Ο Αδαμάντιος Παπαδήμας γεννήθηκε στη Χαλκίδα στα 1897. Ακολούθησε νομικές σπουδές και στα 1920 άρχισε το δημοσιογραφικό του στάδιο από την εφημερίδα «Εμπρός». Το λογοτεχνικό του στάδιο το άρχισε το 1917 βγάζοντας μαζί με τον Γ. Κυριακίδη το λογοτεχνικό περιοδικό «Αυγή». Στα 1923 εξέδωκε μαζί με το γλωσσολόγο Μένο Φιλήντα το περιοδικό «Κριτική» , και έπειτα την «Κριτική και Τέχνη». Στα 1951 έβγαλε το λογοτεχνικό περιοδικό «Τα Χρόνια μας». Έχει εκδώσει σε τόμους: «Ρόζα», διηγήματα, 1923, «Ο Χαφιές», νουβέλα, 1925, «Ελεύθερη Αγάπη», νουβέλα, 1926, «Κακόμοιροι Άνθρωποι», νουβέλλα, 1930, «Ψυχανάλυση», νουβέλα, 1939, «Οι Απόκληροι του Έρωτα», μυθιστόρημα, 1943, «Αυτοί οι Τίμιοι Άνθρωποι», 1944, «Οι Αδάμαστοι», το χρονικό μιας εποχής, 1946. Εξέδωσε επίσης τα τεχνοκριτικά: «Η Δημοτική και η Αισθητική της», δοκίμιο, 1926, «Το πνεύμα της γνώσης, μια απάντηση», 1930, «Εισαγωγή στη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία», δοκίμιο, 1931, «Ο Ρομαντισμός», δοκίμιο, 1938, «Λογοτεχνικά χρονικά», 1944, «Στοιχεία συγκριτικής φιλολογίας», δοκίμιο, 1945, «Νέα Ελληνική Γραμματολογία», γενικά στοιχεία, 1948. Μετέφρασε μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών έργων.

 

ΩΡΕΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ – Αδαμάντιος Παπαδήμας

         

Ανταριασμένη θάλασσα ο κοσμάκης, που ξεχυνότανε με στηθοχτύπια, πρωί πρωί στους δρόμους. Πιστός τους σύντροφος το σακούλι – άδειο τις πιότερες φορές. Η απελπισία φούσκωνε το στήθος των πεινασμένων. Καμιά ελπίδα για να δώσει ζεστασιά στην παγωμένη καρδιά τους. Από παντούθε μαύρα μαντάτα. Η ηρωική γωνιά της γης της λευτεριάς και του πολιτισμού στέναζε κάτω από τη μπότα των νέων ούννων και των φτεροφόρων γελοίων. Φαρμάκι η δίκαιη αγανάκτηση των ακατάβλητων ελλήνων, έτρωγε τα σωθικά τους. Χαροπάλευαν και δέρνανε αλύπητα οι σαρωμένοι στην Αλβανία φασίστες. Να δίνουνε προσταγές, να κορδώνουνται οι νικημένοι! Καυχησιάρηδες οι ξεφτελισμένοι!

Λαχάνιασμα μ’ έπιανε σαν τα συλλογιζόμουν όλ’ αυτά. Άναρθρα λόγια βγαίνανε από τα χείλη μου, όπως γύριζα, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, στην απόμερη κάμαρή μου. Μια απόβαθη φωνή, ένας σφιχτός, γοργόρηχτος ήχος, ήταν τ’ άναρθρα λόγια μου. Άφριζα, σκύλιαζα, έβριζα.

Έφτασα στην κάμαρή μου, αφού πρώτα πέρασα από τη στενόμακρη αυλή. Του κάκου πάσκιζα να οσμιστώ καμιά μυρωδιά από φαΐ, όπως πριν, τον καιρό της λευτεριάς, που μου’ ρχονταν τα γιαχνιστά και τα τηγανητά στη μύτη και μου ξύπναγαν λαίμαργες επιθυμίες.

Τώρα πάθαινα κάτι άλλο… Κάθε φορά, που διάβαζα σε κανένα βιβλίο όμορφα, λιχούδικα φαγιά, συλλογιζόμουν, πως εκείνος που τα’ γραφε θα ήταν πεινασμένος κι έβρισκε παρηγοριά στην περιγραφή του. Στο τέλος όμως σαν έβλεπα, πως ο συγγραφέας επέμενε στις λεπτομέρειες των φαγιών, πέταγα το βιβλίο με θυμό, με αγανάχτηση. «Κοιλιόδουλε!» μουρμούριζα.

Αλήθεια η πείνα φέρνει υπεροξύτητα στις αιστήσεις. Όλες οι αιστήσεις ξεγελιούνται. Να, το πρωί που’ βλεπα ένα καροτσάκι με ξύλα για τη σόμπα, μου φανήκανε κοντά, ναι, πολύ κοντά, για ψωμί από κομμένα καρβέλια!

«Δεν βαριέσαι, συλλογίστηκα, ανοίγοντας την πόρτα της κάμαρής μου, είν’ ανάγκη να’ χουμε ώρες ορισμένες να τρώμε; Μια ιδέα είναι κι αυτή… Έχουν δίκιο οι φυσιοθεραπευτές, όταν λένε, πως πρέπει να καταργηθούνε οι ορισμένες ώρες, για το φαΐ. Τι θα πει αυτό; Εκβιάζουμε το πεπτικό μας!».    

Μα όπως ο χτύπος του τυμπάνου κεντάει το θάρρος του στρατιώτη στη μάχη, έτσι κι εγώ, σαν αντίκρυσα το πιάτο, με τα λίγα ελιοκούκουτσα που είχα αφήσει το μεσημέρι, πάνω στο τραπέζι, ένιωσα τα σωθικά μου να σφίγγονται. Έβγαλα από το συρτάρι το κιτρινόψωμο – ήταν δεν ήταν είκοσι δράμια. Αρτόδεντρο ειχ’ ακούσει πως το λέγανε στο φούρνο. Ήταν κολλημένο στο χαρτί, όπως το μοιράζανε οι φουρναρέοι. Αυτό μας το ’δινε γενναιόδωρα – ο καμποτίνος ο Μουσολίνι – ο πειρατής της Μεσογείου, όπως τον είχε βαφτίσει πετυχημένα σε μια γαλλική εκπομπή του ο ραδιοσταθμός της Μόσχας. Έπλυνα το μάτσο τη ρόκα, που κράταγα μ’ ευλάβεια , και κάθησα για να φάω. «Αποτοξίνωση μια φορά!» συλλογίστηκα. Α. τι ξεχασμένος που είμαι!... Πετάχτηκα με χαρά, ορθός. Εκεί δα στο παράθυρο είχα δυο κεφάλια σκόρδο. Τ’ άρπαξα λαίμαργα. Ύστερα έρριξα τριγύρω μου γρήγορες ματιές σα να’ ψαχνα, σα να περίμενα να βρω κι άλλα φαγώσιμα. Του κάκου. Σαν τελείωσα το κιτρινόψωμο, άρχισα να μαζεύω τα ψίχουλα. Η αγωνία για την αυριανή ημέρα, για τα χειρότερα, μου τριβέλιζε το μυαλό. Πως έκαιγε αυτό το σκόρδο! Κακόμοιρε άνθρωπε, πως ποδοπατήθηκε από τους βαρβάρους, η αξιοπρέπεια σου!...

Βήματα βαριά ακούστηκαν έξω. Αφουγκράστηκα. Μιλούσανε γερμανικά. Έτρεξα στο παράθυρο, μην τυχόν ξεπρόβαλλε από πουθενά καμιά φωτεινή λουριδίτσα. «Sales Boches!» μου ήρθαν στο νου τα λόγια ενός Γάλλου παλιού πολεμιστή, που γνώρισε από τα 1916, τη βαρβαρότητα των γερμανών. Ύστερα θυμήθηκα, πως σαν ήμουν μικρός, άρχισα να μαθαίνω γερμανικά. Μα γρήγορα τα παράτησα. Τόσο αντιπαθητική ήταν για μένα η γοτθική γραφή τους – οι ατέλειωτες, τραχιές και δυσκολοπρόφερτες λέξεις τους. Που να’ ξερα, πως οι γερμανοί θα γίνονταν οι δήμιοι της πατρίδας μου! Α, δεν πάει άλλο σκόρδο πια κάτω. Καίει κι η ρόκα… Μια παρηγοριά μου μένει: σε λίγο, που θα πλαγιάσω, θα μπορώ να συλλογιέμαι καλομαγερεμένα φαγιά… Δεν είναι κοιλιοδουλία, λιχουδιά αυτό… «Αγαπούμε αιώνια το χαμένο» δεν είπε ο Ίψεν; Δεν το’ πε βέβαια, για τόσο υλικά πράματα. Μα τι να γίνει;… Είναι κι αυτή μια παρηγοριά… Λησμόνησα… Έχω και μια άλλη παρηγοριά… Ένα βιβλίο, που μου το εμπιστεύθηκε κάποιος φίλος. Οι «γερμανοί αυτοκρινόμενοι», είναι ο τίτλος του. Το ξετρυπώνω μέσα από το ξεκοιλιασμένο στρώμα του κρεβατιού μου, όπου το’ κρυψα, και πλαγιάζω περισσότερο πεινασμένος… Ξαφνικά, σαν αστραπή μου ’ρχεται ο πόθος του ταξιδιού… Να φύγω… Να πάω εκεί στην επαρχία, στο συγγενικό μου σπίτι, για λίγον καιρό, για μερικές βδομάδες… Οι συγγενείς μου αυτοί έχουνε τον τρόπο τους… Έχουνε σοδειά… Εκεί είναι ιταλοί… Νικήσανε, βλέπετε, οι άνθρωποι και ξεχυθήκανε στον φτωχό τον τόπο μας, για να τον καταχτήσουν, δικαιωματικά!... Τριπλή κατοχή! Φρίκη… Να φύγω…  Να φύγω να…  Α. τι χαρά που νιώθω στη σκέψη αυτή… Μα μου δηλητηριάζει τη χαρά μου η λιγούρα, που δεν μ’ αφήνει καθόλου…

Ανοίγω το βιβλίο: οι «γερμανοί αυτοκρινόμενοι», «γερμανικά λόγια».

«Σε ποιο μέρος βρίσκεται το δίκιο; Εκεί, όπου βρίσκεται η δύναμη». Ο Μαξιμιλιανός Χάρντεν τα είπε αυτά. Σπουδαίος δημοσιολόγος του λόγου του!... Ηγεμόνες, καγκελάριοι, φιλόσοφοι, ιστορικοί, αξιωματούχοι, καθηγητές, ποιητές, δημοσιολόγοι, λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, γερμανοί, όλοι τους μιλάνε, ποιος λίγο ποιος πολύ, με τη λογική του Μαξιμιλιανού Χάρντεν!... Να τώρα κι ο Φρειδερίκος ο Β’: «Αν έχουμε να κερδίσουμε, με το να είμαστε τίμιοι, ας είμαστε, αν όμως πρέπει να γίνουμε απατεώνες, ας γίνουμε!» γράφει… Αμ ο περίφημος Μπίσμαρκ τι σου λέει;

«Δεν είναι κακό πράμα να ιδούμε το Παρίσι, τη Βαβέλ αυτή, να καταστραφεί ολότελα· μ’ αυτό είναι αδύνατο, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι γιατί πολλοί γερμανοί από την Κολωνία κι από την Φραγκφούρτη έχουνε μεγάλα κεφάλαια τοποθετημένα εκεί».

Αυτά τα γράφει ο Μπίσμαρκ στ’ «Απομνημονεύματά» του… Ήταν ειλικρινής, βλέπετε ο άνθρωπος! Και πιο κάτω:

«… Η κόμησσα Μπίσμαρκ είναι πολύ καλά τώρα. Υποφέρει μόνο από το άγριο μίσος της, ενάντια στους γαλάτες. Θα επιθυμούσε να τους δει όλους νεκρούς, ακόμα και τα μικρά παιδάκια, που δε φταίνε, μολαταύτα, αν έχουνε τόσο απαίσιους γονείς».     

Τα μικρά παιδάκια!... Οι βάρβαροι απόγονοι του Μπίσμαρκ τις υποθήκες του μεγάλου τους προγόνου, θα είχαν στο μυαλό τους και στην καρδιά τους, όταν σφάξανε ομαδικά τ’ άμοιρα τα παιδάκια, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο και σε τόσα άλλα χωριά της Ελλάδας!

Ανακλαδίστηκε μέσα μου η δίκαιη αγανάχτηση ξανά.

Ο μουδιασμένος, από τη συφοριασμένη ζωή, εαυτός μου, αναταράχτηκε. Χιλιοδιπλώνει τα πάντα η σκλαβιά, γύρω μου… Κατακάθεται φοβερή. Και μέσα στην ολοσκότεινη νύχτα, που τη βουβαμάρα της την ταράζει η βαριά περπατησιά των ούννων, νιώθω αβάσταχτη, την πείνα μου… Να φύγω… Ίσως, εκεί στην επαρχία μπορέσω και ξεχνάω κάπως τη σκλαβιά μας.

Να φύγω! Και θα φύγω το γρηγορότερο… Φτερουγίζει μέσα μου ξανά, η ελπίδα. Τα πολυαγαπημένα μου μικροπράγματα, μέσα στην κάμαρη μου φαίνονται εχθρικά, τώρα… Μ’ ενοχλούν οι παγωμένες άκρες από τα δάχτυλά μου. Δεν είναι πια η καλή, η γαλήνια νύχτα, που ζύγωνε άλλοτες, καλοδεχούμενη. Τη μολεύει η ανάσα των ούννων, των φτεροφόρων του Ντούτσε!...

Ξαναπαίρνω το βιβλίο, ευλαβικά, παρήγορα.

Κάπου παίρνει το μάτι μου τ’ όνομα του Γκαίτε… Α, να, το βρήκα… Είναι στη σελίδα: «τα λόγια των ποιητών». Διαβάζω: «Oι πρώσσοι είναι φυσικά σκληροί. Ο πολιτισμός θα τούς κάνει άγριους». Κι ο Χάινε. Κι αυτός λοιπόν παγγερμανιστής; «Δεν είναι μόνο η Αλσατία κι η Λωραίνη, που θα μας ανήκουν, αλλ’ η Γαλλία ολάκερη κι η Ευρώπη κι ο κόσμος όλος. Ναι, όλος ο κόσμος θα γίνει γερμανικός. Συχνά ονειρεύτηκα την κυριαρχία αυτή της Γερμανίας, σαν περπατούσα στα δάση της πατρίδας μου».

Ντόυτσλαντ, Ντόυτσλαντ Ούμπερ άλλες, δεν τραγουδάνε οι γερμανοί;

 

 

Πρωί πρωί, την άλλη μέρα άρχισα να τρέχω, για την άδεια του ταξιδιού. Αγκομαχητό σωστό. Το μυαλό μου ανάβει εκεί μέσα στο ιταλικό γραφείο, που περιμένω… Μερικές στιγμές θαρρώ, πως ονειρεύομαι… Τα χάνω τότε και θέλω να φύγω να μη σταθώ ούτε λεπτό… Μια γυναίκα μιλεί, πίσω μου, μ’ έναν ιταλό αξιωματικό. Δεν μπορώ να καταλάβω, αν είναι ιταλίδα, γιατί μιλάει, δίχως να κομπιάζει τα ιταλικά. Τη βλέπω, που γλαρώνει τα βαμμένα μάτια της, μ’ έναν τρόπο σα να θέλει να δώσει μια προκλητική γλύκα στο βλέμμα της. Και την ακούω που λέει στον ιταλιάνο αδιάντροπα:

- Α, εγώ είμαι σίγουρη, για τους ειλικρινείς θαυμαστές μου. Γι’ αυτό και δεν τσιγγουνεύομαι καθόλου, τους δίνω ό,τι μου ζητήσουν…

Αν είναι ελληνίδα, συλλογιζόμουν, θα’ χανε οι φρατέλοι να λένε, πως ετσαλαπατήσανε τις γυναίκες μας…

Να, τώρα, που ο ιταλός της λέει:

- Εδώ, στον τόπο σας, στη μπέλλα Γκρέτσια, θα μείνουμε για πάντα!...

Ο πιθηκάνθρωπος ακκίζεται. Το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Μου’ ρχεται να του φωνάξω:

- Θα μείνετε για πάντα, μα θα μείνετε κάτω από τα τιμημένα χώματα της γης αυτής!...

 

 

           

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA