ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΤΑΤΖΗΣ

 

ICH «ΤΕΣΣΕΡΑ»

 

 

Όλο κουβαλούσαν εκείνη τη νύχτα. Μια νύχτα θερμή του Γιούλη. Το ρολό της πόρτας έτριζε μια στιγμή σα θεριό που κροταλίζει τις πελώριες μασέλες του. Άνοιγε κι έκλεινε… Και το σκοτάδι κείνης της στενόμακρης αποθήκης σε κατάπινε κι έσβηνες… Όταν πρωτόμπαινες άπλωνες τα χέρια σου στο κενό σαν τυφλός. Κάποτε έβρισκες άλλα χέρια που φτερούγιζαν και κείνα αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι. Κι έτσι, ασυναίσθητα, τα ’σφιγγες. Σα να ’θελες να δεις αν είναι κάτι ζωντανό εκείνο π’ άγγιξες… Ύστερα, τα τεντωμένα μάτια συνήθιζαν σιγά σιγά στον μαύρο πηλό του σκοταδιού. Κι εξεχώριζες τότε κάτι σκοτεινούς όγκους που αναδεύονταν πέρα δώθε σαν τα καλάμια του βάλτου. Μερικοί μιλούσαν σιγά και φοβισμένα. Άλλοι καθιστοί, μ’ ακουμπισμένες τις πλάτες στον τοίχο και τα χέρια πλεγμένα μπροστά στα γόνατα, έμεναν ακίνητοι και σιωπηλοί…

Εκεί, στο βάθος, ένας ψηλός στέκεται όρθιος κολλητά στον τοίχο. Έχει τα πόδια του ανοιγμένα και φοράει ξασπρισμένες πιτζάμες. Μου γεννάει την ιδέα ενός σκελετού που έτσι δα να τον σπρώξεις θα σωριαστεί με πάταγο κάτω στο τσιμέντο και θα μεταβληθεί σ’ ένα σωρό ασπρουλιάρικα κόκαλα.

Σφίγγω το χέρι του διπλανού μου και του δείχνω τον ψηλό με τις πιτζάμες.

- Κοίταξε, του λέω, δε μοιάζει σα σκελετός;

Αυτός γύρισε το κεφάλι του κουρασμένα. Ύστερα έβηξε δυο φορές πνιχτά και δε μου μίλησε.

Από το βάθος ακούστηκε μια υγρή και πνιγμένη κραυγή.

- Πέστε μου, πού είμαστε; Πού είμαστε;

Ένας που μιλούσε με μια φωνή ένρινη και σουβλερή ρώτησε:

- Τι έπαθες;

- Πνίγουμαι παιδιά… πνίγουμαι…

- Ε πνίξου, είπε πάλι η σουβλερή φωνή. Καλά θα κάνεις. Έτσι… μια ώρα αρχύτερα. Θαρρείς πως θα γλυτώσει κανείς μας; Ε; Όχι… Σας το λέω εγώ. Πρέπει να σπάσουμε τα κεφάλια μας στον τοίχο. Όλοι μαζί για να παίρνουμε κουράγιο. Ω… ω… ωπ… Έτσι, σαν τους ψαράδες που τραβάνε την τράτα…

Κάποιος γέλασε δυνατά. Το γέλιο του αντήχησε πένθιμα σα σε θολωτό τάφο. Ύστερα ρώτησε:

- Τι κρώζεις έτσι, νεκροπούλι;

- Εμένα το λες; είπε η σουβλερή φωνή.

- Ναι, κάνεις σαν κουκουβάγια.

- Εγώ; Θεέ μου… Λοιπόν, ακούστε. Εγώ που σας μιλώ, είμαι φυσικός στο Γυμνάσιο. Δεκαετής υπηρεσία. Ξέρω απ’ αυτά. Και σεις είσαστε όλοι παιδιά… Ήθελα να σας κρύψω την αλήθεια, μα τώρα… Ποιος ρώτησε πού είμαστε;

- Εγώ… είπε η υγρή φωνή.

- Είσαι και συ παιδί, απάντησε ο «φυσικός».

- Παιδί; Έχω πέντε παιδιά, άνθρωπέ μου.

- Και μ’ αυτό τι; Λοιπόν… Είμαστε, παιδί μου, σε… κλίβανο… Στο λέω… Θα μας κάψουν ζωντανούς σαν τα ποντίκια…

Κοιτάξαμε όλοι προς το μέρος του. Η ανάσα μας έγινε πιο γρήγορη. Ο τρόπος που χοροπηδούσε πάνω από τα κεφάλια μας, τσαλαβουτώντας τα πόδια του με τα γαμψά νύχια μέσα στο βρόμικο πηλό τούτου του σκοταδιού. Σηκώναμε τα μάτια μας ψηλά στη στέγη, κι άδικα ψάχναμε ν’ ανακαλύψουμε μια χαραμάδα. Μια τρυπίτσα… όσο μικρή και να ’τανε, θα μπορούσε να μας στείλει τον παρήγορο χαιρετισμό κάποιου μακρινού άστρου. Τα άστρα! Πόσο όμορφα είναι στις θερμές νύχτες του Γιούλη…

Ξαφνικά, εκείνος με τις ξασπρισμένες πιτζάμες που φάνταζε μες το σκοτάδι σα σκελετός, άρχισε να κλαίει γοερά. Χτυπούσε το στήθος του και κουνιότανε πέρα δώθε σαν τις μοιρολογίστρες της Μάνης. «Μαρίνα… Μαρίνα…» φώναζε.

Ο «φυσικός» ακούστηκε πάλι.

- Φώναξε και κλάψε όσο θες. Δε σ’ ακούει η Μαρίνα… Ύστερα σου το λέω, θα πεθάνει και κείνη. Όλοι μας. Γιατί; Γιατί… έτσι. Κάποιο ελατήριο έσπασε στη Ζωή… Όλη τη Γης την έζωσε ο Θάνατος. Καταλαβαίνετε; Τώρα ένα μας μένει: Να διαλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνουμε. Εγώ σας λέω… εκεί, στον τοίχο…

Το ίδιο γέλιο αντήχησε πάλι.

Ο «φυσικός» αγρίεψε.

- Τι γελάς εσύ έτσι; Είσαι τρελός ή βλάκας;

- Γελώ… μπορώ να μη γελάσω;

- Χμ… Γελά δε μώρος…

- Μώρος; Τι θα πει αυτό;

- Θα πει πως είσαι αγράμματος.

- Μήπως είναι η Μόρα[1]; Αν είναι αυτό είσαι στ’ αλήθεια σαν τη Μόρα. Έτσι και κείνη μας πλακώνει τα στήθια τη νύχτα και μας βασανίζει… Η Μόρα έρχεται στα σίγουρα αν φας το βράδυ πολλά φασόλια άβραστα.

- Είσαι παιδί, είπε ο «φυσικός». Θα ’σαι ένα τρελόπαιδο. Πώς μπορείς να μιλάς για Μόρες και φασόλια μπροστά στο Θάνατο; Εγώ ξέρεις γιατί τα λέω αυτά, παιδί μου;

- Ξέρω.

- Γιατί, λοιπόν;

- Γιατί φοβάσαι.

- Εγώ;

- Ναι, εσύ. Τρέμεις σαν το πουλί. Δεν αξίζει τον κόπο. Εγώ που δεν είμαι «φυσικός» μπορώ να σε βεβαιώσω ότι ο Θάνατος είναι σαν το σκιάχτρο που στήνουμε στα χωράφια για τα σπουργίτια. Έτσι τρέμουν και κείνα μόλις το πρωτοβλέπουν. Ύστερα όμως, άμα το ιδούνε πολλές φορές συνηθίζουνε, ξεθαρρεύουνε και μπορεί ν’ αρχίσουν να κάθονται επάνω του και να το κουτσουλάνε… Τότε πρέπει να βάλεις εργάτες που τα διώχνουν φωνάζοντας και χτυπώντας τους άδειους τενεκέδες…

- Ε… λοιπόν πέστε μου, δεν είναι παιδί; ούρλιαξε ο «φυσικός».

- Παιδί; Έχω και ’γώ «δεκαετή υπηρεσίαν».

- Εσύ; Θεέ μου!... Και δεν έτυχε ποτέ σου ν’ ακούσεις το «γελά δε μώρος»; Πού υπηρετούσες;

- Στην Ακροναυπλία.

Κάτι σαν ανατριχίλα ανατάραξε τους σκοτεινούς όγκους της στενόμακρης εκείνης αποθήκης. Έτσι όπως ανατριχιάζει η θάλασσα στην μπονάτσα σαν παίρνει να σηκώνει ο γαρμπής…

- Σιδερένιοι άνθρωποι αυτοί, είπε κάποιος.

Ο «σκελετός» κουνήθηκε απ’ τον τοίχο. Έκανε μια βόλτα νευρική και στάθηκε στη μέση.

- Πέστε μας κάτι από κει, τον παρακάλεσε.

Και κείνος άρχισε να λέει… Είχε μια παράξενη γλύκα η φωνή του. Μας διηγιότανε αστείες ιστορίες που τις ανακάτωνε θαυμαστά με άλλες σοβαρές. Πότε μας έφερνε το γέλιο στα χείλη και πότε τη χολή. Ήτανε ένας μάγος… Είχαμε ξαπλωθεί χάμω, γύρω του, σαν παιδιά.

Κάποτε σταμάτησε. Θα ’ταν περασμένα μεσάνυχτα. Όξω, οι αρβύλες των σκοπών τυραγνούσαν ρυθμικά το πεζοδρόμιο. Εκείνος ο ξερός και κρύος χτύπος σου φαίνεται σαν εκκρεμές που μετράει αδιάφορα τις ύστατες στιγμές σου.

Ξαφνικά – πώς του ’ρθε; άρχισε ένα ρωμαλέο τραγούδι που μιλούσε για βοριά που «φύσηξε πάνω απ’ της Ρουσίας τα χιόνια». Η ιδέα ενός παγωμένου αγέρα που στροβιλίζει το χιόνι απ’ την άσπρη στέπα, σου δροσίζει την ψυχή, όταν ζεις μέσα σ’ ένα καμίνι σαν και τούτο. Το ’πε πολλές φορές. Μόλις τέλειωνε ο «σκελετός» τον ικέτευε να το ξαναπεί. Και κείνος ξανάρχιζε… Ο Τρόμος είχε διπλώσει τα φτερά του και κάπου θα κούρνιασε… Μας είπε κι άλλα τραγούδια. Έτσι πέρασαν πολλές…

Κι η Αυγή – ποιος θα μπορέσει ποτέ να ’μποδίσει την αυγή να έρθει; – μας βρήκε όλους μισοκοιμισμένους, στριμωγμένους κοντά του σαν φοβισμένα παιδιά που αποβραδίς διάβασαν κάτι για δράκοντες και Αραπάδες…

 

Το πρωί μετρηθήκαμε. Είμαστε εξήντα – όλοι άγνωστοι μεταξύ μας. Απλοί άνθρωποι, χαμένοι στην ανωνυμία της μεγάλης πολιτείας: Υπάλληλοι, μικρονοικοκυραίοι, επαγγελματίες. Ήσυχοι και τίμιοι. Και «νομιμόφρονες». Δεν είμαστε σκληροί με κανέναν. Κι ούτε φανταζόμαστε πως οι άνθρωποι μπορούνε να φανούν τόσο σκληροί σε μας… Λίγο πολύ όλοι είμαστε ευτυχισμένοι. Είχαμε την ευτυχία της άγνοιας. Δε ζητούσαμε μεγάλο τόπο κάτω απ’ τον ήλιο – τι να τον κάναμε; Και ποτέ… ποτέ μας δεν είχαμε υποψιαστεί ότι πίσω από την ανθρώπινη αδερφοσύνη μαίνεται άγριος, λυσσαλέος, ανελέητος ο αγώνας ανάμεσα στους ανθρώπους. Μονάχα ένας μαθητάκος 16 χρονώ καυχιότανε ότι «δούλευε» στην «τμηματική» της Ε.Π.Ο.Ν. (Τι εσήμαιναν τάχα αυτά;) Ο μαθητάκος κι ο Βοριάς βέβαια (έτσι βαφτίσαμε τον άνθρωπο που μας τραγουδούσε. Κι άρεσε το όνομα αυτό και στον ίδιο). Αυτουνού τα μαλλιά είχανε πέσει και το πρόσωπό του ήτανε σκαμμένο βαθειά. Μα κείνο το πλατύ μέτωπό του και το αετίσιο βλέμμα τον έκαναν να μοιάζει με βασανισμένο Θεό. Ο «φυσικός» ήταν ένας κοντόπαχος σαραντάρης με μικρά μικρά ματάκια που γυάλιζαν σαν χαντρίτσες μέσα στις βαθιές τους κόγχες. Κι ο «σκελετός» ένα παιδί ξερακιανό και πανύψηλο. Μας έλεγε πως ήταν εμποροϋπάλληλος. Κάρφωνε εκείνα τ’ αθώα και βοϊδίσια μάτια του επάνω μας και προσπαθούσε να μας πείσει πως τον πιάσανε «Έλληνες». Αυτό δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει. Φοβότανε πως και μεις δε θα το πιστεύαμε και γι’ αυτό μας έβαζε χίλιους όρκους.

- Στη Μαρίνα μου και στο στεφάνι που θα βάλουμε!… Ήσαντε Έλληνες… Μου είπανε: «Κατέβα κάτω, ρε» Γιατί; γιατί; ρωτάω. Τίποτα. Με κλώτσαγαν και δε μ’ άφησαν να φορέσω το παντελόνι μου… «Δε χρειάζεται» μου λένε, «εκεί που θα σε στείλουμε δε φοράνε παντελόνια!» Είναι δυνατό; Σε ποιο μέρος της Γης δε φοράνε παντελόνια; Ακούς!... Και πώς θα γυρίσω ξεβράκωτος στο σπίτι μου, σας παρακαλώ; Κι όλο τέλειωνε ρωτώντας:

- Λέτε να μας έχουν μέσα και την Κυριακή;

Ο «φυσικός» γελούσε.

- Μη γελάς… Είναι πολύ σοβαρό. Εγώ την Κυριακή θα παντρευόμουνα. Έχουμε πει το «τρε» με τον πατέρα της Μαρίνας… Έξοδα… άδειες… νταραβέρια… Έχουν τελειώσει όλα, καταλαβαίνεις;

- Ο, ναι, το ξέρω. Όλα έχουν τελειώσει, μουρμούριζε ο «φυσικός».

Εκείνος ο «Βοριάς» έγινε μάνα μας. Έβαλε τη ζωή μας σε μια τάξη. Ακόμα και το μέρος για να κατουράμε μας βρήκε. Το πρωί έκανε λίγη γυμναστική στους νέους. Το μεσημέρι στεκότανε πάνω απ’ τα κεφάλια μας και μας πίεζε να τρώμε εκείνη τη σαπισμένη λάσπη, τη σούπα, που μας δίνανε.

- Π ρ έ π ε ι να ζήσουμε, μας εξηγούσε. Αν χρειαστεί να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε. Μα δε θ’ αυτοκτονήσουμε ποτές.

Τα βραδάκια ανέβαινε σ’ ένα σωρό σανίδια που βρισκόντανε σε μια γωνία κι από κει μας μιλούσε. Η Αλήθεια λουσμένη σ’ ένα καινούργιο φως, χόρευε πάνω στα σφιγμένα χείλη…

Εμείς είχαμε ορθάνοιχτα τα παραθυρόφυλλα της ψυχής μας.

Ο «Σκελετός» καθότανε πάντοτε σταυροπόδι μπροστά μπροστά. Τέντωνε τα μεγάλα κι αθώα του μάτια κι άκουγε με δίψα, με αγωνία θα ’λεγες… Μονάχα ο «φυσικός» δεν μπορούσε να το ανεχθεί αυτό. Στεκότανε μακριά μας και βημάτιζε νευρικά. Μας κοίταζε με οίκτο. Συχνά χαμογελούσε ειρωνικά και μερικές φορές ξεφυσούσε σαν οργισμένη πεθερά. Μια μέρα δεν κρατήθηκε. Ήρθε αγριεμένος κοντά μας. Τα μικρά του ματάκια πετούσαν σπίθες.

- Άκου εσύ, είπε στο Βοριά. Αφού θέλεις να κάνεις το δάσκαλο, πες μου τι είναι ηλεκτρόλυσις; Ε; Μπορείς να μου πεις; Και μας κοίταξε όλους μ’ ένα χαμόγελο θριάμβου…

- Όχι, δεν ξέρω… Πού να τα μάθω εγώ αυτά; Εσύ πρέπει να μας το πεις.

Κατέβηκε, τον έπιασε από το χέρι και σπρώχνοντάς τον αλαφρά, τον ανέβασε πάνω στα σανίδια.

- Όταν ξέρουμε κάτι και δεν το λέμε και στους άλλους, είναι σα να μην το ξέρουμε, του είπε.

Εκείνος στάθηκε μια στιγμή αμίλητος. Μας κοίταξε όλους σα χαμένος κι ύστερα κάρφωσε τα μικρούτσικα μάτια του στο Βοριά που ’χε στρωθεί μπροστά μπροστά για να τον ακούει καλύτερα.

- Έχεις δίκιο, του είπε. Και γρήγορα γρήγορα κατέβηκε από τα σανίδια, κατακόκκινος σαν αδιάβαστος μαθητής…

Ο «σκελετός» ενθουσιάστηκε. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να χειροκροτεί. Κι όλοι κάναμε το ίδιο. Ύστερα ανέβηκε στα σανίδια κι όταν σωπάσαμε μας είπε:

- Λοιπόν, εγώ, αδέρφια μου, λέω πως..  πως είμαστε όλοι αδέρφια. Να, αυτό…

Και πήδησε αμέσως κάτω ικανοποιημένος από το λόγο του.

Όταν νύχτωνε τραγουδούσαμε. Κοντά μας πια και ο «φυσικός» με κείνη τη σουβλερή και φάλτσα φωνή του. Μια παράξενη χαρά φώτιζε τα σκοτάδια της ψυχής και της φυλακής μας. Ο Τρόμος της πρώτης νύχτας ήταν πια για όλους μας ένα κακό όνειρο…

Ένα απόγευμα μας επισκέφθηκε κάποιος κοκκινοτρίχης Γερμανός υπολοχαγός. Πίσω του ερχόταν ένας κοντόχοντρος επιλοχίας με γυαλιά κι ο διερμηνέας με το άσπρο του καλοσιδερωμένο παντελόνι. Μας έβαλαν στη γραμμή και μας είπανε να μετρήσουμε από το ένα μέχρι το έξι. Ο «σκελετός» γελούσε.

- Την κολοκυθιά θα παίξουμε; ρώτησε σιγά.

Τότε ο κοκκινοτρίχης έβγαλε από την τσέπη του δυο ζάρια, τα κούνησε λίγο στη χούφτα του και τα πέταξε κάτω στο τσιμέντο…

- Εξάρες… είπε αντάμικα[2] ο «σκελετός». Κι όλοι γελάσαμε πνιχτά.

Αυτοί σκύψανε πάνω από τα ζάρια σοβαροί. Κάτι ψιθύρισε ο κοκκινοτρίχης στο διερμηνέα. Κι αυτός, με μια φωνή αχρωμάτιστη και βραχνή μας εξήγησε πως εκείνοι που έχουνε αριθμό τρία και έξι πρέπει να βγουν από τη γραμμή. Είκοσι συντρόφοι μας ξεχώρισαν. Στα χείλη τους ήτανε ακόμη παγωμένο το χαμόγελο από το αστείο του «σκελετού». Κοίταζαν εμάς… κοίταζαν τον κοκκινοτρίχη, σα μαθητές που δεν είναι βέβαιοι αν απάντησαν σωστά στην ερώτηση που τους έκανε ο καθηγητής.

Ο «Σκελετός» αναστέναξε.

- Είσαστε οι τυχεροί, αδέρφια. Θα σας αφήσουν.

Εκείνοι γέλασαν και τράβηξαν προς την πόρτα χαρούμενοι. Γύρισαν και μας χαιρέτησαν κουνώντας τα χέρια.

- Κουράγιο, παιδιά, μας είπε ένας. Θα βγείτε κι εσείς…

Κι η πόρτα, η μεγάλη πόρτα  με το ρολό έκλεισε πάλι.

Την άλλη μέρα το πρωί οι σκοποί σήκωσαν το ρολό και μας είπανε να πλησιάσουμε στην πόρτα. Τότε ένας απ’ αυτούς άπλωσε το χέρι του και μας έδειξε… εκεί απέναντι στα δέντρα.

Κι είδαμε είκοσι συντρόφους μας που κρέμονταν πάνω στα κλαριά δυο δυο σαν αγριόσυκα.

 

Είμαστε σαν το καραβάνι που αναπάντεχα το βρήκε η ορμή του Σιμούν[3]. Το τίναξε στον αέρα και το σκόρπισε – βορά[4] στο ανοιχτό στόμα της ατέλειωτης ερήμου. Κι η θύελλα πέρασε… Κείνοι που μείνανε μαζεύονται πάλι σιγά σιγά. Δένονται πιο πολύ ο ένας με τον άλλο. Κοιτάζουν γύρω τους:

Παντού το Άγνωστο της ερήμου. Να προχωρήσεις… Προς τα πού να προχωρήσεις;

Όλη η Γης έχει γίνει μια φυλακή. Κι όμως προχωρούν. Με πείσμα, με λύσσα, με πίστη… Θα φτάσουν κάποτε στην «όαση». Μα κι αν δε φτάσουν τι πειράζει; Τ’ αχνάρια που άφησαν κάτω στο φλογισμένο άμμο θα δείχνουν το δρόμο σε κείνους που έρχονται πίσω…

Μαζευόμαστε πάλι τα βράδια εκεί στα σανίδια. Ο Βοριάς τις πρώτες μέρες δε στεκότανε καθόλου. Έμοιαζε με μάνα που της αρρώστησαν ξαφνικά όλα τα παιδιά.

Κάπου κάπου τη νύχτα κάποιος μας αναστέναζε. Εκείνος τότε σηκωνότανε και πήγαινε κοντά του.

- Γιατί στενάζεις έτσι;

- Να, στενάζω.

- Πες μου γιατί. Θα το συζητήσουμε. Θα ιδείς πως δεν υπάρχει λόγος να στενάζουμε. Και καθόταν ώρες ολόκληρες μαζί του. Οι περσότεροι τότε ξυπνούσαμε. Ξαπλώναμε μπρούμυτα με τα σαγόνια στηριγμένα στις παλάμες μας.

Σιγά σιγά έπαψαν να μας τυραγνάνε εκείνα τα γερμένα κεφάλια των κρεμασμένων.

Μονάχα ο «Σκελετός» έμενε πάντα συλλογισμένος. Κοίταγε το Βοριά στα μάτια επίμονα σα να ’θελε να χαράξει βαθιά στη μνήμη του τη μορφή του. Και σα να ’τανε κάτι φευγαλέο και αέρινο εκείνη η μορφή κι όλο του ξεγλιστρούσε. Κι όσο του ξέφευγε τόσο εκείνος επέμενε και την κυνηγούσε. Μια μέρα, ενώ τον κοίταγε πάλι έτσι, με σκούντησε δυνατά.

- Πες μου, έχεις κάνει τίποτα μεγάλο στη ζωή σου;

- Εγώ; Όχι.

- Ούτε κι ’γώ. Δεν είμαστε πλασμένοι γι’ αυτό, είπε, και κοίταγε πέρα.

- Γιατί με ρωτάς;

- Σε ρωτώ… να… Σκέφτομαι πως υπάρχουν άλλοι που περνάνε από τη Γη σαν…

Μου ’δειξε το Βοριά.

- Πες μου, αξίζει η ζωή σου όσο αξίζει η δική του;

- Όχι, είπα, δίχως να διστάσω.

- Μπράβο, ούτε κι η δική μου. Αν τον χάσουμε ποτέ… Άκουσε, λέω πως η ζωή μας είναι σαν τα … υφάσματα … Στάσου, αυτό είναι ωραίο. Πρέπει να το πώς και στους άλλους. Πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο κι ανέβηκε στα σανίδια.

- Το λοιπόν ακούστε, αδέρφια μου, όποιος ξέρει κάτι και δεν το λέει στους άλλους είναι σαν να μην το ξέρει ε; Ναι… εγώ λοιπόν ξέρω… Θα σας πω. Ακούστε: Η ζωή μας είναι σαν τα υφάσματα. Άλλα κοστίζουν λίγο κι άλλα πολύ. Καταλαβαίνετε;

- Όχι, είπε κάποιος.

- Όχι, Κρίμα. Εγώ να… τέλειωσα. Αυτό είχα να σας πω…

Και κατέβηκε βιαστικά απ’ τα σανίδια…

 

Τα γένια μας έχουν μεγαλώσει – όπως και τα βάσανά μας. Κι η καρδιά μας μεγάλωσε… Όλων μας. Θέλω να πω για την καρδιά μας κάτι: Ήτανε μια μικρή και στενούτσικη καρδούλα που δερνόταν ολομόναχη μέσα στα στήθια μας, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας. Και τώρα ’δώ μέσα…

Πώς πλάτυνε, Θεέ μου!... Εκείνος ο βοριάς που φύσηξε «πάνω απ’ της Ρουσίας τα χιόνια» σα να ’φτασε μέχρι τα σπλάχνα μας. Πήρε η καρδιά καινούριο αίμα. Δεν τη χωράνε πια τα στήθια μας. Γκρέμισε τους τοίχους του σπιτιού μας και χύθηκε στη γειτονιά και στην πόλη. Αγκάλιασε όλους τους ανθρώπους. Τους ά γ ν ω σ τ ο υ ς ανθρώπους που στενάζουν σ’ όλη τη Χώρα και πέρα απ’ τη Χώρα.

Οι πιτζάμες του «Σκελετού» έχουν γίνει σαν φόρμα ανθρακωρύχου. Τον πειράζω:

- Η Μαρίνα θα περάσει το μήνα του μέλιτος προσπαθώντας να σου ξανασπρίσει τις πιτζάμες.

Χαμογέλασε με πίκρα.

- Χμ, η Μαρίνα…

- Πώς; Απελπίστηκες;

- Εγώ; Όχι, όμως… τι να σου πω; Άλλοτε τίποτα δεν μπορούσα να σκεφτώ έξω από τη Μαρίνα. Φαντάσου. Της άρεσαν τα θαλασσιά φορέματα. Και ’γώ έκανα την επιθυμία της σκοπό της ζωής μου. Ονειρευόμουνα ν’ ανοίξω μια μέρα δικό μου μαγαζί… ξέρεις γιατί; Για να ’χω μια βιτρίνα ολόκληρη γεμάτη από γαλάζια τόπια. Να ’ρχεται και να διαλέγει… Λοιπόν… τώρα όλα αυτά… Τίποτα. Εγώ, να σου πω, δε θ’ ανοίξω μαγαζί.

- Γιατί;

- Γιατί έτσι. Δε θέλω πια. Κάτι πέθανε εδώ μέσα (χτύπησε το στήθος του δυο φορές). Πώς να στο πω; Ναι, πέθανε… μαζί με κείνους.

Σώπασε μια στιγμή κι ύστερα μου ’σφιξε δυνατά το μπράτσο.

- Άκουσε, φίλε. Βάζεις ένα σκοπό στη ζωή σου. Λες: Θα χτίσω ένα σπίτι. Και το χτίζεις κάποτε. Το λοιπόν, τι γίνεται; Φυσάει ξαφνικά ένας πουνέντες μέσα στο μυαλό σου και βλέπεις το σπίτι σου μ’ άλλο μάτι: Άχαρο, βαρύ, σκοτεινό. Το σιχαίνεσαι. Και το σπίτι και τον ίδιο σου τον εαυτό που το ’χτισε. Και τότε, αδερφέ μου, βάζεις για σκοπό της ζωής σου το γκρέμισμα εκείνου του σπιτιού. Θέλεις να χτίσεις ένα καινούργιο σπιτάκι που θ’ αστράφτει από φως, κοντά στη θάλασσα. Να κάθεσαι και ν’ αγναντεύεις πέρα τα σταχτιά βουνά και τα σύγνεφα που θα ταξιδεύουνε μαζί με τα καράβια.

Σταμάτησε και κάρφωσε τα μάτια του στην πόρτα που μούγκρισε απαίσια καθώς σήκωσαν το ρολό.

Μπήκε ένας χοντρός κύριος με άσπρο κουστούμι και γυαλιά δίχως σκελετό.

Πίσω του ερχόταν εκείνος ο ίδιος αξιωματικός, ο κοκκινοτρίχης ( ο «Σκελετός» τον είχε βαφτίσει «κούκλινο»). Και πίσω απ’ αυτόν τρεις φαντάροι με αυτόματα κι ο διερμηνέας με το άσπρο παντελόνι.

Μας έβαλαν πάλι στη γραμμή.

- Η κολοκυθιά… είπε με πίκρα ο «Σκελετός».

Τώρα όμως δε γέλασε κανείς. Μετρήσαμε πάλι το ίδιο: Από το ένα μέχρι το έξι. Ο «κούκλινος» έριξε τα ζάρια στο τσιμέντο κι ο διερμηνέας, παγερά κι αδιάφορα σαν κρουπιέρης, φώναξε:

- Το τέσσερα και το πέντε!

Οι δεκατρείς σύντροφοί μας προχώρησαν με βήμα σταθερό. Κοιταχτήκαμε: Εμείς οι ζωντανοί – εκείνοι οι Νεκροί.

Γαλήνιος, αγέρωχος με το πλατύ του μέτωπο και τα λαμπερά του μάτια, προχωρούσε ανάμεσά τους ο Βοριάς.

Ξαφνικά, σαν να είχε ξεχάσει να βγει, πετάχτηκε από τη γραμμή και ο «Σκελετός». Τα ’χασα… Ο «Σκελετός» στεκότανε δίπλα μου. Εγώ είχα δύο κι αυτός τρία. Γιατί βγήκε λοιπόν ο βλάκας; Πήγα να φωνάξω. Ο «κούκλινος» όμως τους μέτρησε και κάτι είπε στο διερμηνέα.

- Γιατί είσαστε δεκατέσσεροι; ρώτησε αυτός; Έπρεπε να βγείτε μόνο δεκατρείς. Ανάσανα. Τώρα θα εξακριβώσουν την γκάφα του.

Ο «Σκελετός» όμως πετάχτηκε.

- Εγώ, είπε, έχω τέσσερα. Περισσεύει αυτός. Κι έδειξε το Βοριά.

- Εγώ; Πώς περσεύω; Έχω πέντε.

- Περσεύει, κύριε, ντραγουμάνε. Στ’ ορκίζομαι στη… ζωή μου. Δεν έχει πέντε, μην τον ακούτε. Δε θυμάται καθόλου, γιατί είναι και λιγάκι χουζουλός. Λιγάκι! Πολύ χουζουλός είναι. Φαντάσου, μας έλεγε πως δεν είναι όλοι οι Γερμανοί γαϊδούρια. Ρώτησε και τα παιδιά. Είναι χουζουλός παιδιά;

- Είναι, είπε δυνατά ο «φυσικός» γλείφοντας τα χοντρά δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του.

- Είναι, είπα κι εγώ. Και θυμήθηκα τα… υφάσματα. Ο διερμηνέας άρχισε να εξηγεί στον «κούκλινο». Και τότε ο «Σκελετός» σβέλτα σβέλτα γύρισε σ’ αυτόν.

Χτυπούσε δυνατά το στήθος του και τέντωνε τα τέσσερα δάχτυλά του κάτω από τη μύτη του «κούκλινου».

- Ιχ, σινιόρε, τέσσερα. Κουάρτο. Ιχ. Αυτό… χουζουλό… τρελό… Νταφνί… Νο γκουτ… Καταλαβαίνει;

Ο «κούκλινος» κούνησε το κεφάλι του κι έβγαλε την απόφασή του.

- Να μείνει ο … τρελός – εξήγησε ο διερμηνέας κι έσπρωξε το Βοριά ελαφρά προς τα πίσω.

- Μα… γιατί; Σταθείτε, δεν είμαι τρελός. Έχω πέντε.

Και πρόστεσε δείχνοντας το «Σκελετό».

- Φοβάμαι, πως αυτός εκεί τρελάθηκε.

- Εγώ; Χμ. Ο κύριος ντραγουμάνος ξέρει… είσαι τρελός. Οι τρελοί ποτέ δεν παραδέχονται την τρέλα τους.

Ο χοντρός κύριος φαινότανε βιαστικός. Έκανε μια κίνηση που ήθελε να πει «εμπρός, ας τελειώνουμε».

Αμέσως ένας φαντάρος, σα σκυλί που το χούγιαξαν, άρπαξε το Βοριά και τον έσπρωξε με δύναμη προς τα πίσω.

Και οι Δεκατρείς ξεκίνησαν.

Στην πόρτα γύρισαν τα κεφάλια τους προς τα πίσω.

- Γεια σας, αδέρφια.

- Στο καλό… Στο καλό!

- Αν δει ποτέ κανείς σας τη Μαρίνα… είπε ο «Σκελετός».

Τεντώσαμε τους λαιμούς μας με αγωνία περιμένοντας την τελευταία του θέληση.

- Λέγε μας, θα τη δούμε. Τι θέλεις;

- Πέστε της πως… πως… η ζωή μας είναι… σαν τα υφάσματα. Αυτό να της πείτε.

 

Τους τουφέκισαν στις 29 του Γιούλη στις 4 το πρωί.



[1] Γυναίκα αραβικής καταγωγής από την Αφρική ή την Ισπανία.

[2] Θαρραλέα.

[3] Ισχυρός άνεμος των ασιατικών και αφρικανικών ερήμων,  ο δυνατός άνεμος της Σαχάρας.