Ο ξένος

 

    Είχε το γόητρον του ξένου, δηλαδή του αγνώστου. Αλλά, πριν να έλθει εις την επαρχίαν, έτυχεν ένας φίλος του, λιγάκι ενθουσιώδης και σύμφωνος με την διάθεσιν της στιγμής, που του έκαμεν ένα πανηγυρικόν, και οι επαρχιώται επίστευον, οι επαρχιώται τον περιέμενον, με ανυπομονησίαν σαν τον Μεσίαν. Και, όπως όλους τους αναμενόμενους Μεσίας, ήρχισαν να τον στολίζουν με διάφορα μαγικά χαρίσματα και φαντασία η εξημμένη έπαιζε το μέρος της και οι εξ επαγγέλματος ψεύσται έπλαττον διάφορα ανέκδοτα επιστημονικής δεινότητος, αφιλοκερδείας και ιπποτισμού. Ακόμη και το εξωτερικόν του εζωγραφήθη με χρώματα ωραιότερα· και όταν τον είδαν χλωμόν και μικροκαμωμένον, με φωνήν σβησμένην από την συγκίνησιν που του προξένησεν η τόσον θερμή υποδοχή, δεν απεγοητεύθησαν, όπως μπορεί κανείς να υποθέσει, αλλά τον εύρον όπως τον ονειροπόλησαν.

    Με μίαν τοιαύτην προκατάληψιν ενεθρονίσθη εις την επαρχίαν ο ιατρός, προσωπικότης, της οποίας τας σχέσεις επιζητούν οι άντρες και δια την οποίαν πλάττουν όνειρα γλυκύτατα αι νέαι κόραι… Εκείνος, χωρίς να γνωρίζει όλα τα παραμύθια της φήμης του, κάθισεν εις το δωμάτιον συλλογισμένος, άνοιξε το παράθυρόν του και είδε την Προποντίδα, ολογάλανη και λείαν, ν’ αφήνει με καλοσύνη να γλιστρούν στα νώτα της τα ελαφρά καραβάκια με τα ολόασπρα πανιά, και δάκρυσεν, όταν είδε κατόπιν μέσα εις το δωμάτιόν του φωτογραφίες της νοικοκυράς του και εργόχειρα και έπιπλα ξένα. Ο εκπατρισμός τον έκαμε να πονέσει και μέσα από το κιβώτιον έβγαλε την εικόνα της μακαρίτισσας μητερίτσας του, που τον συνόδευε παντού, γραμμένη με φωτερές γραμμές μέσα εις την καρδιά του και αποτυπωμένη με σκιά επάνω εις το χαρτί. Τοποθέτησε επάνω στο τραπέζι τα βιβλία του, ένα ανθρώπινον κεφάλι που τόσον εφοβέριζε την αδελφίτσα του την μικρήν και μίαν γραμματοθήκην εργοχείρων της μεγάλης του αδελφής. Κατόπιν εχαμογέλασε· περιτριγυρίστηκε από γνωστά αντικείμενα και κατάλαβε πως το δωμάτιον είναι ιδικόν του.

    Από όλην αυτήν την ασχολίαν τον απέσπασεν η συρμένη φωνή της νοικοκυράς του, η οποία έλεγε:

    - Κυρ-γιατρέ, σας γυρεύουν εις ένα άρρωστον.

    Έφυγε γρήγορα, αφού γύρισε και είδε με αγάπην τα αγαπητά του αντικείμενα.

    Άμα έφυγε, δυο τρεις γειτόνισσες, φιληνάδες της νοικοκυράς, έτρεξαν να ιδούν το δωμάτιον. Όλα τα παρατήρησαν με προσοχήν και την φωτογραφίαν της γριάς και το ωραίον από ελεφαντόδοντο πλαίσιόν της, και την γραμματοθήκην, της οποίας για μια στιγμούλαν πήραν το σχέδιον, που θα κυκλοφορούσε σε λίγες μέρες εις όλην την επαρχίαν. Σκάλιζαν τα βιβλία και ηύραν μέσα άνθη πατημένα και κάτι γράμματα σε ξένη γλώσσα, μα επειδή εμοσχοβολούσαν, έβγαλαν τα τρελοκόριτσα διάφορα συμπεράσματα.

    Όταν η νοικοκυρά τας απέσπασεν, η επιθεώρησις των ολίγων νέων αντικειμένων δεν είχε συντελεσθεί και οι γειτονοπούλες έφυγον όχι πολύ ικανοποιημέναι.

 

    Στα καφενεία μέσα οι άνδρες μιλούσαν για την γραβάτα του γιατρού, για το σχήμα του πίλου του, για το ραβδί το απλούστατον και η οικογένεια που τον προσκάλεσε δια ελαφράν καταρροήν (το περισσότερον δια να τον καλογνωρίσουν από κοντά) εμεγάλωσε την αρρώστιαν και εμεγάλωσε και ο γιατρός μαζί με την αρρώστιαν. Πώς χαιρέτισε την υπηρέτριαν, πώς γλυκομίλησε τον άρρωστον, πώς εκαρδίωσε τους τριγυρινούς, πώς στάθηκε χαριτωμένα και πήρεν από χαριτωμένον χαρτοφυλάκιον και έγραψε την συνταγή, όλα ήσαν γλυκά και όλα διέθετον ευνοϊκώς τους επαρχιώτας.

    Κατόπιν, ήλθαν τα γράμματά του, αι εφημερίδες του, και οι επαρχιώται, μαζευμένοι εις το ταχυδρομείον, όπως μαζεύονται για να διαβάσουν τους φακέλους, διότι ο Τούρκος ταχυδρόμος δεν ξεύρει να διαβάσει ούτε ελληνικά, ούτε γαλλικά, έβγαλαν από τα γραμματόσημα διάφορα συμπεράσματα και ένας μάλιστα πρότεινε (όπως εγίνετο δι’ όλους τους ξένους) ν’ ανοίξουν κανένα γράμμα του γιατρού και οι άλλοι απεφάνθησαν «ότι δεν είναι καιρός ακόμη».

    Η στάσις του γιατρού εις την εκκλησίαν, ο τρόπος που έπαιρνε το αντίδωρον, όλα ήσαν καλά και άξια. Οι δε πτωχοί – α! – οι πτωχοί, τους οποίους κατά καθήκον επεσκέπτετο δωρεάν και τους ανεκούφιζεν, ήσαν ενθουσιασμένοι μαζί του.

    Και εσυλλογίζετο ο Δημήτριος Νικηφορίδης, με πόσον ολίγα πράγματα κερδίζεται η δημοτικότης. Χωρίς να την επιζητήσει την δημοτικότητα αυτήν, την απελάμβανεν ως δρόσον του ουρανού, ως ακτίνα του ηλίου.

    Τα βλέμματα όλων εμάντευσε ότι εκαρφώνοντο επάνω του ως βλέμματα φιλικά, έτοιμα να τον κρίνουν ευνοϊκώς.

     Εις τας μεγαλουπόλεις πίνουν τόσα πικρά ποτήρια οι ιατροί! Αι αντιζηλίαι αι ταπειναί των μικρών, ο όγκος ο επιβάλλων των μεγάλων, αι λαμπραί αίθουσαι της υποδοχής, εις τας οποίας πρέπει να δέχηται ένας καθώς πρέπει ιατρός, αι ραδιουργίαι των φαρμακοποιών, όλα, όλα τα εμέτρα και έζη εις την γαλήνην της επαρχίας.

    Και ηγάπα την επαρχίαν με όλας τας λεπτομερείας της· ακόμη και την μουσικήν των ατσιγγάνων την εύρισκε με ιδιοφυΐαν και την ήκουε με αγάπην. Έφερε και το βιολίον του και ήρχισε να παίζει· και διά να  τον ακούσουν, όλοι και όλαι ήρχισαν να επισκέπτονται πολύ συχνά τα τριγυρινά σπίτια. Έπαιζε μέτρια, αλλ’ εθεωρήθη καλλιτέχνης. Πάντοτε ο φακός της προκαταλήψεως τον εμεγάλωνε. Ένας μόνον εύρισκε πως ο ιατρός ήτο καλός άνθρωπος και προσεκτικός ιατρός και Θεός δεν είναι. Ο ιατρός τον ήκουε και δυσηρεστήθη· συνήθισεν εις το θυμίαμα και τώρα να τον αποκαλούν άνθρωπον, τω εφάνη ταπεινωτικόν.

    Ήλθεν η μοιραία ημέρα, κατά την οποίαν ο επί των φακέλων επέτρεψε ν’ ανοιχθεί ένα γράμμα του γιατρού. Ο ιατρός έλειπεν εις γειτονικήν κωμόπολιν χάριν εγχειρήσεως.

    Το γράμμα ανεγνώσθη εις επήκοον:

        «Αγαπητέ Δημήτριε,

    Δεν τους καλοξεύρεις τους επαρχιώτας και πλέκεις τόσους πανηγυρικούς. Σε μεθά η δημοτικότης, η οποία διά κάθε γνωστικόν άνθρωπον είναι ατμόσφαιρα επικίνδυνος, αλλοιούσα και αυτό το εγώ μας.

    Μάθε επί τέλους, να βλέπεις την πραγματικότητα με την αληθινήν της όψιν. Ναι, είσαι το είδωλον των επαρχιωτών. Αλλ’ εγώ σου ομιλώ εκ πείρας· έζησα και εγώ εις επαρχίας και απήλαυσα και εγώ το λιβάνι αυτό· υπήρξα δυστυχής διότι εμέθυα. Δεν λέγω ότι πρέπει να περιφρονείς τους επαρχιώτας –α όχι! – θέλω το δικό σου το καλό. Θέλω να μην πονέσεις πολύ, όταν ο άνεμος της δυσμενείας πνεύσει.

    Με ερωτάς διά την εγχείρησιν, την οποίαν απεφάσισες να κάμεις· στέλλω το γερμανικόν περιοδικόν, το οποίον ακριβώς αναπτύσσει ομοίαν περίπτωσιν θεραπείας διαφορετικής, κατά την οποίαν εγχείρησις δεν εθεωρήθη αναγκαία.

    Χθες ο συνάδελφός μας Κωνσταντινίδης μου είπεν ότι απεπλήρωσας το χρέος σου· εύγε!

    Καμία εύμορφη επαρχιώτισσα (και πλουσία) δεν σου κάμνει γλυκά μάτια; Δεν έχεις προσκλήσεις από πατέρας που έχουν κόρες της παντρειάς;

    Εγώ εύχομαι να γλιτώσεις γρήγορα από την επαρχίαν και να συνάξεις αρκετά χρήματα, να εξακολουθήσουμε τας σπουδάς μας εις την Ευρώπην.

    Πάλιν εις το ίδιον δωμάτιον, με την ίδια γιορτερήν φορεσιάν, με τα ίδια όνειρα, και να υπηρετήσομεν πάλιν ως ερυθρόσταυροι περιποιούμενοι στρατιώτας ανικήτους πληγωθέντας.

 

    Υ.Γ. Όπως σου είπα, δυσπίστει προς τους επαρχιώτας.»

 

    Η εντύπωσις υπήρξε κεραυνοβόλος. Οι επαρχιώται άραγε ανεγνώρισαν τον εαυτόν τους μέσα εις την εικόνα του νέου ιατρού; Άγνωστον.

    Για πρώτην φοράν ένας ομίλησε εναντίον του ιατρού:

    - Μας γελούσε τόσον καιρόν και στέλλει για μίαν παραμικράν εγχείρησιν και ζητεί συμβουλήν.

    Προσκαλείται ο σύζυγος της γυναικός που θα επάθαινε την εγχείρησιν και μανθάνει ότι η γυναίκα του μπορούσε να θεραπευθεί διαφορετικώς και μαίνεται και αρχίζει να ξεφωνίζει ότι:

    - Για να κερδίσει παράδες, να ξεπληρώσει τα χρέη του, ο πτωχός, ο αξυπόλυτος, και για να τρέχει εις την Ευρώπην να διασκεδάζει, κάμνει εγχειρήσεις και θανατώνει τον κόσμον.

    Έρχεται ένας χωρικός από την κωμόπολιν που έμενεν ο ιατρός και λέγει πως ο θείος του απέθανε.

    Τον φωνάζουν ότι ο γιατρός τον θανάτωσε, που δεν ξεύρει τα μάτια του να βγάλει. Μανθάνουν αι γυναίκες όση καταφρόνια ταις έγραψεν ο φίλος και ξεφωνίζουν, και μια γειτόνισσα, η οποία ονειροπόλησε τον γιατρόν διά γαμβρόν της, τώρα τρέχει μισοντυμένη στης νοικοκυράς του και λέγει, πως θα πάγει στην δημαρχίαν να πετάξει τον γιατρό, διότι δεν αφήνει την γειτονιά να κοιμηθεί με το τσουγκράνισμα του βιολιού του.

    - Ο χτικιάρης! λέγει της νοικοκυράς η ανεψιά η γεροντοκόρη, την οποίαν δεν εγύρισε να καλοϊδεί, καλά λέγει η κοκώνα Ζωίτσα, θεία, αυτός δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε και χθες δεν του άρεσε και το φαγί. Σαν να έτρωγε και ποτέ του καλύτερα! Ελάτε, κοκώνα Ζωίτσα, να ιδείτε τα ασπρόρουχά του όλο μπάλωμα, και τις κάλτσες του. Ελάτε να καταλάβητε πως ηύρε το χωριό μας και βυζαίνει πια και θανατώνει άδικα ο λιμασμένος. Ο κακομοίρης ο μπαμπάς μου, θα ζούσε ακόμη αν δεν τύχαινε αυτός αντίκρυ μας. Σαν κυπαρίσσι εστέκουνταν… Ο φονιάς!

    Τα παιδιά με επιθετικές διαθέσεις περιέμενον τον ιατρόν.

    Όταν επέστρεφε, είδε το ρεύμα της δυσμένειας. Ο φαρμακοποιός, σαν προνοητικός άνθρωπος, εφρόντισε και έφερε νέον ιατρόν και τον προσεκάλουν όλοι γεροί και άρρωστοι, διά να αποδείξουν ότι δεν τον θέλουν πλέον τον Δημήτριον. Μόνον εκείνος που είπε πως δεν είναι Θεός και δυσαρέστησε λιγάκι τον γιατρό, τον πλησίασε και του γλυκομίλησε. Ο γιατρός, ο οποίος εσυλλογίζετο με πόσον ολίγα πράγματα κερδίζεται η δημοτικότης, τώρα συλλογίζεται πως με πολύ ολιγότερα κερδίζεται η αντιδημοτικότης.

    Μα πώς πονεί! Θεέ μου, πώς πονεί! Τι τον έκαμαν!… Γιατί όλους τους θανάτους, και τους εκατοντούτεις, κυρ-Νικολή, τους αποδίδουν τώρα εις αυτόν; Πολύ πονεί και έκρυψε το βιολί του, για να μην το παίξει πια. Ακόμη και το κεφάλι του νεκρού, που έχει, κατακρίνεται ως αντιχριστιανικόν και η ανεψιά της νοικοκυράς λέγει ότι βλέπει άσχημα όνειρα και δεν μπορεί βρυκόλακα να έχει μέσα εις το σπίτι της. Ηναγκάσθη να το θάψει. Μα τα παιδιά του ρίπτουν χώματα από το παράθυρο και του έκαμαν τραγούδι και του το τραγούδησαν.

    Μάζεψε όλα τα αγαπητά του αντικείμενα και έφυγε μια ομιχλώδη ημέραν χωρίς να γυρίσει να ιδεί οπίσω του. Κάτι έσπασε, θαρρείς, μέσα του. Έσπασεν εκείνη η αγία εμπιστοσύνη εις ό,τι έβλεπε. Τώρα, κάτω απ’ εκείνα που βλέπει προσπαθεί να μαντεύσει νέα πράγματα και για κάθε λόγον και κάθε κίνημα των άλλων ζητεί και αυτός όπως οι περισσότεροι την αιτίαν και αφορμήν. Και ο καλύτερος άνθρωπος είναι εγωιστής, γιατί τώρα ψιλοεξετάζει τα αίτια της δυσμένειας, ενώ πρώτα καθόλου δεν συλλογίσθηκε να μετρήσει τους λόγους της δημοτικότητος. Άδικα όμως του εκαρφώθη στο κεφάλι ότι η κρίσις ανεπηρέαστος για κανένα δεν υπάρχει. Κρίσις αδέκαστος δίδεται, αλλά μετά πολλά χρόνια. Μία μέρα μέσα σ’ ένα καφενείο με πολλές πολλές βασιλικές προσωπογραφίες και με περισσότερον καπνόν λαθρεμπορίου, που έβγαινε μέσα από μυριόσχημες πίπες, ηκούσθη η επομένη συνδιάλεξις:

    - Στα 1884 μας ήλθε ένας καλός γιατρός, μα τέτοιοι ήμεθα και δεν τον αφήσαμε να χρονίσει.

    - Αλήθεια, καλός άνθρωπος και σεμνός.

    - Γιατί τον βγάλαμε;

    - Να, έτσι μας φάνηκε!

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA