Η κούκλα

 

    Ο Σοφός αντιλόγησε: Έκανε την απολογία της κατάκλειστης κάμαρας, της σκόνης και της μπαλσαμωμένης γλαύκας που ήταν στ’ απάνω μέρος του μεγάλου τραπεζιού που είχε για γραφείο του.

    Ο Ζωγράφος προσπαθούσε να πνίξει μέσα του κάτι γέλια.

    Ακολούθησε μικρή σιωπή. Ένα διάλειμμα γεμάτο απειλή, καθώς οι στιγμές της φριχτής γαλήνης που μεσολαβεί στα διαλείμματα της καταιγίδας. Ο παλμός του Σοφού χτυπούσε με το ρυθμό της θάλασσας που προσπαθεί να ταμπουρωθεί στα βράχια, για να υποστεί το νέο χτύπημα της καταιγίδας.

    Ήξερε πολύ καλά πως ο φίλος του δεν του παραχωρούσε ποτέ τη νίκη σε συζήτηση με θέμα τη Ζωή.

    Η κερα- Στυλιανή καθόταν απ’ όξω. Την έβλεπε ο Ζωγράφος από την αρχή της συζήτησης που καθότανε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα προσπαθώντας να ξεμπλέξει μια ντούφα μαύρες κλωστές και να τις τυλίξει σ’ ένα κουβάρι.

    Εβράδιαζε ολοένα κι οι ίσκιοι ξεκολλούσανε από τις γωνίες τω ραφιών με τα πολλά βιβλία κι άπλωναν στην κατάκλειστη κάμαρα.

    Η κερα-Στυλιανή ετελείωσε τις κλωστές της και μπήκε με το μαύρο κουβάρι στο χέρι.

    Ο Ζωγράφος σηκώθη να φύγει.

    Φαίνεται πως τα ειρωνικά γέλια που πνίγουνται μέσα μας κάποτε σαπίζουν και γίνουνται αηδία.

    Αιστάνονταν αηδία και δε θέλησε να εξακολουθήσει τη συζήτηση. Έπειτα κι η απαίσια γριά με το μαύρο κουβάρι στο χέρι του έκαμ’ εντύπωση μιας μάγισσας, που ήρθε με σκοπό να τον τυλίξει και να τόνε κάνει ένα με τους ίσκιους του πληχτικού γραφείου!

    - Με συμπαθάς, αφέντη, είπε η γριά, να πω κι εγώ ένα λόγο στον κύριο από δω...

    - Άσ’ τονα, παραμάνα, είπε ο Σοφός, χωρατεύει... Μας αγαπά, μα τ’ αρέσει να πειράζει.

    Ο Ζωγράφος ξανάρθε στη συνηθισμένη του ψυχική διάθεση.

    - Α! θα ’ναι νόστιμο! Μίλα κερα-Στυλιανή! βιάζουμαι κιόλας να φύγω, μα είμαι περίεργος να δω τι θα πεις!

    - Σα θα συζητάτε άλλη φορά, τ’ όνομα μου να μη το πιάνετε στα χείλη σας... Τι με καταφρονάς; Η Στυλιανή δεν είναι καμιά από κείνες που ξέρεις... Κι αν είμαι ασκημογυναίκα κι αν είμαι μισερή, έχω κι εγώ τη χάρη της νοικοκυροσύνης.

    - Κρίμας... κρίμας! Βιάζουμαι να φύγω, αντίκοψε ο Ζωγράφος γελώντας κι είναι πολύ ενδιαφέρο, γιατί φαίνεται πως θ’ ακούσουμε τώρα την απολογία της κερα-Στυλιανής.  Και με το δίκιο της!  Μιαν άλλη φορά... ε; Έπειτα, μένει ν’ απολογηθεί κι η κάρα. Ναι... αυτό το σιχαμερό κόκαλο...

    Έσκυψε πάνω από μια κάρα κίτρινη, ξεδοντιάρα - η παθητικότερη κατάντια της νεκροκεφαλής - που πλάι στη μπαλσαμωμένη γλαύκα, εσυμπλήρωνε τα σύμβολα και τη διακόσμηση του γραφείου ενού «θλιβερού σοφού» και με χειρονομία σα να χτυπούσε στο κρανίο με τον κόντυλο του δαχτύλου του:

    - Ε, μικρό κολοκυθάκι! Δεν έχεις να πεις και πολλά πράματα. Ε; Απολογήσου ντε και συ! Τι; Τι; Να μη σε καταφρονώ, λες; Γιατί; Δεν είσαι και συ σαν όλα τα κόκαλα; Πώς; Επιμένεις στο ότι το πνεύμα ενού ανθρώπου χωρούσε όλο!... όλο... μέσα σου! Δεν το πιστεύω... δεν το πιστεύω! Κρίμα, βιάζουμαι πολύ και τούτο σηκώνει συζήτηση. Καληνύχτα... μιαν άλλη φορά τα λέμε... τώρα σ’ αφήνω με το φίλο που σου είναι πιστός, που κρατεί πάντα κλειστό το μόνο παράθυρο του σπιτιού που βλέπει στον ήλιο και στη ζωή, για ν’ αναγκάζει τα μάτια του να πέφτουν στη «στιλπνήν καμπυλότητά σου»!

    Και γυρνώντας στο φίλο του, τον άγγιξε με τα δυο δάχτυλα στα ματογυάλια:

    - Καληνύχτα, Σοφέ μου! Σ’ αφήνω να χασμουρηθείς ελεύθερος πάνω από τα κίτρινα αυτά χειρόγραφα της απορίας σου.

    Βγαίνοντας από το γραφείο άπλωσε ν’ αγκαλιάσει την κερα-Στυλιανή που τόνε κοίταζε σαν ενσαρκωμένος θυμός.

    - Καληνύχτα, γλυκιά μου παραμάνα, που είσαι για το φίλτατο μου ό,τι είναι για μένα η μαρμαρένια Αφροδίτη που έχω στο εργαστήρι μου και σου αφιερώνει τη λίγη εχτίμηση και συμπάθεια που έχει για τους ανθρώπους.

    - Κάτω τα χέρια! Πάψε αντίχριστο!

 

    Ο Σοφός έσκυψε πάνω σε μια στοίβα κιτρινιασμένα χειρόγραφα, που ήτανε το πρώτο μέρος του βιβλίου του «Απορίες» κι εξογκώνονταν ολοένα, χωρίς να κατορθώσει να γράψει σελίδα στο δεύτερο μέρος «Λύσεις αποριών» που τ’ άρχιζε μαζί, ελπίζοντας πως θα τελείωναν «σχεδόν» σύγχρονα.

    Ήταν ένας από τους θλιβερούς ανθρώπους, που κλειώντας μάτια, αυτιά και ψυχή προς τον ήλιο και τη χαρά της Ζωής, καταγίνουνται στη Φιλοσοφία και στην Ηθική. Η αντίληψη που είχε για τη Ζωή ήταν παρόμοια με την αντίληψη που έχει για το θαυμάσιο δάσος ένας που - ποιος ξέρει από ποιαν ανάγκη - το πέρασε βιαστικός, χωρίς να σταματήσει ν’ ακούσει το τραγούδι τ’ αηδονιού και να πιει από τις δροσερές πηγές. Και καθώς ο βιαστικός στρατοκόπος αργότερα, μπροστά σε μια λιθογραφία της πεντάρας ή μπροστά σ’ ένα δάσος έξοχου ζωγράφου, δε θυμάται τίποτ’ άλλο από την κούραση που είχε στο τέλος της οδοιπορίας του, έτσι λέγω και τούτος σκυμμένος απάνω στα βιβλία συκοφαντούσε τη ζωή.

    Η κερα-Στυλιανή ήτανε μια παλιά υπηρέτρια, που από μικρή είχε προσκολληθεί στη μάνα του, με την πίστη που έχουν τα ψωρόσκυλα στις πονόψυχες νοικοκυρές κι έμενε με τον νέο Σοφό, όταν η κυρία της επήγε να ζήσει στην επαρχία κοντά στην τελευταίαν κόρη που πάντρεψε.

    Ήταν φοβερά άσκημη. Κοντή, χοντρή, πλακομύτα και μισερή στην όσφρηση - της έλειπε ολότελα η αίστηση της όσφρησης. Η κατάπτωσή της περνούσε κάθε όριο ανθρώπινης δυστυχίας. Έφτανε (έτσι το αιστάνουμαι), έφτανε στην κατάπτωση των ιερών... περνούσε και τα όρια της δυστυχίας ενός θεού κι ορμούσε στο κέντρον της ανθρώπινης αναίδειας.

    Αφού είχε τη συναίστηση της ασκήμιας της και μάλιστα σε βαθμό που να μην εννοεί να βγει από το σπίτι, σε κάθε περίσταση σήκωνε το κεφάλι:

    - Δεν είμαι κι εγώ γυναίκα; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος;

    Θυμούνται όλοι στο σπίτι πως μια φορά τα κορίτσια είδαν πως τους πείραζε την τουαλέτα τους. Μεσόκοπη σκεδόν τότες, μεταχειρίζονταν τα ψιμύθια των κυράδων της. Κι όταν της έκαμαν παρατήρηση:

    - Ε τι; Δεν είμαι κι εγώ κοπέλα;

    Μα προπάντων η τρομερή της αναίδεια ξέσπαζε όταν τύχαινε καμιά φορά, είτε για συμπόνια είτε για πείραγμα, να γίνει λόγος για τη μισεράδα της.

    - Ε; Τι κι α δεν ακούω μυρουδιά! Τα χέρια και τα ματάκια μου να ‘ναι καλά...

    Ο Ζωγράφος (παιδικός φίλος του Σοφού) ακούοντάς τη μια μέρα να φέρνετ’ έτσι αγανάχτησε.

    - Πετάξτε την όξω! Τι τη θέλετε δω μέσα, που ξευτέλισε και τις πέντ’ αιστήσεις! Γιατί καταφρονώντας την ευγενικήν αίστηση της όσφρησης, παρακαλώντας για τα χέρια και τα μάτια της, δεν τα χρειάζεται βέβαια, παρά για να κρατά το πιρούνι να τρώγει και να βλέπει όσο που να μη χτυπά στα ντουβάρια.

    Πάντα ο Ζωγράφος - και προ πάντων στη συζήτηση που είχανε από νωρίς - έλεγε πως η αντίληψη που είχε ο Σοφός για τη ζωή, ήτανε κατά μέγα μέρος επίδραση της κερα-Στυλιανής.

 

 

    Μπήκε η κερα-Στυλιανή με τη λάμπα. Κρατούσε κι ένα δέμα - κάτι σαν ένα καντηλέρι, σαν έν’ αγαλματάκι... τυλιγμένο στο χαρτί.

    - Το ΄φερε ένα παιδί... το ‘στειλε ένας κύριος...

    Το ξετύλιξε. Ο Σοφός άρχισε να γελά! Ήτανε μια κούκλα! Η μισερή ξίνισε το μούτρο.

    - Κοροϊδία! Την έστειλε τ’ αντίχριστο για κοροϊδία.

Κι άρπαξε να την πετάξει στο καλάθι των αχρήστων. Ο Σοφός τη μπόδισε, γελώντας πάντα.

    - Άφησε... Βάλ’ τηνα δω...

    Η κερα-Στυλιανή την άφησε μορφάζοντας αηδία.

    - Παλιανθρωπιές! Προστυχιές! Κοροϊδία!

    Η κοροϊδία ήτανε φανερή. Ο Σοφός συλλογίζεται: «Να του την επιστρέψω μ’ ένα υβριστικό γράμμα σαν του πρέπει; Να τήνε πετάξω περιφρονώντας τον; Είναι αντικείμενον αξίας... το λιγότερον τριάντα δραχμών. Θα μπλεχτώ περισσότερο στο πείραγμά του. Ω! δεν ξεμπλέκει κανείς από τα πειράγματα έτσι εύκολα, προ πάντων εγώ. Κάθε φορά που θα μου καταφέρουν μια φάρσα, θα πάθω και μια γκάφα που γι’ αυτήν ευθύνουμαι μόνον εγώ!»

    Σκέφτηκε ακόμα, και βρήκε πως θα ‘ταν καλύτερα να τήνε τοποθετήσει στο γραφείο του και σα θα ερχότανε ο «φαύλος» φίλος του, να του πει: «Ευχαριστώ, είναι πολύ κομψή.» Κι άφησε κάτι πλατιά γέλια.

    Την έστησε στη γωνιά του γραφείου του, πάνω σε μια στοίβα βιβλία μεταξύ της μπαλσαμωμένης γλαύκας και της νεκροκεφαλής.

    Ήτανε μια κούκλα της μόδας... Μια γυναίκα! Η τέλεια μικρογραφία μιας κομψής γυναίκας... Έν’ αληθινό σκάνδαλο!

    Γυαλί, πορσελάνα ίσως χρωματιστή, ντυμένη σε τέλειο φόρεμα χορού μεταξωτό, με ποδόγυρο που άφησε, μεταξύ μιας νταντέλας κι ενού μαύρου σκαρπινιού, την υποψία μιας τορνευτής γάμπας και τραχηλιά πολύ ανοιχτή που κάτω από μια λεπτή μουσελίνα αγρυπνούσαν οι καμπυλότητες ενός πλατιού στήθους.

     Η μισερή έγειρε στο ντιβάνι αντίκρυ μορφάζοντας οίχτο. Ο Σοφός έσκυψε στη δουλειά του μουρμουρίζοντας.

    - Αίσχος! Αίσχος κι αηδία...

    Για πολλήν ώρα προσπαθούσα να βυθιστεί στη δουλειά του μα η σκέψη του γλιστρούσε απάνω στο θέμα του και καρφώνουνταν στο κομψοτέχνημα!

    Εσήκωσε τα μάτια. Η γυαλένια κούκλα υψώνονταν αγνάντια του σε μια στάση σπαρταριστής ζωής.

    Τα στήθια ξεπετούσαν ομπρός, οι γοφοί πίσω και το κεφάλι με τα μάτια μισόκλειστα, που έλαμπε μέσα τους η γυναικεία φιλοφροσύνη, έγερνε λίγο δεξιά.

    Το γυαλένιο στήθος - που αγρυπνούσε κάτω από τη λεπτή μουσελίνα - του ‘φερε στο νου κάτι άλλα στήθια που είχε δει.

    Το πρωί, σε κάτι τοιχοκολλημένες ρεκλάμες κονσέρτου είδε την εικόνα της τραγουδίστριας κι αναρωτήθη αν ήταν δυνατό από τον όγκο εκείνο να βγει φωνή αηδονιού.

    Μια φορά, είδε τα κρεμαστά στήθη μιας φτωχονοικοκυράς που χόρταινε έν’ αγοράκι παχύ παχύ σα δαμαλάκι.

    Μιαν άλλη φορά σε πολύ μακρινήν εποχή, ανέβη στο γραφείο του μια νέα κουβερνάντα - χωρίς να καταλάβει με ποιο θάρρος - και του ζήτησε να της δανείσει κάνα ρομάντσο ή ό,τι άλλο και την έδιωξε. Θυμάται πως είδε τα στήθη της να πετούν κάτω από το στενό κορσάζ σα δύο γρόθοι.

    - Μα... γιατί σκέφτουμαι αυτά; είπε κι έσκυψε στα χαρτιά του.

    Κατόρθωσε να γράψει μια δυο σελίδες και του χρειάζονταν τώρα μερικά παραδείγματα, Φαίνεται πως έγραφε για τις περιστάσεις που ένα μικρό πράμα ή έν’ ασήμαντο «γεγονός» βοηθούν μεγάλες παρατηρήσεις κι έρχουνται ως μεγάλα επιχειρήματα.

    Έγραφε: «το αυγό του Κολόμβου, π.χ. το μήλον του Νεύτωνος, η κίνησις της καντήλας του Γαλιλαίου... η Γυαλένια κούκλα...»

    - Α στην οργή... αυτό δα μας έλειπε τώρα!

    Κι εκοίταξε αυστηρά την κουκλίτσα. Το γυαλένιο κορμί έγερνε με παθιάρα ορμή και τα μισόκλειστα μάτια ελάγγευαν ερωτιάρικα.

    - Κερα-Στυλιανή! Κερα-Στυλιανή... πέταξε αυτό το παλιόπραμα όξω!

    Η Στυλιανή σηκώθη μαχμουρλίδισσα:

    - Τι; Θα φάμε; Είναι νωρίς ακόμα...

    - Ναι... είναι νωρίς για να φάμε... Θέλω να σου πω... Μα τι; Νυστάζεις;

    - Δεν ξέρεις το συνήθειο μου;

    - Μας ξευτέλισε πάλι απόψε ο Ζωγράφος, ε;

    Η γριά εχασμουρήθη.

    - Τι λες, κερα-Στυλιανή, του λόγου σου; Άραγες να ’χει κάποιο δίκιο; Θέλω να πω... Να, αυτό που λέει πως τάχα αέρα κοπανίζω!

    - Α ξέρω κι εγώ, είπε η μισερή, κλείνοντας τα μάτια, μπορείς να βρεις τον τόπο που δεν έχει εξουσία ο χάρος και η γης δεν τρώει τους ανθρώπους;

    Ο Σοφός την απαράτησε με φρίκη.

    - Θεέ μου, τι ζώον που είναι αυτή η γυναίκα! Μα κι εγώ, γιατί συλλογίζομαι απάνω σ’ αυτό το πραματάκι;

    Έσβησε την τελευταία φράση, έβαλε τελεία κι επροσπάθησε να γράψει νέαν παράγραφο. Μάταια. Εγελούσε τώρα «παιδαριωδώς», καθώς θα χαρακτήριζε ο ίδιος.

    - Τι περίεργο!

    Είχε ξυπνήσει μέσα του μια παιδική του περιέργεια για τη Γυναίκα, που έμεινε ανεχπλήρωτη...

    - Τι πειρασμός!

    Δε μπορούσε ν’ αντισταθεί! Νόμιζε πως η κουκλίτσα μπορούσε να ικανοποιήσει την περιέργειά του κι άπλωσε το χέρι... Εκοκκίνισε ως τ’ αυτιά.

    - Μα είναι σωστό;

    Εγύρισε να δει αν αποκοιμήθηκε η γριά.

    - Κοιμάται. Πειρασμέ! ... και με μια γλήγορη χειρονομία πήρε την κουκλίτσα και της ανασήκωσε το φουστάνι.

    Ξέσπασε σε κάτι γέλια... «βλακώδικα», καθώς θα χαρακτήριζε ο Ζωγράφος.

    Η κούκλα κάτω από το μεταξωτό φουστάνι δεν ήταν παρά ένα κομμάτι ακατέργαστο γυαλί ψυχρό, που η βάναυση μάζα του αντιδρούσε στην πίεση των δαχτύλων του.

    Έσκυψε στην εργασία του με την απόλυτη πεποίθηση πως η περιέργειά του για τη Γυναίκα ικανοποιήθη!

 

 

    Άρχισε να γράφει: «Πανταχού της γης, ένθα αγωνιώσα η ψυχή προσπαθεί να διευκρινίσει το αλγεινόν μυστήριον της υπάρξεως..» Εξακολούθησε να γράφει. Το θέμα έβγαινε γαϊτάνι κι εγιόμιζε φύλλα.

    Τέλος εκουράστη... Άρχισε να αιστάνεται και την πείνα.

    - Μα τι; Δε θα φάμ’ απόψε; Κι εστράφη να ξυπνήσει τη γριά.

    - Μπα!

    Η λάμπα καθώς ήταν τοποθετημένη έριχνε τη σκιά της κούκλας αντίκρυ στον τοίχο μεγάλη... στο μέγεθος ακριβώς μιας γυναίκας.

    Εκοίταζε την κομψή σκιά κι εύρισκε πως αν η κούκλα δεν ήταν παρά «ένα ψεύτικο, ασήμαντο γυαλένιο πραματάκι» η σκιά που έριχνε ήτανε «τέλεια σκιά πραγματικής γυναίκας».

    - Απαράλλαχτη σα να ‘ναι μιας γυναίκας που στέκει πίσω μου... και που θέλει μα διστάζει να προχωρήσει!

    Μια ασώματη πνοή αέρα σάλεψε τα φουστάνια της κούκλας κι η σκιά άρχισε να ζωντανεύει.

    - Εμπρός... εμπρός, όμορφη μου κοπέλα, θέλεις ένα βιβλίο; Ένα ρομάντσο... κρίμας που δεν έχω τέτοιο πράμα στα ράφια μου... είμαι απελπισμένος που δεν έχω...

    Θυμόταν τη νόστιμη κουβερνάντα που είχε ανέβη μια μέρα να του ζητήσει ένα ρομάντσο... Από τότες καμιά κομψή σιλουέτα δεν είχε πέσει εκεί μέσα.

    Ο Σοφός έσπρωξε τον εαυτό του σ’ ένα παράξενο παιχνίδι! Επάτησε το περιστροφικό επίπεδο μιας ρολέτας. Όλες του οι αιστήσεις τον υπηρετούσαν σερνάμενες από τη δύναμη της περιστροφής!

    - Εμπρός... εμπρός, έλα! Η παραμάνα μου; Μη φοβάσαι, δε θα ξυπνήσει η παραμάνα μου... κι εστράφη στη γριά που κοιμότανε βαθιά.

     Ίσαμε να γυρίσει, η σκιά ενσαρκωμένη έστεκε απέναντί του ροδοκόκκινη χαμογελούσα γυναίκα... και με κάτι στήθη που πετούσαν σα γρόθοι.

    - Κάθισε δω... κάθισε δω Τι; Φοβάσαι τη σκόνη; Φοβάσαι τα ποντίκια; Τα ποντίκια εδώ μέσα τρώνε τα δέρματα των βιβλίων μόνο... Μα γιατί δε μιλάς; Μιλάς και δε σ’ ακούω; Πώς γίνεται; Λες να κουφάθηκα; Δεν ακούω ούτε το χτύπημα του ρολογιού, εχτός αν σταμάτησε... Μα γιατί να σταματήσει; Δουλεύει τόσα χρόνια, είναι γερό ρολόι... Το πρωί ανέβηκα και του ‘κοψα τον κούκο που μ’ ενοχλούσε πάντα. Δεν του ‘κανα τίποτις να σταματήσει... Χι, χι, χι! Γελάς κατεργάρα που του ‘βγαλα τον κούκο που μ’ ενοχλούσε... Α, μην κοροϊδεύεις, χρειάζεται ησυχία, απόλυτη ησυχία. Πώς το ‘παθα να κουφαθώ; Γιατί είμαι κουφός, αφού δεν ακούω το ροχαλητό της παραμάνας μου. Γελάς. Μα είναι πιο φυσικό να κουφαθώ, παρά να μη ροχαλίζει η παραμάνα... Ωχ, τι ωραία που μυρίζεις! Τι μυρωδικό μεταχειρίζεσαι, για να φέρω και στην παραμάνα μου ένα μπουκαλάκι;

    - Τι; Αν έφαγα κεράσια; Όχι, όχι, διάβολε και πέρασε η εποχή. Ακόμα λίγες μέρες και θα λείψουν. Μα γιατί γελάς; Ούτε καΐσια δεν έφαγα και να δεις όσο ήταν εποχή δεν τα σκέφτηκα... τώρα τα ορέγουμαι... Και με μια λιχουδιά! Αν πήρα γυναίκα; Όχι, όχι, όταν ήμουνα νέος εδιάβαζα... κατόπι ασπρογαλιάσαν τα μαλλιά μου , ενώ έγραφα... Μα γιατί γελάς; Α, τσαχπίνα, κατάλαβα το νόημα σου! Θα πάθω όπως με τα καΐσια που πρώτα δεν τα ορεγόμουνα και κατόπι δεν τα ‘βρισκα. Τι; Μ’ αρωτάς α χόρεψα τουλάχιστο. Ποτές μου! Κάποτες περνώντας από ‘να χοροδιδασκαλείο έσκυψα από την πόρτα κι είδα πολλούς να χορεύουν, σφίγγοντας στην αγκάλη τους από μια γυναίκα. Δεν ξέρω μα μου φάνηκε πως ο καθένας κρατούσε κάτω από μεταξωτό φουστάνι κι από ‘να σκέλεθρο. Και μου φάνηκε πως άκουσα πάνω από τη μουσική το κρακ κρακ των κοκάλων. Τι; Αν έχω δει γυναίκα γυμνή;

    Ένιωθε το κεφάλι του βαρύ κι έσκυψε κι ακούμπησε τις αγκώνες του στα γόνατα και το στήριξε στις παλάμες του - ήτανε στη στάση που τον γελοιογραφούσανε συχνά.

    Μα γιατί επιμένεις; Καλά. Λοιπόν, μάλιστα, είδα μια γυναίκα γυμνή. Όχι δεν είμαι ψεύτης, είδα κι άγγιξα...

    - Είμαι ψεύτης και συκοφάντης; Πώς μπορείς να το λες αυτό; Είδα μόνο μια γυαλένια κούκλα; Πώς το ξέρεις συ αυτό; Τι άλλο ξέρεις; Τι άλλο μπορείς να ξέρεις εσύ για μένα; Για να γράψω μια σελίδα κοιτάζω σε δέκα βιβλία; Λες πως είμαι ένας «επιτήδειος λογοκλόπος»; Μα αν προτάξω του βιβλίου μου κατάλογον των πηγών εξ ων ερανίσθην;... Πώς; Να μελετώ τη ζωή που δεν είναι χρεία ν’ αναφέρω τις πηγές εξ ων ερανίζομαι;... Μα δε θα ‘πρεπε να περνώ ανάμεσ’ από φλόγες; Όχι. Γιατί γελάς; Φοβάμαι το μπαμπούλα; Μα για ποιο μπαμπούλα λες; Τι; Τους μπαμπούληδες που φοβερίζουν τα παιδιά πως είναι κι από  ‘νας σε κάθε γωνιά του δρόμου; Τι... τι;  Μ’ αρωτάς αν θέλω να γίνουμε φίλοι; Με μια συμφωνία; Ποια; Να πάψω να κατακρίνω τη Ζωή; Και τι άλλο ακόμα; Να ρουφάμε μ’ εμπιστοσύνη απ’ όλη τη ζωή κι όχι  μόνο από τη μποτιλιαρισμένη; Μα... η μποτιλιαρισμένη είναι ηγγυημένη και σφραγισμένη μ’ ετικέτες που πιστοποιούν το ακίνδυνον της χρήσεως! Τι... τι; Κάτω οι ετικέτες; Κάτω οι κονσέρβες; Όχι, όχι. Εγώ θα ‘βγαινα από δω μέσα αν τυπώνονταν κάμποσες χιλιάδες ετικέτες με τη λέξη «πορνοστάσιον» και να καρφωθούν όπου δει... Γιατί γελάς; Γιατί γελάς; Τάχα μπορεί να ξέρει κανείς πού μπαίνει; Μια φορά τ’ αποφάσισα να γνωρίσω κι εγώ τον κόσμο. Ήμουνα νέος. Παρακάλεσα ένα φίλο μου, που τον άκουα να λέει συχνά για τις καλές συναναστροφές των τιμίων σπιτιών, να με μπάσει σ’ ένα απ’ αυτά. Μου υποσκέθη πως θα με σύστηνε σε μιας Κοντέσας... Έδωσα τη μαύρη μου φορεσιά στο σιδερωτήριο, εδιάβασα το βιβλίο της καλής συμπεριφοράς κι αγόρασα γάντια και γαλόσες. Ήρθε στην ορισμένην ώρα μαζί με δυο τρεις άλλους... Μόλις με είδανε άρχισαν να γελούν! «Δε φοράνε γαλόσες... δεν είναι της μόδας», λένε. Μα πώς να μπω με λασπωμένα παπούτσια στης κυρίας Κομίσσης! Εφτάσαμε στο σπίτι. Φέγγανε στην είσοδο δυο μεγάλοι θαμποί γλόμποι. Μπήκαμε κι έβγαλα τις γαλόσες... «Βλέπεις αρχοντιά», μου λέει ένας... «Ναι, κι αέρας αριστοκρατικός», είπα. Βγήκε από μια πλάγια πόρτα μια μεσόκοπη κυρία, ντυμένη ολόμαυρο νταντελένιο φόρεμα. Μας δέχτηκε με μεγάλην ευγένεια... «Ν’ αναβούμε απάνω», είπε και μας οδήγησε σε μια στρωμένη σκάλα. Επέμενε ν’ ανέβω πρώτος και υποχώρησα, καθώς παραγγέλλει το βιβλίο της καλής συμπεριφοράς... Όταν ανεβήκαμε κάμποσα σκαλιά, η... κυρία Κοντέσα μου ‘κανε από πίσω μια αισχρή χειρονομία! Την ίδια στιγμή πρόβαλαν στη σκάλα κάτι ξετραχηλισμένα γύναια... Κατάλαβα αμέσως πού με παρέσυραν κι ετράπην εις φυγήν φωνάζοντας: «Διαφθορείς της κοινωνίας!» Πίσω μου αντηχούσαν τα χάχανα. Άφησα εκεί και τις γαλόσες...

 

 

    Η κερα-Στυλιανή ξύπνησε.

    - Δε θα φάμε;

    Ο Σοφός τινάχτηκε από το κάθισμά του. Ξυπνούσε κι αυτός από το διπλόν ύπνο του.

    -Σσστ! έκανε κι έκλεισε τα μάτια φέροντας και τις παλάμες στο πρόσωπό του, για να κρατήσει ακόμα λίγες στιγμές τ’ όνειρο.

    Άφησε το λογισμό του να τρέξει, μα δε μπόρεσε (σαν το ζαρκάδι να ‘βρει τα ίδια του αχνάρια που βγάζουν στη γνώριμη δροσερή πηγή) και να ξαναβυθιστεί στο γλυκό όνειρο κι αβυσσώνονταν σιγά σιγά σ’ ένα σκοτάδι που μέσα γυάλιζαν τα μάτια της γλαύκας του.

    Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε ολόγυρα στο κατάκλειστο γραφείο.

    Είδε αντίκρυ στον τοίχο τη σκιά και πλάι του στο τραπέζι την κουκλίτσα. Είδε την παραμάνα του, τη νεκροκεφαλή και το συλλογισμένο πουλί!

    Τ’ όνειρο ελησμονήθη αμέσως. Θυμόταν μόνο τις ειρωνείες της κουβερνάντας.

Αισθάνονταν σα ντροπιασμένος, σαν εξευτελισμένος κι εχρειάστη να περάσουν μερικές στιγμές για να μπει σε μιαν ωχρή συναίστηση πως οι φοβερές ειρωνείες που τον χτυπούσαν αλύπητα βγαίνανε... ξεπετιόνταν από τον ίδιον.

    Κατάλαβε πως βρίσκονταν σε μια κρίση. Αισθάνονταν την καρδιά του να ξανοίγει στη ζεστασιά μιας αλήθειας, που καλλιεργούσε γύρω του ασώματος εκεί μέσα ο Ζωγράφος, και να παλαίει απελπισμένα με το λογικό του. Μέσα σ’ ένα ασήμαντο διάστημα ώρας, είχε στιγμές που του φαίνονταν πως διχάζονταν σε δυο που κοιταζόντουσαν από μακριά, περιφρονητικά, απειλώντας να πατήσει ο ένας τον άλλονα σ’ ένα χοντρό βιβλίο και να τόνε χώσει στο ράφι... κι ο άλλος να πετάξει τον άλλονα έξω... να πάει παρέα με τον αλιτήριο φίλο του, το ζωγράφο των γυμνών σωμάτων και των ηλιολουσμένων τοποθεσιών! Και πιανόντουσαν σ’ ένα καυγά ψευτίζοντας ο ένας τον άλλονα... και κει π’ ορμούσανε να χτυπηθούν, ενώνονταν πάλι σε ένα για να πολεμήσουν τον ξένο...

 

 

    Υποβολή.... βέβαια, υποβολή, σκέφτεται τώρα ο Σοφός... Δεν είναι τίποτα... υπάρχουν «πλείστα όσα παραδείγματα»... Κι άνοιξ’ ένα χοντρό χρυσοδεμένο βιβλίο... Τι άλλο μπορούσε να είναι; Μεταφυσική... Επίδρασις λοιπόν... εξωτερική επίδρασις; Όχι δα... Όχι δα...

    - Μα δε θα φάμ’ απόψε; ξανάπε η γριά.

    - Μα στάσου λοιπό μια στιγμή! Κι εγύρισε τις σελίδες του βιβλίου.

    Αιστάνθηκε πάλι την ασώματη παρουσία του Ζωγράφου και τ’ άφωνά του λόγια κυλούσαν στο μυαλό του σκληρά, ξάστερα, εντυπωτικά.

    Του ’δειχνε τώρα το κλειστό παράθυρο και του ’λεγε:

    - Το παραθύρι αυτό να, τόσο δα να τ’ ανοίξεις και να δεις πως θα χιμήξει εδώ  μέσα όλος ο κήπος. Της γειτονιάς κι όλης της πόλης η χαρά. Ο ουρανός, όλος ο κόσμος... Ναι!

    - Άνοιξε, κερα-Στυλιανή, το παράθυρο να μπει λίγος αέρας... καλός είναι λίγος αέρας, ε; Κλείσε πρώτα την πόρτα να μη σκηματιστεί ρεύμα... είναι επικίνδυνο το ρεύμα, ε; Βάλε και τη λάμπα παράμερα να μην τήνε σβήσει ο αέρας. Έτσι.... Α, στην οργή!

    Χίμηξε ο αέρας - που παραμονεύει πάντα έξω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα - και σα να ήταν ο ακριβότερός του σκοπός πήγε ίσα, στις χλωμές σελίδες και τις τίναξε μακριά.

    - Α! στην οργή!

    Κι η Στυλιανή έσκυψε στο πάτωμα, σα να μην ήτανε να σηκωθεί πια και σερνάμενη από γωνία σε γωνία περιμάζευε τις σκορπισμένες σελίδες.

    - Α! στην οργή!

    Κι ο φιλόσοφος τις πάτησε με τη νεκροκεφαλή.

    Το αεράκι χώθηκε ανάμεσά της και των σελίδων σα λοστός, προσπαθώντας να τήνε τινάξει.

    Τώρα, αντιλήφτηκε πως με το αεράκι μπήκε στο σκυθρωπό γραφείο κι η αναπνοή του κήπου.

    - Ωχ, μυρουδιά!

    Η Στυλιανή του ‘ριξε μια λοξή ματιά και με την κακία που έχουν πάντα οι μισεροί άνοιξε την πόρτα να βγει.

    - Ανάθεμα!

    Με τ’ άνοιγμα της πόρτας σκηματίστηκε ένα ρεύμα - μια αληθινή καταιγίδα για την κοιμισμένη ατμόσφαιρα του γραφείου - που ‘σβησε τη λάμπα, άρπαξε τη νεκροκεφαλή και σκόρπισε στο πάτωμα τα χειρόγραφα της θλιβερής φιλοσοφίας.

    - Ανάθεμα! είπε η γριά.

    - Είμαι η καταιγίδα που κυλώντας τις πλάκες, καθαρίζει το μολυσμένον αέρα των τάφων.

    - Μου μίλησες αφέντη;

    - Κλείσε τη θύρα...

    Έκλεισε γλήγορα την πόρτα κι έπεσε στο πάτωμα πάλε, βαριά σα μια γριά αρκούδα και σερνάμενη από γωνιά σε γωνιά εμάζευε τις σελίδες της θλιβερής φιλοσοφίας.

    Από το παράθυρο, που διαπλάτωσε τώρα, χύθηκε ένα ασημένιο ποτάμι στο πάτωμα που πήρε κιόλας τον αντικρυνόν τοίχο τραβώντας κατά το ταβάνι μ’ ολοφάνερη διάθεση να πλημμυρίσει πέρα πέρα την κάμαρα. Μια άχνα σαν ασημόσκονη σηκωνότανε ολοένα κι έπνιγε τους ίσκιους ή κυνηγώντας τους τους απόκλειε στις φωλιές τους - στις κόχες τω σάπιω ραφιών με τα πολλά βιβλία.

    Το αεράκι εφυσούσε φέροντας όλα τ’ απολυμαντικά κι όλα τα βάλσαμα στοιχεία. Έκαμνε το σκοπό του. Ο στεκάμενος αέρας και τα πολλά φαντάσματα έφυγαν από το παράθυρο και μια απαλή μουσική - τελευταία ηχητικά στεφάνια μακρινού βιολιού - εδονούσαν τη νέαν ατμόσφαιρα.

    Από τη γειτονική πανσιόνα ήρθαν μερικές νότες που τέλειωσαν σ’ ένα καθάριο λαρυγγισμό και τόνε δέχτηκε το κλειστό γραφείο, σα να ήτανε μια τραπεζαρία και τα βαριά ράφια του με τα σαρακοφαγωμένα βιβλία να ήταν τόσες καρυδένιες εταζέρες γεμάτες κρυσταλλένια ποτήρια.

    - Μπράβο φωνή! Αηδόνι! σκέφτη και κατάλαβε πως ήταν η πρωταγωνίστρια του ελληνικού μελοδράματος που είδε το πρωί στις τοιχοκολλημένες μεγάλες λιθογραφίες με το αποπληχτικό κεφάλι και το φοβερό στήθος και πρόβερνε τη φωνή της για τ’ αποψινό κονσέρτο.

    Εσηκώθη κι επλησίασε στο παράθυρο. Κάτω ο κήπος αγρυπνούσε στην ανοιξιάτικη βραδιά και παρά πέρα η πόλη με τη σαββατοβραδινή της διάθεση. Σκεδόν - εκεί από το ύψος του τετράπατου σπιτιού - βρίσκουνταν απάν’ από την πλατεία που σα μια δεξαμενή φωτεινού σιντριβανιού έρεε στην πόλη από τους δρόμους, που ήταν οι ανοιχτοί κρουνοί που μοιράζουνταν το φως. Ολόγυρα οι πόρτες, τα παράθυρα και οι φωτεινές επιγραφές των καφενείων και των λογής διασκεδαστικών κέντρων κι ακόμα τα παραθυράκια των πιο απόμακρων σπιτιών φαινόντουσαν σα μαργαρίτες του αφρού του φωτεινού σιντριβανιού.

    Ένα πλήθος παιδιά, που άκουσαν από νωρίς το δάσκαλό τους να λέει πως αύριο ξημερώνει Κυριακή, έτρεχαν χαρούμενα, ξέγνοιαστα πίσω από γυναίκες και άντρες που κυκλοφορούσανε αλαφριοί κι ευτυχισμένοι, λες κι απόψε βγάζοντας το φύλλο του ημερολογίου τους είδαν με θεοχάραχτη γραφή κάτω από το συνηθισμένο: Έξ ημέρας έργα... τη δε εβδόμη ημέρα Σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου, την υπόσκεση πως από την ερχόμενη βδομάδα δε θα γίνεται σπατάλη τόσου κόπου και τόσου ιδρώτα για να φαγωθεί το ψωμί.

    Το φως περνούσε κάτου από τα σκέλια και τις αμασκάλες των ανθρώπων και τους χάριζε το φλόγινο περίγραμμα που δείχνουν οι παλάμες σαν απλώνουν τεντωμένες μπρος στη λαμπαδόγλωσσα και κάθε κίνησή τους έσκιζε τη φωτοπλημμύρα και σκηματίζουνταν γύρω τους στεφάνια, κύκλοι φωτεινοί.

    - Ψάρια, ψαράκια που κολυμπάνε σκλαβωμένα σε μια γυάλα που την περνά ένα δυνατό φως, σκέφτηκε ο βιβλιοχάφτας προσπαθώντας ν’ αρνηθεί τη ζωή που έβλεπε.

    - Όσο για τη γυναίκα... τη σκιά της γυναίκας... και γύρισε πίσω.

    Είδε την παραμάνα του - πλακομύτα, κοντή, χοντρή, κωμική σιλουέτα μέσα στο φεγγάρι - κρατώντας πάνω από τα χειρόγραφα της «Απορίας» του την κάρα. Η χυδαιότερη παρωδία του Άμλετ!

    - Έσπασε, ράγισε! ... και χτυπούσε το κρανίο με τον κόντυλο του ξερού της δαχτύλου. Είναι πολύ αλαφριό πράμα για να πατάει κανείς τα χαρτιά, είπε αποθέτοντας το σύγγραμμα και την κάρα στο γραφείο.

    - Ναι, φαίνεται... όταν ανοίγει το παράθυρο δε μπορεί να πατάει τα χαρτιά... Να τη γεμίσουμε μολύβι.

    - Κερί, είπε η γριά. Κερί για λιβάνι.

    - Κατράμι.

    - Κατράμι! Χριστός και Παναγία!

    - Κατράμι, ναι κατράμι! πεισματεύει ο Σοφός και γελά στα μούτρα της γριάς.

    Η γριά πειράχτηκε και τόνε κοίταξε μ’ έναν τρόπο θυμωμένο και γουρσούζικο.

    - Τι; Με κοροϊδεύεις;

    - Τι αστεία γυναίκα! Τι αστεία πράματα! και γελά απ’ όλη του την καρδιά.

    - Ένας αντίχριστος, ένας σατανάς που θέλει να βάλει κατράμι στο λείψανο! έκαμε η γριά κι έγειρε στον καναπέ.

 

 

    Ο Σοφός εκάθισε στο γραφείο του κι έβλεπ’ έξω από το παράθυρο,, ανοιχτό στον ουρανό.

    Θυμάται:

    Μια φορά ήτανε μικρός, μόλις δώδεκα δεκατριώ χρονώ, την παραμονή κάποιας εθνικής γιορτής, είδε από νωρίς που ετοιμάζονταν μεγάλη φωταψία. Ρώτησε τη μητέρα του α θα τον άφηνε να κατέβει στην πλατεία τη νύχτα. Του είπε «Ναι». «Ναι», α θελήσει να κατέβει κι η παραμάνα. «Δεν κάνει να πάω μόνος;» «Μπα, πα, πα», η μητέρα του εξάρτησε τη διασκέδασή του από τη Στυλιανή. Δε θα διασκεδάσει. Ήξερε πως η μισερή φοβότανε τις γιορτές καθώς ο διάβολος το σταυρό. Φοβότανε το φως και τον κόσμο, γιατί όπου περνούσε τήνε βλέπανε και γελούσαν, την κοροϊδεύανε για την ασκήμια της. Και τη νύχτα εκείνη κάθισε κι έβλεπε τη φωταψία από ψηλά από τούτο το παράθυρο.

    Ήτανε τόσο ζωηρή η θύμηση κείνης της νύχτας κι ήτανε τόσο όμοια με την αποψινή, που συχυστήκανε τέλεια!

    - Α, η Σκιά! Και γυρίζει να δει την ωραία σκιά μα βλέπει στη θέση της απλωμένο τ’ ασημένιο «φανό» του φεγγαριού και τη γριά κοιμισμένη πλάι.

    - Μια λάμια, κοντή, χοντρή και πλακομύτα, δε μ’ αφήνει να κατέβω στην πλατεία, στη γιορτή.... έσβησε και τη σκιά της ωραίας Κυρίας μ’ ένα σφουγγάρι βουτηγμένο στο φεγγάρι... Τι;

    Η κουκλίτσα είν’ εκεί... Κι η λάμπα είν’ εκεί πέρα σβηστή... Βλέπει και τη μπαλσαμωμένη γλαύκα πλάι, σε μια παράξενη στάση!

    - Μπα! Μπα!

    Ο αέρας είχε ξεκαρφώσει προ ολίγου το ένα συρματένιο πόδι από τη στρογγυλή βάση και το σοφό πουλί έγερνε προς το ανοιχτό παράθυρο, σα μια γεροντοκόρη λιγωμένη με το φεγγάρι.

    - Μπα! Μπα! Η γλαύκα μου έγινε ρομαντική. Μη χειρότερα! κι εστράφη προς τα ράφια των βιβλίων.

    Η ασημένια άχνα τα σκέπαζε κι έκαμνε τα όρια του γραφείου απροσδιόριστα.

    Εσηκώθη και πήγε στο παράθυρο.

    - Δε θα φάμ’ απόψε! λέει η γριά θυμωμένη ακόμα και με τόνο βαριεστησιάς.

    - Κοίτα, παραμάνα! Τι ωραίο που είναι το φεγγάρι! Αύριο από τούτο το παράθυρο θα δούμε και τον ήλιο...

    Έσκυψε πάλι έξω. Ο κήπος αγρυπνούσε ακόμη. Είχε με το ανοιξιάτικο αεράκι δοσοληψίες! Έπαιρνε δροσιά κι έδινε μυρουδιές.

    Η πλατεία ακόμη ήταν αστείρευτο φωτεινό σιντριβάνι και στα τριγυρινά χτίρια τα παράθυρα, οι πόρτες κι οι φωτεινές επιγραφές φαινόντουσαν πάντα σα μαργαρίτες του φωτεινού αφρού και μονάχα τα παραθυράκια των απόκεντρων συνοικιών σβήναν ολοένα, λες και το κάθε καλό παλικάρι που νυχτοπερπατεί τ’ ανοιξιάτικα σαββατόβραδα διαλέγει κι από ‘να μαργαρίτη για μπρελόκ της αλυσίδας του.

    Το ανθρώπινο πλήθος κυκλοφορούσε στην πλατεία και στους κεντρικούς δρόμους. Μια περιστροφική φωτεινή ρεκλάμα κινηματογράφου εμάζευε τους περισσότερους κι από μακριά ακούονταν μια γλυκιά μουσική που τραβούσε τους λοιπούς με το μέρος της.

    Τώρα, το φως του φεγγαριού, μουσκεμένο από μιαν ελαφριά νοτιά, στεκότανε πάνω από το φως των ηλεχτρικών κι έδινε την εντύπωση μιας θαυμασίας θαλασσοποντισμένης πολιτείας, που εξακολουθούσε να ζει και να γιορτάζει κάτω από τα νερά.

    Ο Σοφός τόσο παρασύρθη από την εντύπωση αυτή, που φαντάστη πως από την πρύμνα καραβιού έβλεπε κάτω από την καρίνα στα καθαρά νερά, την παράξενη ζωή!

    - Να ήμουνα βουτηχτής, θα μπορούσα να κατέβω... Ποιος ξέρει κι α δεν είναι σ’ αυτή την πολιτεία κοινές γνώσεις «αι λύσεις των αποριών μου... »

    Κι έσκυβε ολοένα από το παράθυρο. Μια εύθυμη παρέα από άντρες και γυναίκες περνούσε από πολύ κοντά, σκεδόν κάτω από το παράθυρό του. Μιλούσανε φωναχτά, αστειεύονταν, γελούσαν και τραγουδούσαν.

    Ο Σοφός ήρθε σε συναίστηση.

    - Διασκεδάζει ο κόσμος...

    - Τι;

    - Διασκεδάζει, λέω, όξω ο κόσμος.

    - Ναι, αφέντη.

    - Κι εμείς; Δε νομίζεις πως είμαστε κουτοί που καθόμαστε δω μέσα;

    Η κερα-Στυλιανή τον ανάβλεψε έχπληχτη.

    - Δε βάνεις τον μποξά σου, λέω, να πάμε κάτω; Κοίτα ο κόσμος! Εκεί θα δούμε... θα μας τραβήξει η μουσική ή θα μας τυλίξει η φωτεινή ρεκλάμα;

    - Τι έπαθες, αφέντη!

 

  Κύπρος, 1921

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA