ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ

 

ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ

 

Τούτες ήταν απ’ τις χειρότερες μέρες που περάσαμε. Σηκωνόμασταν μια ώρα νύχτα, κάποτες κάποτες και δυο. Το καζάνι έβραζε ολονυχτίς και πριν φέξει ακόμα,  με το χτύπημα της σάλπιγγας, μπαίναμε στην αράδα για συσσίτιο. Κατσαμάκι κι άγιος ο Θεός. Χοντροαλεσμένο μπαγιάτικο καλαμπόκι, με σκουπίδι, τσουβαλότριχες κι ό,τι βάλεις με νου σου. Τούτο ήταν το μεσημεριάτικο συσσίτιο που το τρώγαμε έτσι πριν φέξει ή καλύτερα – γιατί να το κρύψουμε; - ένα ήταν, μεσημεριάτικο και βραδινό, δεν είχε κι άλλο. Μα επειδής τα έργα που φτιάχναμε ήταν αλάργα, φεύγαμε στο μισοχάραμα και πιστρέφαμε στο δειλινό, σαν ο ήλιος είχε χαθεί πίσω απ’ τη Λάσπη κι ο Τυμφρηστός, σαν πυραμίδα, άπλωνε αλαφρύ τον ίσκιο του ως κάτω στη Λευκάδα και στα καμποχώρια του Σπερχειού.

Ήταν Φλεβάρης που βρισκόμασταν στο Πίτσι. Το κρύο μας περόνιαζε τα κόκαλα νύχτα ώρα που σηκωνόμασταν. Μισόγυμνοι καθώς ήμασταν, τρεμουλιασμένοι πάνω στο χιόνι, πυρώναμε τα χέρια στη φωτιά, γύρω στο καζάνι, είτε φουχτιάζαμε το κατσαρόλι που βαστούσε καθένας μας καραβάνα, έτσι καυτό καθώς ήταν απ’ το κατσαμάκι. Τούτα όλα όμως, ώστε να πιάσουμε τους κασμάδες και τα φκυάρια στο χέρι, τότες ζεσταινόμασταν για καλά. Ο ένας πίσω στον άλλο, στο γιδόστρατο που μας έφερνε στα έργα, στήναμε κι ένα τραγούδι και ζεσταίνονταν η ψυχή μας. Στα έργα, παίρναμε μαζί και το ψωμί της μέρας: 50 δράμια μπομπότα και για χωρατό τη λέγαμε και «καθάριο» - που πάει να πει – καθαρό στάρι, για όποιον δεν το ξέρει, το λέω.

Τα έργα άπλωναν απ’ την αρχή, καθώς πιάνει η πλαγιά ριζό στη Λευκάδα, δεξά, ως τη χαράδρα που διχαλώνεται ο δρόμος για το Γαρδίκι – τη δώθε μεριά – ζερβά, πέρα ως τον Άι Γιώργη, πάν’ απ’ τη δημοσιά. Κοντά πέντε χιλιόμετρα μάκρος. Πολυβολείο, 75 μέτρα χαρακώματα, οπλοπολυβολείο, 75 μέτρα χαρακώματα, τρομπλόν, 75 μέτρα χαρακώματα, οπλοπολυβολείο κι έτσι πήγαινε ως πέρα. Ίσια γραμμή τα χαράξαμε απ’ την άκρια του χωριού ως το μαντρί πέρα απ’ το εικονοστάσι της Αγια-Παρασκευής, κάτ’ απ’ το σπιτικό του Χοντρογιάννη. Στερνά μας στείλαν και το Τζογόπουλο με τρεις σωλήνες όλμους, κι έφιαξε και τούτος τα ολμοβολεία του πίσω απ’ τη γραμμή μας. Έτσι σιγουρεύαμε απ’ τα δεξιά τη δημοσιά που φέρνει στο Καρπενήσι. Το ίδιο γίνονταν κι απ’ την πέρα μεριά απ’ το λόχο του Αία.

Η διαταγή του Συντάγματος μας είχε καθηλώσει πάνω στα έργα τούτα. Οι πληροφορίες μας ήταν πως οι Γερμανοί ετοίμαζαν επιχειρήσεις «ευρείας κλίμακος» κι η δουλειά δε σήκωνε ξαπόσταμα. Τα συνεργεία – καθώς ήταν χωρισμένα – παράβγαιναν ποιο θα ξαμπροστείνει τ’ άλλο. Ο Μπούλμπας, ο Φουσέκης, ο Ρίτας, ο Χριστόφορος. Και κάθε τόσο χωράτευαν συναμετάξυ τους:

- Ορέ σεις, πολυβολείο είναι τούτο, για γούρνα από πατάτα;

- Να δούμε την προκοπή τη δικιά σας…

- Το Χριστόφορο παράτα τον, τον έφαγε η Θυμιά…

Χωράτευαν και για τούτο. Τις προάλλες που βρισκόμασταν στο Μαυρολιθάρι, ο Χριστόφορος τα ’χε μπλέξει με τη Θυμιά. Στο σπίτι της πήγαινε στις αρχές για κατάλυμα. Η Θυμιά ήταν χήρα, κοντά είκοσι πέντε χρόνων, ντελικάτη και τσαχπίνα. Άλλαξαν μαζί κρυφομιλήματα κι ως φαίνεται αγαπήθηκαν. Ο Χριστόφορος πειράζονταν πολύ σαν χωράτευαν με τ’ όνομά της. Τούτος, ήταν έρμος απ’ το Μικρό Χωριό. Την αδερφή του τη σφάξανε οι Ιταλοί στις πρώτες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, κατοπινά, ήρθαν κι οι Γερμανοί, σκότωσαν τη γριά μάνα του, κάψαν και ρήμαξαν το βιος του. Κι έτσι απόμεινε πεντάρφανος. Τόσο του είχε κοστίσει τ’ αρματολίκι που διάλεξε για τη λευτεριά της πατρίδας, γιατί ο Χριστόφορος ήταν παλιός αντάρτης, και παλικάρι απ’ τα λίγα. Και μολαταύτα δεν έγειρε το κεφάλι, μήτε και βαρυγκώμησε, γιατί η πίστη του ήταν απ’ ατσάλι. Και τέτοια έμεινε, μόνε να, που μήτε και μπόρεσε να καταλάβει πώς το ’παθε τούτο το πράμα. Άφηκε την καρδιά του να ξεθυμάνει απ’ τον πόνο. Είχε την αφροντισιά να ξεσυνεριστεί την καρδιά του, την άφηκε λεύτερη και τούτη ξεθύμανε. Έτσι γίνεται πάντα. Άλλωστε κι η Θυμιά πονεμένη ήταν και τούτη. Ο άντρας της είχε χρονίσει που σκοτώθηκε στη μάχη της Παύλιανης κι ο πατέρας της πιάστηκε απ’ τους Ιταλούς και ποιος ξέρει πού κάνει ψωμί κι αν κάνει. Για τούτο σμίξανε. Ήταν μια μυστική συγγένεια που τους τράβηξε να σμίξουν.

Η Θυμιά καταβόδωνε τα μικρότερα αδέρφια της να βοσκήσουν τα γελάδια κι υστερότερα καταγίνονταν με το νοικοκυριό. Δούλευε δίχως να ξαποσταίνει νύχτα μέρα. Πού και πού, άπλωνε τα πράσινα μάτια της, πέρα στο τούμπι της Αγια-Σωτήρας που ’μασταν στα γυμνάσια. Και μιλιά δεν ξεστόμιζε για τον πόνο της.

Ένα απομεσήμερο, ο Χριστόφορος ανέβαινε το καλντερίμι του σχολειού. Μπρος στην πόρτα της η Θυμιά έξαινε μαλλί για τη φανέλα του αντάρτη. Σαν σταυρώθηκαν τα μάτια τους, ο Χριστόφορος έκοψε το μεγάλο του βήμα, χάδεψε το πυκνό γένι του μ’ ανάποδο τ’ απλόχερο και κοντοστάθηκε.

- Για τα παλικάρια είναι τούτα, Θυμιά;

Η Θυμιά παράτησε καταγής το λινάρι, φούχτιασε ένα βρασμένο καλαμπόκι κι έσκισε τα χείλια της στ’ όμορφο γέλιο της.

- Όλα για σας, είπε, ότι μπορούμε κάνουμε να σας βοηθήσουμε να λεφτερώστε ογλήγορα την πατρίδα. Και δάγκασε το καλαμπόκι, δίχως να ξεκολνά τα μάτια της απ’ το παλικάρι.

- Τι σκέφτεσαι; τον αρώτησε ύστερα από λίγο.

- Τι να σκέφτομαι;… να έτσι πως μασουλάς το καλαμπόκι, κοίτα πως είναι συνταιριασμένα τα σπυριά του, το ’να πλευρό με τ’ άλλο… και γιομάτα χυμό, θαρρώ, λοιπόν πως βλέπω μια συμμαζεμένη κοινωνία να χάνεται μες στα δόντια σου…

Η Θυμιά τα μισοκατάλαβε όλα τούτα, ήξερε πέντε αράδες γράμματα και ταράχτηκε με τις κουβέντες του παλικαριού. Ρόδισε το μούτρο της απ’ την ντροπή, συνέφερε τα χείλια της απ’ το μοσκόγελο και σοβαρεύτηκε. Και γίνηκε πιο όμορφη απ’ ότι ήταν, έτσι καθώς σοβαρεύτηκε. Τα μάτια της γυάλισαν παράξενα, χάδεψαν το μούτρο του παλικαριού κι απιθώθηκαν στο λανάρι.

- Τι σκέφτεσαι; ρώτησε με τη σειρά του ο Χριστόφορος και σκάλωσε την μπότα του στο φράχτη.

Η Θυμιά σήκωσε τότες τα μάτια της απ’ το λανάρι και τα κάρφωσε πάνω του.

- Και δε μου λες, τόσο άμυαλες είναι αυτές οι κοινω… τούτες που είπες που να στέκουν να τις τρών’ οι άλλοι;

Ο Χριστόφορος γέλασε απ’ την καρδιά του:

- … μπράβο, Θυμιά, δίκιο το ’χεις, δεν πρέπει να στέκουν ν’ αφανίζονται. Ξάμωσαν κι έσφιξαν τ’ απλόχερα και γέλασαν κι οι δυο τους με το χωρατό.

Ο Μόρνος μούγγριζε κάτω χαμηλά προς τη Μεγάλη Σάρρα κι η Γκιόνα στ’ αγάλια σκοτείνιαζε. Τούτη ήταν η πρώτη φορά που ο Χριστόφορος έπιασε το χέρι της Θυμιάς κι ένιωσε ρίγος. Από τότες γίνηκαν φίλοι με συνέπεια, ώστε που μίλησαν και για στεφάνι. Όμως, ξόμπλιασ’ ο ένας, ξόμπλιασ’ ο άλλος, φούντωσε το χωριό ολάκερο με το μυστικό τους, και μια μέρα έφτασε στ’ αυτιά του Καπετάνιου. Από δω και μπρος δεν είχε   χωρατό. Ο Καπετάνιος μίλησε στο Χριστόφορο κοντά τρεις ώρες, στο σπίτι του μπαρμπα-Δρόσου. Κλείστηκαν ένα πρωινό και βγήκαν κοντά στο γιόμα. Κι ο Χριστόφορος βγήκε δέκα χρόνια πιο τρανός από κει μέσα. Πιότερο απ’ όλα όμως του κόστισε η Συνέλευση, δε σήκωσε τα μάτια του όσο βάσταξε. Μόνο μια φορά που αναγκάστηκε απ’ τα πράματα:

- Και δε μου λες, τον αρώτησε ένας, για παντρολογήματα πιάσαμε το ντουφέκι ή να λευτερώσουμε την πατρίδα;

Στερνά σαν ήρθε κι η σειρά του να μιλήσει στη Συνέλευση, ήταν ξαναμμένος ως στ’ αυτιά. Στην αρχή έπαιζε τα μάτια, πότε στα μπουριά της σόμπας, πότε στα χέρια του που τα ’παιζε νευρικά. Αγάλια όμως ξεθάρρεψε και κοίταζε τους άλλους στα μάτια: «… το ξέρω πως τούτο που έκαμα, δεν ντροπιάζει μόνο εμένα μα και όλους σας. Ξέρω το λοιπόν πως θα τιμωρηθώ για τούτο κι έτσι μ’ αξίζει. Ντρέπομαι για λόγου μου που δε θα ’χω μούτρα να γυρίσω στο χωριό μου, δίχως τ’ άρματα. Και… τέλειωσα, τέλειωσα τώρα, δεν έχω τι άλλο να σας πω…» Κι έκρυψε το μούτρο του στ’ απλόχερα, απ’ την ντροπή. Σκεφτόταν τους συναγωνιστές του που είχε αφήσει στο Πίτσι που δούλευαν τα έργα, το συνεργείο του. Πώς θα ’καναν σαν το μάθαιναν. «Ο συναγωνιστής Χριστόφορος διαγράφεται οριστικώς από τας τάξεις μας… υποχρεούται να εκτελέσει το ταχύτερον την υπόσχεσή του στη συναγωνίστρια…» Τούτη ήταν η απόφαση της Συνέλευσης. Όλοι λοιπόν θα του ’ριχναν τ’ άδικο, κατά που το ’χε. Για τούτο τον είχε καλέσει η Διοίκηση απ’ το Μαυρολιθάρι; Την είχε ζέψει τη φωλιά του.

Κι έτσι δεν τον ματάδαμε στα έργα το Χριστόφορο. Τον ξαρμάτωσαν και παντρεύτηκε στο Μαυρολιθάρι. Σαν το μάθαμε στα έργα, κάναμε και μεις Συνέλευση, γιατί ήμασταν το τμήμα που έζησε, που πολέμησε μαζί. Κείνη τη μέρα ήμασταν σάματις και γυρνάγαμε από λείψανο. Το βόλι του εχθρού λες και μας είχε πάρει ακόμα ένα παλικάρι. Κι έτσι το σημαδέψαμε στα τεφτέρια μας. Η δουλειά όμως δε σταμάτησε, το συνεργείο του μάλιστα συνεδρίασε κι από μόνο του, κι έβαλε πλάνο να ξεπεράσει πριν απ’ όλα στο πολυβολείο και στα χαρακώματα, να μπορεί να τσακίσει τον εχτρό.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA