 

ΘΕΡΙΣΜΕΝΑ ΑΓΟΡΙΑ

 

            - Μεγάλο λάκκο σκάφτεις σήμερα, Χατζή…, πείραξε τον νεκροθάφτη της Νέας Σμύρνης ο γείτονάς του κυρ Κώστας. Να, μάσα ένα χαρούπι να βάλεις δύναμη…

            Ο Γιάννης Χατζής άφησε την αξίνα του βαριεστημένος, μουσκεμένος στον ιδρώτα.

            - Αμ, ίσαμε τώρα, γείτονα, μου φέρναν μοναχά τους πεθαμένους από την πείνα, τώρα μου κουβαλούν και τους σκοτωμένους από τους γερμανούς…Ο ίδιος λάκκος να τους χωρέσει όλους. Να, έδειξε ήρεμα και σοβαρά με το χέρι του, στον χθεσινό, που έσκαψα, εκουκούλωσα με τα χώματα ολόκληρη οικογένεια. Μου την έφερε στο χειραμάξι του ο νεροκουβαλητής της Δημαρχίας και μιξογέλαγε. Μια μητέρα με τα δυο της αγόρια. Ερχόντουσαν με το γκαζοζέν, κορόιδεψε, και μέσα στο γκαζοζέν τσακωνόντουσαν για τα χαρούπια, ποιος θα φάει το μεγαλύτερο χαρούπι, η μητέρα και τα παιδιά. Εδώ στην πλατεία που πήγανε να κατεβούν, κάνει να πηδήσει από το γκαζοζέν το μεγαλύτερο αγόρι και πέφτει στην άσφαλτο με ξυλιασμένα πόδια. Πηδάει το άλλο αγόρι, πέφτει πάνω στον αδερφό του με ξυλιασμένα πόδια. Κάνει να πηδήξει τρομαγμένη και η μητέρα τους και πέφτει πάνω στα παιδιά της· αγκαλιασμένα εκεί ξεψυχήσανε κ’ οι τρεις τους.

            - Κάθε μέρα που παίρνω τον ποδαρόδρομο για την Αθήνα, συμφώνησε ο κυρ Κώστας, δρασκελάω τέτοιους ξεψυχισμένους ή έτοιμους να ξεψυχήσουν. Γριούλες, νοικοκυρές που βγήκανε για λαχανίδες, άντρες της δουλειάς, παιδιά του σχολείου, παιδιά της αλητείας, τς, τς, τς…Τους δρασκελάει ο διαβάτης κι αν είναι φτωχός ο πονόψυχος τούς πετάει ένα χαρούπι, αν είναι πλούσιος μία χούφτα σταφίδα… Στους ζωντανούς, ή στους ξεψυχισμένους, δε στέκεται να εξετάσει.

            - Για να τελειώσω, ξανάρχισεν ο νεκροθάφτης, τ’ απομεσήμερο το χειραμάξι του νεροκουβαλητή μου φέρνει άλλους δύο. – Αυτούνους τους σκότωσαν οι γερμανοί, στον τοίχο του Ορφανοτροφείου…, πώς και τι δε ρώτησα…, μου είπε. Ξεκουκούλωσα από τα χώματα τους πρωινούς, έριξα στο λάκκο και τους αποσπερινούς και τους ξανακουκούλωσα όλους τους…

            Ο νεκροθάφτης ξανάπιασε την αξίνα του κι έσκαφτε το μαλακό χώμα. Ο κυρ Κώστας απλώνει τη ματιά του στο χαμήλωμα που ξετυλίγεται η Νέα Σμύρνη με τα όμορφα σπίτια της, με τους κήπους, με τις δεντροστοιχίες της, απλώνει τη ματιά του πιο χαμηλά στον κόρφο του Φαλήρου, στο λιμάνι του Πειραιά που λούζουνται στην ήρεμη θάλασσα και στο ζεστό ήλιο του Μαγιού.

            - Καλά είχαμε βολευτεί, Χατζή, εμείς, της προσφυγιάς…τώρα γύρισε στο νεκροθάφτη μασώντας με προσοχή το χαρούπι του. Τώρα καταπίνουμε τα χαρούπια που ταΐζαμε τα χοιρινά μας στη Μικρασία… Για θυμίσου χοιρινά, ε, Χατζή; πικρογέλασε. Αμ τ’ αρνιά με την παχιάν ουρά; Αμ τα καρπούζια ίσαμε το βαρέλι εκείνο;

            Το σκληρό κουκούτσι πήγε να του ραγίσει το δόντι.

            - Και τι από τα χαρούπια βγάζουνε μέλι, βγάζουν οινόπνευμα, τα παίνεψε σαν πολύξερος. Μα τέτοια σαν τα σημερινά, δεν ματαείδαμε ούτ’ εμείς, της προσφυγιάς, Χατζή...

            Ο νεκροθάφτης σκάφτει, σκάφτει το βαθύ λάκκο του.

            - Ε, μωρέ κόκαλα της τυραγνισμένης προσφυγιάς, σέρνει τη φωνή του και πετάει ένα κόκαλο από χέρι και μια πλάτη που σκούντηξε η αξίνα του. Ναι, ούτε εμείς αυτά τα κόκαλα της προσφυγιάς δεν ματαείδαμε τέτοια, τσίτωσε τη φωνή του με αγανάκτηση. Στον πρώτο πόλεμο μάς τραβάγανε όμηρους οι τούρκοι ίσαμε το Ερζερούμ. Γυρίζω, και πήγαν να μας κάψουν οι τσέτες στο Αϊδίνι ζωντανούς, σε μιαν αχυροκαλύβα. Στην καταστροφή, σερνόμαστε στον ποδαρόδρομο για να φτάσομε στα καράβια, στη Σμύρνη, με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα μου, φορτωμένοι από ένα μπογαλάκι στον ώμο και από ένα μας παιδί στην αγκαλιά: Εγώ κρατούσα τη Στέλλα μου, τριών χρονών κορίτσι, κι η μακαρίτισσα, ασαράντιστη, το αρσενικό του βυζιού. Κατάσαρκα στις φανελίτσες τους των παιδιών, είχαμε ράψει όσες μπανκανότες πήραμε μαζί μας, κατατρεγμένοι. Στην προκυμαία της Σμύρνης, μέσα στην πολυκοσμία, δώδεκα μέρες ως που να βρούμε σειρά για τα καράβια μέσα στις ντουφεκιές, τις μαχαιριές, τις καμτσικιές, και τις φωτιές, είμαστε δεμένοι από μοναχοί με σκοινί, με τη μακαρίτισσα και τα παιδιά, μην αλαργέψουμε και χαθούμε. Δυο χρόνια είμαστε στοιβαγμένοι στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας, ξαπλωμένοι στην ίδια κουρελού, και άλλα δυο χρόνια στο σχολείο. Ώσπου μας βρήκε ο δεσπότης του Αϊδινίου και με διόρισε νεκροθάφτη της Νέας Σμύρνης… Εκεί στην προκυμαία ξεψύχισε η μακαρίτισσα, από αιμορραγία. Μέσα στο καράβι, εβύζαινα, στο δικό μου βυζί το μωρό, - του τύλιγα κόμπο μια καραμέλα ζάχαρη στο μαντήλι και την επιπίλαγε, επιπίλαγε, ώσπου ξεψύχησε κι αυτό πριν βγούμε στον Πειραιά, με τη Στέλλα. Κι εδώ την ανάστησα, τη Στέλλα μου, μέσα στους λάκκους και με κόλλυβα. Με σπασμένη φωνή τελείωσε ο νεκροθάφτης.

            - Σαν πλατάνα κοντά σε κεφαλάρι, Χατζή, θέριεψεν η Στέλλα σου – πού είναι την να την καμαρώσω;

            - Ξεκίνησε μ’ ένα σακκούλι από τα ξημερώματα για τον Πειραιά, για σιτάρι και για κριθάρι – μην ξαφνιάζεσαι, για το σάπιο σιτάρι και κριθάρι του βούρκου, από τα βουλιαγμένα καράβια του λιμανιού. Έβαλε βουτηχτάδες ο Στρίγγος και τ’ ανεβάζουν στις μαούνες.

            Ο κυρ Κώστας έφτυσε με σιχασιά.

            - Φτου, από τη μούχλα κι από το βούρκο βρωμούνε ψοφιμίλας…

            Ο Χατζής έβγαλε από την τσέπη του μια πίτα ξερή σαν μικρή λαγάνα, τη μοίρασε και δάγκασε.

            - Χμ, χμ, η Στέλλα μου τα πλένει τα σάπια στάρια, τα ξεπλένει, τ’ αλέθει στο χειρόμυλο, τους ζυμώνει τ’ αλεύρι με λίγο γαρύφαλλο, και τα ψήνει στη σχάρα – δοκίμασε, χορταίνει το στομάχι…

            Τραγανούσαν τη λαγάνα με τα μπροστινά δόντια, ο Χατζής σκυμμένος στο λάκκο, μετρώντας με το μάτι το σκάψιμό του, ο γείτονάς του αγναντεύοντας με την παλάμη αντήλι κατά μεριά του Πειραιά.

            - Καράβια, καράβια πάλι στο λιμάνι, Χατζή, κάποια νηοπομπή για το Ρόμμελ θα ξεκινήσει…Τα ’μαθες, τα ’μαθες οι εγγλέζοι πήραν το Ρόμμελ φαλάγγι… Βουίζει η Αθήνα. Οι μαυραγορίτες ανοίξανε τις κρυφές αποθήκες τους και σωρός, σωρός τα καροτσάκια τους στην αγορά και στις μικρές αγορές πουλάνε ρύζι, ζάχαρη, αλεύρι…, με το δράμι ακόμη Χατζή, αλλά με πόση ζημιά τους… Βάστα Ρόμμελ και χαθήκαμε, παρακαλάνε και φωνάζουνε και βλαστημάνε οι μαυραγορίτες στους τοίχους και στις μάντρες…, γέλασε ο κυρ Κώστας. Μα αυτά τα καράβια της νηοπομπής, σοβαρεύτηκε, τα βλέπω όλα – στον πάτο της θάλασσας…Ου, ου…, τα βλέπω όλα στον πάτο της θάλασσας…, είπε με πεποίθηση.

            Τρία γερμανικά αεροπλάνα σκίσανε τον αέρα σφυρίζοντας σα να δίνανε καμτσικιές στην Αθήνα και περάσανε με βουή και μούγκρισμα ξυστά από τη στέγη των σπιτιών σα να ζουλάγανε με γόνατο την Αθήνα.

            - Α, καταραμένα όρνια της Γερμανίας, βλέπω τη μούρη σας χωμένη στα νερά της θάλασσας, ξανάπε με την ίδια πεποίθηση ο κυρ Κώστας.

            Ο Χατζής άφησε την αξίνα, μισοσήκωσε το κεφάλι και σφούγγισε τον ιδρώτα που κύλαγε στα στεγνωμένα μάγουλα και στο σουφρωμένο λαιμό του. Η ματιά του έπεσε στα στάχυα που στηνόντουσαν με την ξανθίλα τους· καθώς ωριμάζανε, σπαρμένα από τον ίδιον επάνω σε τάφους κι ανάμεσα σε μνήματα και σε κυπαρίσσια. Κοίταξε με αυστηρή ματιά τα στάχυα του, με τέτοιο τρόπο όπως κατάπινε την τελευταία μπουκιά από τη σιχαμένη λαγάνα του, σα να ορμήνευε – Βιαστείτε, βιαστείτε πια…

            - Μεσημέρι κι η Στέλλα δεν εφάνη ακόμη…μουρμούρισε.

            Ύστερα κοίταξε τον κυρ Κώστα και δυνάμωσε τη φωνή του :

            - Τι μας νοιάζουν εμάς οι νηοπομπές και ο Ρόμμελ και οι εγγλέζοι; Δεν είμαστε εμείς οι φτωχοί γι’ αυτά – γύρισε κι έριξε μιαν ανήσυχη ματιά στο σπιτάκι του, στην αριστερή γωνιά από την είσοδο του νεκροταφείου. Εμείς είμαστε νεκροθάφτες κι η δουλειά μας είναι να σκάβουμε λάκκους για τους πεθαμένους κι από πεθαμένους πια άλλο τίποτα…Περπατάνε, πέφτουνε, περπατάνε και πέφτουνε. Μα εμένα, χτύπησε το στήθος του, με στηλώνουν οι λαγάνες από βουλιαγμένο σιτάρι, γείτονα…

            - Δε σου είπα κιόλας, του αντιμίλησε κείνος χωρατεύοντας και σηκώθη όρθιος, πως στα γεράματά σου και στις σούφρες σου αποθηκεύεις χειροβομβίδες και αυτόματα, κλεμμένα από τις γερμανικές αποθήκες ή αγορασμένα από τους ιταλούς φαντάρους, Χατζή. Αυτά είναι για τα παιδιά, γι’ αυτά που βλέπεις τάχα να παίζουν βώλους και κότσια κι έχουν και τις τσέπες τους γεμάτες χειροβομβίδες και τις νύκτες μοιράζουν σφαίρες και βαστάνε κατάστιχα ποιος είναι ο αντικρινός και τι είναι ο πλαϊνός και για σένα – σημειώνουνε – πφ, ο Χατζής, ο φουκαράς…χα, χα…χα…γέλασε πειραχτικά.

            Και κόβοντας το νεκροθάφτη που τινάχτηκε αντριεμένος, συμπλήρωσε κλείνοντάς του το μάτι:

            - Η Στέλλα σου άργησε, και γω της έφερα το φυλαχτό της, έβγαλε από την τσέπη του κάτι σα φυλαχτό για παιδιά. Να της πεις να το ράψει κατάσαρκα – στη φανέλα της, άκουσες ; Κατάσαρκα στη φανέλα της, τόνισε με πονηριά και με σημασία φεύγοντας.

            Ο Χατζής τον κοίταξε από πίσω με νεανική ματιά, ύστερα πέταξε την αξίνα του και σκαρφάλωσε από το λάκκο. Γύρισε κατά τη μεριά του λιμανιού ν’ αγναντεύει – τα γερμανικά πολεμικά, που αντιφεγγίζανε οι αντηλιές τους καθώς σαλέβανε στα νερά.

            - Τα βλέπω όλα φούντο, στον πάτο της θάλασσας, θυμήθηκε τα λόγια του κυρ Κώστα κι αφαιρέθηκε να μετράει – ένα, δύο, τρία και δύο φορτηγά, και τ’ άλλο που είναι αραγμένο στο σιλό κι αυτό που έμπαινε κείνη την ώρα στο λιμάνι… Άκουσε ένα επίμονο κουδούνισμα κι ανανοήθη – ήταν το χειραμάξι του νεροκουβαλητή.

            - Μην τρομάζεις, του φώναξε κείνος και σφούγγιξε τον ιδρώτα του. Έναν μονάχα σου φέρνω, ένα παιδί. Κι άκου να λυπηθείς – ας στέρεψε η λύπη μέσα μας. Να, μα την αλήθεια, μπρος στα μάτια μου, έξω από την Δημαρχία στο βαρέλι των σκουπιδιών αναποδογυρισμένο. Το παιδί, ψαχούλευε στα σκουπίδια και μάζευε στο στόμα του – ώσπου σκαλίζοντας, σκαλίζοντας βρήκε ένα κόκαλο, ένα κόκαλο άγλειφτο, μα την αλήθεια, άγλειφτο. Δίπλα του ο σκύλος ψαχούλευε κι αυτός σκαλίζοντας νευρικός με πόδια που τρέμανε, τα σκουπίδια. Βλέπει το κόκαλο στο στόμα του παιδιού και χυμάει κι αρπάζει το κόκαλο στα δόντια του. Τράβα ο σκύλος, τράβα το παιδί το κόκαλο, ξεψύχησε το παιδί – να μπροστά στα μάτια μας…

            Έσκυψε ο Χατζής πονετικός και κοίταξε, μαζέβοντας τα φρύδια έτσι που μισοσκέπαζαν τα μάτια του.

-          Βοήθα να τον ακουμπήσουμε στην εκκλησιά, είπε λιγόψυχα.

Ακούμπησαν εκεί ένα ντυμένο παιδί από πετσί και από κόκαλα. Σταυροκοπήθηκε σοβαρός ο νεκροθάφτης και έκαμε να γυρίσει κατά την πόρτα. Εκεί με τα χέρια πλεχμένα στην κοιλιά της, στεκόταν η Στέλλα αμίλητη. Την επλησίασε ο πατέρας της με επίσημα βήματα και της έριχνε ματιές εξεταστικές. Ήταν αναμαλλιασμένη, με πανιασμένα χείλια που τρεμοσάλευαν από ταραχή, καθώς τα μάζευε με προσπάθεια σα να ήθελε να μπήξει φωνές. Οι φλέβες του μακριού λαιμού της τιναζόντουσαν βγαλμένες. Κοίταξε τον πατέρα της με πείσμα και η ματιά της έβγαινε από τα βαθιά, από τα κατάβαθα, σαν από λάκκους και από Άδη. Από τα μουσκεμένα φουστάνια της έβγαινε μια μυρουδιά σαπίλας.

Ανήσυχος ο Χατζής την σκούντησε κι αυτή έπεσε στην αγκαλιά του με αναφυλλητά.

- Φάνηκε κανείς τους ; Στηλώθηκε ξαφνικά και τράβηξε τον πατέρα της μέσα στο σπίτι τους, στην άλλη γωνιά. Κανείς, κανείς τους ; έψαχνε ανήσυχη μέσα στο δωμάτιο. Στο πεζούλι της πόρτας ήταν ακουμπισμένο ένα σακούλι που έβγαζε βουρκόνερα και βρωμούσε.

Ο Χατζής έγνεφε, δε μίλαγε.

- Φορτώθηκα δώδεκα οκάδες, έδειξε το σακούλι και ησύχασε με προσποίηση. Ακρίβηνε κι ακρίβηνε το βουλιαγμένο σιτάρι…Στο λιμάνι στην καρβουνόσκαλα ήταν μαζεμένες όλες οι γειτονιές του Πειραιά. Από τα Ταμπούρια, από την Κοκκινιά, από την Δραπετσώνα…, για τα βουλιαγμένα. Κ’ οι καροτσαρέοι με τα κάρα τους που ταΐζουν τ’ άλογά τους…Ο Στρίγκος δεν το πούλαγε, το φόρτωνε σε αυτοκίνητα – για τη μαύρη αγορά. Κλείσαν τα κάρα τους δρόμους να μην ξεφύγουν τ’ αυτοκίνητα, και χυμάει ο κόσμος, άλλος με σακούλια, άλλος με καλάθια-τσουβάλια και γέμιζε, γέμιζε.

- Με κλέφτουν, με ληστεύουν, τράβαγε τα μαλλιά του ο Στρίγγος, αστυνομίααα…, φώναζε.

Βγήκε να συγυριστεί και γύρισε με το τσουκάλι όπου είχε βρασμένα αποβραδίς ραδίκια. Εσέρβιρε τα ραδίκια σε δυο πιάτα και στο ζουμί τους εβουτούσαν τις μικρές λαγάνες – μα οι μπουκιές δεν κατέβαιναν από το λαιμό της Στέλλας. Κείνη τη στιγμή φάνηκε ένας νέος, ένας φίλος τους και το πρόσωπο της Στέλλας φωτίστηκε.

- Ω, Λεωνίδα, έριξε τα χέρια στον ώμο του και μάζευε τ’ αναφύλλητά της. Ύστερα σαν να ντράπηκε τον πατέρα της, τραβήχτηκε…

- Ο Αντρέας, ο Μιχάλης; τον ρωτούσε και κρεμάστηκε από τα χείλια του.

- Έρχονται, τους είδα, έρχονται κι αυτοί.

Η Στέλλα κάθησε με ανακούφιση. Σβέλτη, εσηκώθη για να φέρει και τρίτο σερβίτσιο.

- Γλυτώσαμε και σήμερα, πατέρα, του φανέρωσε. Στο γυρισμό στη λεωφόρο Συγγρού, πέσαμε με το Λεωνίδα επάνω στο γερμανικό μπλόκο…Μας πήγαν στη γέφυρα, στην πλατεία του Δουργουτιού, εκεί μπροστά στις προσφυγικές πολυκατοικίες…Τους είδαμε εκεί, από το πρωί μαζεμένους, χιλιάδες – χιλι-ά-δες…Μας βάλανε σε δυο σειρές, η πρώτη σειρά γονατιστοί στον ήλιο, η πίσω σειρά όρθιοι. Ύστερα από μισή ώρα μας αλλάξανε. Περάσαμε οι γονατιστοί στην πίσω, κι οι όρθιοι ήρθαν μπροστά και γονατίσανε.

Ο Λεωνίδας άκουγε κι ένευε.  

            - Ύστερα, από ένα κλειστό γερμανικό αυτοκίνητο, πρόβαλε – ο ίδιος ο σατανάς, πατέρα. Έκρυψε με τα χέρια το πρόσωπό της η Στέλλα κι είχε ανατριχιάσει. Φορούσε μαύρη μάσκα κι ερχόταν καταπάνω μας με πηδηχτά βήματα και με δύο γερμανούς οπλισμένους από την κάθε μεριά του. Η καρδιά μου τρεμούλιαζε. Μας πήρε από την άκρη της σειράς και μας εξέταζε όλους αμίλητος. Ώσπου σταματούσε κι έδειχνε. Και πάλι ξεκινούσε, ώσπου σταματούσε κ’ έδειχνε. Μάζεψαν έτσι στη μιαν άκρη, καμιά εκατοστή, στην άλλη άκρη καμιά εξηνταριά. Ανάμεσα τους εγνώρισα τον Αλέκο, τον Πέτρο… «Σ’ αυτήν την άκρη, αυτούνους τους εξήντα…» γάβγισε ένας γερμανός και, πριν καταχωνιάσουν τ’ αφτιά μας το γάβγισμα, τους θέρισαν με το πολυβόλο, να έτσι, μπροστά στα μάτια μας τ’ αποσβολωμένα…

            Έσπρωξε το πιάτο από μπροστά της, έπεσε πρόσμυτα στο κρεβάτι κι έκρυψε το πρόσωπό της που τιναζόταν από αναφυλλητά.

-          Ο Αλέκος, ο Πέτρος…, μίλαγε ή έκλαιγε ;

Είχαν γλιστρήσει αμίλητοι, με σύννεφα στην όψη τους, τρεις φίλοι τους.

- Εσείς που μείνατε, μην τους λυπηθείτε σαν πέσουν στα χέρια σας…πετάχτηκε η Στέλλα. Πολεμήστε τους κατάστηθα με τα πιστόλια, ρίχτε τους χειροβομβίδες στο σωρό από παράθυρα κι από ταράτσες, ξεκοιλιάστε τους, πλανεμένους σε παγίδα ή μοναχιασμένους τις νύχτες…

Ο ιδρώτας έσταζε στο ξυσμένο πρόσωπό της.

- Όπου τους πάρει η ματιά σας κι είναι του χεριού σας, ριχτείτε τους σαν απολυμένα αγρίμια, για αίμα και για ξέσκισμα, της Γερμανίας. Φαρμακώστε τους, μαγαρίστε τους, βασανίστε τους…και κοροϊδεύτε τους άμα σπαράζουν στα πόδια σας και άμα ξεριζώνετε τη γερμανικιά ψυχή τους…και κλωτσήστε τους.

Η μανία της χάραζε το πρόσωπο με αυλακιές, την άλλαζε σαν να μην ήταν η ίδια, η κόρη του νεκροθάφτη.

- Και μην πονοψυχήσετε, σύστηνε με αυστηρό δάκτυλο, ας τους νοιάζουνται με χτυποκάρδι οι γερμανίδες μανάδες τους κ’ οι αγαπητικές τους, οι γερμανικές αγελάδες τους κι οι σοδειές τους, να μην πονοψυχήστε.

Γύρισε και κοίταξε έναν έναν τους συντρόφους της με ανησυχία.

- Μ’ αν εσείς λιγοψυχήστε πονετικοί, παραδώστε τους σε μας, στις γυναίκες, παραδώστε μας τα πιστόλια και τα μαχαίρια σας και τα νύχια και τα δόντια σας…να τους λιανίσουμε, πολύξερες με τις μπότες τους, με το αιμοβόρικο μούτρο τους, με τα γαβγίσματά τους, με τον αέρα τους σαν χορτασμένα θηρία…

Σκούπισε τους αφρούς που μαζεύτηκαν στα χείλια της, στάθηκε μια στιγμή σα βυθισμένη κ’ ύστερα σήκωσε μάτια και χέρια κατά τον ουρανό, που την κοίταζε με αδιάφορη ματιά από το τζάμι του παράθυρου.

- Κι εσύ, ο Θεός, ας βρέξεις τις πιο καφτερές φωτιές σου, καταπάνω τους, στη Γερμανία και στις φαμίλιες τους. Ας μαζέψεις τις κοτρώνες τους βαριές από παντού τα χοντρά βουνά σου να γκρεμίσεις τα βουερά εργοστάσιά τους και τα στολισμένα σπίτια τους… Κι ας απολύσεις τα όρνια σου, τα φίδια και τα ζουζούνια σου να αφανίσουν τα ψοφίμια τους. Ας γνέψεις στα σκουλήκια σου να μουχλιάσουν τα πλεμόνια, τα συκώτια ή τ’ άντερά τους. Κι ας ορίσεις να φωλιάσουν οι φωτιές σου και τα όρνια και τα σκουλήκια σου να μαγαρίζουν για χίλια χρόνια την τύραννη Γερμανία τους…

Σταμάτησε έτσι που βρέθηκε στα λόγια της βυθισμένη, με μάτια που διαπερνούσαν τα χίλια χρόνια της ερημιάς της Γερμανίας και της κατάρας της. Και στα μάτια των αλλονών, του πατέρα, των συντρόφων της, ξετυλιγόταν πιασμένη η κατάρα της Στέλλας με τις φωτιές, τις κοτρώνες, τα όρνια και τ’ αφηνιασμένα σκουλήκια να γκρεμίζουν, να καίνε και να σαπαίνουν τη Γερμανία – τη Γερμανία με τη σοφία της, με τη μουσική, με τις μηχανές και με τους γερμανούς της…

Ρίχτηκε πάλι με ξάφνισμα στο κρεβάτι κ’ έκλαιγε μ’ αναφυλλητά.

- Κλαίμε τους σκοτωμένους, μίλαγε με κλάματα, αυτούνους που σώριασαν στην πλατεία του Δουργουτιού… Ας κλαίμε για τους ζωντανούς, για τους πιασμένους, αυτούνους που ξεμοναχιασμένους στα υπόγεια κελιά της γκεστάπο δέρνουν, γδέρνουν, πελεκάνε τα κόκαλά τους – αχ!, σκέπαζε τα μάτια της τεντωμένα και ασάλευτα σα να βλέπανε από τόση απόσταση, σα να τρυπούσαν τους χοντρούς τοίχους και τις σιδερένιες πόρτες της γερμανικής φυλακής τους. Πελεκάνε τα κόκαλά τους, γρηγόρευε τα λόγια της, σχίζουν τις σάρκες τους με τους συρματένιους βούρδουλες, σφίγγουν με σιδερένια στεφάνια τα μηλίγγια τους, τους τραβάνε κρεμασμένους με σκοινιά και τους καψαλίζουν τα γυμνά, αχ!, για να μαρτυρήσουν…

Άξαφνα, ετινάχθη λουφασμένη σα ν’ ανανοήθη.

- Στη μηχανή, γρήγορα στον ασύρματο…, έσυρε τη φωνή της χαμηλωμένη. Να προλάβουμε να τα στείλουμε όλα μας τα μηνύματα, να πάρουμε πίσω το αίμα μας…

Δια μιας σα να ξύπνησαν όλοι τους, κινήθηκαν για τις θέσεις τους. Ο Λεωνίδας και ο Αντρέας ξήλωσαν μια σανίδα στο πάτωμα και τράβηξαν από μια κρυψώνα τρία αυτόματα. Ακούμπησαν το ένα στο τραπέζι και με τα άλλα δυο ζώστηκαν και στάθηκαν ο ένας δίπλα στο παράθυρο, ο άλλος δίπλα στην πόρτα, σε τρόπο να μη φαίνουνται. Ο πιο μεγάλος από τους συντρόφους τους, ο Μιχάλης Δανιηλίδης, άνοιξε τη ντουλάπα και από την κρυψώνα της έβγαλε ένα βαρύ κιβώτιο, τον κρυφό τους ασύρματο. Τον έστησε στο τραπέζι, κ’ ετοίμαζε για το χειρισμό του.

Η Στέλλα σβέλτα βγήκε στην πόρτα, μάζεψε το σακούλι με τα βουλιαγμένα σιτάρια, και τράβηξε από μέσα εκεί μια μετάλλινη ταμπακέρα. Άνοιξε την ταμπακέρα, κι έβγαλε ένα σημείωμα και το έδειξε στο Δανιηλίδη.

Ο Χατζής έχωσε το χέρι στην πουκαμίσα του κ’ έδειξε το φυλαχτό.

- Μου το ‘φερε ο κυρ Κώστας και μου ‘πε να το φοράς κατάσαρκα, Στέλλα, τόνισε και ο ίδιος και βγήκε από το σπίτι αντριεμένος. Δρασκέλισε την εξώπορτα του νεκροταφείου, προχώρησε κάμποσα μέτρα και χτύπησε την πόρτα ενός χαμόσπιτου.

- Ξεπουλάω τις λαχανίδες, βιάσου…, μίλησε ένας νέος που άνοιξε.

Ύστερα πάλι από κάμποσα μέτρα, δρασκέλισε την πόρτα μιας μάντρας και μπήκε σε μιαν αυλή. Πέντε έξη παιδιά από 12 – 15 χρονών κουβέντιαζαν ερεθισμένα.:

-          Τα…είναι καλύτερα. Τα …είναι ίδιες μηχανές που γαζώνουν…

            - Ε…, σφύριξε από την πόρτα ο Χατζής, μαζεύτη σπουργιτολόι κι άιντε να στήστε ξόβεργες…,ε…

            Τα παιδιά τινάχτηκαν και ο Χατζής γύρισε στο νεκροταφείο. Έβγαλε τσιγάρο και κάπνιζε στην εξώπορτα. Ένας ένας, έξη νέοι σκόρπιοι δρασκέλισαν νοιασμένοι την πόρτα, και κρύφτηκαν στα ψηλά στάχυα. Έξω στο δρόμο μαζευόντουσαν ειδοποιημένα τα παιδιά για το «σπουργιτολόι», μέχρι τρακόσια μέτρα απόσταση. Έπαιζαν τα «σκλαβάκια» ή την «αμπάριζα» και είχαν την έγνοια τους. Άμα περνούσε κανείς παράξενος, από απόσταση ακουγόταν η φωνή του πετεινού κικιρίκου… Ειδοποίηση. Σαν προχωρούσε ο παράξενος, παίζοντας τον τριγυρίζανε μήπως φουσκώνει η τσέπη του από πιστόλι και άλλα τέτοια. Ακουγόταν η φωνή της κουκουβάγιας. Κουκουβάι, κουκουβάι…- ανοίχτε τα μάτια σας…Μόλις ο παράξενος πλησίαζε, έβρισκε μπροστά του κάποιον μεγαλύτερο που του έκανε πια ανάκριση με το χέρι στο πιστόλι. Αν τύχαινε τέτοια περίπτωση, δέκα σκύλοι πια γαβγίζανε απ’ όλες τις μεριές – γάβου, γάβου, κίνδυνος…

            Ο Χατζής σηκώθηκε ν’ αγναντέψει ύστερα κάθησε και φώναξε :

            - Ξαποσταίνω…, σα να τον ρώτησε κανείς από το σπίτι του.

            Αμέσως, ο Μιχάλης Δανιηλίδης έπιασε τον ασύρματο. Πήρε το σημείωμα της Στέλλας και σημάδευε στη μηχανή του.

            - Τρία αντιτορπιλλικά, ένα οπλιταγωγό οκτώ χιλιάδες τόνοι, ένα αρματαγωγό δέκα χιλιάδες τόνοι, τρία φορτηγά από πέντε, εφτά, έντεκα χιλιάδες τόνους.

            Άμα τέλειωσε το σημείωμα, ξήλωσε το φυλαχτό της Στέλλας και σημάδευε τη μηχανή του.

            - Στου Μαλτσινιώτη, το εργοστάσιο κινητήρων αεροπλάνων, οι φίλοι μας βρήκαν τρόπο να παραδίνουν μοτέρ ελαττωματικά…Μιαν ώρα ύστερα από τη λειτουργία τους καταστρέφονται…

            Ξήλωσεν ο ίδιος τη φόδρα του σακακιού του και διάβασε ένα τσιγαρόχαρτο.

            - Στη Λαμία, στην Ευρυτανία και στην Άρτα φανερώθηκαν ομάδες ανταρτών με δύναμη η καθεμιά τους – εβδομήντα, εξήντα, εβδομήντα…

            Σταμάτησε λίγο το χειρισμό της μηχανής, αναστέναξε, και ξανάρχισε.

            - Σήμερα μπλόκος γερμανικός στο Δουργούτι – στο σημείο αυτό ως μέσα στο δωμάτιο φτάσαν οι λαλιές των πετεινών του δρόμου, τα σκουξίματα της κουκουβάγιας και τ’ αλυχτήματα των σκύλων της γειτονιάς. 

            Ο Χατζής βράχνιασε να φωνάζει:

            - Στέλλα νερό, Στέλλα νερό…

            Η Στέλλα φτιάχτηκε στα φουστάνια της, στα μαλλιά της και πετάχτηκε έξω. Με φασαρία ένα καμιόνι, κι άλλο καμιόνι ερχόντουσαν ίσια στο νεκροταφείο. Φέρναν τους σκοτωμένους του Δουργουτιού να τους θάψουν…

            Τα καμιόνια σταμάτησαν στην εξώπορτα του νεκροταφείου κι οι αστυνομικοί κουβαλούσαν ένα ένα τα σκοτωμένα αγόρια μέσα στην εκκλησία να τους διαβάσει ο παπάς την ακολουθία, ειδοποιημένος.

            Έξω στο δρόμο γύρω στα καμιόνια και μέσα στο νεκροταφείο και στην εκκλησία, από τις κοντινές και τις αλαργινές γειτονιές της Νέας Σμύρνης είχε μαζευτεί ένα πλήθος από κουρελιασμένους, από πεινασμένους γέρους που δε σαλεύαν όλη μέρα στο κρεβάτι τους, εργάτες που δεν είχαν δουλειά, νοικοκυρές που είχαν ξεπουλήσει το νοικοκυριό τους, απόμαχους φαντάρους, μανάδες με τα μωρά του βυζιού, τα μωρά της πείνας και της ντροπής στην αγκαλιά, καστανά και μελαχρινά αγόρια από κόκαλα ντυμένα με πετσί  ή πρησμένα. Και από όλο εκείνο το πλήθος από μανάδες, από πατεράδες, από αδερφάδες, από σκλάβους δεμένους με σίδερα, με μαστίγια, με πείνα και με ντροπή σερνόντουσαν η τρομάρα, η αγανάκτηση, ο πόνος κ’ η πίκρα, σερνόντουσαν πηχτές σαν καταχνιά που πότιζε το χώμα του νεκροταφείου βαριά ίσαμε τα κόκαλα  των πεθαμένων τους. Κορίτσια και γυναίκες με κλάματα και με στεναγμούς μάζευαν αγκαλιές παπαρούνες, μαργαρίτες, και άλλα αγριολούλουδα για να στολίσουν τους σκοτωμένους. Ο Χατζής είχε ανεβεί στο καμπαναριό και χτύπαγε λυπητερά την καμπάνα.

            - Μη σταματήσουμε, μη σταματήσουμε, γύρισε η Στέλλα στο δωμάτιο και ορμήνευε τους συντρόφους της. Είναι ευκαιρία με τόση φασαρία…

            Ο Δανιηλίδης ξανάρχισε το χειρισμό της μηχανής του.

            - Μπλόκο στο Δουργούτι, για τις συνοικίες της Καλλιθέας, Νέας Σμύρνης, Δουργουτιού…Πιάστηκαν εκατό και σκοτώθηκαν στον τόπο εξήντα…, μαρτυρημένοι από προδότη που φορούσε μάσκα…

            Όμως το κινητό γερμανικό συνεργείο της ραδιογωνιομέτρησης είχε πιάσει τα νήματα του κρυφού ασυρμάτου και μέσα στο στρατιωτικό αυτοκίνητό τους έξη γερμανοί φαντάροι με το λοχία τους πλησιάζανε με ζιγκ ζαγκ, με γύρους και πισωδρομήματα. Ώσπου σταμάτησαν σίγουροι για το στίγμα σε μια μάντρα σε απόσταση τρακόσα μέτρα από το νεκροταφείο, και με τ’ ακουστικά στα αφτιά σαν πονεμένοι στο αφτί ή στο δόντι σκόρπιοι οι γερμανοί στρατιώτες πλησίαζαν ώσπου να σημαδέψουν άσφαλτα το καταφύγιο του κρυφού ασυρμάτου. Ώσπου βεβαιώθηκαν για το σπίτι του νεκροθάφτη και πια μαζεύτηκαν αδιάφοροι σαν περίπολο. Μέσα στη φασαρία του ενταφιασμού των αγοριών δεν τους πρόσεξε κανείς. Εκεί μοιράστηκαν και τρεις απ’ αυτούς στάθηκαν έξω από το παράθυρο και οι άλλοι δρασκέλισαν την πόρτα του νεκροταφείου. Ο λοχίας τους προχώρησε στην πόρτα του νεκροθάφτη, έδωσε μια δυνατή κλωτσιά και σημάδεψε με το πιστόλι του.

            Πριν κανείς τους καταλάβει τίποτα, ο Δανιηλίδης είχε κιόλας αγκαλιάσει τον ασύρματο, χτυπημένος. Και καθώς ο γερμανός γύρισε με προφύλαξη από την πόρτα στη μεριά του Λεωνίδα και του Ανδρέα που τον σημάδευαν με τ’ αυτόματά τους, πρόλαβεν η Στέλλα και με μια σβέλτη κίνηση αγριμιού άρπαξε το αυτόματο που ήταν ακουμπησμένο στο τραπέζι.

            Ο λοχίας έπεσε και το αίμα κυλούσε από το κατώφλι της πόρτας στη γη. 

            Σε μια στιγμή όλο το πλήθος σκόρπισε με τρομάρα από το ξάφνισμα στη μικρή πλατεία κι από κει γύρω στα φτωχόσπιτα. Ο Λεωνίδας έκαμε να προβάλει το κεφάλι του από την πόρτα του δωματίου αλλά κάποιος από τους τρεις γερμανούς που είχαν σταθεί στην εξώπορτα του νεκροταφείου σημάδεψε κι ο Λεωνίδας έπεσε απάνω στο σκοτωμένο λοχία τους. Η Στέλλα έκαμε να τρέξει απάνω τους με το αυτόματο, αλλά στάθηκε μπροστά της ο Αντρέας. Την έστησε στη γωνία του δωματίου την προφυλαγμένη από την πόρτα κι από το παράθυρο, κι αυτός έπιασε την άλλη γωνία στα μουγγά. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα ψηλά στάχυα του νεκροθάφτη και πίσω από τα μνήματα έξη πιστόλια σημάδευαν τους τρεις γερμανούς που προχωρούσαν με προφύλαξη στο δωμάτιο του νεκροθάφτη. Σαστισμένοι οι γερμανοί στάθηκαν στον τόπο τους και χτυπούσαν απάνω τους στην τύχη, ώσπου κυλίστηκαν στο χώμα ματωμένοι. Την ίδια στιγμή, οι γερμανοί που φύλαγαν έξω από το παράθυρο, σπάσαν τα φύλλα τους και πηδήξαν στο δωμάτιο, πυροβολώντας στην τύχη. Πλάγια τους ο Μιχάλης και η Στέλλα πρόλαβαν και τους χτύπησαν. Δια μιας, η μάχη σταμάτησε και τότε ο Αντρέας και όσα γλύτωσαν αγόρια από τα στάχυα ξέφυγαν με προφύλαξη και χαθήκαν… Ψυχή, ψυχή δεν φαινόταν, και μοναχά οι πεθαμένοι κι οι σκοτωμένοι μείναν να μαρτυρήσουν.

            Ο Χατζής στο καμπαναριό, χτυπούσεν ακόμη πένθιμα την καμπάνα του.

            Τότε φάνηκεν η Στέλλα στην πόρτα του δωματίου τρεκλή, αναμαλλιασμένη, αποκοτιασμένη, με ματωμένο πρόσωπο, χέρια, φουστάνια. Δρασκέλισε το κατώφλι της και σάλεβε τα βήματά της ξυλιασμένα μια εδώ και μια εκεί, σα να της έλειπε το τιμόνι, σα να την τραβάγανε πότε ο ένας τους, πότε ο άλλος τους, οι σκοτωμένοι. Κι οι ματιές της ακόμη σερνόντουσαν σα να τραβιόντουσαν τιναχτά με δύναμη, από τους σκοτωμένους. Έσκυψε να μαζέψει στην αγκαλιά της σωρούς τα πεταμένα αγριολούλουδα για τους σκοτωμένους του Δουργουτιού και με τα ίδια βήματα σημαδεμένα επλησίαζεν έναν έναν τους σκοτωμένους και τους άλλους σκοτωμένους του Δουργουτιού και τους έριχνε αγριολούλουδα.

            - Για σας, τα θερισμένα αγόρια…, γύρισε τη ματιά της σ’ όλους τους.

            Μπροστά της, άλλοι ανάσκελα, άλλοι μπρούμυτα, ήταν τεντωμένοι οι γερμανοί στρατιώτες. Τους κοίταξε και ξαφνικά της ήρθε κάτι σαν αποκάλυψη. Από τις μπότες τους, τη στολή, τα σιρίτια και τα παράσημά τους που τους έδειχναν αιμοβόρους και τύραννους, πρόσεξε τα νεανικά κεφάλια τους – τα ίδια κεφάλια σαν των σκοτωμένων συντρόφων της.

            Κοίταξε τα ματωμένα χέρια της που κρατούσαν ακόμη τα λουλούδια.

            - Κι αυτά για σας, αγόρια της Γερμανίας…, μουρμούρισε και τους τίναξε τα λουλούδια της.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA