Η πατρίδα του πατέρα του Γιάγκου Πιερίδη είναι η Λεμεσός της Κύπρου, γεννήθηκε όμως στην Αθήνα στα 1898 και μεγάλωσε και μορφώθηκε στην Αίγυπτο. Είναι υπάλληλος – προϊστάμενος της Βιβλιοθήκης του Υπουργείου των Εξωτερικών. Τα δυο πρώτα του βιβλία: «Ένας Ξένος», διηγήματα, και «Οι Σωτήρες», τρεις νουβέλες, φάνηκαν στην Αλεξάντρεια, έκδοση «Γραμμάτων». Στην Αθήνα τυπώθηκαν: «Ο Βελουδένιος Κούκος», διηγήματα, 1943, «Ο Καβάφης», συνομιλίες και χαρακτηρισμοί, 1943, «Ένα ταξίδι του Πατριάρχη Μελετίου στη Β. Αφρική», 1955, «Ο Χειμώνας δεν πέρασε», διηγήματα, 1956, «Προτελευταίος σταθμός», μυθιστόρημα, 1957. Έχει συνεργαστεί στα περιοδικά: «Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Φάρος», «Παναιγύπτια» Αλεξανδρείας και στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Νέα Εστία», «Επιθεώρησις», «Πνευματική Ζωή» της Αθήνας. Το θεατρικό του έργο, «Το Μακρινό Μήνυμα», βραβεύτηκε. Πέθανε το 1970.

 

 

 

ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ

         

Αχ! αυτά τα πρωινά του Ιουλίου! Καλά τα μεσημέρια, καλά τα βράδυα, μ’ αυτά τα θολά και ζεστά πρωινά του! Ωστόσο δεν έδειχνε πως κάψωνε. Τα ρουθούνια του ρουφούσαν ζεστόν αέρα, οι πατούσες του φλέγονταν απ’ την άσφαλτο, μα κείνος πήγαινε σα δροσισμένος απ’ τις ίδιες του τις σκέψεις.

          Δεν έφευγε απ’ το νου του το χτεσινό μήνυμα… δεν έφευγε η αγαπημένη φωνή. Αμ’ το κουτί; Το μαγικό κουτί, που οι αθηναίοι κρύβουν απ’ του καταχτητή τα μάτια; Είναι ανεκτίμητο! Ωστόσο, ούτε ασημικά, ούτε χρυσικά. Ένα κουμπί, μια βελόνα , ένα φωτάκι κόκκινο… Έπειτα μια μουσική φωνή που ξυπνάει τις λαχτάρες και τους καημούς μας… το μεράκι της λεφτεριάς.

          Γοργότερ’ απ’ το θαλασσοπούλι έφερε χτες βράδυ το ελπιδοφόρο μήνυμα: «Σκλάβοι χαρείτε… Σον ουρανό της Μεσογείου φάνηκαν μαύρα φτερά!». Μαύρα φτερά εκεί, γαλάζια φτερά μέσα μας. Αχ! Να’ ταν να μαυρίσει κι ο δικός μας ορίζοντας!

          Περπατούσε σα δροσισμένος όταν έπιασε τον εαυτό του να ψιθυρίζει, όπως άλλα πρωινά: «Ακόμα μιαν άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, ακόμα ένα καλοκαίρι…». Όχι, δεν ήθελε να πει αυτό. Αυτό το’ λεγε για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του. Τώρα όμως… τώρα που στη Μεσόγειο φανήκαν τα πρώτα συμμαχικά φτερά, θ’ αλλάξει λόγια, θ’ αλλάξει σκοπό. Είναι τόσο χαρούμενος, τόσο ευχαριστημένος, που αν δε φοβόταν το προδοτικό μάτι, θα σφύριζε τη μεγάλη είδηση στ’ αφτί του κάθε περαστικού.

          «Μα είσαι σίγουρος – αναρωτιέται – πως άκουσες τη φωνή ή ήταν μια από κείνες που βγαίνουν από μέσα σου;» Σίγουρος, η φωνή του κουτιού. Η γνώριμη φωνή, που ο καταχτητής, χειμώνα καλοκαίρι, αγωνίζεται να σβήσει. Μα κείνη, πότε βραχνή κι άλλοτε καθαρή, πότε μουσική κι άλλοτε τραγούδι, σκίζει τους αιθέρες και φτάνει κοντά μας.

          Κι όμως δεν την ακούνε όλοι. Γιατί αν την άκουαν, δε θα πήγαιναν σκυφτοί και συλλογισμένοι, όπως οι δυο γνωστοί του που προσπέρασαν χωρίς να τον καλημερίσουν. Ανήμπορος να κρατηθεί τρέχει κοντά τους:

- Σκλάβοι, χαρείτε. Στον ουρανό της Μεσογείου φάνηκαν μαύρα φτερά!

Κι οι δυο μαζί:

-      Μαύρα φτερά!

- Όπως τα περιμέναμε. Ούτε άλλη άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, ουτ’ άλλο καλοκαίρι. Δε νιώθετε μέσα σας να σαλεύουν γαλάζια;

          Χωρίς να περιμένει απόκριση, αλαργεύει, απαγγέλλοντας με χαμηλή φωνή: «Ούτε άλλη άνοιξη, ούτ’ άλλο καλοκαίρι…  ούτ’ άλλο καλοκαίρι».

          Άξαφνα σταματά απότομα. Κανένα γερμανικό απόσπασμα; Ένα κλειστό καμιόνι με σιδερένια παραθυράκια; Πελώριο φορτηγό; Τι; Τι τον ανάγκασε να σταθεί στη μέση του δρόμου και να στυλώσει τα μάτια στ’ αντικρινό παράθυρο;

          Ένα καναρίνι! Μια γλυκιά φωνή ακόμα, ακόμα ένα μικρό ράμφος να χτυπά τα σύρματα του κλουβιού του. Πόσα άλλα ράμφη, πόσα άλλα χέρια στα σίδερα της φυλακής!

          «Φτωχέ τραγουδιστή μου, λίγη υπομονή. Κάποιο πρωί, κάποιο μεσημέρι, όταν ο δρόμος θα’ ναι ήσυχος, θα τολμήσω. Δε μ’ έχουν ικανό, μα εγώ θα τολμήσω».

          Μια δυνατή σπρωξιά τον έφερε πίσω στην πραγματικότητα. Συμμάζεψε το νου του και συνέχισε το δρόμο του! «Κύριε δασικέ, έχεις κάτι αδυναμίες, κύριε δασικέ… Τι σ’ έπιασε μ’ αυτό το καναρίνι; Κοίταζε καλύτερα το χάλι σου, κύριε δασικέ».

          Βγάζει το μαντήλι και σκουπίζει το πρόσωπό του.

Πασκίζει να ζωγραφίσει στο νου του τη μορφή της γυναίκας που την είδε και δεν την είδε, κάποιο δείλι στο παράθυρο. Ήταν τόσο ταραγμένος κείνο τ’ απόγεμα, τόσο αναστατωμένος απ’ τη σκληράδα του καταχτητή, που τα ’βλεπε όλα θαμπά κι αβέβαια.

Χλωμή πρέπει να’ ναι η κυρά του καναρινιού, με μεγάλα ρεμβώδη μάτια και πυκνά μαλλιά. Παιγνίδι στα χέρια κάποιου πλούσιου, ωραία και δυστυχισμένη, πολύ δυστυχισμένη. Για να τη διασκεδάσει ο αφέντης, της κουβαλά δώρα και μέσα στ’ άλλα, το καναρίνι τούτο, που κανείς δεν ξέρει αν το κελάδημά του είναι τραγούδι ή στεναγμός. Ίσως, αν εκείνη ήξερε να’ κανε τη μεγάλη χειρονομία που θα το γλύτωνε.

Μπορεί πάλι να’ ναι μια ηλικιωμένη αρχόντισσα, ρημαγμένη απ’ τον πόλεμο και το χαμό των δικών της, μια ξεπεσμένη κυρία που πουλάει τα έπιπλά της για να ζήσει, μα που δεν εννοεί να χωριστεί απ’ το καναρίνι της.

   Κι αν ούτε νέα είναι ούτε ξεπεσμένη; Τότε πρέπει να τη φανταστούμε μια παρδαλή χήρα που πρόκοψε μπάζοντας στο σπίτι της τουρλού τουρλού γαλονάδες και που κρέμασε το κλουβί στο παράθυρο, όπως θα κρεμούσε ένα στολίδι στο στήθος της.

Όποια και να’ ναι, αργά ή γρήγορα, θα στερηθεί το γλυκόλαλο πουλί της. Γιατί ο Χρήστος, κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά στο κλουβί αισθάνεται τα δάχτυλά του να παίζουν και τα  μάτια του ν’ αναζητούν το συρματένιο πορτάκι. «Τι σ’ έπιασε, αλήθεια, κύριε δασικέ; Ακόμα μιαν άνοιξη… όχι, ούτε άλλη άνοιξη, ούτ’ άλλο καλοκαίρι… πλησιάζει, ραγιάδες ραγιάδες…

Έφτασε και ξημέρωσε η μέρα που λεφτερώθηκε η πρωτεύουσα.

Το τελευταίο αυτοκίνητο του καταχτητή, φορτωμένο τις βαριές αλυσίδες τριάμισι χρόνων, περνά τη λεωφόρο, κι ο Χρήστος δεν πιστεύει στα μάτια του. Το’ δε στ’ αλήθεια να φεύγει ή το φαντάστηκε;

Φωνάζει, αγκαλιάζεται, ακόμα και φιλιέται μ’ αυτούς που μαζεύτηκαν να γιορτάσουν. Δεν υπάρχουν γνωστοί και άγνωστοι μέσα στην ανθρωποθάλασσα της πολιτείας. Υπάρχουν μόνον αδέρφια, χαμέν’ αδέρφια που ξαναβρίσκονται και δε θέλουν να κρύψουν τη συγκίνησή τους.

Οι στραπατσαρισμένες σημαίες ανεμίζουν και τους χαϊδεύουν το μέτωπο, τα λογής χρώματα ιριδίζουν στα μάτια τους, οι φωνές σμίγουν κι απλώνονται, κι αυτοί, ανήμποροι να κρατηθούν, αφήνουν το ρέμα να τους συνεπάρει. Ποιος μπορεί να πάει ενάντια στο ρέμα;

  Άξαφνα, στα μάτια του Χρήστου έλαμψε μια κίτρινη αχτίδα. Γαντζώνεται από’ να στύλο σαν κάτι δικό του, κάποιον δικό του να θυμήθηκε. Το ρέμα τον κυκλώνει, πάει να τον κουκουλώσει, μα κείνος, πιασμένος απ’ το στύλο, συλλογίζεται: Τι να γίνεται άραγε ο φυλακισμένος τραγουδιστής;

Άφησε το στύλο, ζούληξε, ζουλίστηκε ώσπου κατάφερε να γλιστρήσει σ’ ένα έρημο, τη στιγμή εκείνη, σοκάκι.

Θε μου, τι άδειοι οι δρόμοι! Όπως τη νύχτα του Πάσχα, λίγο πριν απ’ την Ανάσταση. Πόρτες και παράθυρα σφαλιστά. Που και που μερικά μισοανοιγμένα μαγαζιά έχασκαν, για να δώσουν, θα’ λεγες, πιο έντονη την αίσθηση της απουσίας.

Ανάσανε βαθιά. Πόσον καιρό περίμενε την ευλογημένη ετούτην ώρα! Φτάνει μόνο, με το σημερινό ξεσήκωμα, το κλουβί να βρίσκεται στη θέση του. Χωρίς φόβο και χωρίς δισταγμό θ’ απλώσει το χέρι και θ’ ανοίξει το πορτάκι. Και πριν τα δάχτυλά του προφτάσουν να αιστανθούν το χάδι των δυο μικρών φτερών, το πουλί θα’ χει γίνει ένα σημάδι στον ορίζοντα.

Κουρασμένος, μισοζαλισμένος, έφτασε μπροστά στο γνωστό του σπίτι. Στάθηκε σε κάποια απόσταση. Στ’ ανοιχτό παράθυρο, ανεβασμένο ένα ψηλόλιγνο και ξυπόλητο κοριτσάκι, πάσκιζε να στερεώσει στον τοίχο ένα καρφί.

Μια βραχνή φωνή από μέσα, άντρας; γυναίκα; τον έκανε να βάλει αφτί.

- Πιο ψηλά, πιο ψηλά. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να γίνει σ’ αυτή  την αναμπουμπούλα. Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.

Ξαφνιασμένος ο Χρήστος γύρισε, μ’ άδικα αναζήτησε το πρόσωπο της βραχνής γυναίκας. Το ’κρυβε το σώμα του ανεβασμένου παιδιού. Είδε όμως το χέρι που ’ταν ακουμπισμένο στο περβάζι – ένα παχουλό χέρι με πρησμένα δάχτυλα και μ’ ένα χοντρό στριφτό μαλαματένιο βραχιόλι. Τ’ αφτιά του πληγώθηκαν πάλι απ΄τη βραχνή φωνή, που έδινε τώρα μιαν άλλη παραγγελία στη σαστισμένη κοπελίτσα. Τι φωνή καταγωγίων - Θέ μου!

 Μα να που υψώθηκε και μια άλλη φωνή μέσα στην ησυχία του δρόμου. Ήταν ενός μεσόκοπου, που τοιμαζόταν να κλείσει το φύλλο της μισοανοιγμένης πόρτας του αντικρινού μαγαζιού του. Βλέποντας το Χρήστο να χάσκει απορημένος, δε μπόρεσε να κρατηθεί:

- Αυτή η μαυραγορίτισσα σήμερα βρέθηκε να κάνει όλες τις δουλειές της. Απ’ το πρωί βασανίζει αυτό το πλάσμα και δεν τ’ αφήνει να βγει και να χαρεί με τους άλλους. Έπειτ’ από τα τόσα παρακάλια που της έκανε, περίμενα… νόμιζα… π’ ανάθεμά την!

Βροντά το φύλλο της πόρτας και φεύγει αγαναχτισμένος.

Η δουλίτσα γέρνει σαν κλώνος μαραμένος, πιάνει το κλουβί και το κρεμά, ψηλά, στην καινούργια του θέση.

«Δεν ήρθε λοιπόν η ώρα του! Κ’ εγώ που θάρεψα πως ήρθε η ώρα του… η ώρα μας», ψιθύρισε ρίχνοντας ματιές πότε στο καναρίνι κι άλλοτε στο πικραμένο παιδί. Στάθηκε μπερδεμένος.

Στην πλατεία ο  κόσμος παραμιλάει από ενθουσιασμό κ’ εδώ, τούτη η γυναίκα με το χοντρό χέρι και το μαλαματένιο βραχιόλι, ασφαλίζει το καναρίνι και τσακίζει τα φτερά της δουλίτσας της που θέλησε να πετάξει…

Μήπως ε κ ε ί ν ο ι δεν έφυγαν, ή μήπως ά λ λ ο ι, σαν αυτούς, μέλλονται να ’ρθουν;

Παραίσθηση;

Σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει ξανά το πουλί, που ραμφίζει τα σύρματα, το κοριτσάκι π’ αναστενάζει, κι έπειτα φεύγει ζαλισμένος, σαν πρώτα.