Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΟΥ

 

… Σου τα ‘πα βλέπεις ανακατεμένα. Μα ποιος φταίει… Ακόμα βράζει μέσα μου το αντιμάμαλο… Όμως στο τέλος τώρα θέλω να δώσεις προσοχή… Εδώ είν’ το σορόπι.

    Θαρρώ να σου ‘χω πει για τα βαφτίσια του αράπη. Χριστιανός μια φορά δεν ήταν βέβαια, όμως ήτανε δεκανέας με τα ούλα του. Είχε κανονικό διχάλι στο πάνω μπράτσο. Πώς να στραβώσω τάχα το λαρύγγι μου;… Άντε και το ‘κανα γαργάρα με ξυλόπροκες, πάλι δε θα σου το ‘λεγα σωστά εκείνο κει το Χμλ τ’ όνομα θέλω να πω τ’ αράπαρου. Το λοιπόν με τι μυστήριο, για πες μου, τόνε ξαναβαφτίσαμε αυτόν τον «Χμλ». Και τόνε βγάλαμε Μιχάλη. Σα να ‘τανε πειραιωτάκι ο μαύρος κι όχι… Θε μου και φύλαγε! Τρία μπόγια άνθρωπος, πίσσα γυαλιστερή. Νοτιοαφρικανός από τα τρίσβαθα, πρώην ανθρωποφάγος, όπως μας το εξομολογήθηκε. Ωστόσο, είχε κάτι ξανθό απάνω του ή μέσα του – το ίδιο κάνει. Χρυσή καρδιά. Αυτό ίσα ίσα δε μας άφηνε να νιώθουμε τον εαυτό μας σίγουρο μαζί του. Έπαιζε με τα παιδιά. Μπήκες στο νόημα!… Σκέψου να είσαι αρνάκι γάλακτος και να σε χαϊδεύει ο καλοφαγάς, ο μερακλής του ψησταριού… Ελπίζω να κατάλαβες. Και ναι μεν ο Μιχάλης μας τα βόλευε με το «κόρνετ μπιφ» όσο για λογαριασμό του. Μα έλα που μια μέρα αμολήθηκαν μουσαφιρέοι πατριώτες του… Άλλο που σου το λέω, φίλε μου, κι άλλο να τους έβλεπες απάνω απ’ τα στρωσίδια σου μέρα μεσημέρι. Όχι ότι τους είδε κανένας από μας εξόν ο παπα-Δημήτρης μας. Αλλά  τους είδαν τα κουτσούβελα, τα βυζανιάρικα… Κι έγιν’ ανάστα Κύριε στο Παιδικό Στρατόπεδο… έτσι που βούιξε η Αφρική ολόκληρη. Γιατί… Στο είπα βέβαια. Υπηρετούσε δεκανέας στα αιχμάλωτα παιδιά στη φρουρά τους… Δε θα το πίστευες, αν σου ‘λεγα πως ήταν βυζανιάρικα εφτά οχτώ χρονώ ίσαμε τα δεκαπέντε χρόνια ηλικία. Απ’ τα δεκάξι τα βάζανε μαζί με τους μεγάλους. Άντρες πια βλέπεις! Τώρα θα με ρωτήσεις γιατί δα τ’ άφηνε τα πιτσουνάκια του ο «Μιχάλης» κι αμολιόταν πότε πότε στο δικό μας το στρατόπεδο. Έτσι δε λες;… Ε λοιπόν, κοίτα… Μα έχω πιο καλά να μπεις στο νόημα αμέσως.

 

***

    Σαν καλή ώρα μάτια μου, αμολιέτ’ ένα πρωί πρωί ο «Μιχαλάκης» απάνω που εγώ τουλάχιστον είχα κουβέντα με τον καθηγητή. Πετιέται ο Φωνακλάς που σου ανάφερα.

    - Μπρε καλώς μου το Μιχάλη.

    Βάζει τα γέλια ο μαύρος. Να κάτι δοντάρες!… Όμοια σουβλερές σαν το κοντάρι από καρύδας δέντρο, που κράταγε στα χέρια του και το ‘παιρνες για σούβλα απαράλλαχτη.

    - Χαθήκαμε, λέω μέσα μου, αν ίσως και ξαναθυμήθηκε ο Μιχάλης τον πατρογονικό τσελεμεντέ του…

    Ομολογώ πως δεν είχα βάλει με το νου μου και τους μουσαφιρέους του. Γι’ αυτό και δεν εναντιώθηκα στον καθηγητή που επίμενε να του τα ξαναπώ με το νι και με το σίμα, τα δικά μου τέλος πάντων. Συνηθισμένα πράματα εξάλλου…

    Ήταν εκείν’ η πρώτη Τρίτη, η πρώτη πρώτη… Γιατί μαθές τις άλλες έτσι όπως κατρακύλησαν χαλίκια λες μέσα σε πηγάδι άπατο, απ’ εβδομάδα σ’ εβδομάδα ούτε τις ξεχωρίζει πια η θύμησή μου…

    Καλά καλά, δεν είχε φέξει τότες. Δεκέμβρης μήνας βλέπεις… Σ’ εμάς στη συνοικία μας, ήταν ακόμη κάλμα. Μόνο που τ’ αγόρι μου δεν είχε γυρίσει σπίτι αποβραδίς. Τη μάνα του φίδια την τρώγαν όλη νύχτα. Επειδής είχαμε κιόλας μάθει και της Κυριακής και της Δευτέρας τα καθέκαστα απάνω στην Αθήνα. Προτού λοιπόν χαράξει η μέρα μου λέει η Δέσπω:

    - Δεν αμολιέσαι να κοιτάξεις τι γίνετ’ άραγες ο προκομμένος μας;

    Φυσικά μάνα είναι!… Το παιδί της πρώτα κι έπειτα όλος ο ντουνιάς. Εξάλλου έπρεπε να δω κι εγώ το μαγαζάκι μου. Θ’ ανοίξουμε σήμερα, δε θ’ ανοίξουμε…

    Σηκώνουμαι. Τραβώ για την αγορά της συνοικίας. Απάν’ όπου έβγαινα στην άσφαλτο, να τους και με τρακάρουν οι λεγάμενοι. Δύο ήτανε. Τον έναν μάλιστα τον είχα πρώτα για Γερμαναρά. Τον Αύγουστο ακόμα φορούσε κοντοβράκια και με το συρματένιο καμουτσί στο χέρι λυσσομανούσε πάνω μας, στο μπλοκ. Είπα μέσα μου. Μπα!… δεν μπορεί να ‘ναι ο ίδιος. Τον παρομοιάζω. Μα έλα που για το δεύτερο δεν είχ’ αμφιβολία… Βρισκόμασταν βλέπεις σ’ ανοιχτούς λογαριασμούς. Ήταν απ’ εκείνους που είχαν καταδώσει το παιδί μου στη Γκεστάπο. Κι έκανε και την έρευνα στο σπίτι μου. Ε, σα λευτερωθήκαμε… Είπα σειρά σου και σειρά μου, κοπρόσκυλο. Πήγα υπόγραψα τη μήνυση, περίμενα να με καλέσει η δικαιοσύνη για τα παραπέρα. Και τώρα να σου τον μπροστά μου… Μόλις λοιπόν μ’ αντίκρισε, σκύβει, κάτι σφυρά στ’ αφτί του άλλου. Εγώ, τον αδιάφορο. Λέω: στάσου να προσπεράσουνε να ξεμακραίνουμε, να παν κατά διαβόλου σήμερα κι ύστερις βλέπουμε. Αφού ήτανε μάλιστα διαφορετικοί οι δρόμοι μας. Όπου, μάτια μου, με το μυστικό που σφύριξαν ο ένας τους, μπρος πίσω και οι δύο. Στο κατόπι μου. Πότε πότε – έτσι από περιέργεια – γυρνούσα, κοίταζα να δω… Μια ο ένας, μια ο άλλος σκύβανε κάθε τόσο, κάτι μάζευαν από χάμω, σύρριζα όπου τελειώνει το πεζούλι η άσφαλτο κι αρχίζουνε τα χώματα κι οι πέτρες. Κάτι αρπούσαν, κάτι χώναν στις τσέπες τους. Να σε τούτο πάνω κι ένας πελάτης μου.

    - Μαστρο-Κώστα, μου λέει, σε περικαλώ, εκείνο κει το μπαλωματάκι στο παπούτσι μου, μόλις βάλεις τη μηχανή μπροστά. Βλέπεις κοντεύω ν’ απομείνω ξυπόλυτος.

    - Δίκιο έχεις, καπτα-Παυλή, του λέω, μα ένεκα η απεργία καθώς ξέρεις… Δεν έκανε δυο βήματα ο χριστιανός και τόνε σταματήσαν οι λεβέντες. Πήρε τ’ αφτί μου ξώφαλτσα πως του ζητούσανε ταυτότητα κι ακόμη θέλαν να τους πει το πού με ξέρει. Ύστερις, δίχως να γυρίσω, ακούω τον καπτα-Παυλή που φώναζε, για να του δώσουν πίσω τα χαρτιά του. Φαίνεται του τα κράτησαν και του ‘παν να πάει να τα πάρει το απόγευμα. Ωστόσο ο ένας τους έτρεξε και μου ‘πεσαν απάνω:

    - Εσένα, δε μου λες;… Δεν είχε πιάσει η Γκεστάπο το γιο σου;

    - Ε και;… τον αποπήρα. Τάχα να είναι έγκλημα να σ’ έχει πιάσει η Γκεστάπο;

    - Έχεις και μούτρα και μιλάς ακόμα κερατά! Σύρε και θα τα βρούμε!…

    Έπειτ’ απ’ αυτό, στρίψαν κι οι δυο από κάποιο στενό. Εγώ εξακολούθησα κανονικά. Πλησίαζα στην πλατεία, όταν ξαφνικά ακούω πίσω μου δυο αγριοφωνάρες:

    - Πιάστε τους Κουκουέδες!… Πιάστε τους!

    Ωχ, λέω μέσα μου. Άσκημα έπεσα σ’ αναμπαμπούλα. Κάνω έτσι και τι να δω! Ήταν οι δυο τους που ξεφώνιζαν. Ώσπου να μπω στο νόημα πέτρες και πέτρες ερχόνταν κατ’ απάνω μου. Τρώω τη μία στο στήθος, την άλλη κατακούτελα. Με πήρανε τα αίματα. Στο μεταξύ πέφτει απάνω μου ένας «ντυμένος», μ’ αγκαλιάζει. Να με γλιτώσει, λέει… απ’ το λιντσάρισμα. Πέμπτη μεσημέρι με βγάλαν απ’ το μπουντρούμι, να πάω, λέει, για ανάκριση.

    - Πάλι τυχερός είσαι!… μου λέγανε οι συγκρατούμενοι. Εμείς στον αιώνα δε θα δούμε ανάκριση. Πήγα τέλος πάντων.

    - Πώς ονομάζεσαι; Πού κατοικείς; Πού βρίσκεται ο γιος σου… Είπα, εξήγησα…

    - Ασ’ τα αυτά! Για δες τι λέει ο Τύπος!

    - Και τι δουλειά έχω γω με τον Τύπο;

    - Ξεστραβώσου και διάβασε.

    Μεγάλα μαύρα γράμματα σε μια μικρή εφημερίδα λέγανε: «Οι Ελασίται λιθοβολούνται υπό του Λαού».

    - Ε και;

    - Διάβασ’ τα παρακάτω.

    Διαβάζω και μόνο τότες μπαίνω. Ο «Λαός» μαθές, ήταν οι δύο τσόγλανοι, οι γκεσταπίτες. Οι «Ελασίται» πάλι, ήτανε σκέτη η αφεντιά μου. Και ήμουν, λέει, και αρχηγός, εργοστασιάρχης μηχανοκινήτου, χρηματοδότης;

    Μου ήρθε να γελάσω… να ξεράσω.

 

***

    Αυτά ξανακουβέντιαζα με τον καθηγητή κι ο «Μιχάλης» σα χάρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας, γαρίδα το μάτι του, λες να μη χάσει λέξη. Και το σουβλί στο χέρι, για να ξέρεις!

    - Δάσκαλε, λέω, τα δόντια του Μιχάλη δε μ’ αρέσουν σήμερα. Κοιτάει μας και ξερογλύφεται… Για σχόλασέ τον δάσκαλε!

    - Έννοια σου! Είναι πιο άνθρωπος απ’ άλλους ο «Μιχάλης». Λέγε μου παρακάτω.

    Μα το Θεό, θαρρείς και τα κατάλαβε ο Χμλ. Ξαναγέλασε κουνώντας το κεφάλι και τη σούβλα του. Κι εγώ ξανανατρίχιασα:

    Μ’ όλο που ένιωθα μερμήγκια μες στη φλέβες μου σηκώθηκα να ξεμακραίνω. Τι άλλο έμενε να πω;… Απ’ το Γουδί κι εκεί μαζί τα ζήσαμε μαζί τα ξέραμε.

    Εκεί δα είχε γίνει η γνωριμία μας. Εκεί μου βγάλαν και το παρατσούκλι. Επειδής ως άνθρωπος παραπονέθηκα κι εγώ και είπα:

    - Μωρές παιδιά, εμένα όλως διόλου άδικα με φέρανε!

    Φαίνεται θα το είπα πάρα πολλές φορές και τότες με φωνάζανε ο Άδικας… ο Άδικας

    Ήταν και κάνα δυο ακόμη που είχαν το παρατσουκλάκι τους. Δίχως κακία βέβαια, αλλά τέλος πάντων.

    Πού είσαι! Κάτι τέτοια παρατσούκλια της φυλακής φέρνουνε σε θεογνωσία, έννοια σου! Σου είπα για το Φωνακλά. Μόλις άκουε το παράνομά του, χαμήλωνε τις φωνάρες. Άλλο τόσο κι ο Γκρινιάρης κι ο Άτσαλος, ο Πούρος, ο υπερεπαναστάτης, νταής που αυτόν άκουες. Μην έμπει στο Πραιτώριο, για να μη μιανθεί στις θεωρίες, έλεγε…

    Εκεί τον πρωτογνώρισαν το δάσκαλο: ύψος!… Ωστόσο τον άξιο τον άνθρωπο, αργείς να τον εκτιμήσεις. Μάλιστα οι δυο μας με καβγά πρωτοσμίξαμε. Τότες στον πηγαιμό, όπ’ αρμενίζαμε δυο μερόνυχτα, μέσα στ’ αμπάρι του ιταλικού κι απάνω που τελείωνε η Τρίτη νύχτα. Καταλαβαίνεις τώρα, ο νους ο λογισμός μου εμένα στη γυναίκα, στο παιδί που θα με είχαν πεθαμένο, αφού ποτές δε μάθανε το τι απόγινα… Και να λέω μέσα μου: αμάν! λιγουλάκι ύπνο, μακάρι και θάνατο, να μη μου σπάει πια η συλλογή το καύκαλο! Ενώ, εκείνοι όλοι μαζί, δώσ’ του:

«Το ‘χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας…»

    - Νισάφι μωρ’ παιδιά, τους λέω. Καλά τέλος πάντων, το είπατε, το ξαναείπατε όντας περνούσαμε πάνω στα φορτηγά την Αθήνα, στο Φάληρο, στο μπαρκάρισμα… Τότες, έλεγα κι εγώ: ασ’ τα παιδιά να ξεθυμάνουνε! Μα εσείς το ‘χετε πιάσει μερόκαμα και βιολί μονόκορδο!… Ουρανός και θάλασσα, μωρέ παιδιά! Ποιος σας ακούει εδώ σε τέτοιαν ερημιά…

    - Τι σημασία έχει η ερημιά; γυρνάει και μου λέει ένας τριανταπεντάρης, αλλά παιδί με τα παιδιά. Κι ακούραστος.

    - Α! Έτσι το ‘χουμε; του λέω.

    Φουρκισμένος κι εγώ αρχίζω δικό μου τροπάριο:

    - Πάρ’ την καρδιά μου πάρ’ τήνε, αφού καρδιά δεν έχεις!

    - Ε συ! μου κόβει το ίσον ο Πούρος. Βρωμάς αντίδραση! Βουβάσου…

    Ω Παναΐτσα μου πού έμπλεξα. Μα έλα που δεν ήθελα και να μου πάρουν τον αέρα! «Σταθείτε να σας δείξω εγώ!» λέω μέσα μου. Και περιμένω την κατάλληλη στιγμή, για να τους έμπω στο ρουθούνι. Άργησε πολύ η αφιλότιμη. Επειδή βλέπεις, απάνω που μαϊνάρανε στην κούραση οι νεαροί, άρχιζ’ ο δάσκαλος το μάθημα. Ωραία πράματα! Να πω την αλήθεια. Εκεί να σ’ είχα ν’ άκουες, τι σόι υπόθεση είναι αυτή η Αφρική που μας προσμένει. Τι τόποι, τι λαοί, τι πανοράματα, τι περιήγηση στα τζάμπα!… Τι θάματα και τι σπουδάματα!… Ν’ ακούς και ν’ ανυπομονείς να φτάσουμε μιαν ώρα αρχύτερα. Και να μακαρίζεις και τον εαυτό σου που σου ‘λαχε τέτοιος λαχνός. Εγώ λοιπόν σου λέω πως αν τα ‘λεγε τα ίδια ο δάσκαλος στην Αθήνα, θα ‘βλεπες κόσμο και κοσμάκη να τρέχει:

    «Πάρε με κι εμένα, μπάρμπα, στην Αφρική!…»

    Πότε πότε κάτι έξυπνοι του κόβανε το λόγο:

    - Θα βρούμε κι αραπίνες! Ψέματα, δάσκαλε;

    Εκείνος κοίταζε με το σοβαρό του και παύανε τ’ αστεία. Όπως κι αν έχει δεν είδα ένανε να μαραζώσει. Ούτε και το Γκρινιάρη!

    Κάποτε όμως… δύναμη ανθρώπινη είν’ αυτό… Έρχεται κι η εξάντληση. Απάνω, το λοιπόν, όπου είχαν αρχίσει να το κόβουν δίπλα και να γλαρώσουνε σηκώνουμαι γω και αρχινώ:

    «Είμαστ’ εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου!…» Άντε λοιπόν, όλοι μαζί!… «Συγκεντρωμένοι απάνω στα βουνά!…»

    Μ’ αφήσανε να λέω! Δε μου δίναν σημασία. Τότες μονάχα όλως διόλου απονήρευτα, μου έρχεται μια σκέψη στο μυαλό:

    - Δάσκαλε, φωνάζω, ποιος το ταίριαξε τούτο το τραγούδι;

    Πέρασαν κάμποσα λεπτά ώσπου ν’ αποφασίσει να σηκώσει το κεφάλι του από κατάχαμα και να μ’ αποκριθεί.

    - Γιατί ρωτάς;

    - Ε πώς γιατί; Μόνο βουνά έχει η Ελλάδα μας; Μονάχα κατσάβραχα έγιν’ ανταρτοπόλεμος.  Αμί κι οι θάλασσές μας… Μισή μερίδα θα τις έχουμε; Να σου τον είχα τώρα εδώ τον ποιητή και να μας έβλεπε.

    Ε δεν πρόφτασα ν’ απομιλήσω και… Τριφασικό θαρρείς!… Στο πόδι οι νεαροί.

    - Δεν την αφήνουμ’ αύριο την κριτική παιδιά!… Προτείνει ο καθηγητής.

    - Το αύριο είναι σήμερα, δάσκαλε!

    Του λέει ένας και δείχνει με το χέρι κάποιο φως που άρχισε να σελαγίζει πάνω απ’ τις ατσάλινες διχτοπλεγμένες μπουκαπόρτες τ’ αμπαριού.

    - Κάτι πρέπει να πούμε και για την περίσταση! Πρόσθεσ’ ένας άλλος.

    - Σαν τι;

    - Το βρήκα! Ε δεν είναι βέβαια και πολύ μοντέρνο αλλά… μπρος στο τίποτα παρ’ ολότελα… « Κύματι θαλάσσης…»

    Ο παπα-Δημήτρης μας που κειτότανε σε μια γωνία, αμίλητος, ανασηκωθήκαμε να δει τι τρέχει. Λες και δεν ήξερε αν έπρεπε να μας μαλώσει ή όχι.

    Και τότες, μέσα στο γλυκοχάραμα, ανάμεσα σε ουρανό και πέλαγος, ένα ρίγος αυγινό πέρασ’ απ’ τ’ αφρικανικά νερά:

    «… τον κρύψαντα πάλαι, διώκτην Τύραννον…»

 

***

    Ύστερα κατακλίθηκαν. Μα ο παπα-Δημήτρης μ’ όλα τα εβδομήντα χρόνια του σηκώθηκε πλησίασε τον Άτσαλο, τον πιο πολυαγαπημένο του, που ροχάλιζ’ άγρια. Στάθηκε και τον σταύρωσε… Κι ύστερα όλους μας! Άλλη ιστορία αυτή του παπα-Δημήτρη με τον Άτσαλο, όπως την άκουσα. Ήταν ακόμη τότες όπου χτυπιόνταν στα Πετράλωνα οι πατριώτες με τα Ες-Ες. Όπου από κάποια ρούγα προβάλλει ξαφνικά ένας παπάς.

    - Για χαφιέ τον στέλνουν! λέει ο Άτσαλος που εδώ που τα λέμε, μπορούσε και να μην είχε διόλου άδικο. Τον πλησιάζουνε τρεις τέσσερις τον παπά.

    - Ψηλά τα χέρια!

    - Σ’ εμένα το λέτε αυτό, παιδιά μου;… Να τα σηκώσω, γιόκα μου, τα χέρια αλλά για να σας ευλογήσω!…

    Τα πιστόλια πέσανε. Πρώτος ο Άτσαλος… που εδώ που τα λέμε μπορούσε και να πέφτει έξω. Ωστόσο.

    - Ήμαρτον, πάτερ!

    Του φίλησαν το χέρι. Έφυγαν.

    Απ’ εκεί κι έπειτα ο Άτσαλος πάντα το είχε μεράκι, μη τυχόν και τον έπιασε κορόιδο ο παπάς. Όπου… Πώς γύρισαν τα πράματα και να μια μέρα στο Γουδί, φέρνουν τον ίδιο γέροντα.

    - Μα!… μα!… ένας παπάς δίχως κοιλιά!…, φώναξεν ο Πούρος.

    Ένας απ’ τους φρουρούς μας ανοίγει ένα σουγιά και πιάνει τ’ άσπρα γένια.

    - Βρε συ τραγόπαπα! Βρε τι ζητάς μέσα στους Κουκουέδες; Μ’ αυτόν εδώ θα στα ξουρίσω!

    Ατάραχος εκείνος ανασήκωσε τους ώμους:

    - Παλικαράς εσύ, γέρος εγώ… Όπως καταλαβαίνεις πράξε! Σα δε ντρέπεσαι!…

    Δε ντράπηκε. Του πέταξε πέρα το καμηλαύκι. Του κουρέλιασε τα ράσα. Τον άφησε μόνο με το παλιό το τρύπιο παντελόνι του. Ήταν όπως το πάρεις… Για γέλια, για κλάματα, εκείν’ το θέαμα, του κουρελή παπά. Σαν έφυγε ο μπόγιας, ο γέροντας κοιτάχτηκε και χαμογέλασε. Είπε:

    - Τάχα καλύτερα φορούσε ο Χριστός, τη νύχτα στη Γεσθημανή;

    Ο Πούρος του αντιμίλησε.

    - Πολύ ψηλά το πήρες, πάτερ το Χερουβικό! Το Χριστό μας παριστάνεις;

    - Μη βλαστημάς, παιδί μου, σε τέτοιες ώρες φοβερές! Μαθητής Του μόνο είμαι, εγώ ο ανάξιος. Και πολύ μου πάει μάλιστα να το λέω!…

    - Δεν κάνεις παραπέρα!… αγρίεψεν ο Άτσαλος ενάντια στον Πούρο.

    Έπιασε και περιποιήθηκε τον παπά. Αρχή αρχή, όπως μου είπαν, δεν ήταν σόι άνθρωπος τούτος ο Άτσαλος. Γι’ αυτό και του ‘μεινε παρατσούκλι. Όπως μας το ξεμολογήθηκεν ο ίδιος ήτανε ένας αλήτης τιποτένιος.

    - Ποιος να με βάλει στον ίσιο δρόμο ε;…

    Ύστερα όλο και στο χειρότερο… Σαλταδόρος.

    -… Όταν μια μέρα, φίλοι μου, στην Ιερά οδός, απάνω που ετοιμαζότουνα για σάλτο… και καρτεζάριζε με τη ρεζέρβα το λάστιχο σ’ ένα σταματημένο φορτηγό… Επειδής οι δυο Γερμαναράδες πήγανε φαίνεται προς νερού τους ή να τα κοπανίσουνε στου Ρούσου… Ακούω το λοιπόν την πιο περίεργη καντάδα:

    «Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω

    τη ρεζέρβα θα την πάρω»

    - Ωχ! λέω μέσα μου… Αντιπαλία έχουμε! Μου πήραν άλλοι συντεχνίτες την πρωτιά! Σ’ αυτό απάνω με σιμώνει ένας απ’ τους δυο τραγουδιστές.

    - Είσ’ Έλληνας;

    - Δεν αφήνεις τα σαλέπια; λέω γω. Τι σχέση έχει η Ελλάδα με το λάστιχο; Ε; Σαλταδόροι και σεις όπως κι εγώ!…

    Ωστόσο, μου τα ‘παν έτσι, μου τα ‘χαν αλλιώς και για να λέω την αλήθεια, με πήρε το φιλότιμο. Άρχισα να πιστεύω πως δεν ήμασταν το ίδιο. Η Ελλάδα μου είπαν έχει ανάγκη λάστιχα.

    - Ε και περνά εμένα απ’ το χέρι μου;

    - Να! Εμείς θα τραγουδάμε και θα κρατάμε τσίλιες κι εσύ θα πάρεις τη ρεζέρβα και θα μας βρεις στο περιβόλι της Αγίας Βαρβάρας. Σύμφωνοι;…

    Έτσι έγινε! Αλλά δε σας κρύβω πως πέντε έξι φορές αντί για το αραντεβού ο διάολος μου ‘λεγε μέσα μου να στρίψω για το Μπαρουτάδικο. Μα νίκησα τον έξω απ’ εδώ… Ο πεθαμένος Έλληνας ξαναξυπνούσε στην καρδιά μου! Ε βέβαια το θάμα δεν έγινε αμέσως! Ήτανε δύσκολο να ξεριζώσω τα παλιά συνήθεια. Μου έμεινε το «Άτσαλος» χαλάλι! Όλο και πρέπει να θυμούμαι την καταγωγή μου, για συμμόρφωση…

 

***

    Αλλά εκεί που ήθελα να τον έβλεπες τον Άτσαλο ήταν μέσα στο μυστήριο το τρένο. Επειδής, σαν ξεμπαρκάραμε με τα πολλά, όλοι ξερογλυφόμασταν να συργιανίσουμε Πορτ Σάιντ, τέλος πάντων. Μα δε με κατουράς! Απ’ το βαπόρι κατευθεία, σ’ ένα διάδρομο με κάτι ψηλά ντουβάρια κι απ’ εκεί στο τρένο… Τρένο π’ ακούς!… Δε με κατουράς! Πού εκείνα κει τα παλιά μεγαλεία της Ψωροκώσταινας, «Ίπποι οκτώ, άνδρες εκατόν τέσσαρες». Φαντάσου που η μια με την άλλη τους οι κλούβες ήταν δεμένες μ’ ένα μέτρο αλυσίδα. Και ούτε ταμπόνια σιδερένια από βαγόνι σε βαγόνι. Έβαζε μπρος η μηχανή, έσερνε πίσω αραμπά ατέλειωτο. Τώρα θα με ρωτήσεις τι κουτρουβάλες είχαμε σε κάθε στάση, τόνα βαγόνι πάνω στ’ άλλο. Ε βάλε με το νου σου, πια. Ό,τι κι αν φανταστείς, λίγο θα είναι.

    Όπου λοιπόν, έβλεπες τον Άτσαλο… να ήτανε τρόπος να κοπεί στη μέση, για να μην κακοπάθουνε, ούτε ο παπα-Δημήτρης ούτε ο δάσκαλος. Το καλό ήταν που τους έβρισκε μαζί τους δυο, τον ένα κοντά στον άλλο, επειδής συζητούσανε κι αμ’ άκουε από μακριά το γκρρρ… έμπαινε στη μέση αυτός σα μαξιλάρι, ήταν μαζί στην ίδια τη συζήτηση κι ο Πούρος. Αλλά αυτόν τον άφηνε να βουρλίζεται. Δεν τον χώνευαν. Μα ούτε ήταν και για χώνεμα. Όλο και μη μου άπτου;…Όλο και μη φύγει καμιά περισπωμένη απ’ τις φυλλάδες που ανάφερε…

    - Μα την αλήθεια, είσαι ανοστιά και των γονέων, μωρέ Πούρε! του έλεγε κάθε τόσο ο Άτσαλος. Μωρέ, σαν πήγαινες εσύ για τ’ άλφα βήτα, εμείς γυρνούσαμε στο κλαρί…

    Όσο για τη συζήτηση, ήταν πολύ περίεργη. Ο δάσκαλος πολλές φορές, έφερνε σε αμηχανία τον παπά. Έλεγε για Πατέρες, για Συνόδους κι ολοένα έφερνε στη μέση κάποιο όνομα. Το είπε τόσες πολλές φορές που ως κι εγώ το ‘μαθα: Ιώσηπος!… Τα παραπέρα δεν τα καταλάβαινα. Όμως ήρθε η στιγμή όπου ο παπάς έβαλε τέλος στην υπόθεση, λέγοντας τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού:

    - Ακούτε να σας πω! Εμένα η φτώχια δε μ’ άφησε να γίνω θεολόγος και φυσικό είναι να μη σας παραβγαίνω. Εγώ ένα ξέρω. Ο δικός μου ο Χριστός ήτανε πάντα με τη φτωχολογιά, πάντα μ’ εκείνους που πονούν, ξυπόλυτος ο ίδιος, ξεμάλλιαρος, δίχως χρυσαφωτά, δίχως κορώνες και με στεφάνι αγκαθένιο.

    - Ωχ και να σ’ άκουαν παπα-Δημήτρη!…

    Θέλησε να τον πειράξει ο Άτσαλος.

    - Μα ίσα ίσα επειδή μ’ άκουσαν γι’ αυτό με στείλανε μαζί σας…

    Τότες ο δάσκαλος είπε φωναχτά.

    - Χριστιανέ αγνέ! Ευλόγησέ μας!

    Ο παπα-Δημήτρης έμεινε ακίνητος σαν πετρωμένος. Και μόνο το πηγούνι του, τα γένια τ’ άσπρα που λίγο ακόμη να τα ‘κοβε ο σουγιάς του δήμιου, τρέμανε, όλο τρέμανε. Απ’ τα μισανοιγμένα χείλη μια πνοή, μια άχνα μέσα στο δαιμονισμένο εκείνο θόρυβο, τα τρεχούμενα σιδερικά.

    - …Ιερείς! Ευλογείτε το Λαό!

    Όπου ο Άτσαλος πετάχτηκε αλαφιασμένος να μπει στη μέση. Ακούστηκε βλέπεις από μακριά το «γκρρρ».

 

***

    Κάποτε τέλος πάντων φτάσαμε.

    - Δάσκαλε! Πού είναι το λοιπόν τα θαύματα και τα σπουδάγματα της Αφρικής;…

    Τον απόπαιρναν κάμποσοι.

    - Τι μας έταξες δάσκαλε και τι βρίσκουμε;

    Τι χαμένη ερημιά ήταν εκείνη! Και να σου λένε:

    -  Είμαστε στην Ελ Ντάμπα…

    Μώρ’ που είναι την; Ας τη δω έστω κι από αλάργα, να λέω τουλάχιστον πως είδα Ελ Ντάμπα. Σ’ αυτά απάνω άκουσα να λεν ότι η Ελ Ντάμπα…

    - Λες να είναι παραμύθι;

    - Παραμύθι μπορεί να μη είναι αλλά… Φαίνεται κάποιο αραποχώρι. Ποιος ξέρει πόσα μίλια μακριά!…

    Αφού όταν μας κλείσαν σ’ ένα απ’ τα στρατόπεδα εξακόσιους εξακόσιους… Ως κι ο Άτσαλος δεν κρατήθηκε.

    - Ωρές παιδιά, αραπίνες περίμενα, αράπαρους μόνο βλέπω…

    Όσο για τ’ άλλα, στα ‘χω πει. Το πώς μας άλλαξαν τα ρούχα και μας δώσαν εκείνα τα τρελά… Να βλέπεις τον παπα-Δημήτρη με τις πιτζάμες… Κι ύστερα όπως σου είπα, ο φόνος ο άδικος του δικού μας κι η απεργία πείνας κι οι μαύρες παντιέρες…

    Τέλος πάντων!

    Όμως σε τούτο τ’ αναμεταξύ τι έγιν’ ο «Μιχάλης» μας δε με ρωτάς;

    Αφού λοιπόν έδειξε τα δόντια του και χόρτασε να γελά, περίμενε να γυρίσει να τον κοιτάξει ο δάσκαλος. Τότες κάρφωσεν ο ένας τους το βλέμμα μέσα στα μάτια τ’ αλλουνού.

    Ήταν ο πιο περίεργος ασύρματος όπου μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Κοιταζόντανε απλά και καταλάβαιναν ένας τον άλλον τους. Βέβαια έκαναν και μερικά νοήματα.

    - Τι λέει δάσκαλε, ο «Μιχάλης» και μου δείχνει τη σούβλα του;

    - Ζητάει το σεβασμιότατο!…

    Δεν τ’ άκουσε καλά καλά ο Άτσαλος κι έγινε καπνός, να πάει από σκηνή σε σκηνή να βρει τον παπά.

    - Τι να τον θέλει άραγες, δάσκαλε;

    - Ε δεν καταλαβαίνετε!… Κάποιο παιδί πάλι σήμερα…

    Σωστά είχε μαντέψει. Επειδής, μόλις ξεπρόβαλε ο γέροντας, ο «Μιχάλης» έτρεξε και δίχως διόλου λόγια του ‘δωσε να καταλάβει.

    Τότες ο παπα-Δημήτρης πλησίασε σε μια κάσα παλιά, που την είχε σα ράφι τις καθημερινές, σαν Άγια Τράπεζα τις Κυριακές, όταν μας λειτουργούσε. Πήρε μ’ ευλάβεια το ανοιχτό κουτί κονσέρβας, το σκέπασε μ’ ένα πράσινο κουρέλι καθαρό, πέρασε στο λαιμό του ένα είδος ποδιά που φαίνεται συμβόλιζε το πετραχήλι. Στο μεταξύ ο Μιχάλης άναψε το ευρωπαϊκό μπρικέτο του και πάλι μ’ αυτό, κόρωσε το παλούκι που κρατούσε. Το ‘κανε δάδα. Όλοι μας καταλάβαμε και σηκωθήκαμε. Ο πρώην ανθρωποφάγος είχεν έλθει να ειδοποιήσει πως κάποιο παιδί ψυχορραγούσε. Κι επειδής είχαν προηγηθεί άλλα τέτοια περιστατικά, ήρθε να πει να πάει ο παπάς μας να μεταλάβει το μικρό.

    Ξεκίνησε λοιπόν, ο γέροντας με το κουτί της κονσέρβας… Το πιο ατίμητο δισκοπότηρο που μπόρεσα ποτές να φανταστώ. Αντίς λαμπάδα η δάδα φλόγιζε…

    Μάταια προσπαθήσαμε δυο τρεις μας να την πάρουμ’ το χέρι του «Μιχάλη».

    - Αφήστε!…ψέλλισεν ο ίδιος ο παπα-Δημήτρης, για να μη γίνει σκάνδαλο εκείνη τη στιγμή. Έπειτα μας εξήγησε. – Είναι πιο λευκά από πολλά άλλα, τα μαύρα χέρια του «Μιχάλη».

    Κι έτσι ξεκίνησεν η πομπή: μπροστά ο μαύρος με τη δάδα, πίσω ο παπάς με τις «τρελές πιτζάμες» και σιγανό μουρμουρητό:

    «Αθυμία κατέσχε με, από των αμαρτωλών, των εγκαταλιμπανόντων τον Νόμον Σου!…»

 

***

    Σε λίγο ξαναγύρισεν ο Άτσαλος λαχανιασμένος:

    - Ο Γιωργάκης!… Δέκα χρονών παιδί!… Έκανε την τελευταία του αιμόπτυση. Τώρα κοιμάται σαν το πουλάκι, τον αιώνιο ύπνο…

    Προσέξτε παιδιά, αυτό που είπε, πριν κλείσει τα μάτια του… Αν ίσως και ξαναπάει κανείς στην Αθήνα… στη μάνα του είπε… Η διεύθυνσή του στον κατάλογο…

    Το Στρατόπεδο Παίδων, δεν ήταν πολύ μακριά. Γι’ αυτό και δεν άργησε να ξαναγυρίσει η πομπή. Πάλι ο «Μιχάλης» με την δάδα, πάλι ο παπάς με της κονσέρβας το κουτί…

    Μα βλέπεις, σου τα είπα ανάκατα… Και τι θα λες για μένα τώρα!… Να μην ξέρω να ταιριάξω δυο κουβέντες στην σειρά!… Ε!… όποιος πέρασε τα όσα τραβήξαμε… Επειδή σαν έσβησε πάλι ο «Μιχάλης» τη δάδα του, ξανακοιτάχτηκαν με τον καθηγητή. Ξαναδούλεψ’ ο ασύρματος. Μόνο που τώρα τα μάτια του Χμλ ήτανε γουρλωμένα σα στόμα πηγαδιού το καθένα τους.

    - Τι λέει, δάσκαλε, ο «Μιχάλης»;

    - Λέει: Είστε ικανότατοι εσείς οι άσπροι άνθρωποι!

    - Πάνω σε τι το κρένει, δάσκαλε;

    Φλόγες μαζί και σκοτάδι βγαίνανε από τους βολβούς του παλιού ανθρωποφάγου… απ’ τα μάτια που όλο και τα τσίτωνε η απορία η ακαταμέτρητη.

    - Τι λέει τώρα, δάσκαλε;

    Κάμποσην ώρα δε μας έδινεν απόκριση. Ύστερα είπε:

    - … Λέει: Γιατί τον θάψαν τον Γιωργάκη;… Τι δεν τον κάμανε γκιουβέτσι να πασχαλιάσουνε;… Τι δεν τον στέλνανε πεσκέσι στις φιλάνθρωπες εταιρείες προστασίας παιδιών;… Τι δεν τα ψήνουνε σφαχτά κι όλα τ’ άλλα τα βυζανιάρικα, μια και κοπάδι τα ‘φεραν;… Είστε άνω ποταμού εσείς οι άσπροι άνθρωποι! Αφού δε λιχουδεύεστε, αφού δε νοστιμεύεστε ένας τον άλλο σας… τι νόημα έχει ο πόλεμός σας;…

    Τ’ άκουε ο Χμλ, κουνώντας τ’ άγριο μούτρο του, σα να τα επικύρωνε. Ύστερα, γύρισε σ’ Ανατολή κι έφτυσε… Γύρισε σε Δύση κι έφτυσε.

 

***

    Από τότες, κανείς μας δεν ξανάδε πια «Μιχάλη». Μια μέρα ως τόσο κοιτούσαμε απ’ αλάργα, παιδιά που παίζαν με τους αραπάδες. Κι ένας μάς ρώτησε:

    - Άραγες τι ν’ απόγιν’ ο «Μιχάλης», ε;

    - Ευκολονόητο!…γέλασε ο Άτσαλος. Μπροστά στον κίνδυνο ν’ ασπρίσει, γύρισε φαίνεται στο Τομπουκτού, να ξαναγίνει ανθρωποφάγος. Εξόν κι αν …

    Μονάχα ύστερ’ από σιωπή, αποτελείωσε τη σκέψη του:

    - Εξόν κι αν ξανάφτυσε ο μαύρος στα φανερά… Σαν καλή ώρα, όπως είχε μιλήσει φωναχτά ο δικός μας ο παπα-Δημήτρης…

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA