ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΛΑΣΣΑΡΑ

 

ΤΟ ΘΑΝΑΤΙΚΟ

 

Δε θυμάμαι ακριβώς πότε ήταν που αποφασίσαμε να το σκάσουμε η Σοφία και γω. Θα πρέπει να έγινε λίγο ύστερα από τα “έκτακτα μέτρα”. Τα κανονίσαμε όλα σε μεσημεριάτικες αγρύπνιες μες στο κατακαλόκαιρο. Οι συνεδριάσεις μας γινόντουσαν πάντα τα μεσημέρια, κάτω από σκαμνιές φορτωμένες τζιτζίκια, που χαλούσαν τον κόσμο μέσα στα κλαριά.

-Έλα, καημένε Νίκο, ορφανό μου και συ, έλεγε η ξαδέλφη μου και μ' έσερνε από το χέρι για το λημέρι μας, όταν όλοι πέφτανε να πλαγιάσουν.

Δεν υπήρχε οίκτος στη φωνή της όταν μ' έλεγε “ορφανό”, κι εγώ είχα συνηθίσει να το ακούω σα δεύτερο όνομα, που δε μου 'φερνε λύπη ούτε ντροπή. Άλλωστε με νιαζότανε σα μανούλα, τόσο που ούτε το καταλάβαινα ότι ήτανε κορίτσι 13 χρονών.

Εμένα μου φαινόταν μεγάλη. Φανταζόμουν ότι αν ζούσε η μάνα μου, έτσι σαν τη Σοφία μας θα ήτανε, ροδαλή, στρογγυλοπρόσωπη και γερή σαν πουλαράκι, να τρέχει τα μεσημέρια στον ήλιο.

Ήτανε όμως μια μανούλα πρώτη στις σκανδαλιές. Όλο και κάτι καινούριο σκαρφιζόταν για να βασανίζουμε τη θειά μου, που όμως μας έπιανε στα πράσα πολύ συχνά, και άρχιζε το τροπάρι: “Καλά το παιδί, μα και συ, ολόκληρη γυναίκα, της παντριάς!” Ύστερα της έδινε μια γερή σφαλιάρα και την έστελνε σε κάποια βιαστική δουλειά, να κουβαλήσει  νερό ή να ταΐσει τα “μωρά”. Ήμουν εγώ τότε που άρχιζα τα κλάματα – όχι εκείνη – και την έπαιρνα από πίσω ώσπου να τελειώσει τη δουλειά της. Σουρνόμουν πέρα δώθε, κρατώντας τη φούστα της, και της έφερνα κόπο διπλό σ' ό,τι ήταν να κάμει. Μα ποτέ δε μου θύμωσε.

-Έλα, καημένε Νίκο, ορφανό μου και συ!... έβρισκε καιρό να με παρηγορήσει, χαϊδεύοντας το κουρεμένο κεφάλι μου.

Ήμουν τότε στα 9, δηλαδή τέσσερα χρόνια μικρότερος από τη Σοφία μας και κάμποσα χρόνια μεγαλύτερος από τα “μωρά”, τα δίδυμα αδέλφια της. Έτσι δεν κατάλαβα και πολλά όταν η θεία μου έβαλε τις φωνές και γρατζούνισε τα μάγουλά της, σαν άκουσε το νέο για το θανατικό.

Το θανατικό είχε πέσει στην Αλλημεριά, δηλαδή πίσω από το βουνό που έπιανε όλη την ανατολή και χώριζε τα “από δω χωριά” και τα “άλλα”. Πήγα κοντά στη θείτσα, όταν την είδα να μαλλιοτραβιέται, και τη ρώτησα τι κάνει έτσι αφού το κακό ήταν “από κει” τι μας έκοφτε εμάς.

-Άντε, καημένε Νικολή, είπε και μ' αγκάλιασε. Άντε, καημένε Νικολή! Και αργεί λες να φτάσει; Ή μήπως δεν είν' άνθρωποι κι από κει; Άσε που ποιος έχει αδέρφια και ποιος παιδιά παντρεμένα στην Αλλημεριά.

Ύστερα βάλθηκε να μ' αγκαλιάζει και να μοιρολογάει, όπως κάθε φορά που θυμότανε το άλλο κακό που είχε ξεκάνει τη μάνα και τον πατέρα μου πριν τόσα χρόνια.

-Έχω βλέπεις χρέος και με τούτο δω...

Τα νέα που ερχόντουσαν λέγανε για ανθρώπους τουμπανιασμένους και κίτρινους σαν τη χολή που πεθαίνανε με άγρια σκουξίματα.

Εμείς από δω αρχίσαμε πρώτα τους αγιασμούς. Ο παπάς δεν προλάβαινε να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι. Γύρισε όλο το χωριό σε δυο μέρες, με τα παπαδοπαίδια να τρέχουν ξεπνοημένα από πίσω του.

Ύστερα ήρθε κάποιος από την Πρωτεύουσα, μαζί με δυο χωροφυλάκους, και έκανε διαφώτιση στους χωριάτες για καθαριότητα και τα τέτοια. Επίσης απαγορεύτηκε αυστηρά σε οποιονδήποτε να περάσει στην Αλλημεριά, και μας είπανε πως τα ίδια και χειρότερα ακόμα μέτρα είχανε λάβει οι αρχές για να μην μας έρθει κανένας μουσαφίρης από το μολυσμένο τόπο. Για να είναι ακόμα πιο σίγουροι, δώσανε διαταγή στους δραγάτες να ΄χουνε πάντα μαζί τους τα δίκαννα, ώστε αν κάποιος λειψόμυαλος κάνει πως πηγαίνει κατά κει να του ρίξουνε στα ίσια.

Η Σοφία και γω συνεχίζαμε κάθε μεσημέρι να τα λέμε κάτω απ' τις σκαμνιές, μόνο που τώρα εκείνη δεν ήταν γελαστή όπως πρώτα. Κάτι σκοτείνιαζε πάνω της κι ούτε που είχε όρεξη για παιχνίδια και τρέλες.

Αυτό με γέμιζε λύπη. Ήξερα πως αιτία ήταν το θανατικό, μα δεν το καταλάβαινα. Για μένα, παρ' όλο που έκανα ότι ήμουν φοβισμένος και ανήσυχος σαν τους μεγάλους, στο βάθος το είχα πανηγύρι.  Κάποιο παιχνίδι που το παίζαμε όλοι μαζί – παιδιά και γέροι. Το μόνο βάσανο ήταν η Σοφία, κλαμένη πολλές φορές.

Στο μεταξύ το κακό όλο και χειροτέρευε. Δεν προλαβαίναν οι Αλλομερίτες να θάβουνε τους πεθαμένους – μαθαίναμε – κι όχι πια στα Νεκροταφεία, μα σε σκέτα χωράφια. Έτσι χωρίς σταυρό και χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία!... Άλλες φήμες λέγανε πως τους πεθαμένους τους κάνανε σωρούς και τους καίγανε οληνύχτα. Φτάνει ν' ανέβαινες στην κορυφή του βουνού για να δεις τις φωτιές που δε σβήνανε, από το σούρουπο ως το πρωί. Άσε που λέγανε πως δυο – τρεις παλάβωσαν και κάψαν τα σπίτια τους, νομίζοντας πως θα κάψουνε και το μικρόβιο εκεί μέσα.

Αργότερα είπανε πως οι δραγάτες και οι χωροφύλακες δε φτάνανε για να κρατήσουν τον αποκλεισμό, και η πρωτεύουσα έστειλε στρατό να φυλάει τη γραμμή ανάμεσα στους δυο τόπους.

Το χωριό μια μέρα γέμισε φαντάρους αρνματωμένους που πέρασαν πηγαίνοντας ανατολικά, στο βουνό. Κουβαλάγανε και παλούκια με ταμπέλες που θα τις στήνανε εκεί πέρα, για να χωρίζουν την καθαρή μεριά – τη δική μας – από την άλλη.

Εκεί πια η Σοφία αγρίεψε. 'Εγινε κακότροπη και δεν ήθελε ούτε να μιλήσει.

-Τι έχεις; τη ρώταγε όλη την ώρα. Τι έχεις, Σοφία μου;

Για να την κάνω να θυμώσει και να ξεχαστεί της έδενα τα κοτσίδια της τόνα με τ' άλλο, της γέμιζα πέτρες την τσέπη, μα κείνη ούτε που μού 'δινε σημασία.

-Θέλω να πάω στην Αλλημεριά, μου είπε ήσυχα μια μέρα που είχε βαρεθεί τα πολλά ρωτήματα.

Έμεινα και την κοίταγα θαυμάζοντας. Πάντα οι ιδέες της μ' αφήνανε άφωνο.

-Μα... θ' αρρωστήσουμε, της είπα, και θα πεθάνει η θείτσα άμα το μάθει...

-Δε σου ζήτησα να 'ρθεις, θα πάω μοναχή μου.

Αυτό ήτανε μεγάλη προσβολή. Λες και πάντα δεν τη συντρόφευα σε ό,τι κι αν έκανε. Με πήραν τα κλάματα.

-Δεν πας πουθενά χωρίς εμένα, είπα. Να φύγουμε και τώρα, αν θες, αλλά πες μου πώς θα περάσουμε τους φαντάρους.

-Ξέρω τρόπο. Έχει πέρασμα από το ποτάμι. Είναι γκρεμός και δεν τον φυλάνε, γιατί κανένας δεν πάει από κει.

Ξεκινήσαμε όταν νύχτωσε και πλαγιάσανε όλοι. Η Σοφία έβαλε τα μωρά να κοιμηθούνε, απόσωσε τις βραδυνές δουλειές κι ύστερα έπεσε τάχα πως θα πλαγιάσει κι εκείνη.

Σε μισή ώρα είμαστε στο δρόμο για τ' αμπέλια. Νιώθαμε μεγάλη σιγουριά σ' αυτό το πρώτο μέρος του ταξιδιού μας και χοροπηδούσαμε. Το δρόμο τον ξέραμε καλά. Ήτανε ο ίδιος που έφερνε έξω από το χωριό.

Μα δεν είχαμε ξεμακρύνει πολύ και ακούσαμε βήματα από την αντίθετη μεριά. Η Σοφία με τράβηξε και χωθήκαμε σ' ένα χαμόδεντρο. Τα πόδια μου βούλιαξαν. Στη ρίζα είχε μαζεμένο νερό.

-Ε, ποιος είναι; ρώτησε ο περαστικός.

Περίμενε λίγο και ύστερα τράβηξε το δρόμο του ξεροβήχοντας και κλωτσώντας τις πέτρες που έβρισκε.

-Ο μπάρμπα – Μανώλης, είπε η Σοφία. Τι γυρεύει...

Χωρίς ν' ανασαίνουμε περιμέναμε να ξεμακρύνει για να βγούμε και μεις. Τα παπούτσια μου ήταν για πέταμα πια, βρεμένα κι ασήκωτα από τη λάσπη. Τα έβγαλα και συνέχισα το δρόμο ξυπόλυτος, αλλά τώρα αισθανόμουν τα γόνατά μου να τρέμουν. Άρχισε κιόλα να μου παραξενοφαίνεται που η ξαδέρφη μου, η μανούλα, έκανε τέτοια πράγματα μέσα στη νύχτα.

Στ' αμπέλια οι κακές σκέψεις φύγανε. Έκοβα τις αγουρίδες, που δεν ήταν ακόμα για φάγωμα, και τις έλειωνα μέσα στα χέρια μου, ύστερα τις έτριβα στα μάγουλά μου και χαιρόμουν τη δροσεράδα και τη στυφή μυρουδιά τους.

Θα ήταν μισή ώρα που φύγαμε από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε, με μισό φεγγάρι πάνω απ' το κεφάλι μας, να φωτίζει το μονοπάτι. Είχαμε πολλές ώρες δρόμο μπροστά μας. Θα κάναμε ένα μεγάλο κύκλο για ν' αποφύγουμε δυο γειτονικά χωριά και ύστερα θα μπαίναμε στη χαράδρα με το ποτάμι.

-Πρέπει να είμαστε στο πέρασμα προτού φωτίσει, είπε η ξαδέρφη μου.

-Και γιατί πάμε Σοφία μου;

Σταμάτησε και με κοίταξε.

-Δεν το ξέρεις;

Δεν είχα ιδέα.

-Πρέπει να βοηθήσουμε το Νώντα να 'ρθει από δω.

-Ποιο Νώντα;

-Έλα, καημένε, που δεν τον ξέρεις! Το γιο του μπαρμπα – Θοδωρή του βλάχου, που έρχεται κάθε χρόνο με τον πατέρα τπυ και μας φέρνει τις φοράδες για το αλώνισμα. Θα 'ναι κλεισμένος τώρα εκεί πέρα. Πρέπει να τον πάρουμε.

-Μα αυτό είναι κακό... Απαγορεύεται!

-Έλα δα και ποιος θα το μάθει!

Για το Νώντα λοιπόν... Και γω που νόμιζα ότι ήτανε από κείνα που κάναμε πάντα με την ξαδέρφη μου. Τα παιχνίδια μας. Μου κακοφάνηκε και πήγαινα αμίλητος με σκυμμένο κεφάλι.

Φωνές από γκιώνηδες κι ένας άσβος μακριά. Τα κλαριά που τσακίζαμε κάτω απ' τα πόδια μας, τριξίματα, σουρσίματα, πεταρίσματα, γέμιζαν τη νύχτα.

-Έλα, καημένε Νίκο, δεν έπρεπε να σε πάρω! Μονολόγησε η ξαδέρφη μου.

Τώρα θύμωσα ακόμα περισσότερο. Δε θα της μιλούσα ώσπου να 'λεγε πρώτη μια καλή κουβέντα. Σκεφτόμουν τη θείτσα μου που θα τρελαινόταν το πρωί... Το βουνό μάκραινε κι έφευγε όσο πηγαίναμε μεις καταπάνω του. Δε θα τα είχε λογαριάσει καλά η ξαδέρφη μου, χρειαζόταν σίγουρα πέντε μέρες δρόμος για να φτάσεις! Τώρα το ήξερα πως δε θα γυρίζαμε πίσω. Μόνο η Σοφία δεν καταλάβαινε. Θα μέναμε για πάντα στην Αλλημεριά. Ή μπορεί και να μας τρώγαν τ' αγρίμια προτού φτάσουμε. Αυτό ήτανε το καλύτερο και το ευχήθηκα. Δε φοβόμουν καθόλου, αλλά με πήραν τα κλάματα χωρίς να το καταλάβω. Η Σοφία σταμάτησε και μ' αγκάλιασε.

-Αχ, Νίκο μου, Νίκο μου, κάνε κουράγιο, έλεγε. Σε λίγο θα φανεί το πέρασμα, να! Δεν έπρεπε να σε πάρω, δεν έπρεπε η άμυαλη! Τούτη η δουλειά ήθελε άντρα σωστό και γω πήρα εσένα...

-Δεν έχω ανάγκη, της είπα και την έσπρωξα. Μόνο περπάτα, αν θέλεις να μην ξημερώσουμε στο δρόμο.

Με κοίταξε παραξενεμένη, ύστερα έβαλε το χέρι στον ώμο μου και πηγαίναμε. Σε καμιά ώρα είμαστε στη ρίζα του βουνο΄πυ κι αρχίσαμε τα σκαρφαλώματα κρατώντας γερά τα χαμόδεντρα και τις ρίζες. Ανεβαίναμε κόβοντας νότια για να φτάσουμε στο πέρασμα. Κάποια αχλάδα θα μπήκε στο πόδι μου, ένιωσα πόνο δυνατό σαν ξυράφι. Τα γόνατα και τα χέρια μου τρέχανε αίματα. Δεν έβγαζα άχνα. Η Σοφία ανέβασε το τσεμπέρι της πάνω απ' τη μύτη κι έβλεπα τώρα μονάχα τα μάτια της, στρογγυλά και σκληρά. Θα 'χαμε σκαρφαλώσει στα διακόσια μέτρα όταν φάνηκε κάτω μας η χαράδρα.

-Να 'ρχεσαι πίσω μου και να με κρατάς, είπε και πρώτη φορά άκουσα τη φωνή της έτσι κοφτή.

Είχα συνηθίσει στα σκαρφαλώματα από μωρό και δε μ' ένοιαζε. Μα δεν είχα ξαναδεί ποτάμι να γυαλίζει έτσι μέσα στη νύχτα.

-Εκεί κάτω θα πάμε;

-Εκεί.

Το κατέβασμα θα πρέπει να βάστηξε πολλή ώρα, μπορεί και λίγη, δεν το κατάλαβα. Κάπου θα γλίστρησα, γιατί η Σοφία με πήρε στην πλάτη της και με κουβάλησε κάτω. Με το κεφάλι μου κολλημένο πάνω της κατάπινα αμίλητα τα δάκρυα και τις μύξες μου, για να μη με πάρει χαμπάρι.

Στην ακροποταμιά με ξεφόρτωσε. Έτρεξα αμέσως και βούτηξα στο νερό τα πόδια μου μέχρι τα γόνατα. Ύστερα έβρεξα το κεφάλι μου. Η Σοφία στεκόταν και κοίταζε. Πήγα κοντά της. Η Αλλημεριά φαινότανε τώρα ίσια μπροστά μας.

-Πού είναι οι φωτιές για τους πεθαμένους; ρώτησα.

-Δε θα φαίνονται από δω. Παρακάτω.

Τρέξαμε κι οι δυο.

-Πάμε, δεν έχουμε καιρό, είπε και κίνησε πάλι.

Ο δρόμος ήταν κατηφορικός και το ποτάμι σκέπαζε το θόρυβο απ' τα βήματά μας. Πήρε να χαράζει. Σ' ένα ξέφωτο σταματήσαμε. Πουθενά οι φωτιές. Η Αλλημεριά απλωνόταν παντού, με χωριά και χωράφια σαν τα δικά μας.

-Έχεις ξανάρθει; ρώτησα.

-Ναι, μα ήμουν μικρή...

-Πού είναι οι φωτιές;

Δεν απάντησε.

-Κοίτα! Της έδειξα.

Καμιά εκατοστή μέτρα πιο πέρα ήτανε ταμπέλες στημένες σε παλούκια. Μια μακριά σειρά, όσο έφτανες να δεις, που χώριζε τον τόπο στα δύο.

-Προσοχή τώρα, είπε. Το ποτάμι δεν το φυλάνε, πάμε.

Χωθήκαμε στα χαμόδεντρα άκρη στο νερό. Πηγαίναμε αργά, βήμα – βήμα, πότε στα τέσσερα, πότε βουτώντας ως το γόνατο. Τα κλαριά ήταν πολύ φουντωτά και δε θα μπορούσε να μας ξεχωρίσει μάτι. Σταματούσαμε κάθε τόσο, η Σοφία έβγαζε προσεχτικά το κεφάλι και κοίταζε.

-Πάμε, έλεγε και κινούσαμε ξανά.

Έφεγγε κιόλας, έπρεπε να είχαμε φτάσει μια ώρα νωρίτερα. Είμαστε πια πολύ κοντά στη γραμμή. Είδαμε τις ταμπέλες, πέντε μέτρα μπροστά, πράσινες με μεγάλα γράμματα, που τα διάβαζες ολοκάθαρα στο πρωινό φως:

 

ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΚΑΘΑΡΗΣ  ΠΕΡΙΟΧΗΣ

ΑΠΟ  ΔΩ  ΚΑΙ  ΠΕΡΑ  ΠΕΡΙΟΧΗ  ΜΟΛΥΣΜΕΝΗ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ  Η  ΕΙΣΟΔΟΣ  ΑΥΣΤΗΡΩΣ

 

-Κοίτα, κοίτα! Είπε η Σοφία σφίγγοντάς μου το χέρι.

Τότε τις είδα. Δέκα μέτρα μπροστά από τις δικές μας ταμπέλες, ήτανε άλλες, με κίτρινο χρώμα αυτές, γυρισμένες πλάτη σε μας, για να τις διαβάζουν οι Αλλημερίτες.

-Τι να γράφουνε τάχα;

Μα η Σοφία αφαιρέθηκε κιόλας να κοιτάει κάτι άλλο: Η βλάστηση του ποταμιού κοβόταν απότομα στη δική μας μεριά. Βράχια και χοντρό χαλίκι μονάχα.

-Πρέπει να περάσουμε απέναντι, είπε, από δω θα μας δούνε.

-Αφού δεν είναι κανείς.

-Ίσαμε να φτάσουμε στις κίτρινες ταμπέλες, κι ύστερα δεν έχουμε φόβο.

-Να δούμε και τι γράφουν...

-Εσύ θα περιμένεις εδώ. Θα κολυμπήσω. Το νερό δεν είναι βαθύ. Μόλις με δεις να φτάνω απέναντι θα 'ρθεις και συ.

Με κρατούσε από τους ώμους και τα νύχια είχανε μπηχτεί στο κρέας.

-Φοβάμαι της είπα. Να πάμε μαζί.

-Όχι θα περάσω πρώτη. Εσύ θα κοιτάζεις. Μόλις με δεις να φτάνω θα 'ρθεις από τον ίδιο δρόμο. Εν τάξει;

-Φοβάμαι, ξαναείπα.

-Έλα σαχλέ και συ. Πέντε μέτρα δρόμος!

Με φίλησε στο μάγουλο και βούτηξε στο νερό όπως ήταν. Στην αρχή την κρύβανε τα κλαριά και την έβλεπα που περπατούσε μέσα στο νερό. Όταν έφτασε στη μέση άρχισε να κολυμπάει. Ήταν εύκολο. Ο τόπος ήτανε ίσιος και το νερό σχεδόν δεν κουνιόταν. Ο ήλιος έσκασε στην ανατολή και με θάμπωσε. Η Σοφία βγήκε στο ξέφωτο. Ακούστηκαν φωνές και τρεχαλητά.

-Εεεε σταμάτα!... Σταμάτα!...

Κι ύστερα:

-Βάρα του, τι περιμένεις.

Μου φάνηκε σαν να με πετροβολούσαν. Τα νερά πεταχτήκαν γύρω απ' τη Σοφία σηκώνοντας πιτσιλιές. Γρήγορα έφτασε στις ξένες ταμπέλες και γατζώθηκε σ' ένα κοντάρι που ήταν χωμένο στο νερό. Με πετροβόλησαν πάλι. Το σώμα της Σοφίας τινάχτηκε κι ύστερα έμεινε ακίνητο, κολλημένο στο κοντάρι. Γύρω – γύρω το νερό πήρε να κοκκινίζει. Το παλούκι ξεκόλλησε κι έπεσε με θόρυβο κατά τη δική μου μεριά. Η Σοφία χάθηκε.

Ακούστηκαν κι άλλες φωνές.

-Παιδί ήτανε ρε!

-Πού στο διάολο... τ' αναθεματισμένο...

Η ταμπέλα έμενε ήρεμα πάνω στο νερό. Ήτανε γυρισμένη από τη μεριά που είχε τα γράμματα. Μέσα από τα δάκρυά μου πάλευα να τη διαβάσω, μα όλα χορεύανε. Ήτανε μια απ' τις κίτρινες πινακίδες, αυτές που τις είχανε πλάτη σε μας, για να τις διαβάζουν μονάχα οι Αλλομερίτες. Ήθελα να μάθω τι έγραφε. Οι στρατιώτες μιλούσανε πάνω απ' το κεφάλι μου. Δε μ' ένοιαζε. Μπήκα μες στο νερό και πήγα κοντύτερα. Τα γράμματα πάψανε να χορεύουν. Συλλαβιστά τα διάβασα πάλι και πάλι, τουλάχιστον είκοσι φορές:

 

ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΚΑΘΑΡΗΣ  ΠΕΡΙΟΧΗΣ

ΑΠΟ  ΔΩ  ΚΑΙ  ΠΕΡΑ  ΠΕΡΙΟΧΗ  ΜΟΛΥΣΜΕΝΗ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ  Η  ΕΙΣΟΔΟΣ  ΑΥΣΤΗΡΩΣ

 

Μέσα από τα φουντωτά κλαριά πήρα το δρόμο προς τα πίσω. Πάρα πέρα θα μπορούσα να κλαίω δυνατά, γιατί το ποτάμι είχε κλίση και δεν ακουγότανε τίποτα. Δεν ήξερα που πήγαινα, μα ήμουν σίγουρος πως δεν θα ξαναγύριζα στη θείτσα ποτέ, Έπλυνα πάλι τη μούρη μου στο νερό. Ένα σκυλί – πού βρέθηκε – με πήρε από πίσω, αλυχτώντας. Ήτανε μαύρο με κίτρινα αστράκια πάνω από τα μάτια του.

-Ε, του φώναξα, ε, Μουτζούρη! Έλα πάμε, καημένε και συ...

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA