ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ

 

ΚΑΠΟΙΑ ΛΑΜΠΡΗ

 

Μεγαλοβδόμαδο ήταν, παραμονές στη Λαμπρή. Ξημερώσαμε στην άκρη άκρη στη μικρή πολιτεία μέσα στα καρπερά περιβόλια της, τη δώθε μεριά το καμπουριαστό γιοφύρι.

Τέσσερα μερόνυχτα είχαμε να ξαποστάσουμε. Νύχτα διαβαίναμε κατάραχα τ’ άγνωρα βουνοτόπια, κυνηγώντας τον εχτρό. Στα μεσάνυχτα, το κορμί απόκανε απ’ την απόστα και σέρνονταν ακυβέρνητο πάνω στα γιδόστρατα. Τα μάτια γλάρωναν και το πώς βαδίζαμε, λαγοκοιμόμασταν. Μήτ’ ανάσα δεν ακούγονταν. Σαν ήταν μπορετό σταλιάζαμε έτσι  πως ήμασταν, μισόγυμνοι, μούσκεμοι, ξαπλώναμε καταγής, γωνιάζαμε τα σκέλια και χώνοντας τα χέρια ανάμεσό τους, λουφάζαμε. Τούτο γίνονταν για μιαν ώρα κι οι βιγλαδώροι είχαν την έγνοια και μας ξεσήκωναν. Τα χαράματα, χυνόμασταν στα ρουμάνια και πέφταμε στις ρεματιές, όταν δεν είχε μάχη. Τούτο ήταν ξαπόσταμα, γιατί βουτούσαμε το κεφάλι στο ποτάμι, γένια και μαλλιά όπως – στραγγούσαν  - σμίγαν ομπρός στη μύτη, τ’ αποστραγγούσαμε στρίβοντάς τα κοτσίδα κι απέ αλαργεύαμε. Ο νους ξαστέρωνε κι ήμασταν θαρρείς νέοι άνθρωποι. Όλοι τραγουδούσαμε κι όμως μόνε το σκοπό άκουγε καθένας μας. Τα τραγούδια του αγώνα θαρρείς και πνίγονταν στο βροντερό βουρκωμένο ποτάμι που τα τραβούσε έτσι ογλήγορα πως κυλούσε.

Σαν έφεξε για καλά η μέρα, τα βόλια ματαρχίνησαν το μιλητό τους κι όλα ζωντάνεψαν γύρα. Ορμηνεμένοι διαβαίναμε το γιοφύρι τρεις τρεις και τροχάδην πέφταμε την πέρα μεριά, σταλιάζαμε μισό λεφτό κάτ’ απ’ τον πλάτανο, κι υστερότερα «εις φάλαγγα κατ’ άνδρα» ξακολουθούσαμε την πορεία δίπλα στην αυλακιά και στα περβόλια που μοσκοβόλαγαν.

Έτσι τραβήξαμε ως πέρα τη δημοσιά, ώσπου ζυγώσαμε τον εχτρό κι ανοίξαμε γερό ντουφέκι μαζί του. Δυνατός βοριάς είχε ξεσηκωθεί δυο ώρες νύχτα και μήτε κι έλεγε να ξεθυμώσει. Τα γυμνόβουνα γύρα πλάκωναν την ψυχή μας έτσι θεόρατα πως ήταν στρωμένα σε χοντροκομμένο μολυβόχρωμο χαλίκι. Πάνω στη δημοσιά, ένα πτώμα αφημένο απ’ τη χτεσινή μάχη είχε ξυλιάσει. Το ζερβί του ποδάρι ήταν κομμένο κατάρριζα, το ’να του χέρι το ’χε τσακίσει μπρος στο μούτρο με τη γροθιά σφιγμένη, σάματις και φοβέριζε. Είκοσι, είκοσι δυο χρονώ έδειχνε, αμούστακο παλικαρόπουλο με δεμένα μπράτσα και φαρδύ δασωμένο στέρνο. Το αίμα του, είχε κάμει κρούστα πάνω στη δημοσιά κι οι χρυσόμυγες παίζαν πάνωθέ του τσιμπώντας την κουρελιασμένη σάρκα.

- Εχτρός, είπε κάποιος δείχνοντάς το.

- Νεκρός, του αποκρίθηκε ο διπλανός μου.

Παρέκει, στην αυλακιά, οι καλαμιές αναδεύονταν λιανογραμμένες όπως ήταν.

Όληνε τη μέρα η μάχη βάσταξε στ’ αντικρινά υψώματα. Τα πυροβόλα του εχτρού πνίξαν τον τόπο στις βροντές. Τα ντουφέκια μας είχαν πυρώσει, όμως δεν έκιωναν την έχτρα τους.

Απ’ τ’ απομεσήμερο κι ύστερα η μάχη γίνηκε πιότερο σκληρή και το ντουφέκι βάσταξε ως τ’ απόβραδο. Σαν έγειρε ο ήλιος, κάτω χαμηλά στα καμποχώρια, το ξεροβόρι αντρίεψε. Τότες, στεργιώσαμε φυλάκια για προφυλακές και μαζωχτήκαμε στα χαλάσματα, κάτι καμένα χάνια δίπλα στη δημοσιά. Στριμωχτήκαμε ο ένας σιμά στον άλλο και πυρωνόμασταν στη λιγοστή φωτιά που ’χαν ανάψει από μπροστύτερα. Τα μάτια μας σφαλιστά απ’ την καπνιά και τα χέρια απλωτά σιμά στη χόβολη. Τα κορμιά μας, αποσταμένα, έγειραν αγάλια και λουφάξαμε. Κάθε τόσο, από κανένας συνταύλιζε τη φωτιά με την αρβύλα, να μη σβήσει. Ο άνεμος έφερνε ως τ’ αυτιά μας το χτύπο που έκανε το καμπανάκι στην εκκλησιά του γειτονικού χωριού.

- Λαμπρή θα ’ναι, ορές! Ανάσταση! ξεστόμισε κάποιος έτσι πως είχε κουρνιάσει και μήτε ταράχτηκε ολότελα.

Ο διπλανός μου αναδεύτηκε σα να ξύνονταν πάνω μου κι ανασηκώθηκε:

- Ανάσταση… γκουχου γκουχου… τέτοια Λαμπρή έκαμα και στο ’41. Κι έξυνε τις ψείρες στον κόρφο του. Στο ’41 … γκουχου… τότε που μας προδώσανε στο βουλγαρικό, ξακολούθησε, λακίσαμε καμπόσοι απ’ τη μονάδα μας, απ’ το στρατόπεδο μέσα… Μας ετοίμαζαν να κάμουμε παρέλαση στον εχτρό… γκουχου… Στις Σέρρες απόξω ήμασταν. Σκόρπιοι μαζωχτήκαμε δυο δυο και πέντε πέντε κοντά τρακόσοι άντρες. Τραβήξαμε τη Χαλκιδική με τα ποδάρια, πάν’ απ’ το Τσάγεζι, ώσπου βγήκαμε στα Μοναστήρια… γκουχου… γκουχου… πάνω στον Άθω, έχει διαβεί κανείς σας κείθε μεριά;

Δεν του αποκρίνονταν κανένας και ξακολούθησε μονάχος του:

- … εκεί, εκεί μας πρόκαμαν οι Γερμανοί … γκουχου … κι ανοίξαμε ντουφέκι τότε. Μας πιάσαν όμως και μας ρήμαξαν στο ξύλο, «Κομμουνίστ Α!» γκαπ γκουπ… «Κομμουνίστ… Μπολσεβίκ α!» κι απέ ντουφέκισαν τρεις από μας σα δε μαρτυράγαμε ποιος έκαμε αρχή να το σκάσουμε… γκουχου … γκουχου… Τη νύχτα σκάψαμε σιμά στην παραλία, με τα χέρια, και θάψαμε τους τρεις συντρόφους μας, στα κρυφά, παράνομα, γιατί οι Γερμανοί δεν ήταν αλάργα… μεσάνυχτα θα ’ταν και η καμπάνα του χωριού σήμανε την Ανάσταση…

Κανείς δεν του αποκρίνονταν. Ένας ροχάλιζε παρέκει και τούτος συνταύλιζε τη φωτιά καθώς διηγόνταν, και τον έπνιγε βήχας. Ταμπλά λέγονταν, ήταν ψηλός και λιγνός, με το μούτρο στεγνό και τα φρύδια σμιχτά στο ριζό της μύτης, τα μάτια μικρά και τραβηχτά στις άκρες, σάματις κι ήταν Κινέζος. Χτικιό λέγαν πως είχε, κι έφτυνε αίμα.

Τα μεσάνυχτα ο εχτρός άνοιξε ντουφέκι στα παλικάρια μας που βρίσκονταν στις προφυλακές. Τιναχτήκαμε όλοι στα ποδάρια απ’ τ’ άξαφνο.

- Ογλήγορα να σβήσουμε τη φωτιά, ορμήνεψε ο παλιότερος. Άλλοι τη σκόρπιζαν κι άλλοι την πατούσαν.

- Σβάρνας…

- Παρών!

- Οι σωλήνες είν’ έτοιμοι;

- Θέλει ρώτημα;

- Ν’ αρχίσουν βολή με τα στοιχεία που έχεις.

Ο Σβάρνας δρασκέλισε τη γυμνόπορτα με τα στραβόκανά του και τον χάσαμε στο σκοτάδι. Η νύχτα ήταν άγρια. Φεγγάρι δεν είχε σκάσει ακόμα και δεν ξεχώριζες μήτε γη μήτε ουρανό. Ο βοριάς μας έκοβε την ανάσα, ξερίζωνε την ψυχή μας.

Δεν πέρασε λεφτό κι ακούσαμε τους όλμους του Σβάρνα να μουγγρίζουν. Σε λιγάκι ακούσαμε περπατησιές και βογκητό. Δυο συναγωνιστές κουβαλούσαν ένα τραυματία μας. Μεριάσαμε και τον ξάπλωσαν καταγής. Τα σπλάχνα του ήταν πεταμένα όξω, οι γιατροί καταπιάστηκαν να τον φροντίζουν για επίδεση κι υστερότερα τον ξαπόστειλαν στα μετόπισθεν.

Όταν σκάρισε το φεγγάρι, σαν άχνα φώτισε τον αντικρινή πλαγιά, ως κάτω χαμηλά στη δημοσιά. Οι καλαμιές θαρρείς και γλύφαν τη γης, γέρναν στο πείσμα του βοριά που αδύναμες τις εύρισκε και πολέμαγε να τις ξεριζώσει. Ένας χωριανός έφτασε στα χαλάσματα με την ψυχή και το χαμπέρι στο στόμα:

- Συ… συναγωνιστές… ένα φανάρι αναβόσβηνε δω πα στη ρεματιά και σάματις ακούστηκαν λιθάρια να κατρακυλάνε.

Αφουγκραστήκαμε βαστώντας την ανάσα. Η μάχη γίνονταν σκληρότερη, οι μπαταριές λαμπίριζαν πάνωθέ μας, ο βοριάς δεν έλεγε να κιώσει την οργή του. Τα παλικάρια μας σκόρπισαν για τη μάχη. Ο Ταμπλάς μ’ αποχαιρέτησε:

- Άιντε, καλή τύχη… καλό βόλι μου ’πε.

- Καλό βόλι, τ’ αποκρίθηκα. Θηλύκωσε το ντουφέκι του στον ώμο και χάθηκε. Το βόλι το δικό μου δεν το ’φτιαξε ο εχτρός, γκουχου γκουχου… απόσωσε έτσι πως μάκραινε.

Τραβήξαμε για τις προφυλακές. Άξαφνα, μια στριγκιά φωνή σκέπασε τις βροντές.

- Ααααα… συναγωνιστές… βοήθεια…. τον έπιασα.

Τρέξαμε να δώσουμε χέρι. Δρασκελίζαμε την αυλακιά μεριάζοντας τις καλαμιές και βγήκαμε στη δημοσιά. Ένα παλικάρι μας πάλευε καταγής με το ξυλιασμένο πτώμα. Ριχτήκαμε πάνω του και τ’ αποτραβήξαμε.

- Μηηηηη συναγωνιστές…γκουχου γκουχου… θα ρίξει χειροβομβίδα, ξακολούθαγε σαν ουρλιαχτό τη φωνή.

Το φεγγάρι μόλις που φώτιζε το πτώμα και το ’δειχνε σάματις να σέρνονταν απ’ την αυλακιά με το χέρι τσακισμένο μπρος στο μούτρο και τη γροθιά σφιγμένη. Το τραβήξαμε στην αυλακιά και τ’ αποθέσαμε.

Μηηηη…. συναγωνιστές, θα ρίξει… γκουχου γκουχου.

Η μάχη τράνευε, οι μπαταριές λαμπίριζαν στην τροχιά τους και χάνονταν πέρα στο βάθος. Ο άνεμος έφερνε στ’ αυτιά μας το χτύπο της καμπάνας του χωριού.

- Ανάσταση παιδιά, Λαμπρή, ξεστόμισε κάποιος.

- Παράνομη… παράνομη Λαμπρή, απόσωσ’ ο Ταμπλάς.

Ματακινήσαμε για τις προφυλακές κι ή μάχη βάσταξε ως το χάραμα. Σαν έφεξε, ο βοριάς ξεθύμωσε και μέρεψε ο τόπος, ο σύντροφος όμως είχε τρελαθεί.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA