Ιουλία Περσάκη

  

 

 Η Ιουλία Περσάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Κείμενα της πρωτοδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Νουμάς» και σε συνέχεια στα περιοδικά: «Πυρσός», «Νέα Ζωή» Αλεξανδρείας, «Ελληνίδα», «Κυριακάτικη», «Εβδομάδα», «Παρασκήνια», «Κύκλος», «Νέα Εστία» και άλλα. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία της «Διηγήματα», στο Παρίσι το 1927, «Ιστορίες της Κάθε Μέρας» στην Αθήνα το 1959 και «Άνθρωποι του Σαρωνικού», διηγήματα το 1965. Πέθανε το 1980.

 

 

 

          ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΟΙΤΑΖΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

 

     Ψυχή σ΄ όλο τον εξοχικό δρόμο. Ερημιά. Αμπέλια ακαλλιέργητα και συκιές με ολοκαίνουργια μικρά φύλλα. Προχωρώ ως που φτάνω στο μικρό κοντινό χωριό και τέλος στο χτήμα που ζητούσα. Ανοίγω τη σαραβαλιασμένη αυλόθυρα και φωνάζω:

     -Κυρά-Βάσω… Κυρά-Βάσω!…

     Κανείς.

     Σε λίγο όμως φανερώνονται ένα κεφαλάκι παιδιού στο λιακωτό του σπιτιού και μου φωνάζει:

     -Δεν είναι δω η μητέρα μου.

     -Μόνος σου είσαι;

     -Μοναχός μου….

     -Για κατέβα να σου πω δυο λόγια.

     Το παιδί υπάκουο κατεβαίνει σιγά σιγά από μια ανεμόσκαλα, με προσοχή, όπως οι γέροι. Σαν φτάνει στην αυλή, βλέπω πως είναι αγόρι ως οχτώ χρονώ, ίδιο με πίθηκο, γιατί έχουν φυτρώσει τρίχες στα μάγουλά του και δείχνει σαν γκαστρωμένο με την πρησμένη κοιλιά. Έχει το στόμα μισανοιχτό απ΄ την αδυναμία και δυο ήμερα μάτια σκύλου που ψοφάει.

     -Δεν είναι η μητέρα εδώ, και χωρίς αιτία μ΄ αγγίζει δειλά με τα δάχτυλά του και με προσκαλεί. Πάμε μέσα στο σπίτι…

     Μου δείχνει την ισόγεια κάμαρα που η πόρτα της είναι ανοιχτή. Το παράθυρο κλειστό και μέσα σκοτεινά.

     Δε θέλω να μπω, τι να κάνω μέσα στη σκοτεινή κάμαρα; Με πιάνει όμως απ΄ το μανίκι και με τραβάει δειλά.

     -Πάμε…,πάμε μέσα…

     Ακολουθώ τότε τα μικρά βήματά του, για να ιδώ πού θα με πάει και τι θέλει να μου δείξει.

     Μου δείχνει, μόλις μπαίνουμε, σε μια άκρη της κάμαρας, ένα τετράγωνο τραπέζι, από αυτά τα χαμηλά που έχουν μπροστά τους οι παπουτσήδες σαν δουλεύουν κι ακουμπάνε τα εργαλεία τους. Φέρνει μια βόλτα στο χαμηλή τραπέζι λέγοντας:

     -Ο πατέρας μου ήτανε μπαλωματής. Σ΄ αυτό εδώ απάνω το τραπέζι βάζαμε όταν πεθαίνανε ένα ένα τα παιδιά μας…Τέσσερα πεθάνανε τώρα στην πείνα – και με κοιτάζει πάλι με τα μάτια του σκύλου που ψοφάει. Τον πατέρα μου όμως δεν τον χώραγε το τραπέζι, ήτανε μακρύς, και τον βάλαμε στις σανίδες του κρεβατιού μας σαν πέθανε…

     Τον ρώτησα:

     -Άλλα αδέρφια έχεις;

     -Μπα! Πού άλλα…Μόνο εγώ κι η μητέρα μου μείναμε, αναστέναξε ελπίζοντας. Αν έρθουν όμως τα εγγλεζάκια και μπορμπαντίσουν και μας λευτερώσουν, θα ζήσουμε απ΄ την οικογένεια μας εμείς οι δυο, λεει η μητέρα μου.

     Κοιτάζω ολόγυρα στο μισοσκόταδο την καπνισμένη κάμαρα. Σε μια άκρη βρίσκεται το σιδερένιο κρεβάτι με κάτι κουρελοσκεπάσματα. Στον τοίχο κρέμονται σε καρφιά, φτωχά μαγερικά σκεύη και στο χαμηλό τζάκι, στις κρύες στάχτες, μια σακατεμένη πυροστιά μ΄ ένα τσουκάλι μπρούμυτα. Στις δυο καρέκλες που υπάρχουν, κρέμονται, ξεσκισμένες οι ψάθες τους και σε μια άκρη της κάμαρας, αυτό το άβαφο ξύλινο πολυκαιρισμένο τραπέζι του μπαλωματή, που έχει κάνει τόση εντύπωση στο μικρό παιδί.

     -Η μητέρα μου πάει κάθε μέρα μακριά και μαζεύει χόρτα, μήπως μπορέσουμε με τα χόρτα και ζήσουμε τουλάχιστον εμείς οι δυο, λεει το παιδί.

     Βγήκα έξω απ΄ το δωμάτιο. Μ΄ ακολούθησε γυρίζοντας το κεφάλι και κοιτάζοντας κατά το τραπέζι του μπαλωματή πάλι.

     Άφησα το παιδί στην αυλή. Πήρα σβάρνα τα ξεμοναχιασμένα σπίτια μήπως βρω την κυρά-Βάσω. Γυναίκα εμπιστοσύνης. Είχα απόλυτη ανάγκη να της μιλήσω. Χρειαζόταν να κρύψει για λίγον καιρό μια φίλη μου εβραία, που δεν είχε παρουσιαστεί στην Κομμαντατούρα κι ύστερα έψαχναν επίμονα οι γερμανοί να την βρουν. Έπαθε η γυναίκα πανικό, εγκατέλειψε το διαμέρισμά της στο έλεος του Θεού, έβγαλε ψεύτικη ταυτότητα και ξενοκοιμόταν αλλάζοντας κάθε βράδυ σπίτι, ως που να μπορέσει να δραπετέψει στο εξωτερικό.

     Πουθενά όμως δε βρήκα την κυρά-Βάσω που την είχα τόση ανάγκη. Μόνο στο δρόμο έβλεπα, στα χωράφια, σκυμμένο κανένα γέρο ή καμιά γριά που μάζευε χόρτα, γιατί οι γέροι δεν είχαν δυνάμεις να πάνε πιο μακριά.

     Σκέφθηκα λοιπόν να γυρίσω πίσω και να παραγγείλω με το παιδί πως αύριο το πρωί να με περιμένει στο σπίτι της η μητέρα του, χωρίς άλλο.

     Το μικρό αγόρι, που είχαν φυτρώσει τρίχες στα σκελετωμένα του μάγουλα, βρισκόταν τώρα έξω, στο δρόμο. Μ΄ ακουμπισμένο τον αγκώνα του στο χαμηλό ξερολίθι στης απέναντι μάντρας, είχε μια στάση όπως «τ΄ αγγελάκια» του Ραφαήλου. Με τα μάτια ψηλά κοίταζε τον ουρανό…

     Είχε δύσει ο ήλιος και άρχισε η νυχτερινή ψύχρα.

     -Τι κάνεις ακόμα έξω; Θα κρυώσεις, του φώναξα. Πήγαινε αμέσως μέσα!

     -Περιμένω τη μητέρα μου, πρόφερε ο οχτάχρονος μελλοθάνατος. Φοβάμαι στο σπίτι μοναχός μου, χωρίς τον αδερφό μου το Νώντα.

     -Πού είναι ο Νώντας;

     -Πέθανε …Πέθανε ύστερ΄ από τη γιαγιά, πρόφερε με βλέμμα βαθύ, σκοτεινό.

     Άλλαξα αμέσως κουβέντα και του ΄δειξα στον ουρανό κάτι θεόπουλα, που αργοπορημένα πετούσαν βιαστικά για τις φωλιές τους. Δεν ήθελα μικρό παιδί να έχει από τις θλιβερές αναμνήσεις τόσο πόνο.

     Ο νους του όμως γύριζε στα ίδια.

     -Αν έρθουν τα εγγλεζάκια και μπορμπαντίσουν πάλι, ίσως μας λευτερώσουν απόψε, είπε με λαχτάρα.

     Ύστερα ήρθε κοντά μου, χαμήλωσε τα μάτια και μιλούσε, σαν εκμυστήρεψη, κουνώντας όπως ένας γέρος πολύξερος το κεφάλι του όλη την ώρα:

     -Ακούω, ακούω εγώ τα εγγλεζάκια τη νύχτα, που έρχονται με τ΄ αεροπλάνα και πάνε και μπορμπαντίζουν τους γερμανούς στον Πειραιά… Ξυπνάω και περιμένω… Περιμέναμε και με τον αδερφό μου το Νώντα, αγκαλιαζόμαστε τη νύχτα που κοιμόμαστε μαζί, ακούγαμε μπόμπες, κανόνια, και περιμέναμε τη λευτεριά…Ήτανε δώδεκα χρονώ ο Νώντας, είχε πάει σκολείο και ήξερε αυτός…

     Θα νύχτωνε πια. Φοβόμουνα, αν έμενα αργά, τους γερμανούς. Καλόπιασα λοιπόν το παιδί:

     -Πήγαινε τώρα, αγοράκι μου, σπίτι σου και θα ΄ρθει η μητέρα σου. Δε θ΄ αργήσει να ΄ρθει. Έλα, γιατί νυχτώνει και θέλω να φύγω, πήγαινε μέσα, μπράβο.

     Υπάκουσε σκεφτικό. Έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε, με μπροστά την πρησμένη κοιλιά.

     Περίμενα και το κοίταζα ως που να μπει στην κάμαρα. Μα μόλις έφτασε στην πόρτα, σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι να με ιδεί. Και τότε, με σιγανά βήματα, μ΄ αυτά τ΄ αδύνατα ξυπόλυτα τριχωτά ποδάρια, ήρθε πάλι ως εμένα. Στάθηκε για μια στιγμή δισταχτικό, ύστερα μ΄ έπιασε με τα δυο χέρια από το φόρεμα.

     -Φοβάμαι…είπε, θα περιμένω έξω στο δρόμο ως που να ΄ρθει η μητέρα μου. Φοβάμαι στην κάμαρα μοναχός μου…  

     Κείνη την ώρα ερχόταν μια γειτόνισσα, με την πάνινη τσάντα φουσκωμένη από χόρτα. Στάθηκε μπροστά μας και χαιρέτησε. Τη γνώριζα, ήτανε μια γυναίκα πρόσχαρη άλλοτε, ακούραστη, περιζήτητη χωρατατζού, στο θέρος και στις ελιές. Ύστερ΄ από τόσους θανάτους σπίτι της, από την πείνα, σαραβαλιάστηκε, αλλά τώρα έβλεπα, περπατούσε πάλι με βήμα σταθερό, γιατί είχε βάλει το μοναδικό παιδί που της έμεινε, το Στρατή, στην καντίνα των γερμανών, να σκουπίζει και να σφουγγαρίζει τα πατώματα. Κι ο Στρατής το βράδυ γύριζε σπίτι του με κρεμασμένα κάτω απ΄ το σακκάκι του ένα σακκούλι με τίποτ΄ αποφάγια και κάτι ξεροκόμματα που οικονομούσε. Τα κρυφότρωγε η μάνα με μανταλωμένες πόρτες, για τούτο πάλι στάθηκε ολόισια στα ποδάρια της.

     -Πώς άργησε η κυρά-Βάσω απόψε! Νυχτώνει και τούτο το παιδί φοβάται μοναχό του, της είπα.

     Συλλογισμένη το κοίταξε απ΄ το κεφάλι ως κάτω στα ξυπόλυτα τριχωτά ποδάρια, που πατούσαν την κρύα γη. Ύστερα με πήρε παράμερα, σαν τάχα κάποιο δικό της μυστικό ήθελε να μου πει.

     -Πέθανε η μάνα του παιδιού! ψιθύρισε. Αμ΄ είχε τα χάλια της η έρημη τελευταία… Τη βρήκαν κείθε πάαανω, στα κατσάβραχα, κάτι γυναίκες, που είχαν πάει για χόρτα. Είναι κανά δυο ώρες που μου το ΄πανε.

     -Και τώρα; ρώτησα με απόγνωση.

     -Έλα! είπε η γυναίκα στο παιδί αντίς απάντηση σ΄ εμένα. Έλα, να περιμένεις τη μάνα σου σπίτι μου ως που να ΄ρθει, γιατί, καθώς φαίνεται, θ΄ αργήσει…

     Πήρε από το χέρι το σκελετωμένο παιδί, προχώρησαν και, καθώς βάδιζαν, σήκωσε τα μάτια του αυτό κατά τον ουρανό, - από κει μόνο περίμενε σωτηρία. Και, σα να μην το έπαιρνε πια ο καιρός, γύρισε το κεφάλι και μου φώναξε:

     -Να ιδούμε, θα ΄ρθούνε να μπομπαρντίσουν; Ίσως μας λευτερώσουνε απόψε πια τα εγγλεζάκια!

     Κοίταξα κ΄ εγώ ψηλά. Ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα συννεφάκι, μονάχα μια ψιλή γραμμούλα κατά τη δύση, το νέο φεγγάρι.

     Έφευγα τώρα σαν κυνηγημένη, γιατί νύχτωνε. Οι γερμανοί, για να μη χασομεράει ο κόσμος στους δρόμους και στα χωράφια, για χόρτα, άρχισαν τα συνηθισμένα τους, να πυροβολούν. Πυροβολούσαν άσκοπα, κανένας δεν κυκλοφορούσε αυτές τις ώρες. Μονάχα τρόμαζαν τις καρδιές των μικρών παιδιών, που η ζωή τους απ΄ την ορφάνια και την πείνα κρεμόταν σε μια σάπια κλωστή.

     Τάχυνα το βήμα όσο μπορούσα περισσότερο, γιατί είχε αρκετά σκοτεινιάσει. Θα με είδαν όμως οι γερμανοί από τον πύργο της κυρίας Ράλλη, όπου έμενε ένα τσούρμο από δαύτους, γιατί άρχισαν αμέσως να πυροβολούν κατά το μέρος μου. Στην αρχή περνούσαν οι σφαίρες μακριά, αλλά σε λίγο τόσο κοντά στ΄ αφτιά μου, που ζουζούνιζαν σαν έντομα βιαστικά, βζν…βζν… «Ωραίο γλέντι!» σκέφτηκα με χτυποκάρδι. Δεν υπήρχε ούτε ένα σπίτι, ούτε καμιά μάντρα να προφυλαχτώ. Δεν μπορούσα όμως να μείνω τη νύχτα στα χωράφια κι εξακολουθούσα να προχωρώ, ως που στο τέλος έφτασα στην άκρη της μάντρας μου και μπήκα στην πόρτα. Το μίσος μου για τους γερμανούς κείνη την ώρα το ένιωθα σα μια δύναμη μέσα μου.

     Όταν μπήκα στο σπίτι μου, πριν καθήσω, από την ταραχή κι από τον κίνδυνο που πέρασα, ήπια μεμιάς δυο ποτήρια νερό.

     Ύστερ΄ από μια ώρα ανέβηκα στην κάμαρά μου να κοιμηθώ. Πήρα ένα βιβλίο και διάβαζα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Δεν μπορούσα όμως να συγκεντρωθώ. Είχα στο νου μου τους γερμανούς, την εβραία και το μελλοθάνατο παιδί.

     Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα, σαν άκουσα κάποια μακρινή φωνή. Έσβησα το ελάχιστο φως που είχα κι άνοιξα με προσοχή το παράθυρο. Ακουγόταν, μα από πολύ μακριά, μια δισύλλαβη λέξη κάθε τόσο μέσα στην ησυχία της νύχτας, σαν προάγγελος κακού. Έβαλα μεγάλη προσοχή ν΄ ακούσω, ως που διάκρινα τι φώναζε:

     «Ντόκτορ!...ντόκτορ!...ντόκτορ!...»

     Ήτανε η φωνάρα του Ξυδέα, που με την ιδιότητα του γιατρού δεν τον πυροβολούσαν όταν κυκλοφορούσε τη νύχτα. Θα πήγαινε, φαίνεται, σε κάποιο σπουδαίο ετοιμοθάνατο ο γιατρός, που θα είχε ανάγκη τη βοήθειά του.

     Ο κοσμάκης δε χρειαζόταν φάρμακα, και γιατρούς, μονάχα ψωμί. Δεν υπήρχε. Γι΄ αυτό πέθαιναν δέκα δεκαπέντε, σκελετοί κάθε μέρα. Σε κάθε θάνατο ακουγόντουσαν οι καμπάνες, που χτυπούσαν λίγο, μα λυπητερά, όπως τη Μεγάλη Παρασκευή. «Άλλος!... Άλλος!...» λέγαμε χωρίς σχόλιο, γιατί ο καθένας μας δεν ήξερε τι του μέλλεται, κι αν θα ζήσει να ιδεί το φως του ήλιου και την άλλη μέρα. Και την παράλλη.