Ασημάκης Πανσέληνος

 

Ο Ασημάκης Πανσέληνος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έβγαλε το γυμνάσιο και σπούδασε κατόπι Νομικά και Πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε ως δικηγόρος. Στα 1945 τύπωσε τη συλλογή ποιημάτων «Μέρες Οργής» και στα 1967 τις «Μέρες από τη Ζωή μας», φύλλα ημερολογίου, με εντυπώσεις από τη φυλακή, όπου έμεινε στην κατοχή. Εξέδωσε ακόμα: «Στη Μόσχα, με τα νιάτα του κόσμου», ταξιδιωτικό, 1963, «Ταξίδια με πολλούς ανέμους», ποιήματα, 1964. Στη δικτατορία συμμετείχε στον κύκλο του περιοδικού Νεοελληνικά Γράμματα, που συσπείρωσε τους αντίπαλους της χούντας. Το 1974 εξέδωσε το πεζογράφημα Τότε που ζούσαμε, με το οποίο έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό. Πέθανε το 1984.

 

ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

 

Παρασκευή 1.8.1941

 

            Είμαι πάλι κλειστός κι ολομόναχος, αλλά τώρα πια το κελί δε μου φαίνεται τόσο αχώρετο. Σα να περιοριστήκανε σε λίγες μέρες μέσα οι ψυχικές διαστάσεις μου, δε χτυπώ στους τοίχους και δεν πληγώνομαι. Ο κόσμος μου μίκρυνε τώρα και προσαρμόζεται, όπως ζαρώνει κανείς όταν βρίσκεται μέσα σε αγκάθια. Πλησιάζω τους τοίχους με οικειότητα, Μόνο το θολωτό ταβάνι με το φεγγίτη εξακολουθούν να μου κάνουνε φρίκη.

            Το πρώτο αίσθημα που δοκιμάζει κανείς, την πρώτη φορά που θα κλείσει η πόρτα, είναι ένα αίσθημα αδυναμίας και εγκατάλειψης. Νομίζεις ότι καμιά δύναμή σου, καμιά σου ικανότητα δεν μπορεί πια να σ΄ εξυπηρετήσει. Αισθάνεσαι πως αυτό δεν μπορεί να βαστάξει και λες πως σε  λίγο θα ξανανοίξει η πόρτα. Ακολουθεί ένα αίσθημα πνιγμού, όπως στον εφιάλτη, μια απόλυτη αδυναμία να προσαρμοστείς στο νέο περιβάλλο, κάτι που μοιάζει να σ΄ έχουνε δεμένο ζωντανό. Αισθάνεσαι ένα μούδιασμα στα δόντια και σου φαίνεται πως τρελαίνεσαι. Κουράζεσαι, πέφτεις σε μια νάρκη, χάνεις την αίσθηση της πραγματικότητας. αλλά με τον παραμικρό θόρυβο ή και χωρίς εξωτερική αφορμή πετιέται έντρομος, σα να δαγκάνει κάτι ξαφνικά την καρδιά σου και βρίσκεσαι πάλι στο ίδιο αδιέξοδο.

            Αυτά όλα με τις μέρες αδυνατίζουν. Μικραίνεις σιγά σιγά, χωράς κι ανασαίνεις εκεί που δε χωρούσε ο αέρας μιας αναπνιάς. Είναι μια εξοικείωση αναγκαστική και ψυχρή όπως με το θάνατο.

            Ένα μικρό μολυβάκι, που οικονόμησα χτες μες στην ταραχή της αρρώστιας μου, είναι όπλο σπουδαίο για να νικήσω στον πόλεμο με τους τοίχους που με κυκλώνουν.

            Σήμερα βγήκα δυο τρεις φορές για το αποχωρητήριο, δυο τρεις φορές ξεκλειδώθηκε η πόρτα μου, οπωσδήποτε κι αυτό εδώ μέσα λογαριάζεται.

 

Σάββατο 2.8.1941

 

            Το κελί έχει μήκος δυόμισι μέτρα και πλάτος ενάμισι. Το ταβάνι είναι θολωτό, σα χτιστός τάφος. Κατάντικρυ στην ατσαλένια πόρτα του, εκεί που ο τοίχος πλησιάζει την οροφή, είναι ο φεγγίτης. Ένα άνοιγμα φαρδύ στην αρχή, που στενεύει όσο προχωρεί μες στον τοίχο, σα χωνί και καταλήγει σε μια τετράγωνη σιδερόφραχτη τρύπα.

            Μπόρεσα σήμερα το πρωί και σκαρφάλωσα, κάνοντας σκάλα το ράντζο, σύρθηκα μες στο άνοιγμα, κράτησα με τα χέρια τα κάγκελα κ΄ έφερα το κεφάλι ως εκεί. Φαινόταν ο εξωτερικός περίγυρος της φυλακής με τις σκοπιές του και η οδός Κυρίλλου Λουκάρεως. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η κίνηση μες στους δρόμους. Τα σπίτια ήταν κλειστά. Μόνο σε μια ταράτσα φάνηκε μια γυναίκα να πλένει. Έπλενε ξέγνοιαστη κι αγνοούσε πόσο ήτανε ευτυχισμένη. Ήθελα να καθίσω εκεί πολλή ώρα και να παρατηρώ τις κινήσεις της, αλλά το κορμί γλιστρούσε στη γερτή επιφάνεια του χωνιού κι αναγκάστηκα να ξανακατέβω.

            Πλησίασα με κάποια οικειότητα τους τοίχους που είναι αμετάθετοι και ψυχροί. Στον έναν τοίχο είναι ζωγραφισμένα πλήθος αεροπλάνα ιταλικά και γερμανικά, πιο πέρα αδερφωμένες οι δυο σημαίες. Οι αγκυλωτοί σταυροί μοιάζουν αράχνες εφιαλτικές. Προσπαθώ να τα μετρήσω. Αν είναι μονά, βάζω στο νου μου… Γρήγορα όμως ξέφυγα απ΄ αυτή την παγίδα. Εξάλλου, κάθε φορά έβρισκα και διαφορετικό αριθμό. Στον τοίχο δίπλα στην πόρτα είναι μια επιγραφή: «Γεώργιος Ψιλόπουλος, κατάδικος 20 ετών, μετά της κ. Πανοίτου». Είναι η μόνη ζωντανή φωνή που φτάνει στ΄ αφτιά μου από τις τραγικές ιστορίες που έχουνε ζήσει εδώ μέσα. την πρώτη μέρα η φωνή τούτη μου έκανε φρίκη. Τώρα πια τη συνήθισα και βλέπω πως τα 20 χρόνια πρέπει μάλλον να δείχνουν την ηλικία του καταδίκου. Η ερμηνεία αυτή με παρηγορεί.

            Η ζωή ζαρώνει κ΄ εξευτελίζεται για να χωρέσει εδώ μέσα και για να βαστά. Ο πόνος γίνεται τώρα λιγότερο οξύς και περισσότερο υπόκωφος. Φουντώνει συχνά, αλλά η διάρκεια του παροξυσμού λιγοστεύει. Όταν η απελπισία φτάνει στο απροχώρητο, θυμάμαι ένα στίχο του Ομάρ Καγιάμ που κάποιον καιρό με ηρεμούσε και με γέμιζε ξενοιασιά:

 

                                   Πες από πριν πως πέθανες

                                   κι ελεύθερος πια θα ΄σαι.

 

            Όμως άλλο πράμα να πέθανες κι άλλο να πεθαίνεις.

 

Κυριακή, 3.8.1941

 

            Σηκώθηκα και περίμενα να μου ανοίξουν. Ο μικρός αυτός χώρος είναι κλεισμένος απέξω με δυο κλειδαριές (μια χωνευτή και μια κρεμαστή) και με σύρτη εξωτερικό. Οι κλειδαριές δεν είναι για να μποδίσουν να φύγεις, είναι για να μποδίζουν τη φαντασία να πλαταίνει το χώρο. Τον κρατούν στα καθορισμένα όριά του, όσο χρειάζεται για να σιγοκαίει η ζωή χωρίς και να σβήσει, όπως η φλόγα στο λαμπογυάλι.

            Ξαφνικά ακούστηκαν οι κρότοι του ανοίγματος. Ώσπου να ξεκλειδώσουν οι κλειδαριές και οι σύρτες, περνούνε δυο τρία λεφτά. Έκρυψα τα χαρτιά μου στο ράντζο και σηκώθηκα επάνω. Αντίς για το φύλακα παρουσιάστηκε ένας αξιωματικός. Ήθελε, λέει, να συμπληρώσει το όνομα του πατέρα μου σε μια καρτέλα που κράταε. Επάνω μπορούσε κανείς εύκολα να διαβάσει δυο λέξεις γραμμένες με κεφαλαία: SOSPETO DI COMLOTO! Μ΄ όλο που κατά βάθος με καθησύχαζε η πληροφορία, άρχισα να διαμαρτύρουμαι ζωηρά. Τι σημαίνουν αυτά τα sospeto di comloto και που βασίζουνται; Γιατί μας πιάσαν χωρίς στοιχεία και γιατί δε μας πάνε σ΄ έναν ανακριτή; Ο αξιωματικός είναι ήρεμος κι απαντάει ιταλικά, αλλά δεν καταλαβαίνω. Φωνάζει τότε ένα παλικάρι αξούριστο και διερμηνεύει. το sospeto di comloto είναι λέει όρος νομικός, που δικαιολογεί τη σύλληψη. Δεν πρέπει απ΄ αυτό να ταράζομαι, λέει. Και να ξέρω πως η φυλάκιση εδώ μέσα μπορεί να ΄ναι και προσωρινή. (Μη νοιάζεσαι, κύριε Πανσέληνε, χαμήλωσε τη φωνή του ο διερμηνέας κ΄ εγώ κρατούμενος είμαι, όλοι θα βγούμε με το καλό).

            Η πόρτα πάλι κλειδώνει. Ο σαματάς των κλειδιών που γυρίζουν ηχεί στ΄ αφτιά μου απαίσια, όσο κ΄ η παρηγοριά του αξιωματικού πως η φυλάκισή μας μπορεί να είναι και προσωρινή. Ώστε; Όμως αυτή τη σκέψη δε θέλω να τη συνεχίσω. Ας πάει να μην είναι και προσωρινή η φυλάκιση. Φτάνει που τώρα το κελί γίνεται πάλι πιο μικρό κι από πρώτα. Μοναξιά πάλι και σιωπή. Δεν πετάει ούτε μύγα να σπάσει τη νεκρική ακινησία του χρόνου. Μονάχα ο ήλιος μπουκάρει απ΄ το φεγγίτη και ζωγραφίζει στο πάτωμα με ίσκιους στα κάγκελα. Με το βασίλεμα η ζωγραφιά σκαλώνει στον τοίχο, αδυνατίζει και σβήνει. Σκοτάδι ζεστό που ολοένα πυκνώνει σκεπάζει τα πάντα. Μονάχα οι πέτρες και το τσιμέντο σα να ΄χαν κύτταρα ζωντανά, ξαγρυπνούνε να σε ρουφήξουν, να σε χωνέψουν, όπως μες στο στομάχι ενός κήτους που σε κατάπιε ολοζώντανο. Η φυλακή είναι τέρας, που δεν έχει ύπνο.

 

Δευτέρα, 4.8.1941

 

            Πως μπορούν και περνούν τόσο ατέλειωτες ώρες χωρίς να κάνω τίποτα; Ώρες περνούν με το άγχος κάποιας αναμονής και ξαφνικά ανακαλύπτεις πως τίποτα δεν είναι που περιμένεις. Σκέφτομαι πάρα πολύ, αλλά η σκέψη με πληγώνει. Είμαι όλο μετάνοια για πολλά απ΄ όσα έκανα ως τα τώρα και για περισσότερα που δεν έχω κάνει. Σκέφτομαι κι εγώ τώρα πόσο θα μάθω να εχτιμώ την ελευθερία, την ευχέρεια ν΄ ανοίξεις την πόρτα και να βγεις, να περπατήσεις στους δρόμους, να στρίψεις όποιο θέλεις σοκάκι, να κατεβείς στην οδό Αθηνάς και να ζητιανέψεις. Θυμούμαι όμως και κάτι τύπους του Ντοστογιέφσκη, που κάνανε αυτοανάλυση μες στα κάτεργα κι αποφεύγω παρόμοιες σκέψεις.

            Μέσα σ΄ αυτή την κατάθλιψη υπάρχει μια αγνότητα που μισεί κάθε είδος φιλολογία. Μέσα στο αποχωρητήριο βρήκα ένα ξεσκισμένο βδομαδιάτικο περιοδικό. Το μάζεψα και διάβασα δυο τρία ρομαντικά διηγήματα. Πολλές φορές δάκρυσα, όχι από συγκίνηση καλλιτεχνική, παρά από τις περιπέτειες των ηρώων, Όταν το ανάγνωσμα είχε ευχάριστο τέλος, ένιωθα μια ευγνωμοσύνη για το συγγραφέα.

            Η απομόνωση εξακολουθεί αυστηρή. Μας έχουν δηλαδή κλεισμένους μες στα κελιά ολημέρα. Όμως, τις ώρες που μας ανοίγουν για μοιρασιά του φαγιού και για σκούπισμα, βρίσκουμε λίγο καιρό και τα λέμε στα πεταχτά.

            Εχτός από τη δική μας ομάδα είναι ακόμα κρατούμενες δυο παρέες, ο Μπαραγκάς με τους φίλους του και ο Δαούτης με τους δικούς του. Οι πρώτοι κατηγορούνται για «όπλα» και οι άλλοι για «εγγλέζους». Το Μπαραγκά τον πιάσανε στο λεωφορείο που έφευγε για την Άρτα, μαζί μ΄ αυτόν κι όλους τους επιβάτες. Τους άλλους τους πιάσανε στη γειτονιά που κρυβότανε ο εγγλέζος. Θεός ξέρει τώρα ποιοι είναι ένοχοι και ποιοι αθώοι. Όσοι πρωτόρθουν εδώ μέσα, κάνουνε τον κουτό. Κανείς δεν ξέρει γιατί πιάστηκε — ίσως έγινε λάθος! Ύστερα περνούνε μια, δυο, τρεις μέρες και βλέπεις πως το θεωρούν φυσικό να βρίσκουνται εδώ.

            Ο Μπαραγκάς έκανε γράμμα στο ιταλικό φρουραρχείο, λέει πως οι άλλοι ήταν επιβάτες του λεωφορείου και παίρνει απάνω του την ευθύνη. Ο εγγλέζος με δυο χαστούκια, λεν, τα είπε  όλα και τώρα πιάνουν όσους τον βοηθήσανε και τους   κουβαλούνε εδώ.

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA