Ναπολέων Παπαγεωργίου

 

 

Ο Ναπολέων Παπαγιωργίου γεννήθηκε το 1907 στην Αθήνα. Μετά το γυμνάσιο αναγκάστηκε να εργαστεί σε γραφεία και σε εργοστάσια για βιοπορισμό. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Ανάμεσα στους ανθρώπους», διηγήματα,1929, «Ο μπαμπάς Αφασίας», διηγήματα, 1931, «Ο παράδοξος Γκόσλος», διηγήματα, 1943, «Οι σαρκασμοί της κρύας γης», διηγήματα, 1944, «Το μάγο σπίτι», μυθιστόρημα, 1944, «Η πανέμορφη πλαγγόνα στο κουτί της», διηγήματα, 1957, «Ο μπαμπάς Αφασίας», 1959, Β’ έκδοση επαυξημένη, «Ρεξ Ίνγκραμ», διηγήματα, 1962.

 

 

         

 

 

Ο ΒΟΥΝΗΣΙΟΣ

 

     Πολλές μέρες και νύχτες, πέρασαν απ΄ την ώρα, που πρωτομπήκε στη βραχοσπηλιά του. Την βρήκε ακατοίκητη, από ανθρώπινα όντα, κι ίσως ίσως να΄ ταν και το πρώτο δίποδο που σύρθηκε ως μέσα της. Κ΄ έτσι θα΄ ταν, ακατοίκητη θα΄ μενε από αιώνες ως τα τωρινά: μέσα της δεν ύπαρχε το παραμικρό χνάρι παλιάς ζωής. Κι η μπασιά της, κι εκείνη κατάκρυφτη πίσω από χαμόδεντρα και βοτάνια ήταν, κι ολότελα τυχαία, καθίζοντας για λιγόχρονο ξεκούρασμα, έπεσε στην κώχη της. Τότε ξεκαθάρισε τον τόπο, παραμέρισε λιθάρια σφηνωμένα στο πετρόχωμα, έσπασε χαμόκλαδα – κι η βραχοσπηλιά τού φανερώθηκε καταμέλαψη κι αινιγματική. Δεν είχε παρά μικρό στόμιο, πλακουτσερό κι ανοιχτάπλετο. Σφύριξε μέσα της, για να μαντέψει το χάος της, αχολόγησε γερό αντήχημα. Την πετροβόλησε, κι άκουσε τα λιθάρια που πέσανε στα στέρεα – λοιπόν ο χώρος της ήταν αρκετός, και νερά δεν λιμνάζανε στον πάτο της. Δεν το σκέφτηκε και πολύ και είπε: «ε, ας περάσει η αφεντιά μου μέσα». Και τη στιγμή δα ΄κείνη, το κοντόβραδο ξάπλωνε· και, μπαίνοντας στη βραχοσπηλιά, τον τύλιξε νύχτα. Μπρουμύτησε, χώνοντας τα χέρια πρώτα δοκιμαστικά, - δεν υπήρχε βράχος, ξάνοιγε το στόμιό της στα εδαφικά,- και σαν ορθοστάθηκε, χτύπησε στο βράχινο το θόλο της: Άναψε δαβλί, η βλεψιά του την τριγύρισε, ήταν ολούθε κατάγυμνη, μηδέ χορτάρι, μηδέ αγριόφυτο την στόλιζε. Ξέχωρα απ΄ την πλακουτσερή μπασιά της, που ανακάλυψε, φαίνεται κι αόρατές του άλλες βραχότρυπες, σχημάτιζαν αγέρινο ρέβμα, κι η ατμόσφαιρά της άλλαξε κι όλο ανανεωνόταν· ο πάτος της κρυερός, σκληρός σαν αφιλόξενος έμοιαζε· ο καθένας θα βαριαστέναζε και θα την παρατούσε τούτη τη φιδοφωλιά. Μα ο άνθρωπός μας, γερασμένος άντρας, τετραγώνωμος, γεροδύναμος, ήταν ο Βουνήσιος: για ξάπλα, για ύπνο του ΄φτανε, του περίσσεβε· και ποιος είπε λόγο παραπανήσιο; Τότε ξάπλωσε κατάχαμα. Αφτιάστηκε μην ύπαρχε σερπετό, που να τον κέντριζε στον ύπνο του, φαίνεται, όμως, πως όχι μόνο δίποδο, μα και το παραμικρό ζωντανό δεν είχε ξετρυπώσει τούτη τη σπηλάδα. Σιωπή τον κύκλωσε· κι ο ύπνος του στάθηκε μαγεφτικός, δίχως σταμάτημα, ως τη χαραβγή. Σαν ξύπνησε, το ΄νιωσε το κορμί του ξυλιασμένο. Χειμώνας ήταν, και τα στρώσια του, καιρός πέρασε, που τα ΄δε να γίνουνται στάχτη και φλόγες απ΄ τους γερμανούς: Κοιμήθηκε με τα ξεσκισμένα τα ρούχα του για σκέπασμα – κι ο ξυπνημός του τον έκανε να αιστανθεί πονοκοκάλιασμα. Σηκώθηκε να ξεμουδιάσει ν΄ απορίξει το κρύωμα, όμως βρόντηξε το κεφάλι του στη βράχινη τη σκεπή· τις άνεσες όλες ο ξενώνας του δεν τις είχε – μπορούσε κι ο δημιουργός του να τον έπλαθε πιο ψηλόροφο, να φτάσει να σταθεί όρθιο φτωχό δίποδο. Ξεπρόβαλε την όψη του απ΄ το στόμιο, η μέρα πήρε να φέξει πια, πολλά σύννεφα, ροδισμένα, κι άλλα μελαψά, τα ΄σπρωχνε, τα ζύμωνε, τα γοργοκυλούσε ο άνεμος, στον πρωινό κι απειρόχρωμο ουρανό. Βγήκε στ΄ απόξω της σπηλιάς, ρούφηξε την βουνήσια την οσμή, γυμνάστηκε, περπάτησε στα ψηλώματα. Τούτος ο τόπος, για πρώτη φορά τον δεχόταν. Πρωτέβουσα, άκουγε ΄κει, στις βουνοκορφές που γεννοβολήθηκε, και ζούσε, κι ονειρευότανε, παράδεισους· κι από παιδάκι που ονειροπολούσε να την αγναντέψει, τώρα μόλις, γέρος τετραγώνωμος, και ξεροπέτσωτος, εφτύχησε να την δει. Μα η κατοχή την μόλυνε· την ρήμαξε, την ασκήμηνε, σκελετούς κατάντησε τους κατοίκους της. Κι η αλήθεια, πάντ΄ αλήθεια μένει: τις πρώτες τις μέρες, δάκρυσε για τους πεινασμένους, που σα σκιές γυροβολούσαν, ψάχνοντας για λίγη τροφή, - μαγέφτηκε όμως, κι από την άπλα κι απ΄ τις άψυχες τις χάρες της. Στεκότανε στα έρημα τα πεζοδρόμια, ψήλωνε το βλέμμα του στα πανύψηλα τα χτίρια, μονολογούσε: «Μάνα μου, αφτό να ΄βλεπες, και θα τα σάστιζες». Η ματιά του, πρόθυμη, καρφωνόταν σε πρωτόθορες ομορφιές, μα γλήγορα σκιαζόταν απ΄ τ΄ αντίκρυσμα του αγκυλωτού σταβρού. Έτσι, πότε θαμπωμένος απ΄ τη μεγαλωσύνη της, πότε σκυθρωπιασμένος απ΄ το ίδωμα της δυστυχίας του λαού της, γυροβόλησε στ΄ αξιοθέατά της, οι αδειανές οι προθήκες είδαν τη λαιμαργία του, οι πινακίδες στα θεάματα, το εξεταστικό του το κοίταγμα. Αλλά, ο βουνήσιος άνθρωπος, σα θρέψει κιόλας σε χρόνια, ολοένα θα νοσταλγεί τα βουνά του και τους αγέρηδες τους: σαν περπάτησε στους κεντρικούς δρόμους και τους χόρτασε, παρατήρησε πως η πρωτέβουσα είχε και τα βουναλάκια της· δεν ήταν, όπως τη φανταζόταν, τόπος άχαρος, αλόφιαστος, πεδιάδα γιομισμένη από κατοικίες – το μάτι ξεκουραζόταν και οι δεντροφυτειές, κι ας μην το μολογούσε η ψυχή του – ήταν ομορφιά και δώθε. Έτσι, πρωινό, ψάχνοντας για δουλειά, κι ανηφορίζοντας στη συνοικία, ξεπρόβαλε πεφκόφυτος λόφος μπρος του, τα ρουθούνια του ξανοίξανε στη γνώριμη μοσκοβολιά του οξυγόνου. Καλά κι εκεί πάνω ήταν.

     -Πώς το λένε το λόφο; ρώτησε περαστικό.

     -Στρέφη. 

     Τον κύκλωνε σιωπή. Πέφκα, κυπαρίσσια, νιοφύτεφτα, ή μεγαλωμένα λίγο, ριζοβολούσανε σε κάθε πλαγιά και λάκκωμα. Βάσες από πρασινόβαφα καθίσματα, που τα χρόνια της ειρήνης θα ξεκούραζαν τους αναβάτες, ύπαρχαν – οι άνθρωποι τώρα τα ΄χαν κομματιάσει, για να ζεστοκοπήσουν τ΄ άσαρκα κορμιά τους.

     -Γιατί τα πέφκα σας είναι τόσο μικρά; Γιατί τα κυπαρίσσια δεν είναι θεριεμένα; ρώτησε πάλι αλλού.

     Ο άγνωστος στάθηκε και τον κοίταξε.

     -Γιατί λίγα χρόνια πάνε που φυτέφτηκαν. Τούτος ο λόφος ήταν άδεντρος κι ασκημόπλαστος. Όλα δω ΄πάνω τριζοκοπούσαν απ΄ τον κρότο της δυναμίτιδας· οι εργάτες σκύβαν και βγάζαν την πέτρα, κι ολοένα τ΄ αμάξια της επιχείρησης, κατάφορτα, φέβγαν τον κατήφορο, κι ολοένα φτάναν τ΄ άδεια. Ο όγκος του βουνού όλο και λιγόστεβε, όλο και αλλαξοσουσούμιαζε. Το έδαφος τρέμιζε, τα βραχόπλαγα σκάβουνταν, πέτρες, ξερολίθια, ξετινάζονταν, σειόνταν, κυλούσανε χειμαρρικά. Φλογόκαφτος ο ίδρωτας της εργατιάς, πότιζε τη γη τούτη. Πάμπολλοι δρόμοι στρώθηκαν απ΄ το κοκκινωπό το πετράδι, που χνάρια του φαίνονται στις βραχοκοψιές ακόμα. Σπίτια χτίστηκαν κι εκκλησιές υψώθηκαν, απ΄ τα σπλάχνα της βουνοσειράς τούτης, που ολοένα η πέτρα της σκορπιζόταν ανάμεσα στους ανθρώπους.

     -Περίεργο· και πού είναι τώρα τούτοι οι κρότοι, οι δυναμίτες, τα φορτωμένα τ΄ αμάξια; Πού είναι οι δουλεφτάδες;

     -Ω, πέρασαν πια. Άκουσε, ήρθε καιρός που σταμάτησε το σκάψιμο· βγήκε διαταγή· πως ο λόφος θ΄ αναδασωνόταν· και το βουνό πήρε την όψη που βρέθηκε να ΄χει, σα βγήκε η διαταγή· έπαψε η ξαλλαξιά του, και τώρα, μήνα με το μήνα, ομορφαίνει· η πρασινάδα του βλασταίνει και πληθαίνει.

     -Έτσι λοιπόν; εσείς εδώ αλλάζετε και την όψη της φύσης; πότε ξεροτόπια έχετε, πότε δεντροφυτειές; Εμείς, εκεί ψηλά, στα βουνοχώρια μας, αλλιώς ζούμε. Περάσανε γενιές, ήρθαν άλλες κι άλλες, κι οι δεντροφυτειές ζούσαν, κι άνθρωπος κανένας, δε θυμόταν τα μέρη μας γυμνόπετρα να τα ΄δε. Και τα βουνά μας ίδια μένουν. Τα έλατα κι οι κέδροι μας ριζώνουν ασάλεφτα, κι ο τόπος μας δεν παραλλάζει. Μόνο που, κάθε άνοιξη, πλουτίζει πιότερο από βλαστοκορφές.

     -Πούθε είσαι, πατριώτη;

     -Από μακριά. Απ΄ τα βουνά της Αρκαδίας.

     -Ακουστά τα ΄χω.

     -Ε, ναι. Κ΄ ήρθα στην πρωτέβουσά σας· έλεγα πάντα να καταφέρω το ταξιδάκι τούτο.

     Κι ο βουνήσιος, αφού περπάτησε σ΄ όλο το λόφο, στάθηκε, κάθησε για λιγόχρονο ξεκούρασμα. Η νύχτα είχε φτάσει κι η μεγαλούπολη του ΄δωσε τον ξενώνα της.

     Με τις μέρες που πέρασαν, η βραχοσπηλιά του πήρε την όψη κατοικίας. Οι άνθρωποι, πολλά τους αντικείμενα, χρήσιμα, τ΄ απορρίχνουν γι΄ άχρηστα - κι οι πρώτοι περίπατοι του βουνήσιου στην απλωσιά του λόφου, στάθηκαν αποδοτικοί· μετέφερε σανίδια, μικρόξυλα, καρφιά σκουριασμένα, δοχεία, χαρτιά, που όλα μαζί τα τοποθέτησε στη σπηλιά· άρχισε τον καλλωπισμό της. Κι από θελήματα στις γειτονιές που ΄καμε, αποκόμισε παλιά ποδήματα, σώρρουχα – το δοχείο του γιόμιζε χυλό τα μεσημέρια. Κι ο άνθρωπος τα πάντα κατορθώνει· λίγες μέρες ακόμα πέρασαν, κι η βραχοσπηλιά γίνηκε κατοικία φιλόξενη· ξυλόθυρα τής έφραζε τη μπασιά, κι ύπαρχε και παραθυράκι στα πλάγια, που της ξεμύριζε τον αγέρα με το μύρο του πεφκώνα. Και σαν έμπαινες βραδινά στο χώρο της, αντίκρυζες και φωταψία μέσα ΄κει, κι έβλεπες τον Βουνήσιο, καθιστό στα στρωσίδια του, πλάγι στ΄ αναφτό δασόξυλο, κάτι να εργάζεται για τον πλουτισμό της. Και γιατί ήταν άνθρωπος βουνήσιος, και με συνείδηση, θέλησε να μάθει αν καταπάτησε δικαιώματα ξένα, κι αν ο χώρος της σπηλιάς, χρειαζόταν αλλουνού. Ο λόγος τούτος στάθηκε αφορμή να γνωριστεί με το φύλακα του λόφου, που ζούσε σε λιθόχτιστο σπιτάκι, στο μονοπάτι της πλαγιάς.

     -Με συντροφέβεις λίγο; ρώτησε.

     -Πως όχι; πέρασε μέσα. Τώρα κοντά σε συχνοβλέπω τριγύρα. Ποιος είσαι;

     -Δρομοκόπος! Έφτασα απ΄ την πατρίδα στην πρωτέβουσα σας· είπα μέσα μου : «ε, γέρο, πολλά χρόνια να, τα ΄ζησες στις ερημοτοπιές· το βουνό σ΄ έλυωσε· τα δασοτόπια σ΄ αγρίεψαν· καιρός σου να δεις λίγη πρωτέβουσα – θα πεθάνεις έτσι φτωχός, σαν κολασμένος; Στην Αθήνα κάτι θα σου τύχει, που θα σου αλλάξει τη ζωή σου». Ξεκίνησα και ήρθα. Πεινασμένος, φτωχός.

     -Τι δούλεβες εκεί;

     -Πολλά πράματα. Στάθηκα πηγαδάς, διαλαλητής, βασταχτής, αγροφύλακας· κάτι τέτοια. Μα σα δουλώθηκε η πατρίδα μας, άνθρωποι πολλοί, δικοί μας, γίναν αφιλότιμοι, προδότες. Πολεμούσαν τον πληθυσμό ίδια κι όμοια σαν τους αφεντάδες τους. Κι ο τόπος μικρός, και να ξεφύγεις από τις παγίδες που σου ΄στηναν, κάμποσο δύσκολο. Σαν έστελνες λιγάκι σιτάρι στ΄ αδέρφια του βουνού, κάποιος θα το μαρτυρούσε. Γιατί, στην κοσμοχαλασιά, του πολέμου, ξεχώρισαν οι χαραχτήρες· ξεπρόβαλαν τα ζωντόβολα – τα φίδια από ΄δω, και ΄κείθε οι άνθρωποι που χαίρουνται για τη συνείδησή τους, οι καθαροί. Ωχ, συντρόφι, μονολογώ, πάρε τα πόδια σου στον ώμο, φέβγα. Ξεκίνα γι΄αλλού. Εδώ τα λιγοστά τ΄ αγαθά πού ΄φτιαξες με τον ίδρωτά σου, τα ΄δες να καίγονται μαζί με τα σπίτια των συχωριανών σου· εκεί θα δουλέψεις καλύτερα, κυνηγώντας τον εχθρό αντάμα με την ορμή της μάζας. Πολλά μερόνυχτα περπάτησα μεσ΄ στις ερημοτοπιές, στα φυλάκια οι τύραννοι με ψάχναν σαν ύποφτο, με παρατηρούσαν ύπουλα, τους ξεγελούσαν τα γερατιά μου· συχνά, νύχτες, μπήκα στους καταβλισμούς τους, έκλεψα για τη χαρά πως τους ζήμιωνα, - μάλιστα, κάπου μπόρεσα και τους έκαψα μερικά τους αφτοκίνητα – κυνηγήθηκα, τους ξέφυγα. Συναπαντήθηκα στις δημοσιές με ανθρώπους δικούς μας που τους έσερναν στην κρεμάλα, κι αγέρωχοι, εκείνοι, τραγουδούσαν ύμνους για την πατρίδα. Πήρα θέση σ΄ αμάξια, αναρριχήθηκα σε αφτοκίνητα με οδηγούς μαβραγορίτες, πεζοπόρησα. Κι έφτασα στην πρωτέβουσά σας. Εδώ λέω να φωλιάσω. Μ΄ αρέσουν οι άνθρωποί της.

     -Είσαι πατριώτης λοιπόν. Κι εμείς εδώ πολεμούμε με κάθε μέσο τον εχθρό. Κι εμείς έχουμε προδότες. Σαν οι φασίστες καταχτούν έναν τόπο, σκέφτουνται έτσι: πώς να δέσουμε χεροπόδαρα το λαό; Πώς θα κοιμόμαστε, ήσυχοι, απ΄ τη λαϊκή οργή; Μας χρειάζονται δεσμοφύλακες άξιοι για τούτη τη δουλειά.

     -Μα έχουνε το στρατό τους.

     -Κάθε λαός κρατάει και τις συνήθειές του. Είναι τόσο δύσκολο, για τους καταχτητές, μονομιάς να μάθουνε τους τρόπους μας – τους τρόπους που μ΄ αφτούς θα τους πολεμήσουμε. Χρειάζουνται καταδότες, σάρκα απ΄ τη σάρκα μας· κι οι έλληνες, είμαστε έλληνες, μ΄ ανάμεσά μας γεννιούνται κι Εφιάλτες.

     -Ε, βέβαια. Κάτι ξέρω κι από ιστορία. Τον Εφιάλτη δα…

     -Τέτοια καθάρματα ψάξαν και τα βρήκαν οι γερμανοί· μέσ΄ από φυλακές, από κάθε οχετό, ξετρυπώσαν σάπιες ψυχές, που τις ξαγόρασαν· ανασήκωσαν απ΄ τα βαλτοτόπια πέτρες – πατημένα, μολυσμένα, λασπόσαρκα σκουλήκια  τ΄ ανθρώπιασαν, τους φορέσανε στολές. «Εσάς σας χρειαζόμαστε», τους είπαν. «Βλέπετε, είμαστε οι νικητές. Ε, παιδιά; φαγοπότι, χρυσάφι ΄μεις θα δίνομε, κ΄ εσείς λίγη, μικρή σταλίτσα προδοσιά· μικρή σταλίτσα σιχαμερή κατάδοση· μικρή ρουφηξιά αδερφικό σας αίμα, πφ, τόσο δηλητηριασμένο αίμα. Δέχεστε;»

     -Και βρέθηκαν κι αθηναίοι γι΄ αφτή τη στρατολόγηση;

     -Βρέθηκαν.

     -Καταραμένοι αφτοί και τα μελλούμενα θρέμματά τους.

     -Ω, εδώ στην Αθήνα που ΄ρθες, θα δεις σκηνές που παντοτινά θα σου πικραίνουν τη σκέψη.

     -Εκεί κάτω μας καίνε τα χωριά.

     -Κ΄ εδώ τους συνοικισμούς μας.

     -Εκεί κάτω, στις πλατείες, τα πρωινά, συχνά έχουμε δημόσια θεάματα. Οι ήρωες μας που ατύχησαν και πιάστηκαν, πάνε στην κρεμάλα. Μας μαζέβουν όλους να δούμε το σκληρό τους τέλος. Ένας ένας παίρνει τη θέση του μαρτυρίου του. Πινακίδες στερεώνονται στα στήθια τους: «Εχθρός του γερμανικού στρατού». Κ΄ εμείς μια φορά αρνηθήκαμε να παραστούμε στην τραγωδία τους, και μας σφάξαν γυναίκες, μας κάψανε σοδειές και καλύβες.

     -Εδώ έχουμε τα φίδια, καθώς σου ΄πα. Χώνουνται ύπουλα, αφτιάζουνται την κάθε μιλιά αγωνιστή, κι ακολουθεί η σύλληψη, το μαρτύριο, το Χαϊδάρι, η μαζική σφαγή. Έχουμε τοποθεσία που λέγεται Σκοπεφτήριο, κι ο λαός την ξαναβάφτισε: «Θυσιαστήριο της Λεφτεριάς». Πατριώτες, άντρες και γυναίκες, στήθηκαν και στήνουνται στον τοίχο του.

     -Αμ τότε, οι δυό μας, πατριώτη, εδώ που τα λέμε, είμαστε ένα πράμα. Ξεκινάμε από σωστή διάβα, τα μυαλά μας τα ΄χουμε – την ανθρωπιά μας θέλω να πω. Εγώ, μ΄ όλα τα γερατιά, θέλω να πολεμήσω τον εχθρό. Κατά πώς ακούω, κι εσύ πολέμαρχος είσαι – να σμίξουμε τις άχνες μας, να σμίξουμε τον αγώνα μας.

     -Δούλεψες μ΄ άλλους μαζί;

     -Δούλεβα σαν άτομο – ψάχνοντας, λογαριάζοντας: τι ζημιώνει τον εχθρό; και το εχτελούσα.

     -Α, γέρο, καλό κι αφτό, μ΄ άκαρπο. Τι είπες πρωτήτερα; «Να σμίξουμε τις άχνες μας». Άκουσε να δεις· οι αλυσίδες που φοράνε τώρα οι λαοί, για να σπάσουν, θέλουνε δύναμη, κι η δύναμη μόνο με το μαζικό το χτύπημα γεννιέται.

     -Για να γίνω τέτοιος στρατιώτης τι χρειάζεται;

     -Πρώτα θα δοκιμαστείς. Απ΄ τα έργα τους οι άνθρωποι δείχνουν αν αξίζουν ν΄ αναπνέουν.

     -Τι ωραία! τι ωραία!

     -Κι η θάλασσα, κι εκείνη, κοκκινόθωρη φαντάζει, - γιατί κάθε σταγόνα της, είναι κι αίμα ανθρώπινο, που χύθηκε στους αγώνες για τη δημιουργία της.

     -Μα ΄συ, αδέρφι, μιλάς σα δάσκαλος. Έτσι λοιπόν, εσείς στην πρωτέβουσα, ξέρετε και τα λέτε; Είσαι φύλακας του λόφου και μιλάς σα δάσκαλος;

     -Δάσκαλος γίνεσαι σα μπεις στον ίσιο δρόμο. Μας τύφλωσαν οι τύραννοι. Κι η κατοχή, κι οι κρεμάλες, κι η πείνα, κι η αντίσταση, μας ξύπνησαν – μας γέννησαν την ορθή σκέψη – τον πόθο για λεφτέρωμα, για το δίκιο μας.

     -Μ΄ όλα μου τα χρόνια, θαρρώ πως είμαι μικρός για τέτοια πρόοδο.

     -Το μονοπάτι που θα πατήσεις, είναι χιλιοπατημένο· έφκολα θα το βρεις γιατί χαράχτηκε μ΄ αίμα.

     -Ας σηκωθούμε κι ας πάμε ως το φτωχικό μου, πατριώτη. Να δεις, εγώ, σα ΄ρχόμουνα σιμά σου, έκανα τη σκέψη: Τι άνθρωπος να ΄ναι; Θα μ΄ αφήσει στη βραχοσπηλιά μου; Θα δω καλωσύνη στα μάτια του; Θα μου δώσει δουλειά; Κι εγώ, πατριώτη, βρήκα σ΄ εσένα, τ΄ αδέρφι που δε μου ΄δωσαν τα γονικά μου.

     -Αδέρφια είμαστε όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη. Όσοι δεν το θέλουν τούτο, θα λυώσουν κάτω απ΄ την πατούσα μας.

     -Χε,χε, και κοίτα – η δική μου πατούσα, φλιτ, λυώνει μεμιάς πολλά σκουλήκια· είναι γέρικη, μα το λέει ακόμα.

     -Α, σαν καλά μου τα συγύρισες εδώ μέσα, γέρο Αρκάδη. Χμ! Και μου έρχεται άξαφνη σκέψη – πολλά μπορεί να δώσει στον αγώνα τούτη η βράχινη σπηλιά. Θα το πω στους πατριώτες.

 

 

     Τη βραδιά ΄κείνη, ένας ένας μπήκανε, σ΄ αριά διαστήματα, οι πατριώτες στη σπηλιά του Αρκάδη. Φεγγοβολούσε μικρό λαμπάκι, που, στον κυκλωτερό βράχινο θόλο, σκεδίαζε τις σκιές τους μισοκινούμενες, παράδοξες, μεγαλωμένες. Όπλα πλήθος, πολυποίκιλα, βρίσκονταν παρατημένα στις πλεβρές. Ήτανε λίγες μέρες ύστερ΄ απ΄ την Πρωτομαγιά του 1944, που, ανήμερά της, διακόσιοι πατριώτες, άντρες και γυναίκες, εχτελέστηκαν στο ανθρωποσφαγείο της Καισαριανής. Αφτή τη φορά δόθηκε ο λόγος σ΄ όλους να μιλήσουν. Με τη σειρά του ο γέρο-Αρκάδης είπε:

Λίγοι μήνες μόνο πάνε που μου γίνηκε η τιμή να μπω στ΄ αναμεσό σας. Θαβμάζω τα νιάτα σας, θαβμάζω τα έργα σας. Κι εγώ, παιδιά μου, μ΄ όλο που αργά μπόρεσα να βρω το δρόμο μου, έχω το ίδιο πάθος, σαν κ΄ εσείς. Ας δουλέψομε με την ίδια ορμή, για το ξερίζωμα του εχθρού απ΄ τ΄ άγια χώματά μας. Έχω μόνο κάτι να σας προτείνω, που σαν το δεχτείτε, θα χαρώ πολύ. Εγώ βλέπετε, τ΄ όπλο γερά να το βαστάξω δεν το μπορώ – τον τύπο τον μοιράζω, τα μηνύματα τα πηγαίνω – τέτοια μικροέργα καταφέρνω μόνο. Κι αφτό που θα σας προτείνω τώρα ίσως να μη φαντάζει, μα κάτι θα προσθέσει στην πάλη μας. Να, λέω – τι πιότερο δαιμονίζει τον εχθρό; Η λέξη ΕΛΑΣ. Ας του δείξομε, με κάθε μέσο, του εχθρού, πως στην όποια του περπατησιά, την αντικρύζει. Να, ΄δω, στη σπηλιά πάνω, σα φύγετε για την αποστολή σας, εγώ, θα στήσω τέσσερα ξυλένια γράμματα που κατασκέβασα· τα ΄χω περιπλέξει με πεφκόκλαδα ξερά, θα τ΄ αλείψω με ρετσίνι κι έφλεχτη ύλη. Και σαν τ΄ ανάψω το πυροτέχνημά μου, τα θεώρατα γράμματα του, θα φωτοβολήσουνε σα λαμπερά σπαθιά, για ώρα πολλή· σπαθιά στα μάτια του εχθρού· σπαθιά κοφτερά στα κατάστηθά του. Εσείς, από μακριά, πάρετε θέση, κι άβριο μου λέτε πώς φάνταζε το θέαμα. Η σπηλιά βρίσκεται κατάντικρυ στο Λυκαβηττό, στο στρατηγείο τους, η φωταψία της δοξασμένης λέξης, θα χυμήξει, ως τον τύραννο.

     Ο Βουνήσιος, βγήκε τελεφταίος, απ΄ τη σπηλιά, ρίχνοντας το βλέμμα του στην πόλη. Η βραδιά ήταν κατασκότεινη, η Αθήνα σκεπαζόταν από πυκνό ζόφο, η αστροφεγγιά μόνο φώτιζε αμυδρά τον τόπο που πατούσε. Μερικά τροχιοδειχτικά ξεπετάχτηκαν απ΄ την Καστέλλα ίσια στον ορίζοντα, καρφώθηκαν απανωτά, σβήνοντας το μελαμψό κενό. Άρχιζε να συνάζει κι άλλα πεφτόκλαδα, αγκαλιές αγκαλιές, τα ΄φερνε στης βραχοσπηλιάς τη σκεπή. Δούλεψε ώρα, κάθε γράμμα τον παίδεψε ώσπου να το πλάσει ακόμα πιο ακέραιο, πιο θαβμαστό. Δυο ανθρώπινα αναστήματα ήταν το καθένα του, και σαν τα ΄δε χτισμένα δεμένα, τ΄ άναψε κ΄ η φωτιά τα περίζωσε, κι η φωταψία τους πύρωσε την περιγυριά. Το φλογερό τ΄ άτι της πατρίδας ξαπόστελνε την κοφτερή την ανάσα του. ΕΛΑΣ, φώναζε μεσ΄ στο σκοταδιασμένο βράχο, η ψυχή του λαού, με τα πύρινα γράμματά της. Ο Βουνήσιος στάθηκε ένα μέτρο πιο ΄κει, κατάμπροστα στη φωτόλαμπρη την κραβγή, νιώθοντας τη συγκίνηση του πολεμιστή.

     Οι πατριώτες, φέβγοντας απ΄ τη σπηλιά, και σκορπίζοντας στις γειτονιές, μετάδωσαν στον τυραννισμένο το λαό, το τι θα φωτοβολούσε στο βουνό. Μόλις άναψαν τα γράμματα κι ολόρθα και στέρεα χαράκωσαν τη λαμπρόχαρη λέξη, απόμακρα ήχησε θεσπέσια μελωδία, από χιλιάδες τραγουδιστές και τραγουδίστριες – της Ελλάδας ο ύμνος τραγουδιόταν από τ΄ αδάμαστα νιάτα, κ΄ η αντήχηση του στις πλαγιές του λόφου διπλασίαζε τη μεγαλόπνεφστη τη μελωδία.

     Μεθυσμένος ο Βουνήσιος από περηφάνεια, ανατριχιασμένος από συγκίνηση νιώθοντας πως το έργο του στ΄ αλήθεια προσέχτηκε απ΄ το λαό, πότε τ΄ αποθάβμαζε, γιομίζοντας την όραση του, πότε γύριζε προς τη χαμηλή την πόλη, απ΄ όπου τ΄ αθώρητα στήθια της πατρίδας, του στέλναν τον παιάνα τους. Τα πυραχτωμένα γράμματα του χάριζαν τη ζεστασιά τους· τον φώτιζαν – και τα λεφκά του τα γένεια, κι η κορμοστασιά του η τετράγώνωμη και ξεροπέτσωτη, τον ξάλλαζαν σαν πλάσμα που ΄σπασε μόλις τα δεσμά του, και λεφτερώθηκε στον αμόλυντο τον αιθέρα. Είχε ψηλώσει τα μακριά του τα χέρια, κι ολοένα κοιτούσε τα φλογισμένα τα γράμματα, κι ολοένα αφτιαζόταν το μυκηθμό του λαϊκού ξεσηκωμού, που δυνάμωνε ίσα ίσα τώρα, κι ογκωνόταν ο παλμός του κάτω στην πόλη. Σφίγγοντας τις γροθιές του τις υψωμένες, στην ανάτασή του της πλέριας λύτρωσης απορροφημένος, κι απόλυτα σταθερός στην ακινησία του την αγαλμάτινη, ψιθύρισε δακρύβρεχτος. «Ω! πόσο εφτυχισμένος πρέπει να ΄μια. Γειά σου λεφτεριά…»

     Μέσα σε τούτο το ψυχικό ξεσπάθωμα στο παραλήρημά του, ακούστηκαν βροντερά πολυβολήματα, που ΄σκάσαν εκεί τριγύρω του. Πύρινα βλήματα στέλνονταν απ΄ το φυλάκιο του Λυκαβηττού, ενάντια στο φωτερό τ΄ όραμα – πύρινα κι ομαδικά κι αδιάκοπα. Οι φύλακες του αγκυλωτού σταβρού, θέριεψαν στο συλλάβισμα της μαγέφτρας λέξης, και σαν ταβριά στ΄ αντίκρισμα της πορφύρας, αφήνιασαν, και τη χολή τους ξαπόστελναν, που ριχνόταν ολοένα και πιο πληθερή, στο βράχο. Πολλά βλήματα, χτυπώντας σ΄ οξύ πέτρωμα, λόξεβαν την τροχιά τους, που ξάλλαζεν, έφεβγε στην απλωσιά του ζοφερού χάους.

     Τότε, μέσ΄ στ΄ αθώρητα τα βλέμματα χιλιάδων τραγουδιστών, που , απ΄ τις ταράτσες, τα παράθυρα, τους σκοτεινούς τους δρόμους, στραμμένα, παρακολουθούσαν την παράδοξη τούτη σκοποβολή – ξεπρόβαλε, ξάφνου, κάτι σαν ανθρώπινη κορμοστασιά, κάτι αφάνταστα θαρραλέο και να το συλλογιστείς, άνθρωπος, που αψηφώντας τα βλήματα, στάθηκε κατάμπροστα στα μισόσβηστα ψηφία. Ποιος να ΄ταν αφτός ο γενναίος – ποια δύναμη υπεράνθρωπη να πυρπολούσε τα στήθια του – και ζύγωσε στα σύνορα του Χάρου, και τα καταπατούσε; Ποιο μεγαλείο οραματιζόταν – και με ποιο τρόπο το μπόρεσε τούτο; - και σ΄ άξαφνη στιγμή, κατάφερε και φύσηξε καινούργιο φως, καινούργιες φλογισμένες γλώσσες στο σύμβολο της λαϊκής πνοής; ΕΛΑΣ, ξαναπυράλαμψε ο βράχος – κι ο αγκυλωτός σταβρός ξαπόστελνε δέσμες λυσσιακές του χαλύβδινου, θανατερού εμετού του, ενάντια στην ανθρώπινη εκείνη κηλίδα, στην κορμοστασιά τη φωτοανάφτρα, που , στα γερατιά της, εφτύχησε να βρει την όαση της λύτρωσης.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA