ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΤΑΤΖΗΣ

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΩΜΕΝΩΝ

 

 

               Κύριε, Κύριε,

               Πόσο ανήθικο είναι να πεθαίνεις

               μέσα στα δροσερά σου σεντόνια

               …………………………………….

               όταν όλοι σου οι φίλοι

               σκοτωθήκαν στο πεζοδρόμιο.

 

Είναι Κυριακή. Λέει να ντυθεί, να καρφώσει στο πέτο του ένα κόκκινο γαρίφαλο και να βγει να περπατήσει στο πάρκο όπως άλλοτε. Μα τώρα δεν είναι όπως άλλοτε. Τα δέντρα του πάρκου γέρασαν. Οι μαλλιαρές κάμπιες γλιστράνε αηδιαστικά κι αθόρυβα στα χορταριασμένα δρομάκια, φτιάχνοντας μια ατέλειωτη αλυσίδα. Σαλεύουν βουβά με μια πένθιμη βραδύτητα. Παντού μυρίζει ερημιά και φόβος, έτσι σα να πέθαναν ξαφνικά όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη. Τα γερμανικά περίπολα κινούνται ρυθμικά στην άσφαλτο των δρόμων. Βλέπεις αυτούς τους πράσινους στρατιώτες που έχουν ένα βλέμμα κρύο όπως οι πεθαμένοι και λες: «Είναι τάχα άνθρωποι ή σιωπηλά φαντάσματα που φτερούγισαν απ’ το Βορρά και ήρθανε να περπατήσουν πάνω στους τάφους της έρημης ταύτης γης;»

Αυτά τα φαντάσματα μπορούν άξαφνα να σε σκοτώσουν. Ύστερα θα σκύψουν πάνω σου αμίλητοι, θα σε τραβήξουν σ’ έναν τοίχο και πάλι θ’ αρχίσουν να βαδίζουν αργά.

Όχι, δε θα βγει. Δε θα πάει πουθενά. Θα κλειστεί στο σπίτι του. Το σπίτι σου είναι σήμερα ένα φρούριο. Κλείνεσαι μέσα, διπλώνεσαι στον εαυτό σου και συλλογίζεσαι. Στον πόλεμο οι άνθρωποι είναι σαν τους ναύτες του καραβιού που το δέρνουν τα κύματα του ωκεανού. Κάποτε το καράβι θα πλευρίσει σ’ ένα λιμάνι κουρασμένα. Τότε ένας ηλιοψημένος ναυτικός θ’ ανεβεί στη γέφυρα και θα μετρήσει το πλήρωμα. Θα πει κάτι για τους ναύτες που τους άρπαξαν απ’ την κουβέρτα τα κύματα, κι ύστερα η μπάντα θα παίξει ένα χαρούμενο σκοπό. Όχι, δεν το ’χει καθόλου στο νου του να τον αρπάξουν τα κύματα. Θέλει ν’ ακούσει το χαρούμενο σκοπό.

Αυτό λογάριαζε να το πει κάποτε και στη Νάντια. Όμως εκείνη… Η Νάντια είναι μια προσφυγοπούλα απ’ τη Θράκη. Εκεί πάνω έσπερναν άλλοτε καπνά κι έλεγαν χαρούμενα τραγούδια για τον ήλιο που χρυσώνει τα καπνόφυλλα. Από δυο μήνες τώρα μένει στ’ αντικρινό σπίτι. Ο δρόμος που τους χωρίζει είναι στενός σα βαθύ χαντάκι. Μόλις χωράει ένα κάρο. Το δικό του παράθυρο σέρνεται σχεδόν στον καρόδρομο. Το δικό της είναι λίγο πιο ψηλό.

Κάθε απόγεμα λύνει τις μακριές της πλεξούδες μπροστά στον καθρέφτη, δένει μια γαλάζια κορδελίτσα στο κεφάλι της και δε φαίνεται να κοιτάζει καθόλου κατά το παράθυρό του. Δε λέει πια τραγούδια για τον ήλιο που χρυσώνει τα καπνά. Είναι πάντα λυπημένη κι όλο μουρμουρίζει ένα θρήνο για τους σκοτωμένους.

Αχ Θεέ μου, αυτό το τραγούδι!

- Νάντια, της φώναξε μια μέρα αγριεμένος.

Το κορίτσι ξαφνιάστηκε. Σταμάτησε το χάιδεμα των μαλλιών της, σταμάτησε και το πένθιμο μουρμούρισμα. Ύστερα, ακούμπησε στο περβάζι του παραθυριού, κοίταξε δεξιά ζερβά στο βάθος του δρόμου κι έκλεισε αργά αργά το παράθυρο!

Την άλλη μέρα, όταν το κορίτσι άρχισε πάλι να μουρμουρίζει το θρήνο,  αυτός βγήκε βιαστικά στο δρόμο και στάθηκε κάτω απ’ το παράθυρό της:

- Πες μου, της λέει, γι’ αυτό λοιπόν ήρθες από τη Θράκη;

Το κορίτσι πάλι ξαφνιάστηκε και πάλι ακούμπησε στο περβάζι του παραθυριού. Τον κοίταζε τρυφερά και δε μιλούσε.

- Σε ρωτώ. Εκεί στη Θράκη, όλο κλαίγατε;

Η Νάντια έγινε πολύ σκεφτική. Κοίταξε κατά το βοριά και ψιθύρισε:    

- Στη Θράκη… Όχι!

- Τότε; Τι καταλαβαίνεις λοιπόν μ’ αυτό το…

- Στη Θράκη λέγαμε τραγούδια για τον ήλιο, ξανάπε η Νάντια σα να μιλούσε μοναχή της.

- Α! Ωραία θα ’τανε… Αγαπώ τον ήλιο. Δεν ταιριάζει το κλάμα σ’ ένα κορίτσι τόσο νέο και τόσο όμορφο!

Τότε η Νάντια γέλασε ευτυχισμένη. Ύστερα του είπε πολύ σιγά: «Αλήθεια είμαι όμορφη;» Κι αμέσως κοίταξε πάλι δεξιά ζερβά στο βάθος του δρόμου κι έκλεισε αργά αργά το παράθυρο. Από κείνη την ημέρα χάθηκε. Δεν ξανακούστηκε πια το λυπητερό τραγούδι. Ούτε κι οι χρυσές πλεξούδες φώτιζαν το παράθυρο που έμενε πάντοτε κλειστό με μια βουβαμάρα σοβαρή και γεμάτη μυστήριο. Αυτός μένει κλεισμένος στο σπίτι του. Στη διπλανή κάμαρα η Ήβη, η μικρούλα αδερφή, αγωνίζεται να ζωντανέψει στο πιάνο το χαρούμενο σκοπό που έπαιζε η μπάντα στο πάρκο. Μπορεί οι νότες να ’ναι οι ίδιες, μα ο σκοπός εκείνος πέθανε. Πέθανε μαζί με το γέλιο των κοριτσιών του πάρκου. Όλα τώρα είναι ακίνητα γύρω του.  Δίχως νόημα, δίχως ομορφιά, άδεια και κρύα. Διαβάζει ανόρεχτα διάφορα βιβλία και του συμβαίνει συχνά να τελειώνει κάποιο κι ύστερα ν’ αναρωτιέται: «μα τι έλεγε τούτο που διάβασα;» Μια μέρα όμως όλα αυτά θ’ αλλάξουνε. Είναι σίγουρος γι’ αυτό. Θα σηκωθεί ξαφνικά ένα καυτός αγέρας και τα πράσινα φαντάσματα θα λιώσουνε σαν τις κρυστάλλινες λαμπάδες που κρέμονται από τα κεραμίδια των σπιτιών τις βαρυχειμωνιές. Η μπάντα θα ξαναπαίξει το χαρούμενο σκοπό. Ίσως να ’ρθει κι η Νάντια για να τραγουδήσει κάτι για τον ήλιο. Αυτή η μέρα, ναι, θα ’ρθει. Μονάχα να ’ρθει γρήγορα. Γιατί αν αργήσει… ωχ Θεέ μου! Να η Ήβη ήτανε παιδούλα όταν έγινε πόλεμος. Τώρα η Ήβη βγαίνει στο παράθυρο και κοιτάζει με λαχτάρα τις γερές πλάτες των αγοριών. Τις νύχτες κάτι θα βλέπει στον ύπνο της, γιατί αναστενάζει συχνά.

Αυτός ήταν ένας άντρας όταν έγινε πόλεμος. Φαντάσου λοιπόν: Ένας άντρας που θα ζήσει χρόνια ολόκληρα κάτω απ’ τον κρύο ίσκιο των πράσινων φαντασμάτων… Τι να την κάνει όταν θα ’ρθει αργά; Λένε πως μια δυστυχισμένη γυναίκα που έμεινε γεροντοκόρη γιατί δεν είχε λεφτά, κέρδισε στα εβδομήντα της χρόνια κάποιο μεγάλο λαχείο. Πήγε, πήρε το χρυσάφι, το σώριασε στην κάμαρά της, έφτυσε πάνω στο σωρό κι ύστερα αυτοκτόνησε!

 

Εκείνη την ημέρα είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι του και κοίταζε ηλίθια το φρεσκοβαμμένο τοίχο. Στη διπλανή κάμαρα η Ήβη πάλευε να βρει τη χαμένη συμφωνία. Ψάχνει πάνω στο κλαβιέ χτυπώντας τα πλήκτρα δοκιμαστικά. Είναι σαν απελπισμένες κραυγές αυτές οι αβέβαιες νότες.

Ξαφνικά ακούστηκε το τραγούδι των σκοτωμένων. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι σα χαρά ακούγοντάς το. Πετάχτηκε πάνω και πηγαίνοντας στο παράθυρό του κοίταξε προς τα κει: Η Νάντια ήτανε πάλι μπροστά στον καθρέφτη και χάιδευε τα μαλλιά της.

- Ναντούλα!

Εκείνη γύρισε μια στιγμή, τον είδε και χαμογέλασε.

- Νάντια, έτρεμα για σένα όλο τον καιρό. Θα στα πω… Λοιπόν στις πέντε και μισή πίσω απ’ το εργοστάσιο… Θα ’ρθεις;

Το κορίτσι σα να μην τον άκουγε άρχισε πάλι να τραγουδάει και να φτιάχνει τα μαλλιά του. Έκανε βήματα μπρος πίσω, έγερνε το κεφάλι της δώθε κείθε κι ούτε φαινόταν να τον προσέχει.

- Νάντια, Νάντια…

Μ’ αυτή χαμογελούσε και δεν κοίταγε.

Τότε και κείνος θύμωσε. Άρπαξε μια κούπα γυάλινη και την έσπασε με δύναμη στο δρόμο.

Το κορίτσι σταμάτησε το μουρμούρισμα. Ακούμπησε στο περβάζι και χαμογελώντας έβλεπε τη σπασμένη κούπα. Όταν σήκωνε τα μάτια της για να τον δει εκείνος πάλι της είπε: «Στις πέντε και μισή». Μα το κορίτσι έκλεισε το παράθυρο.

Το βράδυ δεν τον πήρε ύπνος. Η νύχτα άρχισε να λιώνει στα βουνά κι αυτός δεν είχε ακόμα κλείσει τα μάτια του. Ακούστηκε ο θρήνος ενός κόκορα. Και σε λίγο κι άλλα κοκόρια άρχισαν να κραυγάζουν απελπισμένα στην κοιμισμένη πολιτεία. Κλαίνε σαν να ξέρουν πως θα τα σφάξουν όλα μόλις βγει ο ήλιος.

Από μακριά έρχονται τα βογκητά ενός κάρου που θα τρεκλίζει σα μεθυσμένο στον ανώμαλο δρόμο. Όσο πάνε και δυναμώνουν. Κι όταν μπήκε στο στενό δρόμο του σπιτιού του, βογκούσε πιο φριχτά. Αυτός σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρό του. Θα ’λεγε στον καροτσέρη: «Άι στο διάβολο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος;» Μα καθώς το είδε πάγωσε! Ο καροτσέρης τραβούσε προς τα δυτικά σκυφτός κι αμίλητος σα βρικόλακας που θα τρυπώσει πάλι στο μουχλιασμένο του τάφο μόλις θα βγει ο ήλιος.

Το παράθυρο της Νάντιας μισάνοιξε κι αυτό. Δε φάνηκε η ίδια. Μονάχα η πλεξούδα της κρεμάστηκε και λικνιζόταν ανάλαφρα καθώς τη χάιδευε τ’ αγέρι της χαραυγής. Τη χάρηκε τ’ αγέρι, ώσπου το κάρο έστριψε στη γωνία. Τότε το παράθυρό της έκλεισε.

Όταν φώτισε καλά, βγήκε μια στιγμή στην πόρτα της. Ήτανε πολύ λυπημένη. Προχώρησε λίγα βήματα στο δρόμο με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος της. Θα ’λεγες πως κάτι έχασε και το ζητούσε με  μιαν απελπισμένη επιμονή. Αυτός πατώντας αλαφρά πήγε δίπλα της.

- Ναντούλα, μη λυπάσαι. Να αυτή είναι η ζωή μας. Γιατί κλείνεις πάντα το παράθυρο;

Το κορίτσι τέντωσε τα μάτια και του ’δειξε κάτι σταγόνες αίμα που τραβούσαν πέρα, ανάμεσα στις ροδιές του κάρου.

- Για ιδές! Είναι δικό τους…

- Ίσως… Μπορεί όμως και να πάτησε κανείς την κούπα που έσπασα. Ναντούλα σε ρώτησα για το παράθυρο. Ήθελα να πω…

- Τι μου λες; Είναι από το κάρο. Το κάρο είχε έντεκα παιδιά το ’να πάνω στ’ άλλο. Τα είδες;

- Τα είδα.

- Λοιπόν, αυτά τα ’πιασαν εχτές στις πέντε και μισή. Και σήμερα…

- Σήμερα, ναι. Η ζωή μας, Νάντια, είναι σα φτερό. Το αρπάζει έξαφνα ένας αγέρας και το σπρώχνει προς τα δυτικά.

- Αυτό έγινε στις πέντε και μισή… στις πέντε και μισή. Το άκουσες καλά;

- Ε… ναι. Το άκουσα. Κι ύστερα;

- Τίποτα.

- Ναντούλα, καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Καθένας κάνει τη δική του ζωή.

- Τα παιδιά εκείνα, σου λέω, διψούσαν το θάνατο. Έζησαν μια ζωή σιχαμένη και κρύα. Βγήκανε, λοιπόν, στους δρόμους και φωνάζανε: «Πού είσαι, όμορφε θάνατε, να μας ζεστάνεις;

- Μην το λες. Κανείς δεν τον γυρεύει.

- Ναι, ναι. Σήμερα πλανιέται στους δρόμους. Μόλις κλειστείς στην κάμαρά σου δεν μπορεί να σε βρει.

Το κορίτσι τον κοίταξε πολλήν ώρα στα μάτια. Ύστερα τίναξε τα χρυσά της μαλλιά προς τα πίσω και φέρνοντας την παλάμη της μπροστά στο μέτωπο, μουρμούρισε κοιτάζοντας τον ήλιο:

- Πρέπει να διώξουμε το θάνατο από τους δρόμους…

Κι έφυγε τρέχοντας…

Κύλησε ένας μήνας έτσι. Κάθε απόγεμα το κορίτσι φτιάχνει τα μαλλιά του μπροστά στον καθρέφτη. Στέκεται μια στιγμή ακουμπώντας στο περβάζι κι ύστερα κλείνει το παράθυρο. Ώσπου κι αυτός δεν κρατήθηκε μια μέρα. Κι εκεί που έσκυψε αυτή για να κλείσει το παράθυρό της τη μούντζωσε κι έκλεισε το δικό του.

Α, μα πια! Έτσι θα τ’ αφήσει κλειστό ώσπου να λιώσουν τα πράσινα φαντάσματα. Ώσπου να «διώξουν το θάνατο από τους δρόμους»! Θεότρελο κορίτσι! Θα μπορούσε να πηδήσει μια νύχτα από το χαμηλό παράθυρο και να ’ρθει στην κάμαρά του. Θα ’μεναν όλη τη νύχτα αγκαλιασμένοι, ακούγοντας αδιάφορα ακόμα και το κάρο – αν τύχαινε να ξαναπεράσει φορτωμένο με ζεστούς νεκρούς.

Την άλλη μέρα, κοντά στη χαραυγή, τα κοκόρια άρχισαν να δέρνονται και πάλι απελπισμένα. Περίμενες από στιγμή σε στιγμή ν’ ακούσεις το κούφιο τρέκλισμα του κάρου.

Στο παράθυρό του κάποιος στέκεται και ξύνει δειλά το κλεισμένο ξώφυλλο.

- Ποιος είναι ’κεί; φώναξε δυνατά.

- Είμαι εγώ…

Τινάχτηκε πάνω και μισάνοιξε το παράθυρο.

- Εσύ, Ναντούλα!

Το κορίτσι χαμήλωσε τα μάτια. Η φωνή του έτρεμε πολύ.

- Ήθελα να σου πω για την κούπα. Θα περάσει κάποιος ξυπόλητος και θα σκίσει τα πόδια του με τα γυαλιά.

- Η κούπα! Ψέματα λες.

- Δεν πιστεύεις; Θεέ μου! Όλος ο κόσμος είναι ξυπόλητος σήμερα.

- Τρέμεις, Νάντια, κρυώνεις; Δώσ’ μου τα χέρια σου.

- Τι τα θέλεις; Άφησέ με. Όλη τη νύχτα είχα πυρετό.

Θόλωσαν τα μάτια της κι έγιναν σαν κρύσταλλο μουντό. Έκλαιγε αθόρυβα.

- Τώρα, του είπε, θα μου κλείσεις πάλι το παράθυρο και θα μείνω στο δρόμο. Στο δρόμο είναι ο θάνατος, έτσι δε λες;

Το ’κλεισα… Δεν ήξερα πως αυτό σου κάνει κακό. Κι εμένα μου ’κανε κακό που το ’κλεινες.

- Εγώ… εγώ είμαι παράνομη.

- Παράνομη! Έλα μέσα Ναντούλα.

Το κορίτσι κοίταξε πίσω του φοβισμένα.

- Όχι, όχι. Ξημέρωσε, Θεέ μου! Ήρθα μόνο να σου πω για τα γυαλιά.

Γύρισε να φύγει. Έκανε δυο βήματα και πάλι ξανάρθε στο παράθυρο.

Χαμογελούσε κλαμένη ακόμα.

- Να, πάρε τα χέρια μου, αφού το θέλεις.

Της έσφιξε τα χέρια.

- Πρέπει να σε ιδώ, Ναντούλα. Πού θα σε ιδώ;

- Θα με ιδείς κάτω στη διαδήλωση. Θα κρατώ μια ταμπέλα με κόκκινα γράμματα.

- Ω, ω…

- Γιατί κάνεις έτσι;

- Θα βγεις, λοιπόν, πάλι στο δρόμο! Στους δρόμους…

- Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω στις τέσσερις.

- Τράβηξε τα χέρια της κι έφυγε.

Έμεινε πάλι μοναχός του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήτανε χαρούμενος ή λυπημένος. Κοίταζε τον άδειο ουρανό που έμοιαζε με την κορδέλα της Ναντούλας κι όλο συλλογιζότανε πώς θα περνούσαν τόσες ώρες.

Δεν τον χωρούσε πια η κάμαρά του. Πνιγότανε. Έφερε πολλές βόλτες πέρα δώθε. Στο τέλος πήρε την απόφαση και βγήκε έξω. Οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί κι αλαφιασμένοι. Στις γωνιές των δρόμων ήταν μαρμαρωμένοι οι πράσινοι στρατιώτες. Πήγε ως το πάρκο. Στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε τις μπαμπακένιες φωλιές που χτίσανε οι κάμπιες στις κορφές των πεύκων. Του ’ρθε μια ανατριχίλα κι έφυγε γρήγορα σα να τον κυνηγούσαν. Γύρισε στο σπίτι του κουρασμένος. Άνοιξε το παράθυρό του και περίμενε. Μα της Νάντιας το παράθυρο έμενε κλειστό! Ούτε κι ο θρήνος της ξανακούστηκε.

Και μιαν αυγή, καθώς δέρνονταν και πάλι τα κοκόρια απελπισμένα, άκουσε το μεθυσμένο κάρο που τρέκλιζε στον ανώμαλο δρόμο. Πέρασε πάλι μπρος απ’ το παράθυρό του με τον ίδιο εκείνο σκυφτό καροτσέρη. Και τότε… Είδε τα μαλλιά της Ναντούλας που κρέμονταν ανάμεσα στις ρόδες αχτένιστα! Αχ! Αχτένιστα! Ήτανε ανάσκελα πάνω στους άλλους νεκρούς και κοίταζε προς την ανατολή. Στο στρίψιμο του δρόμου κουνήθηκε λίγο σα να ’θελε να ιδεί για στερνή φορά το παράθυρό του. Κι ύστερα χάθηκε τραβώντας προς τα δυτικά…

Όσο ξεμάκραινε το κάρο, τόσο δυνάμωνε ο κούφιος κρότος του. Του φάνηκε τότε πως κυλούσαν σ’ όλους τους δρόμους της γης τέτοια κάρα. Κι όλα τραβούσαν βογκώντας προς τα δυτικά.

Τα κοκόρια λούφαξαν τρομαγμένα. Ακούμπησε το κεφάλι του στο παράθυρο κι έκλαψε. Ύστερα άρχισε να μουρμουρίζει το τραγούδι των σκοτωμένων!

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA