Ευτυχής θνητή

 

    Τα φώτα ωχρίασαν· οι ξένοι προ πολλού εγκατέλιπον την μυροβόλον αίθουσαν, απαστράπτουσαν εκ του πλούτου. Αλησμόνητος εσπερίς. Πόσων ύπνους θα επεσκέπτοντο ως τρομακτικοί εφιάλται ή ως παρήγοροι άγγελοι τα διάφορα της χορευτικής εσπερίδος επεισόδια!

    Πόσαι σύζυγοι εποτίσθησαν δηλητήριον! Πόσοι σύζυγοι άψινθον! Πόσαι κόραι εμεθύσθησαν από χαριτολογίας και ενόμισαν ότι βλέπουν μίαν πτυχήν του σκοτεινού τού μέλλοντος πέπλου σαλευομένην και διανοίγουσαν ορίζοντας ευτυχίας.

    Αι χορευτικαί εσπερίδες, όπου η καλλονή βασιλεύει την αληθή και θριαμβευτικήν αυτής βασιλείαν, αι δίδουσαι θέμα εις τους αργούς κενολόγους πλούσιον, πόσα κρύπτουσι σκοτεινά μυστήρια υπό το αστραπηβόλον περικάλυμμά των!

    Η οικοδέσποινα, γυνή νέα και ωραία, κρατεί μεταξύ των χειροκτιοφόρων δακτύλων της τηλεγράφημα και το βλέπει με βλέμμα σκοτεινόν, απηλπισμένον.

    Αυτή λυπημένη; Όλοι την εμακάριζαν· ήτο η οικοδέσποινα του οίκου τούτου και εις το νεύμα της προσέτρεξεν αθρόα όλη η περιλαμπής του Πέραν κοινωνία. Τα βαλάντια των συζύγων ετέθησαν εις την διάθεσιν των ραπτριών και των κοσμηματοπωλών και το χρήμα εκυκλοφόρησεν άφθονον. Αι εργατικαί χείρες ετέθησαν εις ενέργειαν.

    Εις το νεύμα της – «ως άλλος Ζευς» – η περικαλλής αύτη δέσποινα συνεκίνησε και εκλόνισε το Πέραν ολόκληρον.

    Ο σύζυγός της, ο ωραιότερος ανήρ της εσπερίδος, βηματίζει εντός της αιθούσης ημικλείων τους οφθαλμούς ως να επόθη να συγκρατήσει διά των βλεφάρων του φεύγουσαν ανάμνησιν.

    Ουδέν προσέχει εις την σύζυγόν του, η οποία, έρμαιον εσχάτης απελπισίας, τον προσβλέπει με πικρίαν.

    Ο αδελφός του νέος, φαιδρός και αμέριμνος, άνθρωπος του παρόντος, όπως τον αποκαλεί ο αδελφός του, ψιθυρίζων μεταξύ των οδόντων μέλος τι και ευρίσκων την σιγήν παρατεινομένην, λέγει:

    - Απόψε η αναγνωρισμένη βασίλισσα είναι η κ. Βέρβη, αλλ’ εγώ προτιμώ εκείνην την ξανθούλαν και δροσεράν χωρίς να κρύψω ότι η χάρις και η καλλονή της αγαπητής νύμφης μου πολύ παρετηρήθησαν, όπως πάντοτε.

    Η οικοδέσποινα ύψωσε τους ώμους της με αδιαφορίαν, ο οικοδεσπότης έρριψεν ένα βλέμμα υπερήφανον επί του αδελφού του και εβημάτισε ταχύτερον. Ο νέος εξηκολούθησε την εύθυμον φλυαρίαν του, η οποία δεν εθέρμαινε τους δύο ακροατάς του, όπως δεν εθέρμαινε την απέραντον αίθουσα το πυρ της εστίας. Είπεν ολίγα ακόμη και απεσύρθη.

    Οι δύο σύζυγοι έμειναν μόνοι. Τότε ο σύζυγος εφάνη στενοχωρημένος και ηθέλησε ν’ αποσυρθεί κωφεύων εις τους λυγμούς οι οποίοι εξέσχιζον το στήθος της συζύγου του.

    Εκείνη ηγέρθη· το τηλεγράφημα ωλίσθησεν εκ των χειρών της επί του τάπητος. Επλησίασε τον σύζυγόν της τρέμουσα και ήγγισε την χείρα του.

    - Θέλεις τίποτε, αγαπητή μου; είπεν εκείνος, διά λόγου παγεράς αδιαφορίας.

    - Ερρίκε, έχω να σου ζητήσω μίαν χάριν…

    - Λέγε…

    - Μου χρεωστείς απόψε πολλά… Από τας διαφόρους ενδυμασίας του χορού, τας οποίας μετήλλαξα, έκρυψα την λύπην η οποία με κατέτρωγε. Η δυστυχισμένη αδελφίτσα μου! Πώς ηγάπα τον σύζυγόν της! Πώς τον αγάπα!

    Ήρχισε να κλαίει…

    Ο σύζυγος ήρχισε να δεικνύει την ανυπομονησίαν του.

    - Εκείνη προ ενός πτώματος συζύγου, τον οποίον ελάτρευεν και ο οποίος την υπερηγάπα!… Και εγώ… εγώ… υποδεχόμενη χορευτρίας και χορευτάς μειδιώσα.

    Ποία είναι η δυστυχεστέρα! Υπέφερεν εκείνη προ ενός πτώματος τα μαρτύρια, τα ανήκουστα βασανιστήρια της ζηλοτυπίας; Εγώ, Ερρίκε, πονώ· υποφέρω… το έβλεπα ολοφάνερα· την αγαπάς αυτήν την γυναίκα… την αγαπάς τόσο πολύ… ώστε δεν ευρίσκεις εκ της μέθης του έρωτος, ο οποίος σε παρασύρει, την δύναμιν να κρύψεις τας εντυπώσεις σου. Την αγαπάς, όπως με ηγάπας. Το έβλεπα. Τα θυμιάματα, τα οποία εκαίοντο διά την καλλονήν της, την ιδικήν σου φιλοτιμίαν εκολάκευον. Ο σύζυγός της δεν έβλεπε τίποτε· ήτο τόσο ευτυχής πλησίον της ιδικής του φίλης· αλλά το ιδικόν μου βλέμμα, σε παρηκολούθει επίμονον, πιστόν, άγρυπνον. Την ζηλεύεις, όπως σε ζηλεύω, υποφέρεις και συ τα ιδικά σου μαρτύρια… Δεν έχεις άδικον να την ζηλεύεις…

    Ο Ερρίκος οπισθοχώρησεν ολίγα βήματα και, σκυθρωπός εψιθύρισε με χείλη υποτρέμοντα:

    - Αυτό είχες να μου πεις;

    - Όχι, είπεν εκείνη ριπτομένη επί έδρας και κλαίουσα.

    - Λοιπόν;

    - Θέλω να μ’ επιτρέψεις να υπάγω πλησίον της αδελφής μου…

    - Πήγαινε…

    - Να κλαύσωμεν η μία διά τον νεκρόν σύζυγόν της και η άλλη διά τον ζώντα.

    - Αύριον αναχωρείς, αν θέλεις, είπε, και απεσύρθη χωρίς να διαμαρτυρηθεί.

    Εκείνη έκλαυσε πικρώς.

    Αι εφημερίδες ομίλησαν διά τον χορόν, τον μυθώδη, ενθουσιωδώς και οι αναγνώσται εμακάρισαν την ευτυχή θνητήν η οποία τον διοργάνωσε. Θ’ αφήσει εποχήν διά την πρωτεύουσάν μας.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA