ΚΟΡΗ ΕΥΠΕΙΘΗΣ

Η κυρία Παρθενιάδου, επαινούσα την πρωτότοκόν της Αμαλίαν, λέγει αυτά σταυροκοπούμενη.

    Όχι να καυχηθώ, έδωκα στα παιδιά ανατροφή. Με σέβονται και έξω από τα λόγια μου δε βγαίνουνε. Θεοφοβούμενα, ποτές τους νηστεία δεν χαλνούνε. Εκείνη η Αμαλία μου (όχι να το παινεθώ), όλοι την λένε κορώνα των κοριτσιών. Άλλη να ήτανε τον κυρ Ιορδάνη άντρα της τον έπαιρνε; Ποτές δεν το ’κανε, μα η Αμαλία μου το χρυσό μου το κορίτσι τον πήρε, για να μην πει όχι σε μένα.

Καλά έκαμα και δεν τα ’μαθα πολλά γράμματα τα παιδιά μου, να πάρει ο νους τους αέρα και να θέλουνε να σηκώσουνε κεφάλι.

Τί έχει ο κυρ Ιορδάνης; νοικοκύρης άνθρωπος, που έχει δέκα κλειδιά στην τσέπη του, από σπίτια και από μαγαζιά. Θα ζήσει σαν βασίλισσα και ύστερα αυτός με τα βουνά ίσια ίσια δεν θα ζήσει, παίρνει έναν άντρα όπως τον θέλει. Πηγαίνω στο σπίτι της και την καμαρώνω· του πουλιού το γάλα της φέρνει, αυτοί οι Ανατολίτηδες αγαπούν τη γυναίκα. Ας έχει την ευχή του Χριστού και της Παναγίας, που μ’ άκουσε και τον πήρε.

Αν έπαιρνε κανένα παλλικαράκι και ζούσε άσχημη ζωή, καλά ήτανε; Αμ’ αυτά κι αυτά κάμνουν τις κοπέλες και κακοπέφτουνε ή γένουνται γεροντοκόριτσα.

Αυτά λέγει η κ. Παρθενιάδου μονολογούσα (και εν ομηγύρει) χωρίς να πάρει αναπνοήν.

Η Αμαλία έγινε κυρία Ιορδάνου και κατ’ αρχάς την εμέθυσεν ο πλούτος του γέροντος.

Έγινε η κομψοτέρα γυνή του πολυθορύβου Πέραν, και αι ενδυμασίαι της εκίνουν την ζηλοτυπίαν όλων.

Δι’ αυτό η κ. Παρθενιάδου έχαιρε τόσο πολύ δια την πρακτικήν ιδέαν και δια την επιτυχή εφαρμογήν της ιδέας ταύτης.

Καμία δεν ετόλμησε να αποκαλέσει «θύμα» την Αμαλίαν, τα θύματα δεν φαίνονται τόσο αστραπηβόλα και τόσο ευτυχή.

Εις τον πολυτάραχον βίον, εις τον οποίον ερρίφθη η Αμαλία, δεν εύρισκε καιρόν να σκεφθεί δια τον σύζυγόν της, ώστε την ζωήν του δεν την εύρισκε περιττήν ακόμη.

Μίαν εσπέραν επέστρεψε μελαγχολική, έβρισε τας υπηρετρίας και είδε δια πρώτην φοράν το ερρυτιδωμένον πρόσωπον του συζύγου της, όστις την εθαύμαζε με ανοικτόν στόμα.

Η Αμαλία ηγάπα.

Γνωρίζετε εις ποίον τυχαίως και μοιραίως ερρίφθησαν τα βλέμματα της νεαράς γυναικός, συνελθούσης εκ της μέθης της; Εις τον κ. Πολύκαρπον Παυσανίαν ο οποίος έγινε τριάκοντα πέντε ετών χωρίς να κατορθώσει να εύρει εργασίαν και κατ’ άλλην έκδοσιν, κατώρθωσε να μη εύρει εργασίαν, μέχρι της σεβαστής αυτής ηλικίας.

Είχε αδελφήν ράπτριαν και εκείνη ράπτουσα νύκτα και ημέραν τον ενέδυε ευπρεπώς και τον έβλεπε κανείς πάντοτε κομψόν, να παίζει χαρτιά από πρωίας μέχρι εσπέρας, εις τα απέναντι του κήπου των Μνηματακίων καφενεία. Όλα με την σειράν τα ετίμα δια της παρουσίας του.

Αυτόν η Αμαλία ηγάπησε και επειδή ο έρως τού αφήρει αρκετάς στιγμάς από τα χαρτιά, έπρεπε ν’ αποζημιωθεί και η Αμαλία τού έδιδε κατ’ αρχάς περισσευμένα χρήματα, κατόπιν περικόπτουσα εκ των δαπανών της και επειδή ο Νάρκισσος έγινεν απαιτητικότερος, μίαν φοβεράν ημέραν, ενώ ο κ. Ιορδάνης εκοιμάτο, ήνοιξε το χρματοκιβώτιόν του και έκλεψεν εκατόν λίρας.

Τεταραγμένη, με κόμην ανορθωμένην περιέβλεπε δεξιά και αριστερά, ως να είχον ζωήν αι επί του τοίχου εικόνες, ως να έφερεν εκάστη λίρα την υπογραφήν του συζύγου της.

Δεν παρήλθε πολύς καιρός και το ταχυδακτυλουργόν πείραμα επανελήφθη.

Πότε! Θεέ μου, θα πεθάνει; Είναι τόσο γέρος. Πάρε τον μια ώρα γρηγορότερα, να ησυχάσω κι εγώ.

Ήτο βεβαία δε ότι δεν θ’ αργήσει να αποθάνει αφού μάλιστα τόσον θερμώς παρεκάλει προς τούτο τον πολυεύσπλαγχνον Θεόν.

Την εσπέραν της δευτέρας αφαιμάξεως ο κ. Ιορδάνης εκοιμήθη ενωρίς και η Αμαλία μετά του ανεψιού, φοιτητού της ιατρικής, μετέβη εις την reunion της φίλης της κ. Κωνσταντινίδου.

Έπαιξαν εκλεκτά κομμάτια στο πιάνο, έπαιζε ο έξοχος μανδολιστής κ. Σέλβες μανδολίνον, εχόρευσαν· και ο κ. Πολύκαρπος Παυσανίας αφήκε προς στιγμήν τα χαρτιά και εχόρευσε τη Ρωσική μαζούρκα μετά της Αμαλίας.

Αίφνης η θύρα ήνοιξε και εισήλθεν ο κ. Ιορδάνης, ερυθρός ως αποπληκτικός και με οφθαλμούς αιματηρούς και τρέμων.

Όλοι προησθάνθησαν συμφοράν και ο φαιδρός χορός εσταμάτησεν. Η Αμαλία προησθάνθη αληθέστερα πράγματα, διότι εκλονίσθησαν τα γόνατά της, εβόμβουν τα ώτα της, και θα έπιπτε αν δεν την εβάσταζε, σχεδόν εις τας αγκάλας του ο κ. Πολύκαρπος.

Ο κ. Ιορδάνης διέσχιζε κλονιζόμενος τους χορευτάς, εκεραυνοβόλησε την σύζυγόν του δι’ ενός βλέμματος, ήγειρε την αθλητικήν χείρα του, της έδωκε φοβερόν ράπισμα και τα χείλη του τα υποτρέμοντα εψιθύρισαν εις διαφόρους τόνους.

¾    Κλέφτρα! Κλέφτρα! Κλέφτρα!

Ποίον ήτο βαρύτερον, το ράπισμα ή η ύβρις; Αγνοώ, αλλά και τα δύο τόσον εβάρυνον επί της θυγατρός της κ. Παρθενιάδου, ώστε εκείνος ο οποίος επιθυμεί να την γνωρίσει, θα την εύρει εις το εθνικόν φρενοκομείον, μεταξύ των επικινδύνων παραφρόνων αλυσσόδετον.

Ανοίγει φοβερά τους οφθαλμούς της και λέγει με αφρισμένα χείλη «κλέφτρα, κλέφτρα, κλέφτρα».

Η κ. Παρθενιάδου δεν απαγγέλλει τον μονόλογόν της πλέον.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA