Ο Νίκος Παΐζης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Σπούδασε Κοινωνική Εργασία στην Ανώτερη Σχολή Κοινωνικής Εργασίας και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως πωλητής βιβλίων, ηθοποιός, μπάρμαν, κ.α. Είναι παντρεμένος και ζει στην Αθήνα. Το διήγημα που ακολουθεί είναι παρμένο από το βιβλίο του Απέναντι. Ιστορίες από απόσταση. Ένα ποίημα του Νίκου Παΐζη, με τίτλο Απέναντι, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

 

ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ

 

Ο ΜΥΘΟΣ

(αφηγητής πρώτος)

 

Μεσοκαλόκαιρο, ήλιος ντάλα να σου πλακώνει την καρδιά, τα ζουμιά να τρέχουν και άντε εσύ να τα σκουπίζεις. “Ο αττικός ουρανός” σου λέει ο άλλος. Σκατά. Άμα είσαι ως το λαιμό στον ασβέστη, να καίει το λιοπύρι, να σου φλογίζει το κορμί, και ο κουβάς βαρίδι στον ώμο, σου λέω τι είναι “ο αττικός ουρανός”. Όχι πως το χειμώνα είναι καλύτερα, που σε τρώει τ' αγιάζι, αλλά λέμε τώρα. Και σαν σχολάς, ψόφιος να πούμε, να τριγυρνάς μες τους δρόμους, κι ολόγυρα η ζέστη που σου πλακώνει την καρδιά, για να βρεις γωνιά ν' αποθέσεις την ταλαιπώρια σου και να φας κάτι σαν άνθρωπος.

Και πού να πας. Όχι πως δεν υπάρχουν τα μαγαζιά και μάλιστα μπόλικα, φρεσκοβαμμένα εστιατόρια με αξιοπρεπείς πελάτες και ασπροντυμένα γκαρσόνια που περιμένουνε όλο τσιριμόνιες: “Τι θα πάρει ο κύριος;” Αυτό είναι που στη βαράει, “ο κύριος”. Γιατί άμα αυτός σε πετύχει στο δρόμο, να πούμε, έτσι και τον έσπρωξες λιγάκι, πλακώνει τα μπινελίκια και αν του πεις και τίποτα, φωνάζει τα καριόλια, για να σε τρέχουνε ύστερα. Τώρα όμως, που είναι να στα πάρει, όλο μαλαγανιά, και “ο κύριος”. Ξεφτίλες, τον κόβεις μωρέ τον άλλον τι καπνό φουμάρει.

Και οι πελάτες, απ' το ίδιο δηλαδή. Τσιράκια, γλύφτες και ρουφιάνοι. Άντε να φας εσύ κεί μέσα, που σου γυρίζουν τ' άντερα με τις διάφορες μάπες.

Αλλά πάλι πού να πας, που το άτιμο το στομάχι όλο ζητάει και ζητάει, σκέτος νταβατζής. Κι έτσι την ψάχνεις στο χαμένο ώσπου κάνας φίλος, κάνας μαγκιόρος συνάδελφος, που του ξηγιέσαι το πρόβλημα, σου λέει: “Κάτσε να σε πάω εγώ σ' ένα μέρος”. Έτσι βρίσκεσαι στο μαγέρικο του Νώντα, που έτσι και πας μια φορά ή που δεν ξαναπατάς ή στέριωσες κι εκεί τη βγάζεις κάθε σχόλασμα.

 

 

Ο ΜΥΘΟΣ

(αφηγητής δεύτερος)

 

ΤΟ ΜΑΓΕΡΙΚΟ ήτανε δεν ήτανε τριάντα τετραγωνικά και για να μπεις μέσα έπρεπε να σκύψεις, για να μην κουτουλήσεις το κεφάλι σου. Παλιό κτίσμα από τα λίγα μιας και τους είχε πιάσει όλους η φούρια να πάρουν διαμερίσματα και δίνανε τα σπίτια τους αντιπαροχή για ένα κομμάτι ψωμί μπας και δεν προλάβουνε. Το μαγέρικο ήτανε απ' τα παλιά. Πριν απ' τον Πόλεμο λέγανε πως λειτουργούσε καφενές με ναργιλέ και το 'χαν στέκι τους οι μάγκες – ως και δωμάτιο για τους παρανόμους είχε τότες. Τώρα το δωμάτιο είχε γίνει αποθήκη που έβαζε ο Νώντας τα βαρέλια για το κρασί. Πολλά τραπέζια δεν είχε, λίγα και σωστά. Και για την αλήθεια καθαρό πολύ δεν ήτανε, τουλάχιστο δεν είχε τη γυαλάδα όπως τα καινούργια. Όμως ο Νώντας στο φαΐ ξηγιότανε πρώτα. Κάτι μερίδες διπλές, γεμιστά, κοκκινιστό και τα ρέστα. Και στη σαλάτα λάδι μπόλικο, όχι σαν κάτι λιγούρηδες που σου φέρνουνε τη σαλάτα λες και την περάσανε στυπόχαρτο.

Δεν ήτανε όμως το  φαΐ που τράβαγε τους μάγκες εκεί μέσα. Ήτανε να πούμε αυτό που σ' έπιανε καθώς μπερδεύονταν οι μυρωδιές των φαγητών με τη βαριά μυρωδιά του βαρελίσιου. Αυτή η γλυκιά ζεστάδα απ' το χαρμάνι που κάνουν τα κουταλοπήρουνα καθώς γρατσουνάγανε τα πιάτα και οι σιγανές κοφτές κουβέντες που αλλάζανε οι μάγκες ολόγυρα. Θες η κούραση, θες η ζέστη και η ζαλάδα απ' το κρασί, κάναν το κορμί σου να γλυκαίνει και χωρίς να το καταλάβεις βρισκόσουνα και εσύ μες στην κουβέντα. Κι όλοι μιλούσαν σιγανά έτσι που ακουγόταν ένας ψίθυρος σαν λειτουργία καθώς πετιόντουσαν τα λόγια, λόγια μετρημένα, μάγκικα, ζόρικα. Μαζευόντουσαν διάφοροι εκεί μέσα. Οικοδόμοι με τους ασβέστες ακόμα πάνω στα ρούχα τους, ψημένοι από τον ήλιο, που κουβαλούσανε συχνά τα εργαλεία τους και τα αφήνανε σε μια γωνιά που είχε ο Νώντας γι' αυτόν τον σκοπό. Άλλοι που δουλεύανε σε συνεργεία με τα χέρια μαύρα απ' το μηχανόλαδο, εργάτες από φάμπρικες και πλανόδιοι από Ομόνοια κι έτσι. Οι πιο πολλοί ήταν νέοι μιας και αυτοί ήτανε χωρίς φαμελιά και τρώγανε στο έξω. Καμιά φορά έπεφτε και κάνας τυχαίος, που βρέθηκε εκεί την ώρα της που τον σφίξανε οι πείνες, αλλά το πιο πολύ το μαγαζί δούλευε με τακτικούς.

“Το μαγαζί”, έτσι το ΄λεγε ο Νώντας. Του παράγγελνες, να πούμε, στιφάδο και το στιφάδο είχε τελειώσει. Ερχόταν τότε ο Νώντας και σου 'λεγε: “Το μαγαζί δεν έχει στιφάδο”. Ή άμα του παρακόλλαγες για τίποτα σ' απάνταγε: “Το μαγαζί έτσι έχει και άμα σου γουστάρει”. Και εσένα ή σου γούσταρε ή άλλαζες γειτονιά. Ζόρικος ο Νώντας δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.

Τα 'χε πατήσει για τα καλά τα εξήντα, αλλά τι να το κάνεις που έστεκε παλικάρι. Πά' να πει θεριό ήτανε, κάτι μπράτσα σαν κουπιά και μουστάκι τσιγκελωτό τσίφτικο. Έτσι ψηλόχτιστος και λεβεντάνθρωπος. Ακούγονταν πολλά γι' αυτόν. Πως είχε κάνει φυλακή για μαχαιρώματα στα νιάτα του και πως τάχατες σαν βγήκε παντρεύτηκε, αλλά έχασε γυναίκα και παιδί πάνω στη γέννα. Και πως μετά απ' αυτό είχε μπαρκάρει και είχε δουλέψει όλες τις δουλειές της πιάτσας ώσπου μετά από χρόνια έκανε γερή μπάζα και έσιαξε αυτό το μαγέρικο. Από τα λόγια του τουλάχιστον έμοιαζε να πέρασε πολλά, αν και για τίποτα δεν έδειχνε να είχε μετανιώσει.

Καθόταν πίσω από τον πάγκο μ' ένα καρτούτσο στο πλάι, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανιέται στα τραπέζια σαν να συλλογιότανε, Μόλις ερχόταν κάποιος και καθότανε στο τραπέζι, πρώτα του 'ριχνε μια ματιά, πλησίαζε χωρίς να βιάζεται με το μολύβι στ' αφτί και περίμενε. Κανείς δεν ρώταγε “τι έχει να φάμε” και τέτοια γιατί ο Νώντας έφευγε όπως είχε έρθει χωρίς να πει τίποτα. Και άμα εσύ του ξανάκανες νόημα, σου έκανε αργά με το κεφάλι κατά τα καζάνια μια κίνηση, σαν να σου 'λεγε “σύρε να δεις μονάχος σου”. Οι τακτικοί το ξέρανε, γι' αυτό πριν καθίσουνε κάνανε πρώτα μια βόλτα από τα καζάνια, για να δούνε τι θα φάνε.

Ούτε έπαιρνε αφού παραγγείλεις να του πεις τίποτα σαν “φέρτα σβέλτα” κι έτσι. Ο Νώντας θα σού 'ριχνε τη σκληρή ματιά του και θα σου 'λεγε: “Το μαγαζί δεν βιάζεται και άμα εσύ βιάζεσαι να ψάξεις γι' άλλο, αλλού”. Έτσι σταράτα στο ξέκοβε. Οπότε εσύ την έκανες σαν βρεγμένη γάτα ή καθόσουνα και ούτε πια “σβέλτα” ούτε τίποτα. Μα έτσι και το αποφάσιζες να καθίσεις ο Νώντας δεν στο φύλαγε και ξεφτίλες, ό,τι ήτανε το 'λεγε μπροστά σου, ήσουν ίσος ανάμεσα στους άλλους και καλοδεχούμενος σαν ήθελες να ξανάρθεις.

Έτσι όμορφα τα 'φερνε ο Νώντας και όσοι συνέχιζαν να έρχονται στο μαγαζί είχαν δεχτεί την κατάσταση. Και ούτε τσαμπουκάδες γίνονταν ούτε φασαρίες.  Όχι πως αυτοί που σύχναζαν ήτανε τίποτα άγιοι, αλλά έτσι το γουστάρανε. Σε λίγους αρέσουν οι φασαρίες κι οι πιο πολλοί καυγάδες στην ασυνεννοησία βρίσκουν την αιτία τους. Όμως ο Νώντας το είχε ξεκαθαρίσει πώς έχει το μαγαζί και αυτοί που ερχόντουσαν το γουστάρανε έτσι. Όχι σαν κάτι άλλους που σου πουλάνε υπερετιλίκι και όλο πώς θα σε ρίξουνε στο λογαριασμό – ξεφτίλες.

Έτσι είναι οι μάγκες. Όπως δεν γουστάρανε να είναι δούλοι κανενός, δεν γουστάρανε να τους κάνει και το δούλο κανένας. Και ο Νώντας δούλος κανενός δεν ήτανε. Με τον τρόπο του σου 'λεγε: “Εντάξει, με πληρώνεις και σου δουλεύω, αλλά δεν παίζω τον καραγκιόζη για το τάλιρο και άμα σ' αρέσει”. Και το γουστάρανε αυτό οι μάγκες, τσίφτικα λόγια. Ο Νώντας πολύ δεν μίλαγε. Σαν να μετρούσε τις κουβέντες του, αφήνοντας μόνο τις απαραίτητες να φτάσουν στο στόμα. Μόνο σαν περνούσε η μεσημεριάτικη δουλειά και στο μαγαζί έμεναν λίγο πολύ οι τακτικοί, στραγγίζοντας την τελευταία γουλιά απ' τα ποτήρια τους, έπαιρνε μια καρέκλα και βολευόταν ανάμεσά τους.

Άναβε ήσυχα τσιγάρο κι άνοιγε την κουβέντα. Τους έλεγε ιστορίες μακρινές απ' του κόσμου τα λιμάνια. Τους ιστορούσε για τους παλιούς καιρούς και πώς τα φέρναν τότε βόλτα οι μάγκες.

Εκεί φαινότανε η μόρφωση του Νώντα. Όχι, μωρέ, τη μόρφωση απ' τα σχολεία, την άλλη μόρφωση που μαθαίνεις στο χύμα, τη μόρφωση που δίνει η ίδια η ζωή. Και καθώς μιλούσε για τα παλιά και όλοι γύρω σωπαίναν μαγεμένοι, σαν να ζωντάνευε στο μαγέρικο σκηνή θεάτρου και μέσα της πέρναγε όλη η παλιά παράδοση. Περνούσαν λες μια βόλτα όλοι οι παλιοί ένας-ένας. Ο Παναγής ο Πειραιώτης, ο Τζίμης απ' τις Τζιτζιφιές, ο Λόρδος, ο Ντουμάνης κι όλοι οι άλλοι. Οι μάγκες οι παλιοί με τα καμώματά τους και τα γλέντια τους. Λεβέντες, οι πιο πολλοί παράνομοι με δεύτερο σπίτι τη φυλακή. Σκληροί και άδικοι να κυβερνιώνται από άγρια πάθη και την ίδια στιγμή έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους για το φίλο, τον αδελφό. Ντόμπροι, δίχως πολλά λόγια, μα με τις πράξεις μετρημένες, και στα ίσα να τα βάζουνε με όλο το ντουνιά, να τρίζει η γη κάτω απ' τα πόδια τους.

Και από το στόμα του Νώντα μάθαιναν τα παιδιά. Μάθαιναν την ιστορία που δεν γράφουν τα βιβλία. Πώς τα βόλευαν οι μάγκες τότε παλιά πριν πλακώσουν οι Ευρωπαίοι με τις γραβάτες και τις μαλαγανιές και πνίξουν τον τόπο στις κολόνιες και την κόκα κόλα έτσι που να μην έχουνε τόπο οι μάγκες να ανασάνουνε. “Ακούστε δω ρε”, τους έλεγε, “ουδέτερο πράγμα η ζωή, πά' να πει από μόνη της φράγκο δεν αξίζει κι είναι στο χέρι σου να την κάνεις ζόρικη ή να την ξεφτιλίσεις. Να μάθετε να ζυγιάζετε ρε, όχι να σας κοροϊδεύουν. Και σε σας είναι το αν θα πάτε με τα τέσσερα, σκουντουφλώντας σαν κουτάβια, ή πετώντας ψηλά όπως ο αϊτός. Και να θυμάστε: “Είναι καλύτερα να δαγκώνετε από το να γλείφετε κι απ' το να φοβόσαστε κάλλιο να σας φοβούνται. Ακούτε;”

Και ακούγανε τα παιδιά και πιάναν το νόημα οι μάγκες. Κι όπως γέρναν σιωπηλοί πάνω στις καρέκλες τους κατά τη μεριά του Νώντα που μιλούσε, καθώς το φως του απομεσήμερου έσβηνε, αφήνοντας σκάγια απ' το χρώμα του στους τοίχους και τις γωνιές του μαγέρικου, σαν να έμοιαζε η παρέα με κάτι παλιές εικόνες που παριστάνουν το κρυφό σχολειό. Και έτσι ήταν το μαγαζί, σχολειό και μαγέρικο αντάμα.

Το μαγαζί είχε βέβαια και το μάγειρά του. Ήτανε δεν ήτανε τριάντα χρονώ, μα έμοιαζε κιόλας γεροντάκι με το βλογιοκομμένο μούτρο του και το ασθενικό σουλούπι του. Ήτανε Οβριός απ' την κοινότητα της Θεσσαλονίκης και είχε χάσει τους γονιούς του στο πογκρόμ του '41, τους φόρτωσαν οι Γερμανοί για το Νταχάου. Έτσι απόμεινε ορφανό κι έρημο μικρό παιδί. Συν όλα τα άλλα ήτανε και μουγκός. Λέγανε μάλιστα πως είχε χάσει τη λαλιά του από αυτά που είχε δει σαν μπήκανε οι Γερμανοί στο γκέτο της Θεσσαλονίκης. Έτσι ορφανό το μάζεψε ο Νώντας και τ' ανάστησε μονάχος του. Ύστερα, που έκανε το μαγέρικο, τον έστρωσε μάγειρα και το μαγαζί ήταν γι' αυτόν ολάκερη η ζωή του. Το μαγαζί κι ο Νώντας δηλαδή, που τον λάτρευε σαν πατέρα του, αυτός τον είχε αναθρέψει άλλωστε, δεν είχε και κανένα άλλον. Μα κι ο Νώντας τον πόναγε τον Οβριό (έτσι τον ξέραν όλοι) κι αυτό φαινόταν απ' τον τρόπο που του φερόταν... Κανείς δεν κόταγε να τον πειράξει τον Οβριό γιατί ο Νώντας σε κάρφωνε πίσω απ' τον πάγκο με το βλέμμα του. Ένα βλέμμα αδελφέ μου, χειρότερο από στιλέτο.

Έτσι πονετικός ήταν ο Νώντας και όλοι ξέρανε πως πίσω απ' τα άγρια μάτια του κρυβότανε η λεβέντικη όλο μάλαμα καρδιά του. Δεν είχε βοηθήσει και λίγους. Ήσουνα, να πούμε, χωρίς δουλειά και σ' έσφιγγε η πείνα; Ε, στο μαγαζί μπορούσες να φας δίχως να πληρώσεις. Μια εποχή, μάλιστα, που είχε πέσει ανεργία και ήτανε ζόρικα τα πράματα, η μισή πελατεία έτρωγε στο βερεσέ, τα πέρναγε δηλαδή ο Νώντας στο κατάστιχο και όταν βρισκόντουσαν πάλι τα φράγκα...

Εκεί στην ανάγκη έδειχνε τι άνθρωπος ήτανε ο Νώντας. Έκανε το καλό σαν να ήταν κάτι φυσικό, που δεν μπορούσε παρά να γίνει. Έτσι χωρίς να σε υποχρεώνει, αθόρυβα. Στο έλεγε άλλωστε: “Εγώ ελεημοσύνες δεν κάνω και αν αυτό ζητάτε, να το γυρέψετε αλλού. Εγώ φτωχός είμαι όπως εσείς και στην ανάγκη σας δίνω όπως θα δίνατε”. Και πρέπει να έχεις φιλότιμο, για να καταλάβεις πώς έκαναν τους μάγκες τούτα τα λόγια να αισθάνονται. Γιατί έτσι δεν ντρεπόντουσαν την ανάγκη τους αφού ξέρανε πως σαν είχανε θα τα δίναν πίσω χωρίς να χάσουνε σπυρί από το σέβας για τον εαυτό τους. Και το σέβας για τον Νώντα μεγάλωνε και το παράδειγμά του γινόταν οδηγός για το πώς κουμαντάρουν τη ζωή του; οι αληθινοί μάγκες.

Ο Νώντας, έτσι τον έλεγαν όλοι. Ούτε κυρ-Νώντα ούτε μάστρο-Νώντα και τέτοια. Καμιά φορά, μάλιστα, που τύχαινε κάνας πιτσιρικάς, που δεν ήξερε, να τον πει κυρ-Νώντα (ένεκα η ηλικία, να πούμε), του απαντούσε: “Τόσα χρόνια την έβγαλα Νώντας -δόξα τω Θεώ- και αργά είναι να γίνω κύριος στα γεράματα”. Έτσι το ξέκοβε μια κι έξω.

 

 

Ο ΜΥΘΟΣ

(αφηγητής τρίτος)

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ που καθόντουσαν όλοι τριγύρω πίνοντας την τελευταία γουλιά κρασί στο απομεσήμερο, ανοίγει η πόρτα και να σου, κατεβαίνει τα σκαλιά ένας χίπης. Πάει να πει μια οκά μαλλιά δεμένα αλογουρά πίσω κι ένα σκουλαρίκι να κρέμεται στο 'να αυτί. Καθώς κατέβηκε, τραβώντας όλη την προσοχή, στάθηκε σαν να διστάζει, ρίχνοντας μια ματιά στους μάγκες που τον κοιτούσαν από γύρω άναυδοι. Φάνηκε να μετράει τη ζέστη που έκανε έξω και την πείνα με εχθρικό περιβάλλον και τελικά προχώρησε, βολεύτηκε σ' ένα άδειο τραπέζι και περίμενε. Οι μάγκες είχαν βουβαθεί ενώ ο Νώντας πήγε, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, και πήρε παραγγελία. Στην αρχή τον περάσανε για ξένο, μα σαν τον άκουσαν να παραγγέλνει κατάλαβαν πως ήταν Έλληνας.

Άλλο και τούτο, σκέφθηκαν και άλλαζαν ματιές αμήχανοι. Κάτι μεταξύ τους είπαν και σιγά-σιγά άρχισαν να το χοντραίνουν στα πειράγματα.

“Ρε Μήτσο, σαν τα μαλλιά της γιαγιάς σου δεν έχει τούτος;”

“Μπα, εκείνη τα πλένει κάθε εξάμηνο”.

“Ρε φίλε, άμα κουρευτείς βάστα τίποτα να γιομίσουμε κάνα στρώμα”.

Ο χίπης έκανε το κορόιδο, πως τάχατες δεν τους άκουγε. Φαινόταν κουρασμένος και φοβισμένος όπως είχε σκύψει το κεφάλι του ίσα στο πιάτο, σα να μην καταλάβαινε τίποτα. Οι άλλοι όσο τον βλέπαν να κωλώνει τόσο ανάβανε.

“Βρε, δεν τηγανίζουμε τα πόδια του να φάμε και ψάρι;”

“Τι λες μωρέ, να πάθουμε καμιά δηλητηρίαση;”

Και δώσ' του γέλια και πειράγματα ώσπου σε μια φάση σηκώνεται ένας, που τον λέγαν Γιώργη και δούλευε σ' ένα συνεργείο εκεί κοντά, και του χουφτώνει το αυτί που είχε το σκουλαρίκι.

“Αυτό, μάγκα, το χρειάζομαι”, του λέει. “Η γκόμενα τα γουστάρει κάτι τέτοια”.

Ο χίπης, που δεν μπορούσε πια να τους αγνοήσει, γύρισε να του πει κάτι, αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν μια αγριοφωνάρα που έμπηξε ο Νώντας καθώς ορμούσε απ' τον πάγκο του:

“Κάτω τα χέρια!” Και μ' αυτό αρπάζει το Γιώργη και τονε στέλνει λες και ήταν μαξιλαράκι στη θέση του. Όλοι σάστισαν. Αν ήταν άλλος θα του είχαν χυμήξει χωρίς δεύτερη κουβέντα όλοι μαζί, αλλά ήταν ο Νώντας κι αυτό σήμαινε πολλά. Τον κοιτούσαν όπως έστεκε αγριεμένος με τα μάτια του να πετάνε σπίθες.

“Εμείς, ρε Νώντα, να πούμε,...” άρχισε κάποιος να λέει, αλλά ο Νώντας τον έκοψε με μια κίνηση και γύρισε κατά τον Γιώργη.

“Για λέγε εσύ, ρε Γιώργη, τι σου έκανε το παλικάρι και πήγες να τον πάρεις απ' αυτί;”

Ο Γιώργης στεκόταν ακόμα σαστισμένος όπως τον είχε αδειάσει ο Νώντας στην καρέκλα του.

“Να, ρε Νώντα, δεν τους γουστάρω αυτούς με τις μαλλούρες, αυτό είναι όλο”.

“Και γιατί, να πούμε, δεν τους γουστάρεις;” Ξαναρώτησε ο Νώντας, που τώρα ακουγόταν πιο ήρεμος.

“Με όλη αυτή τη μαλλούρα ρεζιλεύουνε τους άντρες”.

“Δεν δουλεύουνε και κοπροσκυλιάζουν όλη μέρα”.

“Σκουλαρίκια σαν τις γκόμενες”.

“Είναι πουστάρες όλοι τους”.

Είχαν μιλήσει πολλοί μαζί και βιαστικά έτσι που οι κουβέντες σμίξανε και δεν έβγαζες τίποτα. Ο Νώντας τους έκανε νόημα να σωπάσουνε. “Σιγά”, είπε και τράβηξε μια καρέκλα να καθίσει. Όταν κάθισε, ολότελα πια ήρεμος, άναψε τσιγάρο.

“Κι εγώ λέω πως δεν έχετε σπυρί μυαλό”.

Το είχε πει σιγά και αργά έτσι που έκανε όλους να ανασάνουνε καθώς έδιωχνε την ένταση απ' την ατμόσφαιρα. Και ήταν σαν να κουβεντιάζανε μεταξύ τους όπως τόσες φορές. Ο χίπης στο μεταξύ δεν έβγαζε άχνα, σαν να περίμενε πού θα βγάλουν όλα τούτα. Ο Νώντας ξαναμίλησε:

“Ας τα πιάσουμε ένα-ένα, αυτά δηλαδή που στέκουνε. Λέτε πως δεν δουλεύουνε. Δεν ξέρω αν είναι έτσι, αλλά κι αν είναι, σας ρωτώ, εσάς τι σας μέλλει; Μήπως είναι δικές σας οι φάμπρικες και πονοκεφαλιάζετε;”

“Δεν είναι αυτό Νώντα. Είναι που εμείς βλαστημάμε κάθε μέρα στο μεροκάματο και αυτοί την αράζουνε στον ήλιο με τις γκόμενες”. Μίλησε ένας μελαχρινός οικοδόμος.

“Ναι, έτσι είναι”, πετάχτηκε ένας άλλος. “Γιατί, δηλαδή, εμείς μαλάκες είμαστε που δουλεύουμε;”

Ο Νώντας χάιδεψε το μουστάκι του, και τα μάτια του σαν να κοίταζαν πέρα απ' αυτούς καθώς τους μίλησε.

“Όχι, κανείς δεν είπε κάτι τέτοιο. Η ανάγκη σάς σπρώχνει. Και αυτός που βρίζει το δουλευτή την πιο βαριά βλαστήμια λέει. Όμως σας ρωτώ. Ποιος είναι αυτός που τη θέλει τη δουλειά; Ποιος είναι αυτός που μπορούσε να την παρατήσει και δεν το 'κανε; Ύστερα πάλι υπάρχουνε λογιών λογιών άνθρωποι. Άλλοι θέλουνε πολλά, άλλοι λίγα, άλλοι βολεύονται με το τίποτα, θα πρέπει, δηλαδή, να πέσουμε να τους φάμε; Να μιλήσουνε τίποτα άλλοι που φοβούνται για το βιος τους, αλλά εσείς; Εσείς που λιώνετε κάθε μέρα στο μεροκάματο πρέπει να βγάλετε τα μάτια σ' αυτούς που προτιμάνε να πεινάνε αντί να δουλεύουν; Επειδή δηλαδή ο άλλος βολεύεται με ολίγη από πατάτες, όταν εσύ θέλεις δυο κοκκινιστά, είναι κι οχτρός σου; Ή φοβάστε για τις επιχειρήσεις σας;”

Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι φαινόντουσαν να προσπαθούν να χωνέψουν τα λόγια του Νώντα.

“Μα όλη αυτή η μαλλούρα, ρε παιδί μου..”, ακούστηκε κάποιος.

“Και από πότε τα μαλλιά κάνουν τον άντρα;” Απάντησε ο Νώντας πιο ζωηρά και συνέχισε: “Μήτε και εμένα μ' αρέσουν, δεν λέω. Αλλά τα μαλλιά, πάει να πει η μόστρα, είναι το λιγότερο. Ακούστε κάτι και ας είναι αυτό που θα θυμόσαστε από μένα που έκανα πολλά στη ζωή μου, στραβά και ίσα.

Πως η λεβεντιά δεν πάει σώνει και καλά με μουστάκι και πως η λεβεντιά δεν παίζει από ανάγκη μπεγλέρι. Δεν είναι η μόστρα που κάνει τον άνθρωπο. Είδα εγώ λεβέντες ως εκεί πάνω με μουστάκι μπατανόβουρτσα να πουλάνε τον αδελφό τους για ένα τάλιρο. Κι από άλλους, που δεν τους έπιανε το μάτι σου, είδα δύναμη να σηκώνουν τον ντουνιά στο πόδι για το δίκιο τους. Να μάθετε να ζυγιάζετε βρε τους ανθρώπους. Όχι τη μόστρα, τον άνθρωπο να βλέπετε”.

Έτσι απότομα σταμάτησε κι αφού τους έριξε ένα βλέμμα σαν να 'λεγε “μπήκες” ξαναγύρισε βαρύς στο πάγκο του. Οι μάγκες γύρω έστεκαν σιωπηλοί σαν να σκεφτόντουσαν. Τη σιωπή ξανάσπασε η φωνή του Νώντα. Αυτή τη φορά από τον πάγκο.

“Και από πού είσαι, να πούμε, ρε καλόπαιδο;” απευθύνθηκε στο χίπη.

“Από την Καλλιθέα”, είπε αυτός προσπαθώντας να χαμογελάσει.

“Από ποια γειτονιά;” πετάχτηκε ένας που τον ξέρανε πως ήταν από την Καλλιθέα.

Έτσι σιγά-σιγά βρεθήκανε γειτονόπουλα και πες ο ένας, πες ο άλλος, ανοίξανε κουβέντα με το χίπη, που με έκπληξη διαπιστώσανε πόσο τους έμοιαζε. Τους είπε κι αυτός πως ερχόταν μετά από κάτι χρόνια στην Αμερική και πώς τη βόλευε εκεί ώσπου να τον διώξουν.

Κουβέντα στην κουβέντα, φαινόταν για καλό παιδί και πονεμένο, κι άντε να σε κεράσουμε κάνα καρτούτσο, μέχρι που πετάγεται ο Γιώργης και τους λέει: “Φτου σας ρε, χωρίς μεζέ θα το πίνει ο άνθρωπος” και δώσ' του να κεράσει στιφάδο, και πολύ το χαρήκανε οι μάγκες με το χίπη (μόνο που μέσα στη φούρια ξεχάσανε να τον ρωτήσουνε το όνομά του) ώσπου αφού τους ευχαρίστησε όλους έφυγε μετά από ώρες. Και κουβεντιαζόταν για μέρες το γεγονός, μα πιο πολύ η στάση του Νώντα, που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση.

 

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΖΗΣΑΜΕ

ΚΑΙ ΠΕΡΝΟΥΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ. Ο κόσμος γύρω άλλαζε. Τα παλιά σπίτια τα γκρέμιζαν ένα-ένα. Τα παλιά σπίτια με τις βαριές σιδερένιες πόρτες, με τις μικρές δροσερές αυλές και τα γέρικα δέντρα, που πάνω τους σκαρφαλώνανε τα παιδιά στα παιχνίδια τους, τα ρίχνανε ένα-ένα. Στη θέση τους φύτρωναν ψηλές πολυκατοικίες που κρύβανε το πρωινό χαμόγελο του ήλιου. Και πάνε πια τα παλιά μαγαζιά, πού πια μπακάλικο να ψωνίσεις. Τώρα στη θέση τους έστεκαν μεγάλα σούπερ μάρκετ που κάναν τη νύχτα μέρα με τα φώτα τους, σιωπηλά και ακίνητα σαν προϊστορικά θηρία, που χωνεύουν την τροφή που μόλις καταβρόχθισαν. Στα πεζοδρόμια, εκεί που πριν βάζαν μια καρέκλα τα γερόντια και κάθονταν με τις ώρες μουρμουρίζοντας, δεν μπορούσες πια να σταθείς. Γέμιζαν οι δρόμοι αυτοκίνητα που πέρναγαν ουρλιάζοντας με τα κίτρινα μάτια τους να λάμπουν όλο μίσος στο σκοτάδι. Η πόλη έμοιαζε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κυκλωμένη από τις κεραίες των τηλεοράσεων που σφίγγονταν ολόγυρα στο λαιμό της, στο λαιμό μας.

Ώσπου ένα ξημέρωμα η πόλη εκδικήθηκε. Και σαν σε εφιάλτη στους δρόμους ξεχύθηκαν ατσάλινοι βρυκόλακες, που γλιστρώντας στις ρόδες τους γέμιζαν τον ενδιάμεσο χώρο φρικτούς ήχους. Στο ραδιόφωνο παρανοϊκές φωνές, που βρίζαν κι απειλούσαν, μπερδεύονταν με στρατιωτικά εμβατήρια. Οι άνθρωποι κρυμμένοι πίσω απ' τα τζάμια των πολυκατοικιών άλλαζαν φοβισμένα βλέμματα. Στους δρόμους ακούγονταν πυροβολισμοί.

Σάμπως η πόλη να γλίστραγε πια στο σκοτεινό βυθό και γύρω της να τυλιγόταν στοργικά η λάσπη.

Ένα πρωί ήρθανε δυο στο μαγαζί. Βρήκανε μέσα μόνο τον Οβριό που σκούπιζε και με νοήματα τους έδωσε να καταλάβουν πως δεν θ' αργούσε ο Νώντας. Καθίσαν στις άδειες καρέκλες σιωπηλοί και περίμεναν. Δεν θα ήταν πάνω από είκοσι πέντε χρονώ και επιπλέον έμοιαζαν. Φορούσαν το ίδιο περίπου γκρίζο κοστούμι και το ίδιο αλαζονικό ύφος της μεθυσμένης από δύναμη εξουσίας.

Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε ο Νώντας με μια αγκαλιά ψώνια. Σηκώθηκαν και οι δυο απότομα και στράφηκαν προς το μέρος του. Αυτός τους έριξε μια ματιά και έδιωξε τον Οβριό που χάθηκε στην κουζίνα. Μίλησε ο ένας τους.

“Δικό σου είναι το εστιατόριο;” είπε και η φωνή ήταν ψιλή και διαπεραστική. Ο Νώντας έγνεψε καταφατικά ατάραχος.

“Είμαστε της Ασφάλειας”, είπαν και βγάλαν κάτι ταυτότητες.

Ο Νώντας δεν αποκρίθηκε. Βρέθηκαν σε αμηχανία. Συνήθως, αφού δείχναν τις ταυτότητες και μετά, μόνο ακούγανε. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα ανυπομονησίας σαν να λέγανε: “Τι στο διάολο σε ηλίθιο πέσαμε;”

“Δεν είναι αγορανομικός έλεγχος”, πρόσθεσε ο ένας, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

“Τότε τι είναι;” ακούστηκε ο Νώντας βαριά, έτσι που οι άλλοι σχεδόν σάστισαν πρωτακούγοντας τη φωνή του. Ο ένας καθάρισε το λαιμό του κι άρχισε να λέει γρήγορα:

“Οι καιροί είναι δύσκολοι για το Έθνος. Βαλλόμεθα εκ των έξω και έσω, οι Έλληνες θα πρέπει να συνεργασθούν. Το κράτος στέκεται κοντά σε κάθε εργαζόμενο, αλλά χρειάζεται και τη βοήθειά του”. Σταμάτησε για να μετρήσει την εντύπωση που έκανα τα λόγια του. Αντικρίζοντας το ξέχειλο από ειρωνεία πρόσωπο του Νώντα, τα χαρακτηριστικά του παραμορφώθηκαν από μίσος. Αυτός εδώ μας κοροϊδεύει, αλλά θα του το κλείσω εγώ το κωλοχανείο του. Αύριο κιόλας.

“Πώς λέγεσαι;” ούρλιαξε στον Νώντα.

Ο Νώντας τους μίλησε:

“Τι θέλετε;”

Σταμάτησαν και τον κοίταξαν. Αυτός δεν έμοιαζε φοβισμένος, ωστόσο η ουσία ήταν αν θα συνεργαζόταν. Γι' αυτό καλμάρανε λίγο χωρίς όμως να αφήσουν τον απειλητικό τους τόνο. Η πείρα είχε αποδείξει πως απέδιδε.

“Κατάλογο με τους πελάτες, τι κουβεντιάζουνε και ποιοι”, έκανε μια παύση και συνέχισε, “για την ώρα, αυτά για την ώρα”.

“Θα περάσουμε αύριο να τον πάρουμε. Κοίτα να τον έχεις έτοιμο. Εσύ δεν θα χάσεις” και αφού του 'κλεισε πονηρά το μάτι έκανε στον άλλον νόημα και φύγανε. Ο Νώντας είχε μείνει πίσω απ' τον πάγκο με το βλέμμα αφηρημένο σαν να συλλογιόταν.

Ο Οβριός ήρθε και στάθηκε μπροστά του. Άλαλος ρωτούσε τι να κάνει. Βλέποντάς τον ο Νώντας σαν να ξύπνησε από όνειρο.

“Βάλε ένα καρτούτσο”, του είπε κουρασμένα κι άναψε τσιγάρο. Την επόμενη μέρα που πήγανε οι άλλοι βρήκαν μονάχα μια ταμπέλα που έγραφε: ¨”ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΛΟΓΩ ΒΡΩΜΑΣ”. Τη σκίσανε και φύγανε βλαστημώντας.

Το κτίριο ύστερα από λίγο καιρό το ρίξανε. Στη θέση του μάλιστα άνοιξε μια μεγάλη μοντέρνα πιτσαρία. Αλλά οι μάγκες δεν ξαναπάτησαν απ' εκεί. Ούτε απ' το στενό, να πούμε.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA