Φιλαρέσκεια

                                                           

   Αφιερούται τη αδελφική φίλη δεσποσύνη Σ.Ε

 

    Ο ελεεινός αυτός καιρός, ο οποίος και την σελήνην απέκρυψε εντός των σκοτεινών σαβάνων του, εματαίωσε την νυκτερινήν θαλασσίαν εκδρομήν.

    Όλοι εσκυθρώπασαν· προπάντων όμως ο διοργανωτής των εκδρομών, ανήρ μεσήλιξ με κεφαλήν μεγαλοπρεπή, φωτιζομένην από κυανούς βαθείς οφθαλμούς.

    Περιήρχετο από ομίλου εις όμιλον, προσπαθών να ζωογονήσει την συνδιάλεξιν και να θερμάνει τα ψυχρανθέντα πνεύματα.

    Η ανέλπιστος κακοκαιρία ήτο σφάλμα του καιρού, αλλ’ ο κύριος Λέων προσεπάθει να διορθώσει το σφάλμα τούτο.

    Μερικοί εκ των κυρίων ήρχισαν να στρέφουν βλέμματα πολύ στοργικά προς την τράπεζαν των παιγνιοχάρτων. Οι νεότεροι εσχημάτισαν κύκλον περί τας κυρίας και ήρχισεν η συνδιάλεξις, κατ’ αρχάς με λέξεις ολιγοσυλλάβους, ενισχυομένας ανιαρώς, κατόπιν ζωηράς και ανημμένας.

    Η φιλαρέσκεια ήτο το θέμα, περί το οποίον επλέκετο το αργυρούν δίκτυον της συνδιαλέξεως.

    - Γυνή χωρίς φιλαρέσκειαν είναι άκομψος, έλεγε κύριος πολύ φιλάρεσκος, ρίπτων βλέμματα εις κυρίαν παρακαθημένην, η οποία κατεκρίνετο ως πολύ αφελής περί τον ιματισμόν.

    - Μα και ανήρ φιλάρεσκος πολύ αηδής, είπεν εκείνη, ανταποδίδουσα το ράπισμα.

    Ο κ. Λέων επενέβη και τα μελισταγή χείλη του επανέφεραν την γαλήνην.

    - Η φιλαρέσκεια είναι έμφυτος, είπε μία γραία κυρία, κομψευομένη ακόμη.

    - Εγώ είμαι της ιδέας ότι διδάσκεται μετά προσοχής ιεράς, ως μάθημα απολύτως αναγκαίον από τας τρυφεράς μητέρας. Ο Μεσαίων μάλιστα ύψωσε την φιλαρέσκειαν εις περιωπήν επιστήμης.

    Ο κ. Λέων επενέβη πάλιν:

    - Δεν γνωρίζω, είπεν, αν η φιλαρέσκεια υπάρχει συνάμα ή αν διδάσκεται. Δεν εξετάζω δε αν ωφελεί ή βλάπτει, αλλά γνωρίζω ότι είναι δύναμις.

    - Δυναμίτις!!!

    - Δεν την εξετάζω ως όπλον την δύναμιν αυτήν. Θα σας διηγηθώ μίαν ιστορίαν, την οποίαν είδον εις τον βίον μου και θα εννοήσετε ποίου είδους δύναμιν εννοώ.

    Ηκούσθη θόρυβος κινουμένων καθεκλών… Το ακροατήριο συνεσφίγγετο διά να ακούσει καλύτερον.

 

    - Εγνώρισα δύο αδελφάς διδύμους· ήσαν καλλιτεχνήματα του Θεού. Τελειοτέραν καλλονήν δεν συνήντησα ακόμη, αν και το ακροατήριόν μου αποτελείται από καλλονάς διαφόρων τύπων.

    Ηγαπώντο και ως αδελφαί δίδυμοι πολύ, αλλά και ως πονομοιότυπα αλλήλων ακόμη περισσότερον. Ο χρόνος προσέθετε νέας χάριτας και το κάτοπτρον εδείκνυεν την καλλιτεχνικήν μορφήν των καθ’ ημέραν με νέαν λάμψιν.

    Η Σοφία τόσο ηγάπα την καλλονήν της, ώστε ενώ εκτένιζε την μακράν κόμην της, ελησμονείτο προ του κατόπτρου και την αφύπνιζον πολλάκις μετά δυσκολίας από της εκστάσεως εκείνης.

    Ποτέ ο συρμός δεν τας παρέσυρεν εις τας γελοίας ιδοτροπίας του. Εκείναι ενεδύοντο κατά την ιδικήν των καλαισθησίαν, εκ των ιδιοτροπιών του Πρωτέως συρμού λαμβάνουσαι μόνον όσα συνεφώνουν με τας κλίσεις των.

    Εις τας συναναστροφάς, η μία εθώπευε την άλλην και παρετηρούντο ως να κατωπτρίζοντο.

    Θ’ αγαπήσουν ποτέ; εσκεπτόμην, διότι πάντοτε φοβούμαι γυναίκα αυτάρεσκον.

    Η Σοφία ηγάπησεν επί τέλους μεταξύ των τόσων θαυμαστών της – μεταξύ των οποίων συγκατελεγόμην και εγώ, με είκοσι έτη ολιγότερα – ένα νέον περιηγητήν ταξιδεύοντα εντός πολυτελούς θαλαμηγού.

    Άλλοι είπον ότι ηγάπησε την θαλαμηγόν, άλλοι τα ταξίδια, διά των οποίων θα καθίστατο γνωστότερα η καλλονή της και άλλοι, τέλος ανθρωπινότερα σκεπτόμενοι, απεφάσισαν να ψιθυρίσουν πολύ σιγά «ότι πιθανόν να ηγάπησε τον περιηγητήν».

    Ποτέ η νυμφική εσθής, η οποία και τας ασχήμους ωραΐζει, δεν εστόλισε νύμφην ωραιοτέραν.

    Η παράνυμφος δεν απέσπα τους οφλαλμούς από την αδελφήν της.

    - Ναι, κι εγώ τοιαύτη νύμφη θα γίνω, έλεγε, μειδιώσα θριαμβευτικώς.

    Απεφασίσθη μία μακρά γαμήλιος περιοδεία. Η Ελένη ελυπήθη διά τον χωρισμόν, αλλά θα ήρχετο τόσον γρήγορα η αδελφή της, ώστε παρηγορήθη.

    Μετ’ ολίγας ημέρας τηλεφράφημα ανήγγειλε «την καταβύθισιν της θαλαμηγού κατόπιν συγκρούσεως και ότι εσώθη ο υποπλοίαρχος και είς ναύτης μόνον. Ο σύζυγος της Σοφίας ηρώτησε αν εσώθη η σύζυγός του και λαβών απάντησιν αρνητικήν ερρίφθη πάλιν εις τα κύματα.

    Ήτο φοβερόν το κτύπημα δια την δυστυχή Ελένην. Δεν έτρωγε, δεν εκοιμάτο… Μίαν ημέραν την είδον εις το παράθυρον ωχράν και ατημέλητον· ωμοίαζε φάσμα εαυτής. Το ζήτημα της ημέρας ήτο η κατάστασις της Ελένης. Ελησμόνησαν την ατυχή νεκράν και όλοι εσκέπτοντο και εθλίβοντο διά την ζώσαν.

    - Θα ζήσει; διερωτώντο όλοι φρίσσοντες.

    - Δεν πιστεύω· έλεγον οι άλλοι απηλπισμένοι.

    Τα άνθη του παλκονιού της εμαράνθησαν. Δεν εξήρχετο πλέον να τα ποτίσει με τας φανταστικάς πρωινάς εσθήτας της. Επότιζε και εδρόσιζε τα άνθη και εφλόγιζεν εκείνους, οι οποίοι δεν ήθελον να χάσουν την μαγικήν οπτασίαν.

    Η εξαδέλφη μου ήτο στενή των δύο αδελφών φίλη, αλλά, αν και επεσκέπτετο συνεχώς την Ελένην, σπανιότατα όμως ωμίλει περί αυτής.

    Μετά ένα μήνα, εις τον περίπατον, μετ’ εκπλήξεως είδον όλοι την Ελένην στηριζομένην επί του βραχίονος του πατρός της. Ωραίαν εντός της πενθίμου εσθήτος της, ροδόχρουν με την συμμετρικήν ευσαρκίαν της, να χαιρετά μειδιώσα τους φίλους και τα φίλας της.

    Έμειναν όλοι έκπληκτοι και εγώ, όστις την είδον ωχράν ως πτώμα, περισσότερον έκπληκτος των άλλων.

    Ηρώτησα την εξαδέλφην μου, η οποία είπε με θρησκευτικόν σεβασμόν:

    - Την έσωσεν η φιλαρέσκεια. Πρέπει να ξεύρεις ότι είναι δύναμις επιβλητική η φιλαρέσκεια. Δεν ήκουε τας παρακλήσεις του γέροντος πατρός της, ούτε τας παρηγορητικάς της φιλίας λέξεις… τίποτε… δεν έτρωγεν ούτε εκοιμάτο… ούτε ήθελε να λάβει τα φάρμακα του ιατρού· επεζήτει τον θάνατον. Είχε στιγμάς παραφροσύνης, συνωμίλει μετά της νεκράς μεγαλοφώνως και όταν συνήρχετο, επεκαλείτο τον θάνατον, ο οποίος θα την έσωζεν από τα βάσανα της ζωής.

    Μίαν ημέραν επλησίασε το κάτοπτρον, παραμέρισε τον μαύρον πέπλον, όστις τον εκάλυπτε κατά διαταγήν της, και είδε την φθοράν της καλλονής της.

    Εμειδίασε παραδόξως και εζήτησε να φάγει· εδέχθη τα ιατρικά και έκτοτε δεν είπε λέξιν διά την νεκράν.

    - Ν’ αποθάνω το εννοώ, μου είπε μίαν ημέραν, αλλά να χάσω θεληματικώς την καλλονήν μου… είναι ιεροσυλία.

    Την βαθείαν θλίψιν της μόνον η φιλαρέσκεια ηδυνήθη να την επουλώσει. Είναι λοιπόν δύναμις ή όχι; ηρώτησεν η εξαδέλφη μου.

    Την ιδίαν ερώτησιν σας αποτείνω; είναι δύναμις ή όχι;

 

    - Ναι, αυτή η ανθρωπίνη αδυναμία πολλάκις καθίσταται και δύναμις, είπε μία εκ των κυριών.

    - Δύναμις!!! Βέβαια, και δύναμις μάλιστα ευεργετική.

    - Άγγελος παρήγορος!!

    - Δαίμων καταστρεπτικός… είπεν είς σύζυγος, του οποίου τα θυλάκια πολλάκις ηλάφρυνε η δύναμις αύτη της συζύγου του.

    - Πταίομεν ημείς; Τοιαύτας μας θέλετε, απήντησεν η χαριεστάτη, αληθώς, σύζυγός του· η φιλαρέσκειά μας, έν αμυντικόν όπλον εναντίον της απιστίας σας.

    - Και μία δύναμις! Αυτό δεν θέλω να το λησμονείτε, είπεν ο κομψευόμενος κύριος.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA