ΚΑΙΤΗ ΝΙΚΟΛΕΤΟΥ

 

ΣΤΑΛΑΧΤΙΤΕΣ

 

Το πρωί ανοίγω το παράθυρο πάνω σ’ ένα τετράγωνο κομμάτι ουρανό. Πρέπει να ζήσω. Θα τινάξω τη χτεσινή τη σκόνη απ’ τα παπούτσια μου και θα πω πως είμαι τάχα έτοιμη ν’ αρχίσω πάλι απ’ την αρχή.

Τα πρωινά δεν είναι σκληρά. Ο ήλιος δε σε παιδεύει. Γλιστράει μέσ’ απ’ τις κλεισμένες γρίλιες και χτενίζει ανάλαφρα την κάμαρα με την παλιά ξεδοντιασμένη τσατσάρα της γιαγιάς μου... Κλείνω τα μάτια για ν’ αρχίσει ξανά η νύχτα. Δε γύρισε όμως ποτές πίσω, μονάχα, νομίζω μια φορά όταν είχα πολύ πυρετό...

Τον ήλιο εγώ τον αγαπάω. Πολλές φορές όταν περνάει μπρος απ’ το παράθυρό μου, απλώνω τα χέρια για να τον πιάσω στις φούχτες μου. Κείνος όμως γλιστράει και φεύγει σα χρυσόψαρο στον ουρανό.

Όπως να ’ναι όμως, συγνεφιασμένα είτε όχι τα πρωινά δεν είναι σκληρά. Δε σκέφτεσαι, δεν μπορείς να σκεφτείς τα πρωινά. Ζεις μέσα σ’ όλα τα μικροπράγματα που πρέπει να κάνεις. Θα σκουπίσουμε το σπίτι, θα στρώσουμε τα κρεβάτια και θ’ ανάψουμε τη φωτιά. Το μεσημέρι όπου να ’ναι θα φανεί κι ο ήλιος πίσ’ απ’ τα σύγνεφα, άσπρος χειμωνιάτικος , μια φωτεινή λαδιά σ’ ένα γκρίζο χαρτί... Μετά είναι και το φαγητό που κόβει τη μέρα μας στα δυο μαζί με το ψωμί μας...

Το τραπεζομάντιλο έχει μεγάλα τετράγωνα, το ρολόι χτυπάει κι ένα γύρω όλα κείνα τα πρόσωπα που γνωρίζω από πάντα. Δε μπόρεσα ποτές να ξεχωρίσω αν είναι όμορφα ή άσκημα τούτα τα πρόσωπα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο αδερφός μου δεν τρώει το σπανάκι, ότι η πετσέτα του πατέρα είναι δεμένη κόμπο και της μητέρας είναι πάντα λερωμένη με κοκκινάδια. Πολλές φορές θα ’θελα ν' αλλάζαμε θέση. Θα ’ταν σα να πηγαίναμε ταξίδι... Ρωτιέμαι άξαφνα αν στην απέναντι μεριά του τραπεζιού το λαμπιόνι θα παίζει έτσι αστεία με το λίπος της σούπας. Η μητέρα δε φαίνεται να το βλέπει. Θα ’θελα να τη ρωτήσω καμιά μέρα, είναι όμως πράγματα που δε λέγονται... Το δεξί μάτι του αδερφού μου, κείνο που ακριβώς απ' την άλλη μεριά από κείνη που κάθουμαι εγώ, είναι ολότελα ανέκφραστο. Ίσως επειδή έχει πολλή μυωπία. Τ’ άλλο είναι κείνο που ειρωνεύεται, που σε κοιτάζει με περιφρόνηση. Το δεξί το ακολουθάει μονάχα στο δρόμο του. Στέκεται όταν θα σταθεί και ξεκινάει όταν θα ξεκινήσει και κείνο. Μου φαίνεται πως θα είχα περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αν έβλεπα στο τραπέζι το δεξί του μάτι...

Έτσι, δίχως να το νιώσεις καλά καλά πώς περνάει η μέρα και το δειλινό λιώνει πάνω στα χείλια του παράθυρου. Το σκοτάδι έρχεται πάντα απ' το ταβάνι. Κάτι μαύρο πήζει σιγά σιγά εκεί ψηλά κι αρχίζει να κατρακυλάει στις γωνιές. Η κάμαρα γίνεται ολοστρόγγυλη. Τα έπιπλα λιγοθυμάνε ένα ένα μέσα στις σκιές τους. Τότες είναι που το ταβάνι ξεκολλάει κι αρχίζει να κατεβαίνει σιγά σιγά όλο μαζί, μονοκόμματα, κατ' απάνω σου. Σα μαύρος κύκλος ολόγυρα η κάμαρα μαζεύεται, στενεύει. Σε λίγο η νύχτα θα έχει κολλήσει απάνω σου γλιστερή αποκρουστικιά. Απλώνεις τα χέρια να τη βαστάξεις, τα δάχτυλά σου μπήγονται στη σάρκα της και γίνονται και κείνα νύχτα... Κι η νύχτα έρχεται βουβά εντός σου. Φόβοι ακαθόριστοι αρχίζουν να πλανιόνται μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί τέτοια ώρα κοιτάζω όλο προς τα πίσω, ίσως επειδή δεν μπορώ ακόμα να δω μπροστά... Δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις ποτέ τι σε περιμένει τη νύχτα. Χτυπάει άξαφνα η πόρτα κι έρχεται το κακό. Έτσι είχαν έρθει κι οι Γερμανοί στο σπίτι μας. Φεύγοντας είχαν αφήσει το πάτωμα στρωμένο με βιβλία, την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά κι ολόγυρα μια μυρουδιά από σκόνη που μας έκανε να φτερνιζόμαστε.

Νύχτα, θυμάμαι, είχα δει το θάνατο για πρώτη φορά. Δεν τον φανταζόμουνα έτσι. Νόμιζα πως θα ’χε μια μαύρη κουκούλα κι ένα δρεπάνι στο χέρι. Κείνος όμως χτύπησε την πόρτα μας και μπήκε τυλιγμένος σ’ ένα άσπρο χαρτί. Την άλλη μέρα στην κουζίνα ψήνανε πολλούς καφέδες και στη σάλα μπαινόβγαιναν κυρίες και κύριοι που δε γελούσαν. Ήταν ήρεμος κείνος ο θάνατος, δε σε τρόμαζε. Μακάρι να ’ρχότανε πάντοτε έτσι...

Τώρα τελευταία συλλογιέμαι πολύ το θάνατο και τις μέρες που περνάνε δίχως σκοπό. Συλλογιέμαι άξαφνα τι κάνω; τι θα κάνω; κι απόκριση καμιά. Όλα λες κι αναστατώθηκαν από κείνο το βράδυ που έσκυψα αποκαμωμένη να κοιμηθώ στις πλάκες κείνου του ξένου σπιτιού, με το παλτό ριγμένο στην πλάτη. Όταν ξύπνησα τα ντουφέκια δε χτυπούσαν πια. Γύρεψα παντού να βρω τους φίλους. Μέσα στους δρόμους που ’χαν γιομίσει από κόσμο, άκουσαν να λένε πως είχαν όλοι φύγει τα ξημερώματα. Ένιωσα τότες τον εαυτό μου ολομόναχο και δυστυχισμένο, σαν παιδάκι που χάθηκε μια μέρα που ’χε παρέλαση ο στρατός. Γύριζα εδώ και κει με τα μάτια βουρκωμένα. Γιατί να μ’ αφήσουν; μουρμούριζα κάθε τόσο, γιατί να μ’ αφήσουν; τι θα γίνω τώρα; Στο τέλος κουράστηκα να τριγυρίζω στους δρόμους άσκοπα. Θυμήθηκα το σπίτι μου. Γαντζώθηκα σ’ αυτή τη σκέψη. Ένιωθα πως ήταν το μόνο πράγμα που μου ’χε απομείνει πια. Είπα θα γυρίσω στο σπίτι κι ό,τι γίνει ας γίνει. Μου ’ρθε στο νου η Μητέρα. Που να ’ναι άραγες; Θα τη βρω δε γίνεται, δυο μέρες πριν την είχα δει να φεύγει μέσα στις σφαίρες σκυφτή. Έφευγε και μαζί της έπαιρνε όλη την αγάπη από κοντά μου. Της φώναξα:

- Τοίχο τοίχο και πρόσεχε, πρόσεχε, μανούλα!

Γύρισε και με κοίταξε. Χλωμή που ήταν! Μου ’χε πει:

- Εσύ να προσέχεις, φαρμάκια που μας ποτίζει κάθε μέρα, παλιοκόριτσο!

Της χαμογέλασα. Μανούλα μου, μανούλα μου, κι είχε φύγει μέσα στις σφαίρες όπως είχε έρθει με το μπογαλάκι τ’ άπλυτα ρούχα μου στο χέρι... Αχ να τη βρω, σκεφτόμουν, μονάχα να τη βρω και τίποτα άλλο. Ποτές δε θα τη στενοχωρήσω πια, ποτές! Κι όταν θα με μαλώνει δε θα ’χω λόγια να της αντιμιλήσω. Θα ’μαι καλή, καλή σαν άρρωστο παιδάκι και το βράδυ δε θ’ αργώ να γυρίζω σπίτι...

Λίγο φως, λίγο φως, νιώθω όλα τούτα να με πνίγουν. Κι ηλεκτρικό δεν έχει. Γυρίζω τα μάτια στο παράθυρο. Μπροστά στον ουρανό που φέγγει ακόμα με την ανάμνηση της μέρας οι κουρτίνες κλαίνε σιωπηλά τα κρόσσια τους.

Βάζω το παλτό μου και βγαίνω έξω. Οι δρόμοι είναι γιομάτοι από γυαλάκια που τρεμοσβήνουν σε κάθε βήμα, ενώ τα σπίτια απόμειναν τυφλά, ακουμπώντας συγκινητικά το ’να πάνω στ’ άλλο. Δε βλέπεις τα χαλάσματα τώρα με το σκοτάδι, άλλωστε οι ανθρώποι προσπαθάνε τη μέρα να ξαναφέρουν τη ζωή στους πληγωμένους δρόμους, στοιβάζοντας σε μιαν άκρη τις πέτρες από τα γκρεμισμένα τους σπίτια. Και πού να πάω τώρα; Κανένας φίλος δε μου απόμεινε πίσω. Θα πάω στη θεία Εριέτη λέω μέσα μου.

Η θεία Εριέτη δε μιλάει πολιτικά, μονάχα κλαίει όταν ακούει ότι ο κόσμος σκοτώνεται. Η θεία Εριέτη πάντα κλαίει όταν πεθαίνουν ανθρώποι. Δε βγαίνει από το σπίτι της τώρα πια παρά μονάχα όταν είναι να πάει σε καμιά κηδεία. Και τα μνημόσυνα όμως της αρέσουν πολύ. Ξέρει όλους τους δεσποτάδες έναν προς έναν. Πολλές φορές σκέφτουμαι πως θα ’πρεπε να ξέρει και τους νεκροθάφτες με τα μικρά τους ονόματα, τόσους ανθρώπους δικούς της που ’χουνε θαμμένα. Η θεία Εριέτη δεν περιμένει τίποτα απ’ τη ζωή. Κάθεται στο γιαλό και κουνάει ένα μαντήλι που ξεψύχησε ανάμεσα στα δάχτυλά της γιατί κανέναν δεν αποχαιρετάει πια. Ο καναπές, οι βελούδινες πολυθρόνες, το τραπέζι, οι καθρέφτες είναι όλα σκεπασμένα με άσπρο ύφασμα. Μονάχα οι φωτογραφίες ζούνε ακόμα πάνω στους τοίχους με τα ξεθωριασμένα μάτια τους και οι μάλλινες παντούφλες της θείας Εριέτης που πηγαινοέρχονται στο διπλανό δωμάτιο.

Δε μίλησε με μίσος για κανέναν, δεν είπε καν για τη σφαίρα που έσπασε το τζάμι, μονάχα με φίλησε. Στο άλλο δωμάτιο ακούω το κουταλάκι να γαργαλάει το ποτήρι. Η θεία Εριέτη ασφαλώς θα ξέρει για μένα κι όμως δεν είπε τίποτα. Είναι όμορφα έτσι να συναντάς ανθρώπους που είναι έξω απ’ τη ζωή, ιδιαίτερα τώρα. Σε ξεκουράζουν.

Η θεία Εριέτη έχει σταφύλι γλυκό στο βάζο. Φαντάζουμαι πως θα το ’χει πριν απ’ τον πόλεμο, γιατ’ είναι πολύ ζαχαρωμένο. Της χαμογελάω. Θέλω να της πω πως την αγαπώ πολύ πολύ τούτη την ώρα. Και κείνη προσπαθάει να μου χαμογελάσει. Η θεία Εριέτη όμως δε γελάει ποτές. Η θεία Εριέτη κάνει μονάχα σα να γελάει. Το στόμα της τραβιέται στις δυο άκρες σα να το ’χεις δέσει με σπαγκάκι και το τραβάς από πίσω. Έχει όμως τόση αγάπη ακόμα η φωνή της...

- Καταλαβαίνεις, θεία Εριέτη, είναι το άδικο που σε πνίγει, είναι που περιμέναμε τόσα και τόσα. Τώρα απομείναμε με τα χέρια αδειανά. Καταλαβαίνεις, θεία Εριέτη; Καταλαβαίνεις;

- Καταλαβαίνω... Τόσα όνειρα υπάρχουν σε μια ζωή... Κάποτε είχα ένα παιδί... Όταν το έντυνα την Κυριακή με τα ναυτικούλια του φρεσκοπλυμένο και φρεσκοσιδερωμένο, ήταν καραβάκι φορτωμένο τις ελπίδες μου, όλες τις ελπίδες μου, έτοιμο να σαλπάρει… Δεν έφτασε ποτές… Αχ έτσι είναι…

Ήρθε κοντά μου. Η σκιά της απλώθηκε σ’ ολόκληρο τον τοίχο. Οι πλάτες της σκεπάσαν τις φωτογραφίες. Έσκυψε και με φίλησε. «Παιδάκι μου, παιδάκι μου» μουρμούρισε και τίποτ’ άλλο. Η καντήλα πάνω στο στήθος της εικόνας κουνιόταν πέρα δώθε. Η σκιά της θείας Εριέτης στον τοίχο μεγάλωνε. Η Παναγιά έμενε αδιάφορη κρατώντας στην αγκαλιά της τις ελπίδες της. Θα τις νανούριζε τόσο όμορφα τις ελπίδες της, αν ήταν ζωντανή!

Τότε κατάλαβα γιατί οι γυναίκες προσεύχονται στην Παναγιά…

Η Αννούλα ήρθε μια μέρα στο σπίτι να με δει. Ευχαριστήθηκα πολύ που ήρθε. Γύρω σα να πλανιόταν ακόμη η παράξενη μυρουδιά της ξύλινης κασετίνας κι είχαμε στο στόμα τη γέψη του δαγκωμένου μολυβιού και τα δάχτυλα γιομάτα μελάνια. Δεν ξέραμε στην αρχή τι να πούμε. Είχαμε μεγαλώσει τόσο πολύ κι οι μαύρες μας ποδιές μάς στένευαν. Ξαναβρήκαμε ψηλαφητά η μια την άλλη μέσα στο μισοσκόταδο της κάμαρας. Ξαπλωμένες στο ντιβάνι μιλούσαμε για μεταξωτές κάλτσες και για φουστάνια. Μιλούσε η κάθε μια με τη σειρά της κι ήταν όπως τότες που αλλάζαμε ζωγραφιές κάτω απ’ το θρανίο. Η Αννούλα μου ’πε ακόμα για τ’ αγόρι της.

Εγώ κοίταζα τα τρία χρυσάνθεμα που ’ταν στο βάζο. Το ’να ήταν κίτρινο, τ’ άλλο άσπρο και το τρίτο κίτρινο και άσπρο μαζί. Η Αννούλα σε μιαν άκρη έχτιζε ένα ήσυχο όνειρο με ροζ κουρτινάκια. Στους τοίχους, έλεγε, θα βάλει μονάχα δυο κάδρα. Στον κήπο μια γιασεμιά θα προσπαθεί να στηριχτεί στα πόδια της ακουμπώντας στον τοίχο. Το καλοκαίρι θα σκαρφαλώνει ως το παράθυρό τους να τους καλημερίζει. Έλεγε ακόμα πως ο θείος ο Αλέκος είχε υποσχεθεί να την βοηθήσει, όταν θα ήταν να παντρευτεί. Έχει λεφτά ο θείος ο Αλέκος. Έπειτα δε θα ’χουν πολλά έξοδα, μονάχα τ’ απαραίτητα. Τα τελείως απαραίτητα…

Εγώ σκεφτόμουν την Αννούλα κοντά στο παράθυρο να μαντάρει κάλτσες. Μ’ ένα κομμάτι ήλιο κρυμμένο στην τσέπη, μ’ ένα τραγούδι τρυφερότητας στην άκρια των ματιών, με μια σακούλα ραζακί σταφύλι στο χέρι, θα γυρίζει τα μεσημέρια ο άντρας της Αννούλας. Θα λέει:

- Τι ωραία που μυρίζει το φαγητό, αγάπη μου!

Και δε θ’ αγοράζουν ποτέ εφημερίδα…

- Γιατί δε μιλάς

Α ναι! πρέπει να μιλήσω. Το ’χα ολότελα ξεχάσει. Και τι να πω; Εγώ δεν έχω πια πράσινα πατζούρια στο βάθος του εαυτού μου. Πέρασα απ’ τα ήσυχα ονείρατα και προχώρησα… Είδα τα παιδιά να γυρίζουν στην Αθήνα μέσα στα μεγάλα καμιόνια, φορτωμένα με μάτια που ψάχναν ανήσυχα στα πεζοδρόμια να βρουν το καλωσόρισες που δεν τόλμησα να του πως, άκουσα τα τραγούδια τους να ξεθωριάζουν και να σβήνουν στις άκριες των παγωμένων τους χειλιών, λυχνάρια που τους σώθηκε το λάδι κι ένιωσα άξαφνα πόσο άδεια είχα μείνει. Ένιωσα πως δεν είμαστε εμείς πουθενά. Δεν είμαστε ούτε μπρος ούτε πίσω. Κι όμως θα ’πρεπε να συμβιβάσουμε τούτα τα δυο μέσα μας για να μπορέσουμε να ζήσουμε…

Δένουν οι ήρωες τη γραβάτα τους αδέξια και προσπαθούν να βγάλουν το ψωμί τους κι είναι τούτο τόσο αλλόκοτο, σα να ’βλεπες κάποια μέρα τ’ αγάλματα να κατεβαίνουν απ’ τα βάθρα τους, σα να ’βλεπες τους κούρους στο Μουσείο ν’ ανασηκώνουν αργά αργά τα χέρια για να ισιώσουν με μπριγιαντίνη πίσω απ’ τ’ αυτιά τα μακριά μαλλιά τους.

Ο καθένας κάνει τη ζωή του. Η Αννούλα σε μιαν άκρη φτιάχνει ολοένα το ήσυχο όνειρό της με τα ροζ κουρτινάκια, η θεία Εριέτη σούρνει τις μάλλινες παντούφλες της ανάμεσα στα ξεθωριασμένα μάτια των πεθαμένων, εμείς κυνηγάμε τις ελπίδες μας στο βάθος του καιρού και τα χρόνια καθισμένα σε μια πέτρα φτιάχνουν με τη ζωή μας σταλαχτίτες…

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA