Ασθενές πλάσμα

 

    Το ακροατήριον της κ. Αναστασίας Μαυρούλη είναι το συνηθισμένο της ακροατήριον. Το διάλεξε μόνη της. Έχει αυτιά υπομονητικά, νοημοσύνην όχι και πολλήν, μα ό,τι το χαρακτηρίζει είναι ο μεγάλος ακλόνητος θαυμασμός προς την πάντοτε μονολογούσαν κ. Αναστασίαν.

    Μεταξύ του ακροατηρίου διακρίνεται ο κ. Μαυρούλης, ο οποίος έχει πολύ ανεπτυγμένα τα χαρακτηριστικά προσόντα των ακροατών της συζύγου, ιδίως διακρινόμενος διά τ’ αυτιά του· α… κάτι αυτιά!

    Η κ. Αναστασία δεν ξεύρω πώς κατορθώνει πάντοτε να φαίνεται ότι απ’ εκείνην πηγάζει κάθε καλόν. Αν δε το καλόν είναι πολύ μεγάλο και έγινεν έξαφνα εις οικογένειαν την οποίαν δεν σχετίζεται, αρχίζει να ξεφωνίζει και κόπτεται ότι της κλέπτουν τας ιδέας της ή ότι την αντιγράφουν.

    Μα σήμερον έχει δίκαιον να είναι τόσο κόκκινη και να ομιλεί τόσα πολλά.

    Ξεύρετε την Πιπίκα; Είναι η μονάκριβη της κ. Μαυρούλη και κατόρθωσε να την παντρέψει χωρίς προίκα.

    - Μόνη μου, ηύρα τον γαμπρό, τον εκτίμησα, τον έφερα στο σπίτι, άναψα με υπομονή και επιτηδειότητα την αγάπη στα φυλλοκάρδια του. Εγώ φρόντισα για την προίκα. Εγώ με τα κρύα, με τη βροχή έτρεχα και της αγόραζα τα χίλια μικροπράγματα που χρειάζονται. Εγώ τους στεφάνωσα, τους έβαλα στο βαπόρι, τους είπα ώρα καλή, παρηγόρησα τον Παναγιώτη για την απουσία της κόρης του, εγώ…

    - Αναστασία, μα κι εγώ…

    - Α τίποτε… Εγώ σε ξέρω εσένα. Αν μπορείς να χαλάσεις μια δουλειά που έφθασε στο νυν και αεί, τη χαλνάς με την αφηρημάδα σου. Μα εγώ άγρυπνη σε όλα, εγώ.

    - Μα ποιος σου τον σύστησε; Αυτός ο άνθρωπος ήλθε στην πόλιν για το εμπόριό του. Για τα λάδια του δηλαδή και ήλθε να μιλήσουμε για υποθέσεις. Να κάμουμε δουλειές μαζί.

    Η κ. Αναστασία, ασυνήθιστη να της αντιστέκονται, σταύρωσε τα χέρια της, του έρριψε ένα βλέμμα οίκτου και είπε:

    - Πτωχέ, Παναγιώτη, είναι η αλήθεια πως μίλησες πολύ για τα λάδια, μα στέκουσαν αντικρύ σαν λαδωμένος ποντικός και ούτε του ανέφερες πως έχεις κόρη.

    - Και πώς μπορούσα ν’ ανακατώσω την κόρη μου μέσα στα λάδια! Ήξευρα αν ήταν ελεύθερος;

    - Αδιάφορο, ρίχνει κανείς σε κάθε νέο άνθρωπο εμπρός και ένα δυο λόγια για το θησαυρό του σπιτιού του. Αδιάφορον, αν ο ίδιος δεν τύχει ελεύθερος, μπορεί να έχει αδελφό, εξάδελφο, θείο. Ενώ σου λέγει ο άνθρωπος πως είναι ξένος και στενοχωρείται, κάθεσαι βουβός και ούτε καν τον προσκαλείς στο σπίτι. Καλά που έτυχε να έλθω εγώ εκείνην την στιγμήν και ν’ ακούσω του ανθρώπου το παράπονο και να του ανοίξω το σπίτι μου και να τον υποδεχθώ σαν παιδί μου.

    Και ν’ ακριβαγοράζω τα γλυκίσματα της Lebon, να του λέγω πως είναι εργόχειρα της Πιπίκας.

    Και να του πάρω τα λινά του μαντίλια να τα στείλω να τα κεντήσουν οι περίφημες Θεραπειανές κεντήστρες και να του πω πως τα κέντησε η Πιπίκα. Να του πω η κόρη μας πως αγαπά την μοναξιά.

    Εδώ η κ. Ζωίτσα η αδελφή της κυρίας Αναστασίας, η χήρα, την διέκοψε και είπε:

    - Ναι, η αλήθεια είναι του Θεού και θα την πω. Θυμούμαι που η Πιπίκα κτυπούσε τα πόδια της και δεν ήθελε να ζήσει στην επαρχία και η Αναστασία την έλεγε:

    «Τρελή, πάρ’ τόνα και κατόπιν θα τον διευθύνεις εσύ όπως θέλεις. Είναι ανάγκη να ζήσεις στην επαρχία; Κάμνεις την άρρωστη, κρυφοπληρώνεις κανένα γιατρό και του λέγει του δικού σου πως η επαρχία είναι για σένα θάνατος και έρχεσαι και ζεις εδώ σαν βασίλισσα.»

    - Να ζήσεις, Ζωίτσα μου! Γιατί οι άνδρες είναι εγωισταί και με τον εγωισμό τους πάντα καταπικραίνουν τα ασθενή πλάσματα τις γυναίκες. Καλά τα θυμήθηκες.

    Ο κ. Μαυρούλης έφυγε πολύ θυμωμένος.

    Η κ. Μαυρούλη τον εκεραυνοβόλησε με ένα φιλιππικόν, ο οποίος έγινε κατόπιν καταρράκτης εναντίον όλων των ανδρών και ηύρε ότι πολύ την αδίκησε ο Θεός να την ρίψει στα χέρια ενός τέτοιου ανθρώπου.

    Η κ. Ζωίτσα και η κ. Παγωνία, η εξαδέλφη της κ. Αναστασίας, δηλαδή σύσσωμον το ακροατήριον, εξέφρασαν με σχήματα και μορφασμούς την αγανάκτησίν των εναντίον των ανδρών, αν και η σεβαστή χήρα πολύ επικραίνετο που έχασε παράκαιρα τον μακαρίτη, τη σκέπη του σπιτιού της, η δε κ. Παγωνίτσα πολύ επικραίνετο, που δεν κατόρθωσε με τόσα μέσα να εύρει κι εκείνη ένα σύζυγον, αλλά και δεν ήτο ακόμη πολύ απελπισμένη.

 

      «Μητέρα μου,

    Η κόρη σου είναι δυστυχισμένη. Η γριά μητέρα του συζύγου μου με περιφρονεί που είμαι ξένη και όχι μόνον δεν έχω επιρροήν καθόλου εγώ στον σύζυγόν μου, αλλά και δεν έχω εξουσίαν να φάγω κάτι που θέλω, αν δεν ρωτήσω την πεθερά μου. Εννοούν να φορέσω τα φορέματα της πατρίδος των.

    Ο σύζυγός μου δεν εννοεί να ακούσει παράπονα, διότι εργάζεται, λέγει, όλην την ημέραν, και το βράδυ εννοεί να ησυχάσει.

    Ακούει όμως με πολλήν προθυμίαν της μητρός του τας συκοφαντίας και με κάθε τρόπον μου δεικνύει πως είναι μετανοημένος διά την εκλογήν του. Έκαμα φίλον μου τον ιατρόν κατά συμβουλήν σας.

    Ο ιατρός είναι ένας νέος πολύ του καλού κόσμου και σπούδασε στο Παρίσι.

    Ενώ του διηγούμην τα βάσανά μου και την σύμπραξίν του, ενώ του εζητούσα, να πει δηλαδή δυο καλά λόγια, ότι το κλίμα με βλάπτει και πρέπει να με φέρουν εις την πατρίδα μου, εμβαίνει μέσα η πεθερά μου σαν στρίγκλα, αρχίζει να βλασφημεί και να υβρίζει με τα χειρότερα επίθετα.

    Την κατά μόνας συνδιάλεξίν μου με τον ιατρόν την ενόμισαν ένοχον και, χωρίς να καλοεξετάσει το πράγμα, έγινε μανιώδης. Εγώ, διά να παύσει το υβρεολόγιον, ελιποθύμησα, αλλά με αφήκεν η άσπλαχνη μόνην και, αφού επόνεσαν τα κόκαλά μου επάνω στα σανίδια, σηκώθηκα και … ευρέθηκα κατάντικρυ στον σύζυγόν μου. Αχ, τι παράξενη και βάρβαρη διδασκαλία της ηθικής που έχουν, μητερίτσα μου!

    Εκείνος, που τόσο σας εδέσμευσε με τους καλούς τρόπους του, σήκωσε το χέρι του και μ’ εκτύπησε.

    Αχ, μητέρα μου, εβιαστήκατε· η εκλογή σας δεν ήτο καλή εκλογή. Λυπηθείτε με, θ’ αποθάνω…»

 

    Η κ. Αναστασιάδου, εδώ σ’ αυτήν την γραμμήν, σηκώθηκε και ο κυρ-Παναγιώτης είπε:

    - Τα βλέπεις; Θυσίασες άδικα τη μονάκριβη μας.

    - Εγώ;

    - Αμέ ποιος; Εγώ καθόλου, όπως ξέρεις, δεν ανακατώθηκα.

    - Εγώ φταίω! Πού να ξέρω πως σχετίζεσαι με τέτοια θηρία! Εσύ μ’ εσύστησες εκείνην την καταραμένην μέρα σ’ αυτό το θηρίο, και όταν εγώ με μισό στόμα τους προσεκάλεσα, εσύ βιαστικά τον πήρες και τον έφερες χωρίς μάλιστα να μας ειδοποιήσεις και παρ’ ολίγον να παρουσιασθώ αντίκρυ του χωρίς σγουρά.

    Έφταιξε και η Πιπίκα, δεν σου λέγω, να δείξει αμέσως τόση συμπάθεια σ’ ένα εξωμερίτην, να του κάμνει τόσες κοκεταρίες… μα εσύ, Παναγιώτη, είσαι η αιτία που βασανίζεται το παιδί μας. Εγώ ξέρεις, πάντα ασθενές πλάσμα, γυναίκα, δε μπορώ να πω μπροστά σου ούτε ναι ούτε όχι…

    Ο κ. Παναγιώτης σαν να κολακεύθηκε λιγάκι σ’ αυτό το τελευταίο και επί τέλους άνοιξαν τα μάτια του και είδε πως είναι και πολύ φταίχτης μάλιστα, ώστε είπεν έτσι με πολύ αέρα:

    - Τώρα να τους χωρίσουμε!

    - Να τους χωρίσουμε τώρα; Α, όχι. Να τους χωρίσουμε, για να χαρεί η αδελφή μου η Ζωίτσα και να μου λέγει πως κάμνει καλά εκείνη που δε βιάζεται; Βιάζεται και παραβιάζεται, μα ποιος την παίρνει την μάγισσα την κόρη της; Να τους χωρίσουμε, για να χαρούν οι εχθροί μας; Αυτό, Παναγιώτη μου, δεν θα γίνει.

    - Μα το κορίτσι γράφει που θα πεθάνει.

    - Δεν πεθαίνει. Εσύ έφταιξες, τώρα εσύ συλλογίσου να βρεις ένα τρόπο να ξεμπλέξεις τα πράγματα. Εγώ… ξέρεις γυναίκα…

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA