Το ξυλένιο πόδι – Νίκος Νικολαΐδης (ο Κύπριος)

 

    Φέτος ο χειμώνας έπαιρνε μέρες από την άνοιξη. Πήζανε τα σύγνεφα στον ουρανό κι η γης μούχλιαζε και χολοπράσινο μούσκλο μπλάστρωνε τα γυμνά δέντρα. Πουλί πού να λαλήσει. Κι η παροιμία «Μάρτης παλουκοκάφτης» ακουόταν από το κάθε στόμα. Άξαφνα σα να δόθη μυστικά το σύνθημα κι η αόρατη μπαγκέτα υψώθη, έπεσε, τα σύγνεφα ανοίξανε κι ο κόσμος πλημμύρισε ήλιο. Φυλλίσανε τα κρυφά βλαστάρια κι αρχίσανε τα πουλιά τον ύμνο στην άνοιξη. Αχ, ναι! και το αίμα, σα χίλια πουλιά, στις φλέβες άρχισε να κελαηδεί τον έρωτα, τον έρωτα που ξαναγεννήθη με την καινούριαν άνοιξη.

    Μια πλατιά λουρίδα ήλιος μπήκε σα γλυκό ξάφνιασμα στο ιδιαίτερο γραφείο του Πάντια Βρυωνίδη (Βρυωνίδη υιού, του νέου διευθυντού των Μεγάλων Καταστημάτων-Εργοστασίων, προικών- ασπρορούχων Βρυωνίδη και Υιού).

    Αχ, η άνοιξη, η άνοιξη... Ο νέος διευθυντής σηκώθη από το γραφείο του, έσπρωξε με κέφι την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Εκείνη τη στιγμή χτυπούσε το κουδούνι της απόλυσης των εργατριών. Προχώρησε και στάθη στο πλατύσκαλο και με τόλμη, που ξυπνούσε η νέα άνοιξη, κοιτούσε τα κορίτσια που περνούσαν από μπροστά του και κατεβαίνανε σαν ποτάμι που κατηφορίζοντας αρχίζει το μουρμουρητό. Αχ, η άνοιξη... η άνοιξη! Σαν τα καρπόδεντρα, που πρώτα δέχουνται το ανοιξιάτικο μύνημα, τα κουρασμένα κορμιά των εργατικών κοριτσιών ντυθήκανε τα λευκά και ρόδινα. Η χαρά της ζωής πλάτυνε την αναπνοή τους κι ένιψε τα χλωμά προσωπάκια. Και της Άννας ακόμη τα νιάτα (γνοιασμένα και σοβαρά νιάτα, σαν του λυγερόκορμου κυπαρισσιού) σκιρτήσανε με το πρώτο γλυκό θάλπος της όψιμης άνοιξης. Καθώς πρόβαινε, με τα χέρια σηκωμένα, πασχίζοντας να περιμαζέψει κάτω από το καπέλο της κάποιες σίγουρες τούφες μαλλιών πολύ πλούσιες και φανταχτερές, αταίριαστες με το φτωχό της ντύσιμο και το συλλογισμένο της ύφος, μια φωτοβολίδα από την πλαϊνή πόρτα π’ ανοιγόκλεισε άναψε μίαν ανυπόταχτη τούφα κι αντίφεξε το καθάριο βλέμμα της. Ο Πάντιας διαπλάτωσε τα μάτια κι άρχισε  να κατεβαίνει πλάι της. Πριν βγει από το κατάστημα βρήκε τον τρόπο να βρεθεί κατάντικρύ της και να της ρίξει μάλιστα και μια φράση. Τι; Ω, σχεδόν τίποτα! Κάποια μικρή φράση για νιάτα από αφορμή του στολισμένου με κόκκινα λουλούδια καπέλου μιας μεσόκοπης κυρίας, που ‘βγαινε και τούτη από το κατάστημα, κι η Άννα απάντησε μ’ ένα χαμόγελο... γιατί ήταν άνοιξη.

    Πέρσι η άνοιξη έπαιρνε μέρες από το καλοκαίρι. Ο Πάντιας είχε στυλώσει το βλέμμα του στην Άννα και της έριξε και μια μικρή φράση για νιάτα, μα η Άννα έσκυψε στη δουλειά, σαν κορίτσι που το επηρεάζει η συμβουλή της νόνας του κι ο Πάντιας δεν ξανατόλμησε, γιατί αμέσως από την άλλη μέρα δυνάστεψε το καλοκαίρι κι η τόλμη που του γεννιέται τον Απριλομάη έπεσε. Ερωτικές επιχειρήσεις ο Πάντιας έκαμνε μονάχα την άνοιξη. Τις άλλες ώρες του χρόνου καθότανε φρόνιμος και κοιτούσε τις εμπορικές επιχειρήσεις του οίκου «Βρυωνίδη και Υιού». Μια φυσική δειλία, βοηθημένη κι από μίαν αυστηρήν ανατροφή, τον έκανε τέλεια δειλό και αδέξιο στον έρωτα. Έπρεπε να βοηθεί κι ο ανοιξιάτικος οργασμός για να τολμήσει. Πέρσι, ολάκερη η εποχή πήγε χαμένη. Σπαταλήθη στο ρομάντσο με μια νέα ζωντοχήρα που έκανε «πολιτική αποκαταστάσεως» και μονάχα στο τέλος περιμαζεύοντας ολάκερη τη θέλησή του, ρίχτηκε στην Άννα, μα ήταν πια αργά, ήρθε το αψύ καλοκαίρι κι ο Πάντιας γύρισε στις υποθέσεις του εμπορίου. Μα να που ξανάρθε η άνοιξη - όλα την μαρτυρούν - κι ο Πάντιας αρχίζει απ’ εκεί που ‘χε σταματήσει. Στυλώνει το βλέμμα του στην Άννα και της ρίχνει μια μικρή φράση για νιάτα κι η Άννα ακούει τώρα, σαν κορίτσι που ξέχασε ολότελα τη συμβουλή της νόνας κι απαντάει μ’ ένα χαμόγελο.

    Το σπίτι της Όλγας δεν είναι μακριά. Συχνά στις αρχοντικές συνοικίες στο κέντρο ενός τετραγώνου τριγυρισμένου από δρόμους με πλατιά πεζοδρόμια, είναι παλιά μισοερειπωμένα σπίτια που συγκοινωνούν με σκοτεινές στοές ή στενά περάσματα. Κι η Άννα έτρεχε στης Όλγας κι εχαιρόταν την άνοιξη, που ήταν ένα γεγονός στη φύση και μέσα της και μαζί πονούσε, πονούσε την καημενούλα τη μισερή φιλενάδα της.

    Αχ! ο νόμος του αδιαχώρητου δεν έχει πέραση και για τις ανθρώπινες καρδιές!

    Ένα παιδί πουλούσε βιόλες, άσπρες μυρωδάτες βιόλες. «Να πάρω λίγες για τον καλό χρόνο», είπε και σταμάτησε. Μα ενώ ξεχώριζε τα κλώνια που ‘θελε, συλλογίσθη πως δεν έπρεπε να μπει στης Όλγας, έτσι με λουλούδια... «Θεέ μου, Θεέ μου, την καημένη... την καημένη».

    Ένα πουλί σα μεθυσμένο από το φως, πετάρισε στο διάβα της κι αυτό το ένα πουλί της θύμησε ένα ολάκερο κοπάδι πουλιά, χαρά, γέλια, παιχνίδια μιας μέρας περσινής. Μέρα κυριακάτικη, ολοήμερη εκδρομή, ανθισμένα χορτάρια, καθάρια νερά, νιότη, νιότη. Θεέ μου! από πού είχε μαζευτεί τόση νεολαία, τόση ξεγνοιασιά, τόση ελπίδα, ελπίδα... Ήταν χαρά θεού εκείνη η μέρα κι είχαν τρέξει κι είχαν κυλιστεί στο χορτάρι. Ναι, μεστωμένα κορίτσια και παλικάρια γελούσαν και ξεφωνίζανε σα μωρά παιδιά, καθώς τούτα που παίζουν στη στοά αυτή τη στιγμή. Και στο μερτικό της Όλγας είχε πέσει η πιο πολλή χαρά, τα πιο πολλά γέλια κι η ελπίδα... Αναβαίνοντας τη στενή σκαλίτσα, θαρρεί πως τη βλέπει ξαπλωμένη στο χορτάρι και να γελά, να γελά... «Θεέ μου να ‘βγει σε καλό τούτο το γέλιο», παρακαλούσανε κάθε τόσο τα φτωχά εργατικά πλάσματα, έχοντας την πικρή πείρα πως εκεί που ‘ναι τα πολλά γέλια, εκεί κι η φθονερή μοίρα παραφυλάει. Η Όλγα δεν είχε γελάσει πολύ; Η Όλγα έχει κλάψει από τότες πολύ.

    Αχ, το κακό που τη βρήκε δεν είναι σαν εκείνα που περνούν, λησμονούνται και ξαναρχίζει να κυλά πιο όμορφη η ζωή. Έχασε ένα πόδι. Το δεξί από ένα θαυμάσιο ζευγάρι πόδια... Η Άννα το είχε δει ζωντανό, γερό και το καμάρωσε και το παίνεσε και το πασπάτεψε γυμνό. Και το ‘δε άρρωστο πονεμένο και το περιποιήθη. Και το ‘δε πεθαμένο, παραριγμένο στο χειρουργείο κι είδε που το θάβανε στη γης, Θεέ μου! σα χρόνιο παιδί...

    Όσες ώρες ελεύθερες της άφηνε η δουλειά, όλα τα Κυριακόγιορτα κι ολάκερες εργάσιμες που τις χασομερνούσε, τις αφιέρωνε στην Όλγα. Είχε μπει βαθιά στο νόημα της μοίρας της και η αφοσίωσή της δεν είχε όρια.

    Και τι θλιβερό καθήκον να παραστέκεις σε μια τέτοια περίσταση και να πρέπει να βρίσκεις λόγια παρηγοριάς! Στη γυναίκα που ’θαψε άντρα χρυσό, στήριγμα ακριβό, στη μάνα που ’θαψε παιδί αγγελούδι... κάτι βρίσκεις να πεις, μα στην κόρη που ’θαψε το πόδι της, με τη γάμπα, με το μισό μπούτι... τι λες που να πιάνει στην καρδιά! Λέγοντας μάταιες παρηγοριές αυτοκοροϊδεύεσαι, κτυπιέσαι: «Όλγα, Όλγα, κάνε υπομονή... Αχ!...» και κλαις πιο γοερά από το δυστυχισμένο πλάσμα, που η περηφάνια του και κάθε άλλο γερό αίσθημα χαθήκανε και δεν μπορεί να εκτιμήσει καμιάν αγάπη, καμιά καλοσύνη. Η Όλγα θεωρούσε τον εαυτό της θαμμένο κι ήθελε μονάχα να την κλαίνε. Η μάνα της, δεν είχε πια δάκρυα να κλαίει, γιατί στερέψανε οι βρύσες των ματιών της στη φροντίδα για το ψωμί... Θεέ μου, η έγνοια της ζωής στέγνωνε κι η μισερή την έλεγε: «άκαρδη κι αναίσθητη γυναίκα». Η φιλενάδα έκλαιε, έκλαιε κι αγκούσευε κι η μισερή αχόρταγη για οίκτο, είχε πάντα στο στόμα και στα μάτια την απαίτηση: «κλάψε με, κλάψε με...»

    Ολάκερο μισόχρονο από τότες που τη φέρανε από το νοσοκομείο και μένει κατάκοιτη σαν ένας σωρός συμφοράς. Απορρίχνει με δύναμη κάθε περιποίηση κι εφευρίσκει τρόπους να βασανίζει φιλενάδα και μάνα. Τεχνολογεί φράσεις δυστυχίας, που σπαράζουνε σα μαχαιριές, τους ρίχνει κάθε στιγμή υπαινιγμούς πως «μ’ όλα τούτα» αυτές είναι γερές κι έχουν μια δυνατότητα ευτυχίας, ενώ αυτή είναι σακατεμένη - «η μισή θαμμένη στη γης» - και δεν έχει παρά το προνόμιο της λύπης. Και με ζήλο επισκόπου προσπαθεί να φυλάξει για πάντα την ολοκληρότητα της δυστυχίας, απαιτώντας να βεβαιώνεται μ’ ενάργειαν αυτό το προνόμιο. Μια φιλενάδα που κατείχε την τέχνη να χωρατεύει και να κάνει  τους άλλους να ξεδίνουν, διώχτηκε. Η Άννα που είχε μπει βαθιά στο νόημα της θλιβερής της μοίρας, που στη λάτρα της λησμονούσε τον εαυτό της, δεν άκουσε ποτέ της να της πει: «Τι θα γενόμουν αν δεν είχα εσένα!»

    - Αχ!... δεν πειράζει, η φτωχούλα έχει υποφέρει τόσο πολύ! και της αναγνώριζε το δικαίωμα να είναι εγωίστρια και τυραννική.

    Η φιλενάδα, ποτέ δε δοκίμασε να πει πως έπρεπε να το πάρει απόφαση και ν’ αφήσει το στρώμα. (Η απλή μα βαθιά ψυχή της καταλάβαινε πως υπάρχει μεθύσι στη δυστυχία... νάρκωση μέσα στην οποία συντηρείται η ζωή, όταν δεν τρέφεται από το γάλα της χαράς).

    Η μάνα το ‘λεγε και το παράλεγε: «Πρέπει να το πάρει απόφαση και να ξεδώσει ο νους της». (Με την πείρα του πολυβασανισμένου της βίου ένιωθε πως μια δυστυχία που διαρκεί, γίνεται συνήθεια με την οποία η ζωή εξοικειώνεται). Κι έλεγε μάλιστα πως πρέπει να πει: «Δόξα σοι ο Θεός που έχω τα μάτια και τα χέρια μου γερά» και να πιάσει δουλειά, μια κι ο προϊστάμενός της είπε πως μπορεί να πάρει «εργασίαν κατ’ οίκον». Σ’ αυτά η μισερή απαντούσε με μεγαλειώδικη οργή ή νέτα σκέτα: «Είμαι πεθαμένη…»

 

 

    Ο νέος ήλιος σήμερα γλιστρώντας από μια χαραμίδα που αφήνουν οι όγκοι των εξωτερικών αρχοντικών σπιτιών, άπλωνε και στην πόρτα της Όλγας κι ήταν σαν ένα νέο, φιλικό μπράτσο που κάνει να χτυπήσει για ν’ ανοίξουν.

    Ένα έντομο φτερωτό είχε τρυπώσει στην κατάκλειστη κάμαρα και τριγύριζε βουίζοντας και χτυπούσε στο τζάμι του παραθυριού, που ο ανοιξιάτικος ουρανός σα γαλανό μάτι κοιτούσε από τις χαραμίδες της γρίλιας.

    Η Άννα σήμερα μπήκε στης Όλγας όχι καθώς πάντα μουδιασμένη. Και η Όλγα, ναι, καθώς πάντα, ξεφύσησε το θεληματικό βαθύ αναστεναγμό και στο «καλημέρα» της φιλενάδας μουρμούρισε λόγια δυστυχίας, μα η Άννα χίμηξε και την αγκάλιασε και της είπε πως: «Όχι, θα ξαναγελάσουμε, θα ξαναβγούμε στους ανθισμένους κάμπους, θα ξαναγίνουμε ευτυχισμένες...». Και τη φιλούσε σφικτά γελοκλαίοντας σα σε κρασοκατάνυξη - σα μεθυσμένη από το δυνατό κρασί που κερνούσε σήμερα η καινούρια άνοιξη.

    - Τι έπαθες, Άννα; έκανε η Όλγα σ’ ένα τόνο μομφής. Τρελάθηκες;

    - Όχι, όχι Όλγα, φώναξε κλαίοντας πιότερο παρά γελώντας. Φίλησέ με και συ, φίλησέ με...

    - Είσαι τρελή! Πώς θα γελάσουμε, πώς θα γίνουμε ευτυχισμένες, ξανάκανε με θυμό.

    - Φίλησέ με και συ. Ο Θεός ξέρει το πώς, μα πρέπει να ξαναγίνουμε ευτυχισμένες! φώναξε χαμένη σ’ έναν εξαίσιο παραλογισμό.

    - Πώς θα γελάσουμε... πώς θα γίνουμε ευτυχισμένες; επέμενε με κακία η Όλγα. Άκαρδη! Και το πόδι μου;

    - Θεέ μου, λυπήσου με.

    - Το πόδι μου δεν είναι θαμμένο στη γης;

    - Όλγα, Όλγα... Αχ!

    Η πόρτα άνοιξε με βρόντο και η μάνα μπήκε σαν αστραπή γρήγορη και ξαναμμένη. Έριξε μια βλαστήμια βαριανασαίνοντας και βάλθηκε ν’ ανοίγει με ζητημένη φούρια παράθυρα και πόρτες.

    - Στ’ ανάθεμα, αν είν’ για να βαστάζει ακόμη τέτοια ζωή, έλεγε. Α! η καρδιά μου παραφούσκωσε... Είν’ έξι μήνες τούτοι, ωστόσο πια είν’ ανυπόφερτο... Και προσπαθούσε να στερεώσει τα παραθυρόφυλλα, για να μη ξανακλείσουν.

    Χύθηκε ήλιος στο πάτωμα - περισσεύει σήμερα και για τη φτώχια - και στην κάμαρα, που ένα φθινόπωρο κι ένα μακρύ χειμώνα η μισερή εξέταζε την απελπισία της, χύθηκε η γλυκάδα της άνοιξης.

    Γύρισε κατά τη μεριά του τοίχου, έχωσε το πρόσωπο στο μαξιλάρι, μουρμούρισε πως η μάνα λωλάθηκε, δεν ξέρει τι λέει, τι κάνει και σαν από περιφρονητικήν ανεμελιά δε διαμαρτυρήθηκε.

    - Κακό, κακό! ένας μονάχα είν’ ο καημός στον κόσμο, μια έγνοια μονάχα! και με συμπαθητικόν εγωισμό έλεγε απλοϊκά λόγια, που σημαίνανε πως αφού μια ζωή έχει να ζήσει ο καθένας, δε θέλει να ξοδέψει τη δική της ολάκερη για τους άλλους... «Φτάνει πια!»...

     Η Όλγα είπε, χωρίς να γυρίσει, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο από το προσκέφαλο, πως δε θέλει τίποτε από κανένα «μονάχα να πεθάνει ήσυχη». Κατόπι γυρίζοντας απότομα - έτσι που γράφτη κάτω από τα σκεπάσματα το φρικτό σχήμα του μονοπόδαρου κορμιού - φώναξε πως το ‘χει ή δεν το ‘χει πει πολλές φορές ίσαμε τώρα. Και σα να ήτανε για να κερδίσει μ’ αυτό την αξιοπρέπειά της, ζητούσε την μαρτυρία της φιλενάδας... Όμως η μάνα πρόλαβε να πει πως αυτό είναι μονάχα ένας λόγος που λέγεται. Η φιλενάδα έκανε να της μιλήσει με πρόθεση μομφής, μα η μάνα την αποπήρε.

    - Μη μου αντιμιλήσεις, Άννα, μη με κόβεις, Άννα!

    Σήμερα το ανοιξιάτικο αεράκι, που κατέβαινε απ’ τον ουρανό στη γης και δρομούσε στις δέντρινες κι ανθρώπινες υπάρξεις, είχε συνταράξει γλυκά και τα σωθικά της κουρασμένης και πολυφρόντισσας μάνας. Η θύμησή της πήγε σε μιαν άλλη, πολύ μακρινήν, άνοιξη, γιομάτη ελεύθερη ερωτική ευτυχία. Γύρισε σε μιαν άλλη κοντινότερη, όπου κι αυτή κρυφά κρυφά πήρε μερτικό απ’ τον έρωτα. Θυμήθη και την περσινήν άνοιξη... Τι ελπίδα τότες ή μάλλον τι όνειρο ευτυχίας! Σήμερα στη φετινήν άνοιξη; Τι εμποδίζει την ελπίδα; Το όνειρο; Η κόρη της, το πιότερο που... είναι εγωίστρια, μαθές, και δεν έχει άλλη έγνοια από το να μοιρολογεί το θαμμένο της πόδι, αντίς να πει «Δόξα σοι ο Θεός πόχω μάτια και χέρια γερά» και να πιάσει ξανά το βελόνι, για να ξαλαφρώσει κι αυτή που ζει χωρίς ανάσα, που είναι σα σκλάβα αγορασμένη στο Μισίρι... Κι είχε πάρει ζωικήν εξέγερση η ψυχή της σαραντάρας γυναίκας κι επαναστατήσανε τα πιο βαθιά της ένστικτα κι άφησε την παράγκα όπου έραβε σακιά κι ήρθε τρέχοντας με σχέδιο να βιάσει την κόρη της, για να παρατήσει πια το στρώμα.

    - Μη μου αντιμιλήσεις, Άννα! Μη με κόβεις Άννα... Και της έριξε μια ματιά, αυστηρή σύσταση πως αντιλογία σ’ αυτό που ήρθε να κάνει δεν επιτρέπει. Μια και δεν μπαίνει στο φιλότιμο, μια και δεν ακούει με το καλό... και σήκωνε, διπλώνοντας τα σκεπάσματα ένα ένα.

     Μ’ άξαφνα, αυτή η σκηνή, πήρε μια λύση αναπάντεχη. Η μισερή, που πολλή ώρα είχε ανακαθίσει κι έπλεκε και βασάνιζε τα δάκτυλά της αμήχανα ή έριχνε ματιές στη φιλενάδα, που την καλούσανε να κρατάει μαρτυρία σ’ αυτή την προσβολή που γινότανε στο απαραβίαστό της, ξετινάχθη και με στριγγιές σα να την έδερναν, πρόβαλε το πόδι της και γκρεμίστη από το κρεβάτι.

    Το θέαμα ήταν φρικτό κι ακόμη πιο φρικτή ήταν η εικόνα που έφερε στο νου η μια και μόνη φράση που ξεχώριζε μέσα στις στριγγιές της. «Δώστε μου κι ένα δεκανίκι... Δώστε μου κι ένα δεκανίκι...»

    Οι φωνές των ζωντανών αισθημάτων σωπάσανε με μιας κι η μάνα βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που γεννήθη. Καταράστηκε τον ανθρώπινο πόνο, τη ζωή, οι από καιρό στροφεμένες πηγές των δακρύων ανοίξανε κι έκλαψε το δυστυχισμένο της παιδί, ενώ βοηθούσε την αλαλιασμένη φιλενάδα της να την ανεβάσει πάλι στο κρεβάτι, για να θαφτεί πάλι κάτω από τα στρωσίδια.

 

 

Β΄

    Η άνοιξη μπήκε για καλά και δεν υπάρχει τίποτε που να μην τη νιώθει. Μοιάζουν Κυριακόγιορτα οι καματερές μέρες της πολυφρόντισσας μάνας και της συμπονετικιάς φιλενάδας κι η Όλγα όσο κι α δε θέλει να τη δεχτεί, όσο κι αν τήνε θεωρεί σα μιαν ειρωνεία της φύσης, έχει στιγμές που η ψυχή της παίρνει τη μεγαλειώδικη εντύπωσή της. Κατεβαίνει ώρες που είναι μονάχη από το κρεβάτι, μεταχειρίζεται μια καρέκλα για δεκανίκι και πηγαίνει στο παράθυρο. Το ακρανοίγει και κρυφοχαζεύει.

    Βλέπει, ναι, τους νεροχύτες των αρχοντικών σπιτιών και πολύ λίγους διαβάτες βιαστικούς, γιατί απ’ εδώ δεν περνάνε παρά όσοι θέλουνε να κόψουν δρόμο. Μ’ ανάμεσα στους νεροχύτες, ψηλά, είναι βλαστημένη στον πετρότοιχο μια συκούλα, που μ’ όποια διάθεση κι αν την αντικρίσεις, δεν μπορείς παρά να δεις πώς είναι σα να πιστεύει ότι είναι καθήκον η ζωή και τήνε ζει ηρωικά! Παιδιά που παίζουν, ξεφωνίζουν και γελούν, δεν απολείπουν στιγμή - γεννοβολάνε οι φτωχοί που καψοζούν εδώ. Και οι σπάνιοι βιαστικοί διαβάτες κινούνται όλο κέφι μέσα στο φως. Έπειτα να κι ο ουρανός από πάνω.

    Όσο κι αν δεν μπορεί να θρέψει κανένα όμορφο όνειρο, η μορφή της χαράς, μέσ’ από τα δάκρυά της, αντικαθρεφτίζεται σαν ουράνιο τόξο στη δυστυχία της.

    Η μάνα κι η φιλενάδα το υποψιαστήκανε πως κατεβαίνει από το κρεβάτι κι ανοίγει το παράθυρο. Βεβαιωθήκανε κι έκανε η μια στην άλλη: «Σιωπή!» με χειρονομία, έκανε η κάθε μια βουβά μέσα της: «Δόξα σοι ο Θεός. Σιγά σιγά όλα θα μπούνε στο δρόμο τους...» και χωρίς να μιλήσουν μεταξύ τους, ήταν τέλεια συνεννοημένες πως έπρεπε να καμώνονται πως δεν το ξέρουν. Της λέγανε: «Όλγα μου, ν’ ανοίξουμε το παράθυρο λιγάκι... Είναι ήλιος».  Κι η Όλγα αρνιόταν με γλυκύτητα ή δεν απαντούσε. Το παράθυρο όμως ανοιγόταν, πλημμύριζε η κάμαρα ήλιο και μιλούσανε για την ηρωική συκούλα: «Ποια μοίρα, καλέ, την έβαλε να φυτρώσει αυτού πάνου... πώς τα καταφέρνει να βαστιέται κρεμάμενη, πώς τρέφεται! Άραγες θα δώσει και καρπό;

    Κι η Όλγα δεν έριχνε πια τις θυμωμένες ματιές και τις τεχνολογημένες φράσεις που σπαράζανε σα μαχαιριές. Ξεφυσούσε μονάχα, για να θυμίζει πως αυτή ήταν πολύ δυστυχισμένη.

    Η Άννα ερχότανε με κλωνιά βιόλες, άσπρες μυρωδάτες βιόλες, που τις αγόραζε από το δρόμο, και με μικρές ιστορίες, που τις έφερνε από το εργοστάσιο, μικρά συμβάντα, που δείχνουν το φόντο της ζωούλας των εργατικών κοριτσιών. Κι η Όλγα έπαιρνε μελαγχολικά τις βιόλες, άκουε τις ιστορίες ράθυμα και ξεφυσούσε για να θυμίσει πως ο μισερός και ο γερός δε ζούνε στον ίδιο κόσμο. Έτσι δεν της έλεγε για τις ματιές, τα χαμόγελα και τα λογάκια που τις έριχνε ολοένα και πιο συχνά ο κύριος Πάντιας. Τον ανάφερνε μονάχα συχνά στις ιστορίες που ’φερνε από το εργοστάσιο, ενώ είχε τόση ανάγκη να τον περιγράψει τον τσαχπίνη νέο διευθυντή της, να περηφανεύεται που του αρέσει και να καυχηθεί που τον αποκρούει με τακτ.

    Μια μέρα τον ανάφερε ζωηρά και η μάνα, που η σκέψη της τριγυρνούσε πάντα στις δικές της έγνοιες, είπε: «Δεν του λες, σαν είναι έτσι καλός, να μας κάνει τη χάρη να δίνει στην Όλγα δουλειά κατ’ οίκον;»

    Κι η Άννα είπε: «Γιατί όχι; Να του πω», μα κοκκίνησε ως τ’ αυτιά, γιατί συλλογίστη πως «όχι» δε θα της ερχόταν ποτέ, να ζητήσει μια χάρη από τον κύριο Πάντια... ίσια ίσια τώρα που άρχισε να μπαίνει στο εργαστήρι, για να της ρίχνει ματιές και λογάκια. Η Όλγα δεν είπε τίποτα κι η μάνα ξαναπαράγγειλε να μην το αμελήσει:

    - Γιατί δεν προφταίνω, Άννα μου, έμεινα δυο ενοίκια πίσω και ξέρεις τι θεριό ο σπιτονοικοκύρης... Χρωστάω και της γαλατούς... του ψωμά…

    Κι η Άννα είπε: «Ναι, θα του πω δίχως άλλο...» έχοντας στο νου πως αν δεν μπορεί να ζητήσει χάρη από τον κύριο Πάντια, μπορούσε όμως να ζητήσει από τον πατέρα του κι επειδή η Όλγα ήταν μοναδική στις μπουτονιέρες και τα γαζιά του χεριού, και καθώς ήταν τώρα η εποχή της φούριας, δε θα της αρνιόταν.

    Την άλλη μέρα η Άννα έφερε μεταξωτή βατίστα για γαζί και μπουστάκια περκαλένια για μπουτονιέρες. Η Όλγα δεν είπε «όχι» κι όταν η μάνα ετοίμασε πλάι στο κρεβάτι ένα κάθισμα και το τραπεζάκι της δουλειάς, λέγοντας πως αύριο σαν αυτή φύγει στο εργοστάσιο, η Όλγα της θα κατέβει, θα κάνει το σταυρό της και θα εργαστεί, είπε: «Ναι».

    «Ναι», μα ράφτρα μ’ ένα γόνατο δεν μπορεί να βγάλει δουλειά. Και από το μεσημέρι που η μάνα κι η φιλενάδα πήγανε σπίτι, βρήκανε στις βατίστες και στα περκάλια πολλά δάκρυα και μονάχα λίγο γαζί και λίγες μπουτονιέρες.

    Τότε μέσα στο κλάμα και την απελπισία, κάνανε λόγο για το ξυλένιο πόδι. «Έτσι θα μπορούσε να δουλεύει και θα μπορούσε να περπατά μια χαρά!» Η Όλγα σ’ αυτό απάντησε με πικρή ειρωνεία κι όταν της είπανε πως κι αυτή θα ‘χει δει ανθρώπους που με το ξυλένιο πόδι βολευτήκανε μια χαρά, έγινε μια σιωπή μέσα της, ένα κενό, σα να πήγαινε να λιποθυμήσει και σ’ αυτό το κενό ένιωθε το εγώ της βαριά προσβλημένο. Έκλαψε βουβά και μουρμούρισε λίγα ξέπνοα λόγια, που σημαίνανε πως αυτή δε θέλει να βολευτεί με το ξυλένιο πόδι... γιατί η ψυχή της αποδιώχνει με φρίκη αυτήν την εικόνα, γιατί δε θέλει να μπαλωθεί με ξύλα για να επωφεληθεί από τη ζωή...

    Η μάνα κι η φιλενάδα κάνανε με χειρονομία «Σιωπή!» κι η καθεμιά συλλογίστη πως πρέπει να πάρουν το ξυλένιο πόδι και σιγά σιγά όλα θα μπούνε στο δρόμο τους. Μα όταν σε λίγο παράμερα μιλήσανε «πώς θα βρεθούν τα παρτικά;» έγινε σιωπή μέσα τους και σηκώθη μια στενοχώρια, ένας πικρός οίχτος για τους ίδιους εαυτούς  τους, που ενώ θέλανε να χαρίσουνε στην Όλγα τους φτερά χαράς, αδυνατούσανε να της πάρουν ένα ξυλένιο πόδι! Και κλάψανε, κλάψανε ξεφρενιασμένα, καθώς τότε που δεν απόμενε ελπίδα να σωθεί το πόδι το χιονάτο, το κουλουρένιο

    ΄Υστερα σα να θέλανε να παρηγορήσει η μια την άλλη, η μάνα είπε πως θα γράψει στην αδερφή της που ζει στην Αίγυπτο κι η φιλενάδα πως θα πάει να παρακαλέσει τον προϊστάμενο της Όλγας. Ωστόσο ήταν σίγουρες για την άρνηση που θα ‘παιρναν.

 

    Η άνοιξη προχωρούσε, οι μέρες γίνονταν μεγαλύτερες και φωτεινότερες. Η Όλγα χωρίς να την τραβάει η δουλειά και ό,τι ενδιαφέρει τους ζωντανούς ανθρώπους, φιλοτιμήθη και προσπάθησε να εργασθεί. Τις ώρες που ήταν μονάχη έβαζε κάτω από το μισό της μπούτι ένα κουτί, έστριφε και πέζευε απάνου του το άλλο το γερό και ντρεπόταν μονάχη της να βλέπει τον εαυτό της σ’ αυτήν τη στάση. Και δούλευε χωρίς να βγάζει δουλειά. Τύχαινε κάποτε ν’ αποξεχαστεί και μπαίνοντας η μάνα κι η φιλενάδα τη βλέπανε έτσι, και ντρεπόταν, ντρεπόταν. Συλλογίστη πως με το ξυλένιο πόδι, κρυμμένο κάτω από τα φορέματα θα ‘χε καθισιό αξιοπρεπέστερο και μια μέρα κοκκινίζοντας, ρώτησε τι αποκάμανε μ’ αυτό  κι αν θα της το φέρουν επιτέλους!

    Η μάνα δάγκωσε τα χείλια, για να μη σκούξει. Είχε αρνηθεί η θεία. Πραγματικώς είχε κάτι μικρές οικονομίες, μα εργάτισσα, μεροκαματιάρισσα κι αυτή, τις φύλαγε για το αναπάντεχο που βρίσκει τον άνθρωπο, για τις μέρες της αναδουλειάς, για τα έρημα γερατειά...

    Η φιλενάδα... τρεμουλιάσανε λίγο τα χείλη της κι είπε: «Ησυχάστε κι έγνοια σας... το πόδι θα το πάρουμε δίχως άλλο... Από πού; Από τον κύριο προϊστάμενο... Γιατί γουρλώσανε τα μάτια σας; Θα πάω να του πω: «Η Όλγα σας δούλεψε οχτώ χρόνια, κι όταν αρρώστησε ήταν στη δουλειά σας. Δε θ’ αρνηθεί» Έλεγε ψέματα, γιατί είχε πάει στον εργοστασιάρχη και του είπε αυτά κι άλλα πολλά, μα ο σκληρός άνθρωπος ηρνήθη. Πραγματικώς είχε εργαστεί οχτώ χρόνια η Όλγα στο εργοστάσιό του κι ήταν καλή εργάτισσα να της δίνει εργασίαν κατ’ οίκον, ευχαρίστως, όταν έχουνε σαν τώρα φούριες, μα δεν μπορεί να της πληρώσει το ξυλένιο πόδι... θα ήταν σα ν’ αναγνώριζε την υποχρέωση ν’ αποζημιώσει την εργάτριά του... Συνειδητός εργοστασιάρχης, δεν ήθελε να δημιουργήσει «έθιμα επιβλαβή». Κι επειδή η Άννα επέμενε να του λέει πως η δυστυχισμένη της φιλενάδα ήταν καλή, πολύ καλή εργάτισσα, ο σκληρός άνθρωπος είπε με σαρκασμό πως «ναι και της οφείλω ένα καλό πιστοποιητικό... το γράφω οπόταν το ζητήσει...»

    - Ησυχάστε κι έγνοια σας, είπε το φτωχό πλάσμα κι η Όλγα κι η μάνα της είπαν: «Τι χρυσή καρδιά!» κι απ’ αυτήν τη στιγμή η έγνοια για ξυλένιο πόδι έμεινε απάνω της.

    Τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Όλο συλλογιζόταν κι έκανε διάφορους συνδυασμούς: να πουλήσει το φτενό χρυσό δαχτυλιδάκι, το σταυρουδάκι το βαφτιστικό και δεν ξέρω τι άλλο από το φτωχό έχει της. Να ζητήσει έξτρα εργασία, να δανειστεί... Την άλλη μέρα το μεσημέρι που σκόλασε, πήγε και ρώτησε πόσο στοιχίζει ένα ξύλινο πόδι.

    Πολλά! Αδύνατο να οικονομηθεί τόσο χρήμα.

    Το βράδυ η μάνα τη ρώτησε τι απόκανε και απάντησε πάλι: «Ησυχάστε κι έγνοια σας». Τι χρυσή καρδιά!

    Την ακόλουθη μέρα, το μεσημέρι, πήγε και κούρνιασε στην κάμαρά της με το συναίσθημα πως μπορούσε να κρυφτεί ίσαμε... να γίνει θαύμα και το απόγευμα πήγε στο εργοστάσιο από άλλο δρόμο, για να μη συναντηθεί με τη μάνα και τη ρωτήσει τι απόκαμε με το ξυλένιο πόδι. 

    Το βράδυ όμως πήγε στης Όλγας, σα φοβισμένο παιδί που πάει κοντά σ’ ανθρώπους για να ξεφοβηθεί. Κι όταν τα μάτια της μάνας καρφωθήκανε απάνω της, είπε πως βέβαια και πήγε στον εργοστασιάρχη και μάλιστα της υποσχέθη...

    - Γιατί γουρλώνετε τα μάτια σας; Υποσχέθη και δεν έχουμε παρά να περιμένουμε λίγο.

    Η μάνα σήκωσε τα χέρια και δόξασε τον Ύψιστο που σταλάζει καλοσύνη στους αφεντάδες. Κατόπι αρχίσανε να λένε, πόσο επιτυγχάνουν τώρα τα ξυλένια πόδια και ν’ αναφέρνουν πρόσωπα που βολευτήκανε μ’ αυτά.

    - Περπατάνε στο δρόμο και λες το παπούτσι τους στενεύει...

    Η Όλγα μιλιά. Αισθανόταν πολύ προσβλημένη, σα να ‘χε χάσει μ’ αυτόν το συμβιβασμό ολάκερη την αξιοπρέπεια της δυστυχίας της...

    Μια στιγμή που μπήκε η μάνα στην κουζίνα, ξάφνισε τη συλλογισμένη φιλενάδα μ’ ένα απρόοπτο χάδι και με ασυνήθιστη τρυφερότητα της είπε:

    - Θυμάσαι, χρυσή μου, τη νύχτα που γδυθήκαμε και κάναμε σα τρελές, για να φορέσουμε ένα ένα όλα τ’ ακριβά εσώρουχα από την προίκα της αρχοντοπούλας, που είχαμε τελειώσει δουλεύοντας σπίτι; Λέγαμε πως αυτό μπορούσε να μας φέρει γούρι... Άννα, γλυκιά μου, θυμάσαι τι μου ‘πες για τα πόδια μου;

    - Με βασανίζεις, Όλγα!

    - Θυμάσαι, χρυσή μου αγάπη, την ελιά που είχα στο μπούτι μου; Μου ‘πες: «Θα γουρλώσει τα μάτια του ο ευτυχισμένος που θα σε πάρει...» Κι έσκυψες και τη φιλούσες, για να μου δείξεις πώς θα κάνει...

    - Όλγα, με σταυρώνεις...

    - Είμαι τόσο δυστυχισμένη, χρυσή μου...

    - Ναι, κυρά μου...

    - Τι θα γενόμουνα, αν δεν είχα εσένα στον κόσμο, είπε τώρα η Όλγα και σ’ αυτό η Άννα έκλαψε όσο ποτές και τη βεβαίωσε πως ποτές δε θα την ξενοιαστεί και πως ποτές δε θα την αποχωριστεί. Μα η Όλγα ζήτησε ακόμα να τη βεβαιώσει πως και ποτές δε θα διώξει από το νου της τα ωραία της πόδια, τη μεγάλη χνουδωτή ελιά στο μπούτι... Και την παρακαλούσε να πιστέψει πως α δέχεται να βάλει το ξυλένιο πόδι, αυτό, μονάχα για δικό της χατίρι το κάνει.

    Από κείνο το βράδυ η τυραννία της πήρε αυτήν τη μορφή: Στη μοναξιά της συγκέντρωσε το αίσθημά της στο παρελθόν με δύναμη και μόλις έμπαινε η Άννα, την καλούσε με χαϊδόλογα να πάει να καθίσει πλάι της κι άρχιζε να μιλάει με γλυκιά μελαγχολία, θυμίζοντας πως ήταν εδώ κι ένα χρόνο χαριτωμένη, ζωηρή, ξεκαρδιζόταν από τα γέλια με το τίποτα και τόσο διαχυτική που μαλάκωνε κάθε καρδιά.

    - Ήμουνα πολύ ωραία, πολύ κοκέτα και πολύ ευτυχισμένη να ζω. Δεν είναι έτσι, χρυσή μου; Και διηγόταν με πλήξη το χαμένο ρομάντσο της νιότης της, έτσι που η γνοιασμένη φιλενάδα ξεκαθάριζε ζωντανά την εικόνα μιας αλύτρωτης απελπισίας.

    - Χρυσή μου Άννα, της είπε μιαν άλλη μέρα, έχω κάτι να σου πω, μα δεν πρέπει να φανταστείς πως μ’ αυτό είμαι και λιγότερο δυστυχισμένη.

Κι έσκυψε και της εκμυστηρεύθη πως τις νύχτες στους ύπνους της ποτέ δεν ονειρεύτηκε τη συφορά της.

    - Παίζω, τρέχω, χορεύω, και βιάστη να προσθέσει πως ξυπνώντας ντρέπεται για τα όνειρά της. Της εξηγεί πως μοιάζει μ’ εκείνον που αφού χάσει ένα θησαυρό, τον έχει στον ύπνο του και τον στερείται στον ξύπνο του... Και τη θερμοπαρακαλεί να προσέξει, για να το πάρει στη σημασία του αυτό...

    - Όλγα, αχ!

    - Άννα μου χρυσή, θα σου πω ακόμη κάτι, μα για το Θεό, πρόσεξε για να το πάρεις κι αυτό στη σημασία που πρέπει και να μη φανταστείς πως ξεχνώ τη δυστυχία μου...

Κι έσκυψε και με σιγανή φωνή της εμπιστεύθη πως όχι μονάχα στον ύπνο, στ’ όνειρο, μα και ξυπνή συχνά, χωρίς να χάσει στιγμή τη συνείδηση της κατάστασής της, νιώθει το χαμένο πόδι πλάι στ’ ορφανό ζευγάρι του...

    - Αχ! και νιώθω φαγούρα στην πατούνα και νιώθω να παίζουν τα δακτυλάκια... και κλαίω, Άννα μου χρυσή, και λέω: «είσαι κομμένο, θαμμένο στη γης». Μα κείνο επιμένει σώνει και καλά να με ξεγελάσει πως είναι πραγματικό και νιώθω ν’ απλώνει, να τεντώνεται ακουμπώντας μπούτι με μπούτι, γόνατο με γόνατο, φτέρνα με φτέρνα, παγώνει η ράχη μου, χτυπούν τα μηλίγγια μου, σαν εκείνου που βλέπει φάντασμα και ξεφωνίζω, ξετινάζουμαι, για ν’ απομακρύνω το ζωντανό μου από το φάντασμα του πεθαμένου μου. Όταν η μάνα μου και συ είσαστε εδώ, λουφάζω, γιατί δεν ξέρω, Άννα μου χρυσή, από ποιο αίσθημα δε μου ‘ρχότανε να σας το φανερώσω αυτό. Λέγω μέσα μου: «Είσαι κομμένο... θαμμένο... να!» και χουφτιάζω τ’ απομεινάρι του μπουτιού μου, για να φύγει το φάντασμα...

    - Τι μου λες, Όλγα!

    - Να σε χαρώ, χρυσή μου, καθώς σου το λέω. Και ξανάρχεται σε λιγάκι και σταυροκοπιέμαι και λέω τρεις φορές: «Κύριε ελέησον». Στιγμές δεν καταλαβαίνω αν το φάντασμα να πούμε πάει κι ακουμπά στο πραγματικό ή αν τούτο πάει κι ακουμπά στο φάντασμα. Ανατρίχιασες, αγαπημένη μου;

    - ... !!

    Ήρθε η μάνα απ’ έξω κι είπε λίγα λόγια που φανερώνανε πως η απλοϊκή γυναίκα είχε μπει στο νόημα του Απρίλη που σήμερα θαυματουργούσε και πρόσθεσε πως αν το ευλογημένο αυτό ξυλένιο πόδι ερχότανε, η Άννα της και η Όλγα της θα μπορούσανε να πάρουν έν’ αμάξι και να κάνουν ένα γύρο στην εξοχή. Να κάνουν λίγα βήματα στο πάρκο... Να καθίσουν σ’ ένα πάγκο... Και η Άννα απάντησε με άνεση πως το ξυλένιο πόδι θα το ‘χουνε γρήγορα... σε δυο τρεις... το πολύ τέσσερις μέρες.

    Πολλή ώρα ενώ άκουε την Όλγα κι αποθαυμαζόταν για την ψευδαίσθησή της, στο λογισμό της αναδευόταν κι η έγνοια του ξυλένιου ποδιού. Αποφάσισε οριστικά να το ζητήσει από τον κύριο Πάντια τη στιγμή που μιλούσε η μάνα για θαύματα Απριλίου... αμάξι... πάρκο.

    Ίσια ίσια που σήμερα ο κύριος Πάντιας την είχε ζυγώσει περισσότερο και της είπε πως ο καιρός είναι πολύ ωραίος, έκανε τον έπαινο του Απρίλη και μουρμούρισε λίγα λόγια για αμάξι... εξοχή... λίγα βήματα στο πάρκο... Κι αυτή, από μίαν εσωτερική αντίθεση, σώπαινε και χαμογελούσε.

    Αχ, τι όμορφο όνειρο μπόρεσε να δει κάτω από τα γιομάτα ηδυπάθεια βλέμματα του νέου! Αυτός πήρε θάρρος και της πρότεινε ανεπιφύλακτα, βάζοντας μπροστά τη λέξη «εμπιστοσύνη», να κάνουν κάποιο απ’ αυτά τα βραδάκια ένα περίπατο μαζί.

    Η κατηγορημένη κι αυστηρά καταδικασμένη αυτή πράξη που της πρότεινε, αποκάλυπτε το θησαυρό της. Μα όταν αυτός ο θησαυρός σιγά σιγά προσδιορίστη μέσα της, απομακρύθη από το δειλό χάδι που ο νέος προσπαθούσε ν’ αρχίσει.

 

Γ΄

    Η καρδιά της Άννας κτυπούσε όταν ανέβαινε την ακόλουθη μέρα, τη σκάλα του εργοστασίου. Ψες, ενώ συλλογιζόταν το ξυλένιο πόδι, τόλμησε η ορφανή καρδιά να στραφεί λιγάκι προς τον εαυτό της και τότε η πρόταση του Πάντια πήρε ολάκερη την αξία της.

    - Αν μπορούσε να γίνει, χωρίς να το πάρει είδηση κανείς γνωστός!

    Φαντάστη τη γλύκα της εξοχής σε μια τέτοιαν ανοιξιάτικη βραδιά και θολά τη γλύκα των μικρών ερωτικών χαδιών... Θα του μιλούσε και για την καημένη την Όλγα και θα του ζητούσε το ξυλένιο πόδι.

    Τόλμησε να ευχηθεί το βράδυ που θα ‘φευγε από το κατάστημα να την έπαιρνε το κατόπι... Θα τραβούσε απ’ έξω, έξω... κι όταν θα τήνε ζύγωνε... Ω, θα τα κατάφερνε να εκφράσει μίαν ευχάριστη έκπληξη για την τυχαία συνάντηση. Όμως δεν ήταν για να γίνει καθώς το κατάστρωσε στην ονειροπόλησή της, γιατί ο Πάντιας μπήκε μια στιγμή στο εργαστήρι, βρήκε τρόπο να την απομονώσει και της μίλησε για το «αμαξάκι», «το περιπατάκι στην εξοχή...». «Το βραδάκι» έπρεπε να είναι το σημερινό...

    Εκείνη χαμογελούσε κι όταν ο νέος κατάστρωσε το σχέδιο της συνάντησης, κίνησε το κεφάλι της καταφατικά.

    Το μεσημέρι φίλησε απανωτά την Όλγα και είπε πως το βράδυ σήμερα να μη την περιμένουν, έχει να φροντίσει για το ξυλένιο πόδι... Και στο βάθος των μελαγχολικών ματιών της διακρινόταν μια γλυκιά ονειροφαντασία...

    Το απόγευμα ο Πάντιας μ’ ένα μικρό, αδέξιο κίνημα, φανερώνοντας προπέτεια που δεν υπήρχε ούτε στάλα στο χαρακτήρα του, της θύμισε πως έχουνε μείνει σύμφωνοι.

    Έκανε «ναι» σφίγγοντας τα χείλη σα για να συγκρατήσει ένα λυγμό, όμως σε λίγο, όταν ο νέος της έκανε νόημα πως είναι πολύ ευτυχισμένος, η ανάγκη της αγάπης και ευτυχίας, κρυμμένη στις ρίζες της ζωικής υπόστασής της, ανέβηκε και κυριάρχησε στη σκέψη της. Το βράδυ έτρεχε να πάει στο συμφωνημένο σημείο, σαν άνθρωπος πιασμένος στα δίχτυα μιας γοητείας.

    Ανέβηκε στ’ αμάξι, πλάι στον Πάντια, προφέροντας τη λέξη «εμπιστοσύνη» και χαμογελούσε. Ο νέος άρχισε να λέει πόσο καλή ήταν η βραδιά και πόσο ήταν ευτυχισμένος που κάνουν αυτόν τον περίπατο και η Άννα με κινήματα μετριοφροσύνης τον παρακάλεσε να μη δίνει τόση μεγάλη σημασία σ’ αυτόν τον περίπατο και στο άτομό της. Τον παρακάλεσε να μη την πάρει για καμιά ξεμυαλισμένη που μόνο και μόνο για διασκέδαση... Απεναντίας ήθελε να του πει τις λύπες της και να τον παρακαλέσει να...

    Ο Πάντιας άρχισε να της φιλά τα χέρια και να την παρακαλεί να μη λέει τέτοια λόγια, που δεν έχουν καθόλου τη θέση τους εδώ και προπαντός να ξεχάσει τις λύπες της, γιατί την αγαπά πολύ, πολύ, πολύ... Και τη ρωτούσε να του πει αν θα μπορέσει να τον αγαπήσει κι αυτή λιγάκι για να είναι κι οι δυο τους ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει να του πει το «ναι», όμως τα χείλη της του χαμογελούσαν και τα μελαγχολικά της μάτια τον κοίταζαν γιομάτα ονειροπόληση.

    - Λοιπόν, μ’ αγαπάς λιγάκι..., έτσι πρέπει... αλλιώς γιατί θα ερχόσουνα μαζί μου, αν δε μ’ αγαπούσες... Μα τι ανόητος που είμαι! έκανε ξαφνικά... Σας διέκοψα τη στιγμή που θέλατε να μου κάνετε μια παράκληση, να μου ζητήσετε, δηλαδή  κάτι.

    Το χαμόγελο χάθη από τα χείλη της Άννας κι αντιμετώπισε τη σχέση της με τον κύριο Πάντια μ’ ένα συναίσθημα στενοχωρίας, σα να είχε προσβληθεί.

    Τα μελαγχολικά μάτια γιομίσανε πόνο κι έκανε με κίνημα της κεφαλής πως «ναι, πραγματικώς, έχει κάτι να του ζητήσει».

    - Τι;

    Ήταν πρόθυμος, είπε, σ’ ό,τι ήθελε μα η Άννα αρνιόταν ν’ απαντήσει κι έσπρωχνε αλαφριά τα χέρια του που προσπαθούσανε ν’ αρχίσουν χάδια.

    - Σε αγαπώ, θα σ’ αγαπώ πάντα! Τι θέλεις; Πες μου, λοιπόν.

    - Λυπούμαι μονάχα που δεν μπορώ να καλυτερέψω τη θέση σου στο κατάστημα, της είπε ύστερα από μικρή σιωπή και δικαιολογήθη πως αυτό συμβαίνει, επειδή μονάχα στ’ όνομα είναι διευθυντής.

    - Ο γέρος συγκεντρώνει ακόμη όλη την εξουσία.

    Σ’ αυτό η Άννα κατάπιε το βατραχάκι.

    - Όμως, φώναξε σε μιαν έκρηξη ενθουσιασμού, θα σου κάνω δώρα. Το συλλογιζόμουνα σήμερα όλο το απόγευμα. Τι θα μπορούσα να σου δώσω;

    Με ένστιχτη κίνηση έφερε τα χέρια της στα μάγουλα, σα να μπορούσε ν’ ανακόψει το θερμό κύμα της ντροπής που ανέβαινε και την πορφύρωνε.

    - Μα τι έχεις! τη ρώτησε απορημένος για την ανεξήγητη ταραχή της. Εγώ σ’ αγαπώ και θα σου δώσω ό,τι θέλεις... Θα ’χεις από μένα ό,τι σου χρειάζεται, είπε με ζέση. Έχει άλλο απ’ αυτό;

    Η Άννα έκανε αγώνα κι είπε:

    - Δε θέλω τίποτα!

    - Βέβαια και δε θέλεις τίποτα, το ξέρω κούκλα μου, είσαι τόσο γλυκό κορίτσι. Θ’ αγαπηθούμε πολύ. Ναι;

    Η Άννα ξαναβρήκε το χαμόγελό της, ξαναβρήκε τη μιλιά της και τον παρακάλεσε να μη της λέει τέτοια πράγματα, γιατί της τρομάζει... «Δεν ξέρω τι... την εμπιστοσύνη... την ευχαρίστηση...» και την κάνει να ντρέπεται που…

    Την ίδια στιγμή μιλούσε κι ο Πάντιας, προσπαθώντας να λυτρωθεί από την κατηγορία πως ήταν ικανός να τρομάξει ένα κορίτσι και την παρακαλούσε να μη του λέει, αυτή, «τέτοια πράγματα», γιατί αυτός ίσια ίσια είναι έτσι, που χάνει το θάρρος του και τρομάζει το αίσθημά του!

    - Αχ! δεν ξέρεις τι παιδί που είμαι... ντρέπουμαι μπροστά στους νέους της ηλικίας μου. Μου έχουν βγάλει και παρατσούκλι για την ατολμία μου. Δεν έχω κερδίσει ακόμη την αγάπη! Θα γελάσεις ν’ ακούσεις τι γκάφες έχω κάνει από την υπερβολική λεπτότητά μου! Μα, να, φτάσαμε… Είναι καλά εδώ… Να δεις, μοσχοβολούν τα λουλούδια. Κελαηδεί και τ’ αηδόνι.

    - Θεέ μου, αν μας έβλεπε κανείς;

    - Όχι, μη φοβάσαι. Δε θα μας δει κανείς γνωστός, τήνε βεβαίωνε, ενώ συλλογιζόταν πως από μέρους του δεν έχει να χάσει τίποτα κι αν ήθελε τους δει ο κόσμος όλος... Χάρις στο λεπτό της ανάστημα, τα λεπτά της χαρακτηριστικά και τους λεπτούς της τρόπους, κανείς δε θα την καταλάβει πως είναι μια εργάτισσα απ’ το κατάστημά του.

    - Τι μυρουδιά! Τώρα σε λιγάκι θ’ ακούσουμε και τ’ αηδόνι.

    - Πώς είναι δυνατό... Μα δεν έχω βρεθεί νύχτα ή πρωί έξω, εβεβαίωνε με καθαρή φωνή. Δεν έχω βγει ποτές.

    - Τώρα θα βγαίνουμε μαζί.

    - Πώς είναι δυνατό, είπε μελαγχολικά.

    - Μη με απελπίζεις. Σ’ αγαπώ, θα μ’ αγαπήσεις και συ... Θα σ’ αγαπώ πάντα.

    Ύστερα από μερικά βήματα της είπε:

    - Είσαι ένας θησαυρός.

    - Ευχαριστώ.

    - Ευχαριστώ, γιατί; Κι έβαλε το μπράτσο του γύρω στη μέση της και περπατήσανε σιωπηλοί. Κατόπι τη ρώτησε για το σπίτι της και πώς ζει.

    - Με τη θεία μου. Κι είπε για τη θεία αυτή, που ήταν μια φτωχιά γυναίκα, πολύ καλή, όλη θυσία.

    Ένιωθε μεγάλη ξαλάφρωση που θα μιλούσε μαζί του για τη ζωή της, μ’ αυτός νόμισε ότι άκουσε αρκετά για να καταλάβει πώς ζούσε κι άρχισε να της λέει πως της αξίζει μια ζωή πιο όμορφη, γιομάτη χαρά κι ευτυχία...

    Τον άκουε και συλλογιζόταν: πώς θα ήταν ποτέ δυνατό αυτή ν’ αποχτήσει μια τέτοια ζωή. «Όχι» Ωστόσο ένιωθε να ξαναγεννιέται μέσα στις άσωτες μυρωδιές των λουλουδιών που της κινούσαν οι δροσερές πνοές του Απρίλη κι απορούσε για τη λίγη αντίσταση που ΄κανε στα χάδια του, στα χάδια του κυρίου Πάντια.

    - Αγάπησέ με λιγάκι, για να ‘σαι και συ ευτυχισμένη.

    - Μα... είμαι.

    - Αλήθεια;

    - Σας διαβεβαιώ.

    Αυτό ενθουσίασε το νέο, κι αν ένας μεσόκοπος δεν περνούσε αργά από μπροστά τους, δε θα περιμάζευε την ψυχόρμητη κίνησή του και θα φιλούσε τα χείλη που τόσο γλυκά είπανε «σας διαβεβαιώ». Κατόπι η προσοχή τους τραβήχθη από τις σκιές τους που γίνονταν ένα και μιλήσανε με συγκίνηση γι’ αυτό. Κατόπι ακούστηκε ένα πουλί κι η Άννα ρώτησε αν αυτό είναι αηδόνι.

    - Όχι, είναι νωρίς ακόμη για το αηδόνι.

    - Δεν θα το ακούσουμε. Σας παρακαλώ να φύγουμε, είναι αργά.

    - Μα όχι, είναι πολύ νωρίς.

    - Κάνει ψύχρα...

    - Μα όχι, είν’ αδύνατο να κρυώνετε.

    - Σας διαβεβαιώ.

    - Να ένας μπάγκος. Ελάτε να καθίσουμε λιγάκι, θα μου ‘κανε μεγάλη ευχαρίστηση να καπνίζαμε ένα τσιγάρο....

    - Να καπνίσω εγώ;

    - Να καπνίσω με τη συντροφιά σας ένα τσιγάρο, θέλω να πω... Θεέ μου, είμαι ένας απρόσεκτος, συχωρήστε με. Μαλώστε με, αν θέλετε πρώτα, και κατόπι συχωρήστε με...

    Είχαν καθίσει τώρα στον πάγκο και του ‘λεγε πως δεν είχε να τον μαλώσει για τίποτε, γιατί ήταν αλήθεια «ένα καλό παιδί». Μιλούσε τρυφερά, λίγο μελαγχολικά, κι έβαλε το χέρι της απάνω στο δικό του γιομάτη συγκίνηση. Εκείνος της έλεγε πως είναι κακοαναθρεμμένος, αφού δυο φορές την είχε διακόψει, ενώ του μιλούσε. Ένας εγωιστής που της είπε να μη του μιλήσει για τις λύπες της. Και την παρακαλούσε να του πει για τη φτωχή καλή γυναίκα, τη θεία της, για τις λύπες της και ... «Αλήθεια, αγαπούλα μου, τι πράγμα θέλεις από μένα; Μην πεις όχι! Κάτι έχεις να μου ζητήσεις.»

    Η Άννα είπε πολλές φορές «όχι», είπε μάλιστα «όχι σας διαβεβαιώ» κι ύστερα είπε: «Ναι, πραγματικώς, κάτι έχω να σας ζητήσω... Μια χάρη... Μα όχι τώρα... Ξέχασα... Σας διαβεβαιώ, δεν το θυμούμαι αυτήν τη στιγμή.»

    - Τι λεπτή που είστε, όλη φινέτσα.

    - Ευχαριστώ. Μα γιατί δεν ανάβετε το τσιγάρο σας;

    - Το ξέχασα. Σας διαβεβαιώ.

    Ακολούθησε μακριά σιωπή γιομάτη ρεμβασμό, ύστερα μιλήσανε για τη γλύκα της βραδιάς, για τ’ αστέρια τ’ ουρανού, για τα λουλούδια της γης.

    Το αηδόνι θ’ αργούσε να κελαηδήσει... Να το ακούσουν λοιπόν αύριο. Αύριο... Το ξυλένιο πόδι θα ζητηθεί αύριο. Απόψε η ορφανή καρδιά τόλμησε να μένει στραμμένη στον εαυτό της.  

    Αύριο...

 

 

    Χτες είχανε πάρει ένα ξεγέλασμα ζωής και δοκιμάσανε το συναίσθημα της ευτυχίας. Βρήκανε θαυμάσιες απλότητες στις σχέσεις τους κι ονειρεύθηκαν γλυκά στον ύπνο και στον ξύπνο τους.

    Σήμερα σ’ όλο το διάστημα της μέρας ανταλλάζανε ματιές και κάπου κάπου λογάκια.

    Ήταν κι απόψε θαυμαστή η βραδιά και στη συνάντησή τους ένιωσε ο καθείς το κορμί του να λιώνει από τρυφεράδα. Μιλήσανε για τ’ αστέρια τ’ ουρανού, για τα λουλούδια της γης, που ήτανε τα ίδια τα ψεσινά και μείνανε σύμφωνοι στο ότι θα το καταφέρουν μιαν αυγή να δούνε τα λουλούδια πώς ξυπνούν και τ’ αστέρια πώς σβήνουν ένα ένα. Το αηδόνι θα το ακούσουνε απόψε.

    Ο Πάντιας έστρωσε ένα σχέδιο για κάποιο ταξίδι που ‘πρεπε να πραγματοποιήσει γρήγορα. Ένα ταξίδι στην Ευρώπη, όπου τα πάρκα είναι άπειρες φορές καλύτερα κι οι άνθρωποι δεν έχουν την περιέργεια να κοιτάζουν από σιμά τους καθισμένους στους μπάγκους.

    Μιλούσε με ζέση κι εκδηλωνόταν ένα παιδί καλοαναθρεμμένο που θυμάται τα παραγγέλματα της καλής συμπεριφοράς ακόμη και στις στιγμές της φλογερής ηδυπάθειας.

    - Θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη. Πώς μπορώ; Πες μου.

    - Μα είμαι!

    - Τι χρυσή!

    Έν’ ανθισμένο κλαδί άπλωνε εκεί στον μπάγκο που κάθονταν κι η Άννα πήρε κι έκοψε έν’ ανθουλάκι και το πέρασε στην μπουτονιέρα του.

    - Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Και ‘γώ, τι να σας χαρίσω; Θέλω να σου χαρίσω ένα κόσμημα. Θα το ‘χα πάρει κιόλας, μα συλλογίστηκα πως πρέπει να ‘ναι του γούστου σου. Κούκλα μου, πότε θα πάμε να το διαλέξουμε;

    - Σωπάστε! Τι είν’ αυτά που λέτε;

    - Γιατί όχι; Αχ, χρυσή μου, ψες γιατί δε μου ‘δινες μια στο στόμα, σαν είχα την ανοησία να φαντασθώ πως ήθελες να μου ζητήσεις προαγωγή! Το συλλογιζόμουνα σήμερα και μου ‘ταν μια πικρή τύψη. Συχώρεσέ με, ήταν στις πρώτες στιγμές, δε σε ήξερα. Πες μου, τι είν’ αυτό που ‘θελες να μου ζητήσεις; Σπάνω το κεφάλι μου και δεν μπορώ να το βρω. Λέω στον εαυτό μου «πρόσεχε». Προσέχω, κάνω χίλιες υποθέσεις χωρίς να σταματώ σε καμιά από φόβο... ξέρω ‘γώ; Ψες δεν έκανα τόσες γκάφες!

    Του ‘πε «ευχαριστώ» κι όλη της η σκέψη στράφη στην Όλγα. Αναστέναξε βαθιά, μ’ αμέσως ήρθε στον εαυτό της και χαμογέλασε γλυκά. Ο νέος περίμενε και μια δυο φορές έκανε «λοιπόν, λοιπόν;»

    Πώς ήθελε κι απόψε να ‘μενε μονάχα με το αίσθημα που δίνει η ανοιξιάτικη βραδιά κι η συντροφιά του κυρίου Πάντια! Μα η εικόνα της Όλγας σ’ όλη τη δυστυχία της ορθώθη μπροστά της. Σώπαινε κι η σιωπή της σκορπούσε μιαν ανέκφραστη θλίψη.

    - Μα τι είναι λοιπόν; ξαναρώτησε ανήσυχος. Τι έχεις; Το ξέρεις πολύ καλά πως σ’ αγαπώ. Μη ντρέπεσαι. Ό,τι κι αν είναι θα το ‘χεις. Σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ πάντα...

    Της κρατούσε τα παγωμένα χέρια, σαν πουλάκια μέσα στις παλάμες του.

    - ... Ένα ξυλένιο πόδι.

    - Τι; Χωρατεύεις; Όχι! Μα ίσως δεν άκουσα καλά... είπες «ένα ξυλένιο πόδι»;

    Έσκυψε το κεφάλι κι είπε «ναι».

    - Τι σημαίνει τούτο; Μη με λωλαίνεις; Για ποιόνα το θέλεις; Πάγωσα!

    Έκανε να μιλήσει και της ξέφυγαν λυγμοί. Ξέσπασε σ’ ένα δυνατό κλάμα που θα ραγιζόταν μ’ αυτό κάθε καρδιά.

    - Μην κλαις, γιατί κλαις;

    Προσπαθούσε να της μιλήσει τρυφερά. Της φιλούσε τα χέρια και τα μουσκεμένα μάγουλα. Προσπάθησε να ξυπνήσει τη φλόγα που έκαιε πριν λίγη ώρα μέσα του. Του κάκου! Οίχτο, οίχτο μονάχα γι’ αυτήν που ζητούσε ένα ξυλένιο πόδι και για την άλλη που... θα μπαλωνότανε μ’ αυτό.

    Της υποσχέθη με συγκίνηση πως θα το ‘χει δίχως άλλο και να μη κλαίει έτσι, γιατί του σπαράζει την καρδιά.

    - Δεσποσύνη, μη κλαίτε...

    Ακολούθησε μακριά σιωπή. Ύστερα ο Πάντιας είπε:

    - Κάνει ψύχρα.

    - Ναι, πηγαίνουμε, είπε η Άννα και χαμογέλασε πικρά.

    Την άλλη μέρα η Άννα ανέβηκε τη σκάλα του καταστήματος, πέρασε το μακρύ διάδρομο και μπήκε στο εργαστήρι σαν υπνοβάτισσα. Ο Πάντιας πέρασε από μπροστά στο εργαστήρι με σκυμμένο κεφάλι. Σε κάμποση ώρα μπήκε, την εσίμωσε στενοχωρημένος και τήνε ρώτηξε «πώς είναι σήμερα κι αν θα συναντηθούνε απόψε...» Η Άννα έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί, το δίπλωσε ακόμη σε πιο μικρό σχήμα και του το ‘βαλε με τρόπο στο χέρι. Ο Πάντιας θερμάνθηκε με μιας, σπινθοβολήσανε τα μάτια του και της είπε: «Απόψε λοιπόν!» κι έτρεξε στο γραφείο του.

    Όχι, δεν ήταν ένα γραμματάκι! Ανατρίχιασε όλο του το κορμί. Ήταν ένα σχέδιο ποδιού κομμένου στο μισό μπούτι. Αριθμοί, σημειώσεις...

    Προς το βράδυ, κοντά που θα σχολνούσαν, το παιδί του γραφείου ειδοποίησε στο εργαστήρι πως ο κύριος διευθυντής ζητάει την Άννα στο γραφείο. Όταν πήγε, βρήκε τον Πάντια μ’ έναν κύριο.

    - Ο κύριος είναι ορθοπεδικός. Συνεννοηθείτε για το ξυλένιο πόδι, της είπε κερωμένος. Κι όταν ο ορθοπεδικός άρχισε να της κάνει ερωτήσεις και να ζητά εξηγήσεις απάνω στο σχέδιο, βγήκε στο διάδρομο, γιατί του φαινόταν πως θα του ‘ρχόταν λιποθυμία.

    Το σχέδιο ήταν καμωμένο με λαμπρήν ακρίβεια, μα ο ορθοπεδικός είπε πως πρέπει να πάνε σπίτι για να διαπιστώσει.

    - Τι εννοεί μ’ αυτό το μαύρο σημείο στο μπούτι; Μια σταλιά μελάνι... Όχι, έχει αριθμό σημειώσεως... «Μαύρη χνουδωτή ελιά, μέγεθος και σχήμα σταφίδας», χα, χα, χα! ήταν σκαμπρόζος ο σχεδιαστής του νοσοκομείου...

 

Δ΄

 

    Σε λίγες μέρες το ξυλένιο πόδι ήταν έτοιμο και πριν πάει στης Όλγας πέρασε από το εργοστάσιο, γιατί ο ορθοπεδικός ήθελε να το έβλεπε ο κ. Πάντιας που θα το ακριβοπλήρωνε. Υπολόγιζε την εντύπωση που θα ‘κανε η δουλειά του βασισμένος προ πάντων στο τριανταφυλλί μετάξι που το ‘χε ντύσει, κρύβοντας ξύλο - πετσί - νικελένιες σούστες. Πήγε σ’ ένα ξυλένιο κουτί κι όταν ο νέος, χωρίς να ξέρει τι του ‘ρθε σ’ αυτό το κουτί, σήκωσε το καπάκι, τινάχθη σα να ‘χε δει ένα φίδι. Χλώμιασε, ύστερα ξάναψε και κοκκίνισε και χτύπησε το κουδούνι σα να ‘χε πάρει φωτιά το γραφείο. Όταν το παιδί μπήκε, του ‘πε με θυμό: «Πάρε από δω πέρα αυτό το πράμα» και πριν το παιδί σιμώσει, το διάταξε να φωνάξει την Άννα από το εργαστήρι. Και στην Άννα είπε, καθώς είχε πει και στο παιδί: «Πάρε το από δω πέρα...» και χρειάστη στιγμές για ν’ αντιληφθεί πως ο κύριος Πάντιας μιλούσε εκεί, γιατί αλήθεια ήταν έτσι που σ’ όλα του ήταν απαράλλαχτος ο πατέρας του.

    Ενώ έφευγε με το κουτί στα τρεμουλιασμένα χέρια, τον άκουσε που ‘λεγε: «Α, μα πολύ τραγική είσαι, κυρά μου»

 

 

    Το βράδυ στης Όλγας ήρθε κι ο ορθοπεδικός για τη δοκιμή... Ίσως να είχε ανάγκη από καμιά μικρή μετατροπή, ίσως δε χρειαζότανε... Πάντως έπρεπε να της παραγγείλει και να κάνουν πολλές δοκιμές, για να συνηθίσει να το χρησιμοποιεί.

    - Κάνε ατσάλι την καρδιά σου, κόρη μου, παρακάλεσε η μάνα. Κι η φιλενάδα, ενώ συμβούλευε «καρδιά, κουράγιο», την πήρανε τα κλάματα κι είπε πως δεν μπορεί, δεν μπορεί πια και παρακάλεσε να μη την παρεξηγήσουν που φεύγει. Η Όλγα έκλεισε τα μάτια κι αφήκε τον ορθοπεδικό να της κάνει ό,τι ήθελε. Της πέρασε το ξυλένιο πόδι, τήνε βοήθησε να σηκωθεί και να σταθεί ορθή και παίρνοντας εύθυμο ύφος τη διέταξε να κάνει λίγα βήματα στο δωμάτιο.

    - Λαμπρά! εμπρός τώρα χρειάζεται αρκετή εξάσκηση. Κι έφυγε για να ‘ρθει την άλλη μέρα να δει πώς πάει.

    - Αχ, μάνα μου! Σε τέτοια κατάσταση τι κέρδος μπορώ να πάρω, στέναξε η Όλγα κι η μάνα της, κρύβοντας τη θλιμμένη σκέψη της, απάντησε θυμωτά πως δεν πρέπει ν’ αρχίσει πάλι τα παλιά της, παρά μόνο να πει: «Δόξα σοι ο Θεός» και να κάνει τα βήματά της, καθώς παράγγειλε ο ορθοπεδικός. Ύστερα μιλήσανε για την Άννα, την χρυσή καρδιά, κι απορήσανε με την παραξενιά της να φύγει σήμερα και να τις αφήσει έτσι μονάχες! Το βράδυ σαν ήρθε, η μάνα είπε στην Όλγα να σηκωθεί και να κάνει λίγα βηματάκια, για να τη δει και η Άννα τους πόσο καλά πηγαίνει. Μα δε θέλησε, γιατί δεν είχε γυμνασθεί ακόμη αρκετά, είπε. Έπειτα η Άννα δεν το ζήτησε, μ’ απεναντίας όταν η μάνα δευτέρωσε, είπε νευρικά: «Όχι δε χρειάζεται...». Την άλλη μέρα τη βρήκε να σιδερώνει με μπόλικη κόλλα ένα μεσοφόρι που του είχε προσθέσει ένα πλατύ βολάν, μα η Άννα ήτανε πια τόσο στενόκαρδη που δε στάθη να μιλήσουν για τις φούστες της, που ‘πρεπε να τις μακρύνουνε ίσαμε κάτω, καθώς τις φορούσανε τότες οι παντρεμένες. Κατόπι ήρθε ο ορθοπεδικός κι έμεινε πολύ ικανοποιημένος από το βηματισμό. Θα ‘πρεπε μονάχα να το πάει, για να προσθέσει λίγο μολύβι στην πατούνα, «είναι πολύ ελαφρύ και τινάζεται γρηγορότερα από το άλλο».

    - Έτσι θα πηγαίνεις πολύ καλύτερα κι έπειτα δα θα το συνηθίσεις ακόμη...

    Μέσα σε δέκα δώδεκα μέρες, η Όλγα περπατούσε στην κάμαρά της αρκετά καλά. Ο ορθοπεδικός ήρθε κι έμεινε πολύ ευχαριστημένος κι είπε πως το περπάτημα στον ίσιο δρόμο θα δείξει ολάκερη την επιτυχία. Να ορίσουμε λοιπόν μια μέρα για να βγουν έξω.

    - Την Κυριακή, την Κυριακή που δε δουλεύει η Άννα, είπε η μάνα. Και η Άννα είπε πως δεν πειράζει, ας πάνε και χωρίς την Άννα.

    - Αχ, αφήστε την Άννα, δεν μπορώ, δεν μπορώ πια...

    - Μα όχι, πρέπει να είναι και η Άννα...

    - Τι λόγια είν’ αυτά; Πώς μπορούμε να πάμε χωρίς την Άννα!

    Και την Κυριακή το πρωί πήραν έν’ αμάξι και κατεβήκανε στο πάρκο. Ήταν πολύ νωρίς για να βρίσκεται κόσμος εκεί κι έτσι η Όλγα μπόρεσε να κάνει τις δοκιμές της άνετα.

    Ο ορθοπεδικός πρόσφερε το μπαστούνι του, μα η Όλγα αρνήθη.

    - Μπαστούνι όχι, είπε. Θα βγαίνουμε πάντα με την Άννα και δε χρειάζεται.

    Ο ορθοπεδικός παρακολουθούσε με περηφάνια κι έδινε συμβουλές.

    - Μη το συλλογίζεσαι, για να περπατάς κανονικά. Και μη το συλλογίζεσαι, για να είσαι φαιδρή κι ευχαριστημένη. Να συλλογίζεσαι σα κοπέλα όμορφη και γερή... Λαμπρά! Εσείς τα κορίτσια καθώς είσαστε σκερτσόζες, καταφέρνετε μ’ ένα σκέρτσο να κρύβετε ό,τι θέτε!

    - Αλήθεια, Άννα, δε διακρίνεται καθόλου;

    Και η Άννα δεν απάντησε, μα επειδή η μάνα βάλθηκε να ορκομώνει πως «διόλου, διόλου, είναι ολότελα αξεδιάκριτο να σε χαρώ...» δεν παρατηρήθηκε η σιωπή της.

    Ο ορθοπεδικός έφυγε κατενθουσιασμένος και η μάνα συμβούλεψε πως τώρα δεν είν’ ανάγκη να γυρίσουν σπίτι. Αυτή μονάχη πηγαίνει κι αυτές να μείνουν, γιατί σε λίγο το πάρκο θα γιομίσει κόσμο. Έκανε παρατήρηση στην Άννα που «τώρα τελευταία ήτανε σα να ζούσε χωρίς αναπνοή» κι αφού είπε αμέτρητες φορές «Δόξα σοι ο Θεός», έφυγε.

    Άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Σε λίγο ένας νέος περνούσε για τρίτη φορά από μπροστά στον μπάγκο που καθόντουσαν και το καινούριο χαμόγελο της Όλγας γεννήθηκε γι’ αυτόνα. Ύστερα σηκωθήκανε και κάνανε λίγα βήματα μέσα στο πυκνό πλήθος που χαιρόταν το ανοιξιάτικο κυριακάτικο προμεσήμερο.

    Το περπάτημά της τραβούσε την προσοχή: Τσακισμένο από νάζι! Χρησιμοποιούσε την άλαλη Άννα μ’ επιδεξιοσύνη μοναδική και το ελάττωμα του βηματισμού της το μεταμόρφωνε σε σκέρτσο και τσαχπινιά! Οι άντρες μένανε κατάπληκτοι και στρέφανε να κοιτάξουν κι από πίσω την τρελή! Κάτω από τα φορέματα μάντευε ο καθείς μέλη στρογγυλά, σάρκα σφιχτή και γιομάτη ενέργεια! Άκουσε φωνές, έκπληξη και λόγια θαυμασμού.

    Προμηνυόταν λαμπρόν μέλλον.

    Φτωχή! Πήρε ξεγέλασμα ζωής!

 

  Αλεξάνδρεια, 1929

   

 

   

 

 

  

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA