ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

 

            – Βρέχει πάλι! Ωχ! Αυτός ο βήχας!

            Μα τι μούρθε τώρα και τα ξαναθυμήθηκα; Ξέρετε όμως; Έχουν καμιά φορά το γούστο τους και τα παλιά… τα περασμένα… Μπα όχι· δεν είν΄ αυτό που λέτε. Μαύρα και σκοτεινά ήτανε τα δικά μου. Μα να, τώρα δα, έτσι που τα λέγαμε… Κάτι πράματα! Καλέ, είναι να σκάνει κανείς στα γέλια, σα βάζει με το νου, που πάει καμιά φορά η κουβέντα... Κ΄ ύστερα ξέρετε; Εσάς, δε σας θεωρώ πια ξένο… Αλήθεια! Θέλετε, λοιπόν, να μιλήσουμε σοβαρά; Μα πώς ήρθε έτσι ο λόγος! Θε μου αυτός ο βήχας! Αχ! έτσι έβηχε κ΄ η μάνα μου… Το ξέρω… το ξέρω… απ΄ αυτό θα πάω κι εγώ… έτσι έβηχε και κείνη τις μέρες που… Μα και η Άννα μας, κι εκείνη… Πόσος καιρός που έφυγε η Αννίτσα μας απ΄ το σπίτι! Ξέρετε, ε; Σας είχα μιλήσει κι άλλη φορά για την μεγάλη μου αδερφή. Τώρα ποιος ξέρει; … Ζει, πέθανε; Πού να βρίσκεται άραγες! Ποιος ξέρει! Μα τον Κώστα μας… το ξέρω, τον πιάσανε στην Ιταλία, έκανε λέει κάλπικα, μα δεν πέτυχε, τονέ πιάσανε. Αχ! αν πετύχαινε ο Κώστας μας στις δουλειές του! Σας βεβαιώ, δε θάμασταν σήμερα σ΄ αυτήν την κατάσταση. Τι καλό παιδί εκείνος ο Κώστας! Χαμένο τόχω μα το Θεό! Τι σας μιλώ τώρα γι΄ αυτόν; Πού τον ξέρετε εσείς τον Κώστα! Ψέματα; Τι σας ενδιαφέρει εσάς αυτός; Ένας κατάδικος! Καλά δε λέω; Ας είναι! … Το λοιπόν, εκείνη τη μέρα, το μάτι μας είχε γίνει γαρίδα από την πείνα. Κατά το σούρουπο, ο γέρος είχε γυρίσει σκνίπα στο μεθύσι. Εγώ ένιωσα κάτι ανατριχίλες… πώς να σας πω! Με το μπαρδόν… βλέπετε δε φταίω εγώ, αυτός ο αναθεματισμένος μού κόβει την κουβέντα... Έτσι έβηχε κι η... μου το είπε κι ένας πραχτικός, από αυτό θα πάω μια μέρα… αδιαφόρετα, λοιπόν, όλα αυτά τα ρεμέντια… Α! βέβαια… Οι κομπογιαννίτες καμιά φορά βγαίνουν καλύτεροι κι από τους άλλους… Καλέ, καλά λέτε! Ψεύτες όλοι τους, δίκιο έχετε.. Γιατρός σου λέει ο άλλος… και γιατί σας παρακαλώ, δεν βρίσκουν τη γιατρειά μου, αυτοί που κάνουν που τα ξέρουν όλα; Καλέ, δε βαριέστε! Τι λέγαμε; Α! … Η μάνα μου είχε αρχίσει τη γκρίνια. Εγώ δεν ξέρω τι μ΄ έπιασε εκείνη την ώρα! ... Δεν ξέρω τι μούρθε και... Καλά! καλά! της λέω, άστα τώρα αυτά, άστα... παράτα τα ξεφωνητά... παράτα τα όλα κι έλα πάμε! … Πήρα πια την απόφαση! … Τέτοια απόφαση! Ε, τι λέτε; Μικρό τόχετε; … Και πόση ήμουνα θαρρείτε;… Να τόση δα! Μα να σας πω την αλήθεια, από καιρό αυτό το πράμα μού σκότιζε το μυαλό. Από καιρό κοίταζα τις άλλες… Κι έτσι καλοντυμένες, όπως τις έβλεπα! … Όλο ρωτούσα, δεξιά, αριστερά… κι όλο μάθαινα, το πώς πρέπει να φέρνεται κανείς… Ε, βλέπετε, παιδιά του δρόμου εμείς! … Τι; Ψέματα; Στους δρόμους και στα σοκάκια μεγαλώσαμε. Εκεί έμαθε κι ο Κώστας… Ο Κώστας μας, ξέρετε! … Ας είναι…

            Έλα λοιπόν μητέρα! Έλα πάμε! Μιλιά εκείνη. Δεν είπε τίποτα για να με κάνει ν΄ αλλάξω γνώμη. Τι να πει; Στο χέρι της ήτανε; … Δεν τάβλεπε τα χάλια μας;

            Στο αναμεταξύ εγώ είχα σιαχτεί λιγάκι. Σιαχτεί, ο λόγος το λέει. Να! πάστρεψα λίγο τα παπούτσια μου… κάτι παπούτσια! Τέντωσα τις κάλτσες μου και σήκωσα όσο μπορούσα το φουστάνι μου για να φαίνουνται καλύτερα οι γάμπες μου. Ήξερα πως τους άντρες… κάτι γέρους προπάντων, τους αρέσουν πολύ οι γάμπες των κοριτσιών. Πόσες φορές εκεί που πήγαινα… Καλέ δε μου λέτε; Τι καταλαβαίνουν τώρα αυτοί οι άνθρωποι και πειράζουν έτσι τα κορίτσια; Κάτι λόγια. Κάτι πράματα. Να τύχει έτσι καμιά φορά ο λόγος... Ας μην τα πολυλογάμε τώρα… Κατέβασα που λέτε δεξιά κι αριστερά τα μαλλιά μου, και με κάθε τρόπο πολεμούσα να φτιάσω τη χτενισιά μου… έτσι σαν κ΄ εκείνες… Φτιασίδι δεν είχα. Τι κρίμα, έλεγα… Πως λυπόμουνα! … Θαρρούσα πως ήτανε απαραίτητο γι΄ αυτήν τη δουλειά… Μπα! Δε βαριέστε! Αν ήτανε με το νερό να κόβεται ο βήχας… Μόνο να! Εσάς που σας στεναχωρώ, αυτό με πειράζει. Σας το είπα ε; Μήτε και κόκκινο να βάψω τα χείλη μου. Τα βύζαξα κ΄ εγώ κάμποσην ώρα, τα δάγκωσα κιόλας κι έτσι φαινόντανε κόκκινα, κατακόκκινα. Τι τρελή που ήμουνα! … Αμάθητη βλέπετε. Τα ίδια και για την πούντρα· κι αυτήνα τη θαρρούσα απαραίτητη. Γρατσούνισα το ντουβάρι, πήρα λίγο ξερό σουβά και πασάλειψα τα μούτρα μου, έτσι για πούντρα να πούμε. Παιδί! Τι να πεις; Ύστερα μ΄ ένα σβησμένο σπίρτο έβαψα τα ματοτσίναρά μου, και μα την αλήθεια…, που πήγε ο νους μου! Δε θα το πιστέψετε. Τα στήθια μου! … μου φάνηκαν μικρά τα στήθια μου! Αμ βέβαια, πόσω χρονών ήμουνα τότες!

            Είπα μια, να χώσω μια πετσέτα στον κόρφο μου, για να φαίνεται πως έχω φουσκωμένα στήθια, μα ύστερα πάλι σκέφθηκα πως θάπρεπε να γδυθώ. «Τι θα πει ο άλλος, σα θα με δει έτσι δα!» είπα «Δε βαριέσαι» ξαναείπα πάλι. Μια που πήρα την απόφαση, κακά ψυχρά!

            Η μάνα μου τάβλεπε όλα αυτά, και δεν έβγαζε μιλιά. Τι να πει; Εγώ πάλι ήθελα να τηνε ρωτήσω, τούτα, κείνα… να μ΄ ορμηνέψει τι κάνουν εκείνην την ώρα; … πως έπρεπε να φερθώ; … Μα ύστερα πάλι συλλογίστηκα. Ρωτιούνται τέτοια πράματα, ψέματα; Σε μια μάνα ρωτιούνται ποτές αυτά; Ε, τι λέτε και σεις;

            – Έτοιμη! Της είπα… έλα, πάμε… Ωχ αυτός ο βήχας!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

            – Στάσου τώρα εσύ… στάσου λίγο μακριά,,, να! Περίμενέ με εδώ δα… ε; τι λες;

            Να κάνω το μάτι σε κανένα; Έτσι δεν κάνουν κι οι άλλες; ε; …

            Εκείνη, κάτι έκανε να μουρμουρίσει… ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές νευρικά τα μάτια της και στάθηκε σε μια γωνιά… πλάι… σ’ έναν καστανά… Πώς μου  μύρισαν, αλήθεια τα κάστανα! … Μα ο νους ήταν αλλού… την πείνα μου δεν τηνέ σκεπτόμουνα πια… ναι… θαρρώ πως δεν πεινούσα πια εκείνη την ώρα… Μόνο να! Ένιωθα κάποιο βάρος εδώ δα… να, εδώ πάνω στο στομάχι… Κι ύστερα ένιωσα σ΄ όλο μου το κορμί… κάτι… να! πώς να το πω… σα να μ΄ έτρωγαν χιλιάδες μερμήγκια… ναι, ναι, όπως όταν έχετε πολλές ψείρες και δεν ξέρετε που να πρωτοξυστείτε… ε; καλά δε λέω; θα το προσέξατε… δεν μπορεί! Να, βλέπετε, τάχω χαμένα… Κι ύστερα ένας αχνός ίδρος και είχε ανάψει όλο το κορμί… Και με συγχωρείτε κιόλας μα πρέπει να πω κι αυτό…

            Δε μου λέτε! γιατί όταν είναι πολύ ταραγμένα τα παιδιά τους έρχεται έτσι… να κάνουν το ψιλό τους… με συχωρείτε όμως… ε; σας έτυχε καμιά φορά; … Μόνο αυτό συλλογιζόμουνα εκείνη την ώρα… μόνο αυτό και ξαφνικά ένιωσα κάτι πίσω μου… ένιωσα πως κάποιος με… ωχ πώς να σας το πω! … να ένιωσα κάποια δύναμη που με τραβούσε, που μ΄ ανάγκαζε να γυρίσω… μου φάνηκε πως κάποιο σιδερένιο χέρι σα μια τανάλια με είχε γραπώσει από το σβέρκο και μ΄ ανάγκαζε να γυρίσω πίσω… Τι παράξενα πράματα! λέω παράξενα, γιατί σα γύρισα δεν ήτανε κανείς κοντά μου… πολύ πιο πέρα, είναι η αλήθεια, στεκότανε κάποιος και φαίνεται θα με κοίταξε,,, γιατί όταν τον κοίταξα κι εγώ, οι ματιές μας ανταμωθήκανε… Τι βαριά ματιά! … σα βαρίδι την ένιωσα να κατεβαίνει μέσα μου.

            Ώστε λοιπόν έτσι; είναι λοιπόν άνθρωποι που έχουν τέτοιες ματιές… Ώστε... αναθεμάτονε αυτόν τον βήχα… Όχι γι΄ αυτό… μόνο να! ανεβαίνει ο πυρετός και, όλο λέω… λέω…

            Πού ήμασταν; α… ναι… Μόλις με είδε λοιπόν να του κάνω το μάτι ξεκίνησε αργά-αργά προς το μέρος μου. Χάρηκα! ανατρίχιασα. Η μάνα μου περίμενε… τα κάστανα μοσχοβολούσαν… Ήταν ένας βρομιάρης! ένας βρομιάρης! Κοίταξα τους άλλους τους μουσιούδες… Να ήταν τουλάχιστον κανένας απ΄ αυτούς! … Με πήγε κάπου… Εκεί δα κοντά… Πότε φτάσαμε… πότε ανεβήκαμε… δεν το κατάλαβα… Μα πώς κρύωναν τα χέρια του… και με ήθελε ολόγυμνη… ε, βέβαια έλεγα μέσα μου, έτσι θα κάνουν κι άλλες… με το δίκιο του ο άνθρωπος… με τα λεφτά του! ψέματα; ... Πήγε να με φάει... μα πώς έκανε! ... θεριό ανήμερο! ... Έβγαζε αφρούς απ΄ το στόμα του… ναι! ναι! σας βεβαιώ... έβγαζε αφρούς... καλά, βέβαια… θα ήτανε τα σάλια… μα εμένα, έτσι σαν αφροί μου φανήκανε… κι έτσι μ΄ εκείνο το στόμα ήθελε να με φιλήσει… πώς σιχάθηκα… μα πάλι έλεγα… με το δίκιο του ο άνθρωπος… με τα λεφτά του! ψέματα; …  Πόνεσα! Ωχ! πώς πόνεσα! Σας ορκίζομαι, ποτές μου δεν είχα πονέσει έτσι στη ζωή μου… ποτές μου. Μα τι ήτανε εκείνος ο πόνος!  … Κι αυτός… αυτός θαρρείς και… ναι! ναι! όσο, όσο πονούσα εγώ! … Στα τελευταία με παράτησε… ήρθα λίγο στον εαυτό μου… τι σίχαμα… τι αναγούλα μου ήρθε εκείνη την ώρα! ,,, Κι ύστερα σα ρίχτηκε αυτός πάνω στο κρεβάτι – τι βρόμικο κρεβάτι… πολύ πιο βρόμικο κι από της μάνας μου! … ρίχτηκε ανάσκελα σα βουβάλι… ήτανε λαχανιασμένος… κι ακόμα τα σάλια του! … μα γω πονούσα ακόμα... τι ήμουνα δρωμένη, μούσκεμα… αναμμένη… Πονούσαν και τα χείλη μου, γιατί τάχα δαγκάσει… επίτηδες για να μη φωνάξω… γιατί φοβόμουνα… ξέρετε η αστυνομία… οι σταυρωτήδες… το είχα μάθει κι αυτό… πως σα δεν είσαι γραμμένη! … Έτρεμα ολόκληρη… Δεν μπορώ… Να τόσος καιρός πέρασε κι ακόμα το θυμάμαι… ναι, δεν μπορώ να σας πω το πόσο πόνεσα… Ωχ! πώς είχα πονέσει! … Του είπα:

            «Μου δίνετε σας παρακαλώ.. για να… για να πηγαίνω…»

            «Να σου δώσω; … Τι; τι θέλεις να σου δώσω; …»

            «Μα να… ξέρω κι εγώ… τα λεφ... τα λεφτά…»

            «Μπα που να σε πάρει ο διάολος! … μωρή εσύ είσαι βρόμικη σα… μωρή βρομάς ολάκερη, κι έχεις και μούτρα να μου ζητάς και λεφτά; … μωρή, αν ήταν με λεφτά εγώ έπαιρνα κορίτσι σαν το κρύο το νερό μωρή.»

            Κι άρχισε να με κοιτάζει… όπως στην αρχή… Εγώ τάχασα, έτρεμα ολόκληρη… ύστερα μ΄ έπιασαν τα κλάματα.

            Εκείνος είπε: «Σκάσε γρουσούζα… σκασμός» και πετάχτηκε έξω. Κάτω τάβαλε με τον άνθρωπο, με τον ξενοδόχο να πούμε. Δεν ήθελε να πληρώσει για τι λέει… Τσακώθηκαν. Τέλος πλήρωσε.

            «Καλά μωρή κούρβα! φώναξε ο ξενοδόχος… ξαναέλα και βλέπεις! … Με τα κλάματα ξαναπήγα στη μάνα μου, δίχως πεντάρα... γιατί σας είπα δεν ήξερα ακόμη τίποτε για τη βρόμικη αρρώστια, μήτε πως κινδύνευα να μείνω κι έγκυος... Μόνο τον πόνο είχα στο νου μου... την αναγούλα... Κι όλα αυτά δίχως πεντάρα... Εκείνη δε μίλησε... μόνο ανοιγόκλεινε βιαστικά, νευρικά τα μάτια της και σούρωνε τα χείλια της όπως συνήθιζε όταν ήθελε να πει καμία μεγάλη βλαστήμια… καμία φοβερή κατάρα.

            Εγώ είπα μέσα μου: «Ξανά! Τώρα ξέρω πια τι πρέπει να κάνω…» είχα μάθει βλέπετε.

            Αυτήν τη φορά ήταν ένας καπελλάτος με παλτό και με γραβάτα. Φορούσε και δαχτυλίδια. Τι όμορφα δαχτυλίδια! … Άντρακλας, ως εκεί πάνω… όμορφος άντρας! … Με πήγε σε κάποιο μέρος που ήτανε κι άλλες γυναίκες… τέτοιες! … ξέρετε… Στο δρόμο περπατούσε αλάργα… ντρεπότανε φαίνεται να τον βλέπει ο κόσμος μαζί μου. Μα είχα και κάτι χάλια… κάτι μούτρα, όπως είδα ύστερα στον κατρέφτη! Βλέπετε είχα κλάψει… Τα δάκρυα πασαλείφτηκαν με το σουβά και με το κάρβουνο του σβησμένου σπίρτου… Κάτι μούτρα! … Τον έβαλα και πλήρωσε το δωμάτιο… ε! Είχα πια συνηθίσει! … Μάλιστα άφησα και την ντροπή κατά μέρος… ντροπή; τι πάει να πει ντροπή! … Γυναίκες σαν κι εμάς, μπορούν νάχουνε ντροπή! ... Τον έβαλα και με πλήρωσε πρώτα... Βλέπετε τι είναι κανείς όταν ξέρει. Έσκασα στα γέλια όταν κοίταζε τα μούτρα μου. Μα μου φέρθηκε καλά. Πόνεσα, δε λέω, όχι όμως όπως με τον άλλο… Ωχ πώς είχα πονέσει! …

            Μου φέρθηκε σχεδόν σαν πατέρας… όλο με φιλούσε, με χάιδευε… Είχα γδυθεί μόνη μου, το ήξερα πια… Τι αστείο μου φάνηκεν, όταν τον είδα σα μωρό παιδί νου βυζαίνει τα στήθια. Κι είχα κάτι στηθάκια τότες!... Τι αστείο που φαινότανε… γιατί στην αρχή… πώς να σας το πω; … ύστερα παρατήρησα πως στο κάθε στήθος μου είχε και μια ρογίτσα… γιατί στην αρχή,,, ναι βέβαια… το ξέρετε… δεν μπορεί… Πότε, πότε με ρωτούσε αν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν ήξερα τι ήθελε να καταλάβω, αυτός ο χριστιανός… Εγώ ξανάρχισα να πεινώ. συλλογιζόμουνα τη μάνα μου που περίμενε… το σπίτι… Ξαφνικά. χτύπησαν απ΄ έξω την πόρτα. Κάποια βραχνή φωνή, φώναξε άγρια. «Άιντε, μιαν ώρα κάνατε! … Είναι κι άλλοι… περιμένει ο κόσμος». Εγώ τρόμαξα, σα ρολόι χτυπούσε η καρδιά μου. Νόμισα πως ήτανε οι σταυρωτήδες… ήξερα πως σα δεν ήσουνα γραμμένη… μα θαρρώ σας το έχω πει αυτό… Ρίχτηκα στην αγκαλιά του, έτσι γυμνή καθώς ήμουνα ακόμα και στριμώχθηκα σα γατάκι πάνω του. Αχ! τι καλά που ήμουνα πάνω στο πελώριο εκείνο στήθος! … Τι καλά! Εκείνος όλο έλεγε:

            «Μη φοβάσαι μικρό… δεν είναι τίποτα… μη φοβάσαι… κι όλο έσκανε στα γέλια κοιτάζοντας τα μούτρα μου, στα χάλια που ήτανε. Πως ένιωθα τον εαυτό μου εκεί, κοντά, σ΄ αυτόν το δυνατό άντρα. Ακόμα κι όλοι οι σταυρωτήδες να ερχόντανε εκείνη την ώρα… Πεινούσα όμως, πεινούσαν και στο σπίτι… Η μάνα μου περίμενε… Ψωνίσαμε. Αχ! και τι δεν ψωνίσαμε εκείνο το βράδυ! Μόλις φτάσαμε στην αυλή έμπηξα τις φωνές…

            «Ψώνια! … Ψώνια παιδιά! … Θα φάμε απόψε! … Θα πασχαλιάσουμε! … Χαιρόμουνα… γελούσα… γελούσα τόσο από τη χαρά μου! … τόσο, που τα μάτια μου βούρκωσαν.

            Ο Κώστας μας, ήτανε μικρός, δεν καταλάβαινε. Η μάνα μου σούρωσε τα χείλια της, μα το πιρούνι της έτρεμε… έτρεμε…

            Μεθυσμένος ο γέρος σηκώθηκε να φάει… κι είχε μιαν όρεξη! … Θυμάμαι! …»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

            Από τη μέρα κείνη δεν έλειψε τίποτα από το σπίτι. Ο Κώστας πήγαινε ταχτικά σχολείο… Ο μπαμπάς δε μεθούσε πια τόσο συχνά, κι η μάνα μου κοίταζε το νοικοκυριό… Μονάχα εγώ έχυνα πύρινα δάκρύα νύχτες ολάκερες, κουβαριασμένη πάνω στον καναπέ...

            Όταν γυρνούσα κουρασμένη, σακατεμένη, φοβισμένη, μήπως πήρα τη βρόμικια αρρώστια, κι έβλεπα τη μάνα μου να μην ξεσηκώνεται, να της φαίνονται όλα φυσικά… Αχ! πως τη σιχαινόμουνα!

            Πού να καταλάβω εγώ τότες, πως το σαράκι της αθλιότητας είχε αποτελειώσει πια το έργο του μέσα στην ψυχή της! … Την είχε πια αποκάμει… Μα γω έλπιζα… Έβαζα όλα μου τα δυνατά… Ωχ! αυτός ο βήχας! … επαναστατούσα… Έτσι περνούσαν οι μέρες μια-μια… κι οι μήνες… και τα χρόνια! … Ναι… τη φτώχεια τηνέ νίκησα… μα ύστερα – γιατί και δουλειά βρήκα, και ν΄ αποκατασταθώ μπορούσα, – ύστερα πια είχα συνηθίσει… με είχε πάρει το ρέμα… κι όταν θέλησα να τα παρατήσω… Αχ! ήταν πια…

            Μα τι λέω τώρα; …

            … Τι σας το λέω εσάς; …

 

Πέτρος Πικρός

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA