Κοσμάς Πολίτης (1888-1974)

 

 

 

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη. Γεννήθηκε στην Αθήνα και το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Σμύρνη, όπου πήρε ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών και Γαλλικών, φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και στο Αμερικανικό Κολλέγιο (από το οποίο δεν αποφοίτησε) και εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος. Από το 1924  που επέστρεψε στην Ελλάδα εργάστηκε  στην Ιονική Τράπεζα, αρχικά στην Αθήνα και ύστερα στην Πάτρα απ’ όπου και απολύθηκε το 1942. Από το 1942 και ως το θάνατό του το βασικό μέσο βιοπορισμού του ήταν οι μεταφράσεις. Υπήρξε μέλος του Κ.Κ.Ε. και ιδρυτικό μέλος της Ε.Δ.Α. Ο Κοσμάς Πολίτης θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του '30. Έγραψε τα μυθιστορήματα: Λεμονοδάσος (1930), Εκάτη (1933),  Εroica (1937), Το Γυρί (1944), Στου Χατζηφράγκου (1962) και το  Τέρμα (ημιτελές) (1975). Έγραψε επίσης διηγήματα και το θεατρικό Κωνσταντίνος ο Μέγας (1957)

 

 

ΤΟ ΡΕΜΑ

 

    Ζει ο καθένας για τον εαυτό του. Και οι άνθρωποι και τα σκυλιά και οι γάτες. Μονάχα ένα κοινό σημάδι - και οι άνθρωποι αναμεταξύ τους, μαζί μ’ αυτούς κι όλα τα ζωντανά: καθένας πρέπει να ’βρει έναν τρόπο για να ζήσει.

    Μυστήριο από τι τρέφονται όλοι αυτοί, με τι γεμίζουν την κοιλιά τους, ακόμα ως και τα σκυλιά που χώνουν το μουσούδι μες στις βρώμες και σκαλίζουν με τα μπροστινά. Λαχανίδες, ψωμί και σκουπόχορτο αλεσμένο. Μπορεί να φέρουνε σταρένιο αλεύρι, μόνο που απαιτούν προτεχτοράτο - έτσι πατάει το σκαρπίνι πάνω σε αδειανά στομάχια. Και η μπότα του άλλου χτυπάει τα χοντρόκαρφα πάνω στην άσφαλτο του δρόμου που τραβάει για την Κηφισιά. Τα γατιά σέρνονται ύπουλα στο χώμα, τρυπώνοντας από χαμόι σε χαμόι μεσ’ από σάπιες χαραμάδες.

    Κάποτε δεν πάει πολύς καιρός, πριν ένα ή δυο χρόνια, στο εργοστάσιο για τα μωσαϊκά πλακάκια, καθώς και στ’ άλλο, στη «Βιομηχανία Πλαστικών Υλών», βουίζανε οι μηχανές, έβγαινε πότε πότε απ’ τη λαμαρινένια καμινάδα ένας καπνός και τ’ αυτοκίνητα φορτώσανε πραμάτεια. Το μεσημέρι σφύριζε η σειρήνα κι όλοι κοίταζαν τα ρολόγια τους, αυτοί που μένουν στο συνοικισμό και οι περαστικοί. Μα τα πουλήσανε κι αυτά οι περισσότεροι. Τώρα περνάει κάθε μέρα ένας ανάριος ουλαμός ντυμένος γκριζοπράσινα, καβάλα σε αστραφτερά ποδήλατα, με το τουφέκι διαγώνια στη ράχη. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες δίνουνε τα ονόματα δέκα τουφεκισμένων. Τα παιδιά της γειτονιάς χαζεύουνε ξυπόλυτα με την πρησμένη τους κοιλιά και το βαθουλωμένο στέρνο.

    Άλλες φορές μαζώνονται στη λεωφόρο, τριγύρω από κάποιον που έπεσε λιπόθυμος πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι, πάνω στη μαύρη άσφαλτο. Μαζί με τα παιδιά τον τριγυρίζουνε και κάμποσα σκυλιά, που μόλις κάνεις να τα διώξεις, δείχνουνε τα δόντια τους - δεν ξέρεις αν φοβερίζουνε ή αν χαμογελάνε.

    Ποια σημασία μπορεί να ‘χουν όλα τούτα - η γειτονιά είναι ανάγκη να τα καταφέρνει όπως όπως. Κατοχή. Δυο δυο οι καραμπινιέροι περνούνε πάνω στ’ άλογο, με την καραμπίνα κρεμασμένη από την σέλα.

    Κατηφορίζει ο τόπος. Χέρσος, οργωμένος από γούβες και αυλάκια, βαθαίνει προς το χέρσο ρέμα. Έπιασε τούτο τις προάλλες λιγοστό νερό με την ακαρτέρευτη αυγουστιάτικη βροχή, μα έπειτα ξεράθηκε μεμιάς. Πέρ’ από το ρέμα, η άλλη ανηφοριά με κάμποσα χαμόσπιτα, μοναχικά εδώ μέσα στο χέρσο αγρό, κι αλλού σα στριμωγμένα πλάι πλάι, όλα τους αρρωστιάρικα. Κι οι άνθρωποι που ζούνε πάνω στην ανηφοριά κι όλα τα ζωντανά εδώ χάμω, σκύλοι και γατιά, έχουν για θέα μοναδική το ξεραμένο ρέμα κι αντίκρυ, πιο ψηλά, τα Τουρκοβούνια κίτρινα κι απελπισμένα.

    Βέβαια, ο ήλιος. Δεν έχει αντίρρηση κανένας. Μέσα στη νύχτα όμως ουρλιάζουν τα σκυλιά, μπορεί να ουρλιάζουν απ’ την πείνα. Ίσως κι από χαρά που βρήκανε να τραγανίσουν κάποιο κόκαλο από απίθανο ψοφίμι.

    Κανένας δεν κατάλαβε ποτέ γιατί ουρλιάζουν τα σκυλιά, καθένας ζει μονάχα για τον εαυτό του με μια ψυχή λειψή. Λειψή σαν το αποψινό φεγγάρι. Και η τσουχτερή αυγή πάνω στο Διαβολόρεμα, το πικροχάραμα πίσω από το μαδημένο Υμηττό -κάπου πρέπει να βρίσκεται κι αυτός, δε φαίνεται η ράχη του από το καταχωνιασμένο ρέμα. Μόνο που αντίκρυ ξεχωρίζουν πια τα Τουρκοβούνια.

    Κάτι σα να ‘τριξε, εύκολα τραυματίζεται το χώμα στον ξερότοπο αυτό, που δεν τον καταδέχονταν ως και τα σκουλήκια.

    Μέσα στο σκοτεινό βαθούλωμα, ίδια ρηχιά σπηλιά, πλάι στο χωματένιο τοιχαλάκι κούρνιαζε ο Ηλίας μισοκοιμισμένος με το ‘να μάτι του ανοιχτό. Άνοιξε και το άλλο μάτι.

    - Μίλησες; κάνει του μικρού που καθότανε πλάι του ανακούρκουδα.

    Ο μικρός δεν αποκρίθηκε. Ανασήκωσε το γιακά του σακακιού του κι απόμεινε στην ίδια θέση, τη ματιά του καρφωμένη εκεί μπροστά στο ρέμα, που από γκρίζο άρχιζε πια να κιτρινίζει.

    - Τσούζει λιγάκι; εξακολούθησε ο άλλος. Πόσες έχουμε σήμερα, εφτά ή οχτώ του μήνα; Ο Σεπτέμβρης μπήκε με ψυχρούλα. Εσύ, βρε φουκαριάρη Βασιλάκη, δεν καπνίζεις, ε; - αμ βέβαια, θα κάψεις τα μουστάκια σου! Μα εγώ θ’ ανάψω ένα ταλιάνικο μπας και ζεσταθώ. Δε θ’ αργήσει να ‘ρθει κι ο λεγάμενος.

    Στη λάμψη του σπίρτου, ο μικρός έσμιξε τα φρύδια κοιτάζοντας τον πλαϊνό του. Ο καπνός του τσιγάρου έβγαινε απ’ τη σπηλιά σα να τον ρούφαγε η αυγή. Μια μυρωδιά ξερού γαρύφαλλου γέμισε το βαθούλωμα.

    - Μπάρμπα, είναι σίγουρο πως θα ‘ρθει;

    Ο Ηλίας ανέβασε το πάνω χείλι κι έφτυσε πετάγοντας το σάλιο του λοξά, μεσ’ από την τρύπα που άφηνε το χαλασμένο του σκυλόδοντο.

    - Και βέβαια θα ‘ρθει! Όσο κι αν γύριζε ψες βράδυ από ταβέρνα σε ταβέρνα, μπροστά η ρομβία κι αυτός ξοπίσω με το Λεμονή. Στις έντεκα ήρθε στο σπίτι και τα συμφωνήσαμε.

    - Στις έντεκα;

    - Τα ‘χει καλά με το λοχία το Τζάκομο, καμιά περίπολο δεν κοτάει να του μιλήσει Κι εξ άλλου, ξέρουνε πως ο Μπάτης δεν έχει παραδώσει το πιστόλι του. Αυτό μετράει.

    - Το κρατάει πάνω του;

    - Τι θες; Να το κρεμάσει απ’ τα κονίσματα σα νυφικό στεφάνι; Προχτές, στον καφενέ του Τζούμα, το ‘βγαλε και το σκάλιζε, κάπου έμπλεκε η ρόδα. Πάνω στην ώρα μπαίνουνε τέσσεροι ταλιάνοι

    - Ω! Έκανε ο μικρός με αγωνία.

    - Θαρρείς του κάηκε καρφί; Πρόσταξε το Τζούμα: «μισή για τα παιδιά». Έπειτα πάει στο τραπέζι τους και λέει: «σκουζάτε» - κι άρχισε κάτι να τους εξηγά με τα ψευτοταλιάνικά του, δείχνοντας το πιστόλι. Το ψαχουλεύανε κι εκείνοι και λέγανε «κοζί, κοζί». Το ‘χωσε πάλι στο ζωνάρι. Τότε γυρίζει και μας κάνει: «Βρε παιδιά, μα το Θεό, αν ήταν Γερμανοί θα τους την άναβα. Μα τούτοι εδώ, ποιος καταδέχεται!» - κι άρχισε πάλι τις μαλαγανιές με τα ψευτοταλιάνικά του.

    - Ω! Θάμαζε τώρα ο Βασιλάκης. Το ‘πε αυτό «ποιος καταδέχεται»;

    -Τους ξέρει από το μέτωπο, κάμποσους από δαύτους ξεβράκωσε στο Πογραδέτς - ε, να ‘χα κι εγώ τα νιάτα του, δε θα ’χανα ένα τέτοιο πανηγύρι.

    Ο μικρός τον στραβοκοίταξε με κάποια περιφρόνηση:

    - Δεν τα παρατάς, μπάρμπα Ηλία!

    Εκείνος έκανε πως δεν καταλαβαίνει.

    - Τώρα - συνέχισε την ομιλία του - νταραβερίζεται με δαύτους, με το Τζάκομο, κονσέρβες, παρμεζάνες, ρύζια, κανένα όπλο πού και πού. Μάζωξε κάμποσα λεφτά. Τι απομείνανε; Τα πίνει όσα βγάνει Μονάχα μην του πεις για Γερμανό: τους έχεις άχτι. Ετούτοι, λέει, δε μας αφήσανε να ρίξουμε στη θάλασσα τον Ιταλό. Ε, λέει, δε θα ’ρθει κείν’ η ώρα; Θα φάω δέκα Γερμανούς, να μη με λεν Μπατή!...

    Το παιδί αμίλητο, κοίταζε μπροστά του το χορτάρι, που τώρα, καθώς άρχιζε να φέγγει για καλά, γυάλιζε πρασινοκίτρινο ασημί, πασπαλισμένο από τ’ αγιάζει πάνω στις πλαγιές. Ούτε μια φωνούλα ούτ’ ένας στεναγμός μέσα στο ρέμα. Το φτωχό κομμάτι τ’ ουρανού, αυτό που άφηνε να φαίνεται ο θόλος της σπηλιάς, έπιασε να ροδίζει από ξέθωρο που ήτανε. Πιο κάτω, πίσω από το ρέμα ξεθύμαινε η πάχνη ανακουφωτή, κομματιασμένη, μπλεγμένη πάνω στα τηλεγραφόξυλα σα να ‘τανε ξανθό από μπαμπάκι. Μια παραπλανημένη ακρίδα πήδηξε δυο φορές πάνω στο χώμα για να ξεμουδιάσει, τέντωσε τα φτερά της και χάθηκε πετώντας μονοκόμματα.

    - Μπάρμπα, είν’ αλήθεια, καθώς λένε, πως ο Μπατής κρατάει πάνω του το τίμιο ξύλο; Και πως γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να τον σκοτώσει;

    - Και βέβαια είν’ αλήθεια. Να, πάνε πέντε χρόνια, δεν τον καθίσανε στον πάγο οι χαφιέδες, για να μαρτυρήσει; Έπειτα, φέρανε το γιατρό. Ετούτος είπε πως κοκάλωσε και πάει καλιά του. Μα είναι μάνα σε τερτίπια ο Μπατής. Του ανάψανε χαρτιά κάτω απ’ τα ρουθούνια, εκείνος μόκο, κράταε την αναπνοή του. Μα όπως τον σωριάσανε μέσα στο κάρο μαζί με κάμποσους κοκαλιασμένους, βρήκε την ευκαιρία και το ‘σκασε. Και ύστερ’ από πέντε δέκα μέρες τ’ ασημικά του αστυνόμου κάνανε φτερά, τίποτα δεν απόμεινε στο σπίτι του, που λέει ο λόγος, ούτ’ ένα κουταλάκι για να τρων γλυκό.

    - Βρε! Κόλπο του Μπατή! έκανε χαρούμενα το αγόρι.

    - Δεν ξέρω. Το καλό που σου θέλω, κοίταζε τη δουλειά σου και μην ανακατώνεσαι με ξένες έγνοιες, του αποκρίθηκε κοφτά ο θειος του.

    Η καύτρα του τσιγάρου του άγγιζε πια τα δάχτυλα. Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά και το πέταξε μέσα στο ρέμα.

    Κάποια γυναικεία φωνή ακουγότανε ψηλά, πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μακριά, ένα κακάρισμα. Το Διαβολόρεμα ξυπνούσε.

    Η γυναίκεια φωνή δε σώπαινε, με κάποιον τα ‘χε, τα λόγια βγαίνανε αραδιαστά δίχως να φτάνουν καθαρά ως εδώ κάτω μες στο ρέμα.

    - Η κυρά Μαρία, μουρμούρισε ο Ηλίας.

    Ο μικρός απόμεινε σκεφτικός.

    - Μπάρμπα Ηλία, του λέει σε λίγο, ξέρεις, εγώ θα μείνω εργένης άμα μεγαλώσω. Δε θα παντρευτώ. Να, όπως ο Μπατής. Τι κατάλαβες εσύ; Όλο στο σπίτι έχεις το νου σου, για τούτο δεν κατάφερες να γίνεις κάτι, ν’ ακουστείς. Να, όπως ο Μπατής.

    - Τι έχει να κάνει βρε η παντρειά; Πρόσεξες τη ματιά του; Κάτι έχει στη ματιά του ο Μπατής - να, θαρρείς πως ψαχουλίζει την καρδιά σου και σου παραλύει το κουράγιο, εκεί, στα βαθιά, μέσα στη δίπλα που το ‘χεις φυλαγμένο. Κατάλαβες;

    - Ναι, κούνησε το κεφάλι του ο μικρός κι έκανε κάτι να του πει ακόμα.

    - Σώπα! τον έκοψε ο θειος του με μια χειρονομία.

    Έγειρε πλάι το κεφάλι του κι αφουγκράστηκε:

    - Κάποιος έρχεται.

    Πατημασιές κατηφόριζαν πάνω στην πλαγιά. Μπροστά στο άνοιγμα παρουσιάστηκε ένας άντρας. Λιγνός, μαυριδερός, μέτριο ανάστημα. Φορούσε κοστούμι καφετί με ρίγα, το μεσάτο σακάκι του της ώρας και η καφετιά ρεπούμπλικα έγερνε στο δεξί αυτί. Το μούτρο του τσαλακωμένο, αξύριστο πάνω από δυο μέρες.

    - Καλημέρα! λέει με κέφι. Ποιος είναι ο μικρός;

    - Ο γιος της αδελφής μου της συχωρεμένης, θυμάσαι, που πρηστήκανε τα ποδάρια της... Καλό παιδί. Έχει όρεξη για δουλειά. Δεν έφερες το Τζάκομο μαζί σου; Βρε Μπατή, θα σε φάνε τα γλέντια.

    - Είσαι κορόιδο, βρε! Ο κόσμος κάνει ανάσταση κι εσύ κοιμάσαι. Ποιος Τζάκομο, μωρέ; Ο κόσμος κάνει ανάσταση, δε χαμπαρίζεις; Υπόγραψε η Ιταλία. Παραδόθηκε.

    Δε φορούσε κολάρο ούτε κραβάτα και καθώς μιλούσε, το καρύδι του ανεβοκατέβαινε ξεπεταχτό. Ο Ηλίας κι ο ανεψιός του τον κοιτάζανε σα χαζοί.

    - Βρε το ‘πε το Λονδίνο τα μεσάνυχτα. Σκαμπάζεις; Βλέπεις κανένα Ιταλό να τριγυρνάει; Περασμένες πέντε, κοντά έξι πια με την παλιά! Μόνο δυο τρεις σκαστοί φανερωθήκανε. Ζητούσανε ρούχα να ντυθούν πολιτικά, οι άλλοι κλειστήκαν στις καζέρνες... Τι κάθεσαι και συλλογιέσαι; Τι είναι, μωρέ, μεγαλοβδομάδα ή ανάσταση; Μίλα, μωρέ, τι συλλογιέσαι;

    - Πάει, τέλειωσε πια το νταραβέρι, πρόφερε ο Ηλίας σα να μιλούσε με τον εαυτό του.

    Δεν κρατήθηκε ο Μπατής.

    - Βρε είσαι Γερμανός για Έλληνας; Μια τέτοια ώρα συλλογιέσαι τα λεφτά! Το νταραβέρι! Να, μωρέ, τι τα κάνω ‘γώ!

    Έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του μια χούφτα μπανκανότες και τις πετάει στο μικρό:

    - Πάρε, βρε συ, να φας ένα λουκούμι.

    Ο Ηλίας αλληθώριζε κοιτάζοντας τις μπανκανότες που σκορπίσανε στο χώμα.

    - Πάρ’ τα, ξανάπε του μικρού ο Μπατής.

    -Δεν τα θέλω, αποκρίθηκε ο Βασιλάκης σουφρώνοντας τα φρύδια του.

    Σα να παίξανε τα ματόφυλλα του Μπατή. Χαμογέλασε.

    - Χμ, έχομε, βλέπω, και φιλότιμο! Πόσο χρονώ είσαι, βρε συ;

    - Δεκατριώ.

    - Βρε τι δεκατριώ; ανακατώθηκε ο Ηλίας. Προχτές δεν έκλεισες τα δώδεκα; Βρε να πάρ’ η…   Μπατή, ξέρεις τι μου ‘λεγε πάνω στην ώρα που ήρθες; Μου ’λεγε: «μπαρμπούλη, εγώ θα μείνω εργένης, να, όπως ο Μπατής.» Μα το Θεό μου το ’πε! Τότε του λέω: «δεύτερος Μπατής δε μεταγίνεται! - μα το Θεό, του το ’πα, πρόσθεσε μη ξέροντας κι ο ίδιος γιατί λέει ψέματα.

    Το παιδί γύρισε το κεφάλι του απότομα κατά το θειο του. Μες στα μεγάλα σκοτεινά του μάτια έλαμψε κάποια φλόγα.

    - Κόφτο, ε! του κάνει ζωηρά με μια φωνή ωστόσο που δεν αντηχούσε πολύ σίγουρη. Κοίταζε τη δουλειά σου!

    - Βρε το παγάσικο! επιδοκίμασε ο Μπατής. Έλα πιο δω. Για πες μου, θες να δουλέψεις;

    - Γιατί να μη θέλω; Να ξέρεις όμως πως δεν τρώω λουκούμια.

    - Δεν το ‘πα για να σε προσβάλω, του αποκρίθηκε με μαλακιά φωνή.

    Ο Ηλίας ανασήκωσε με κόπο το πελώριο κορμί του. Με μια προσπάθεια στάθηκε ορθός και βγήκε απ’ το βαθούλωμα.

    - Τι καθόμαστε; τους λέει. Μια και δε θα ‘ρθει ο Τζάκομο με το σακί…

    Αλληθώρισε ακόμα, κοιτάζοντας τις σκόρπιες μπανκανότες. Μα ο Μπατής τις μάζωξε από χάμω και τις ξανάβαλε στην τσέπη.

    Ξεκινήσανε οι τρεις πάνω στο Διαβολόρεμα. Ο ήλιος κατρακυλούσε από την ανηφοριά, κιόλα καφτερός, αποβροχάρης. Μπροστά ο Μπατής με το μικρό, πίσω τους έσερνε τα πόδια του ο Ηλίας, λαχανιασμένος όπως πάντα, το κεφάλι του κατεβασμένο, με το μυαλό σε κάποια συλλογή.

    Να πάλι, τώρα που όπου να ‘ναι μπαίνει ο χειμώνας έπιασε να στραβώσει κι η δουλειά. Βρήκανε την ώρα να υπογράψουνε! Βρωμοταλιάνοι! Το Μπατή, βέβαια, δεν τον νοιάζει, όσο και να ρεμπελεύει θα ’χει μαζώξει παραδάκι, όλες οι καλές δουλειές ήταν για κείνον, τα σακιά με το κοφτό μακαρονάκι, τα κεφάλια, η παρμεζάνα - πάντα καταφερτζής. Όσο για τον ίδιο τον Ηλία πού και πού καμιά κονσέρβα, ένα δυο καρβέλια τη βδομάδα, κι εκείνο το ανούσιο γερμανικό τυρί μέσα σε σωληνάρια. Τι να πρωτοκάνεις, να μασάς ή να μεταπουλήσεις από δαύτα; Μονάχα μια φορά που άνοιξε η τύχη του, τότε που ο Αμάτο, ο αγαπητικός της Φούλας, του πούλησε το οπλοπολυβόλο. Καλή δουλειά για έναν που έχει σχέσεις. Μα δεν ήξερε τον τρόπο για να το ξεκάνει στη μεριά που πρέπει. Αναγκάσθηκε να το ξεφορτωθεί και τούτο μέσω του Μπατή, με κέρδος εκατόν είκοσι χιλιάρικα. Τι ζωή έχουν εκατόν είκοσι χιλιάρικα; Να ’τανε τώρα, που σίγουρα η λίρα θα ξεπέσει, ως τα εκατό τουλάχιστο, μια και υπόγραψε ο Ιταλός...

    Έβγαλε το σακάκι του, γιατί ο ήλιος του χτύπαε την πλάτη και τον έτρωγε η δρωτίλα. Ξύστηκε πάνω από το πουκάμισο. Δυο σκυλιά παρατήσανε κάποιο ψοφίμι και ουρλιάζανε με τεντωμένο το λαιμό πάνω από το ρέμα...

...Τι το όφελος πως θα ξεπέσ’ η λίρα; Το ενάντιο, τα τρία πακέτα σουρογκάτο που του απομείναν, θα τα ξεκάνει με ζημιά. Φταίει ο Τζάκομο. Προχτές ακόμα τον ρωτάει: - Θα υπογράψει, βρε, η Ιταλία; Ιταλία καπούτ;

    - Νο, του λέει αυτός. Ιτάλια γκουέρα, παλικάρ…

    - Το ’χαψα κι εγώ σα να ’μουνα ο Χίτλερ!

    Ιτάλια θα πλερώσει τώρα τη ζημιά;... Όσο για τ’ οπλοπολυβόλο, καλύτερα που το ’βγαλε από πάνω του κι ας ήτανε και μικρό το κέρδος. Μεγαλορίζικο, αυτές είναι οι δουλειές για το Μπατή που όλο και νταραβερίζεται με τους αντάρτες, μια στο καρφί και μια στο πέταλο, τα ’χει καλά με όλους. Τις μέρες που χάνεται από το Διαβολόρεμα λένε πως ανεβαίνει στο βουνό, στην Πάρνη. Πρέπει σιγά σιγά, με τρόπο, να τραβηχτεί κι ο ίδιος απ’ τις φιλίες του Μπατή. Προχτές ακόμα κάποιος ντραγουμάνος πάσχισε να του πάρει λόγια...

    Είχανε φτάσει μπρος στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, πάνω στην άσφαλτο. Τρεις τέσσεροι φαντάροι Γερμανοί πηγαίναν κατά κει βαριοί μέσα στις μπότες τους. Ο Ηλίας τους πήρε από κοντά:

    - Άλες κάουφεν, καμεράντ, άλες κάουφεν, άλες κάουφεν.

    Εκείνοι προσπεράσανε αμίλητοι και βλοσυροί. Μπορεί ένας Γερμανός να ’χει δική του σκέψη; Το ρέμα, τα σκυλιά, η άσφαλτο, τα σπίτια, όλα κάτι σκέφτονταν. Μα ένας Γερμανός ποτέ. Ό,τι του πει ο πιο μεγάλος.

    Ο Μπατής γύρισε πίσω το κεφάλι:

    - Θα μείνεις πάντα σου ψιλικατζής, μωρέ Ηλία - κι όπως ο άλλος δεν αποκρινότανε, του λέει ακόμα:

    - Βρε δεν καταλαβαίνεις πως θα βγει δουλειά τώρα που θα ξεκάνουνε το υλικό τους οι Ταλιάνοι; Αυτές είναι δουλειές.

    - Δουλειές για λόγου σου. Εγώ τραβάω πίσω για το σπίτι.

    Ο μικρός σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε το Μπατή μ’ αναστραμμένα μάτια.

    - Το παιδί άσ’ το μαζί μου, λέει του Ηλία έτσι αδιάφορα, σα να μη δίνει σημασία.

    Ο Ηλίας γύρισε την πλάτη κι έφυγε κατά το ρέμα, το σακάκι αλά ρεμπέτα πάνω στο ζερβί του ώμο.

    Οι δυο τους μπήκανε στα σοκάκια του συνοικισμού, πίσω από την Άγια Τριάδα. Μπροστά στις πόρτες τριγυρνούσαν τα γατιά, συρτά πάνω στο χώμα, νιαουρίζοντας λυπητερά, με αχόρταγες ματιές. Κάπου εκεί κοντά τσίριζε το πριόνι του ξυλάδικου ανάκατα με το ξεθύμασμα της μηχανής. Μια παρέα είχε στήσει διαβούλιο έξω από το «Γραφείο Κηδειών» του Νέστορα. Ίσως μιλούν για τη συνθηκολόγηση, μπορεί και για δουλειές. Κάποιος τους έγνεψε του Μπατή. Μα τούτος, τράβηξε το δρόμο του, κάνοντας τον ανίδεο. Μακριά, πάνω στη λεωφόρο περνούσ’ ένα λεωφορείο ξεχαρβαλωμένο, σέρνοντας πέντ’ έξι καροτσάκια, δεμένα το ένα πίσω από τ’ άλλο.

    - Σου ’κανε νόημα, του λέει ο μικρός.

    - Πολλοί κοκόροι, του αποκρίθηκε ξερά.

    Έστριψαν τη γωνιά. Ο Μπατής κοντοστάθηκε ν’ ανάψει τσιγάρο, άβιαστα, χασομερώντας.

    - Μπατή, κάτι σε θέλω, του λέει ξοπίσω του ο άλλος που ξέφυγε απ’ την παρέα.

    Τον πήρε από το μπράτσο και κάναν λίγα βήματα μιλώντας εμπιστευτικά, με χαμηλή φωνή.

    - Οι δυο μας κι ο μικρός, είπε στο τέλος ο Μπατής. Άλλη παρέα δε χρειάζεται. Βρε Βασιλάκη, έλα δω! Ξέρεις τη μάντρα πίσω απ’ το ξυλάδικο; - και κάτι του ’λεγε πιο σιγανά.

    - Κατάλαβες; του λέει κι ο άλλος. Με τη σφυριγματιά, θα τρέξεις

    Τα μάτια του παιδιού ζωήρεψαν. Επιτέλους! Να που τον λογαριάζανε για κάτι. Τους κοίταζε που ξεμάκραιναν. Ετούτος, ναι! Α, σίγουρα δε θα παντρευτεί σα μεγαλώσει, όλ’ η γειτονιά το ξέρει πως ο θειος του κρέμεται στα φουστάνια της γυναίκας του. Άντρας! Αυτό θα πει άντρας!

    Ο Μπατής με το σύντροφό του κατηφορίζανε δεξιά, χωρίς να ξαναπεράσουν μπρος από το πεθαμενατζίδικο του Νέστορα. Έστριψαν τη γωνιά και βγήκανε στον άλλο δρόμο, πίσω από το ξυλάδικο του Αλέκου. Σαν κάτι να υποψιάστηκε κι αυτός. Βγήκε από την αποθήκη του κι απόμεινε για μια στιγμή εξετάζοντας τριγύρω με το μάτι. Μα η παρέα μπροστά στου Νέστορα είχε διαλυθεί, μονάχα ο Βασιλάκης καθόταν στο πεζούλι του ψωμάδικου, κάτι σχεδίαζε μ’ ένα μολύβι, κάτι μακρουλό, πλάι στο Βιντσερέμο, γραμμένο με κόκκινη μπογιά πάνω στον τοίχο. Μια μυρωδιά ψωμιού έχει απομείνει εδώ γύρω. Μα ο φούρνος έκλεισε από χτες και δεν ξανάβγαλε ψωμί. Δεν έφτασε φορτίο με σιτάρι. Λένε πως οι Γερμανοί βουλιάξανε το καράβι.

    Τώρα ο Αλέκος συλλογιέται τη μυστική κομπίνα με το σιτιστή ανθυπομοίραρχο. Μα πρέπει να μιλήσει και του μάγερα - έτσι το βρεμένο πεύκο θα περάσει για καψάλι: τρακόσες τριάντα δραχμούλες η οκά. Στο σύντροφό του θα το λογαριάσει για διακόσες, εκατόν σαράντα είναι το κόστος.

 

    Ο Μπατής με το Λεμονή στρίψανε τη γωνιά του δρόμου, πίσω από το ξυλάδικο.

    - Εκεί, έδειξε ο Λεμονής. Φυλάει βάρδια.

    Έξω από κάποιο μαντρότοιχο ερειπωμένο, καθόταν μια κοπέλα με τα πισινά πάνω στις φτέρνες. Καθώς τους είδε να σιμώνουν στραβομουτσούνιασε.

     - Γεια σου, Φούλα! τη χαιρέτησε ο Μπατής. Ε, είσαι πάλι σήμερα - κι έριξε από πάνω μια ματιά στον κόρφο της που ξεχειλούσε από τη μπλούζα.

    Εκείνη δεν του αποκρίθηκε.

    - Είναι σεκλετισμένη με τα νέα, είπε ο Λεμονής. Για τον Αμάτο κάνεις έτσι; Έννοια σου, βρε Φούλα, θα τον κρύψομε. Να, θα νοιαστεί ο Μπατής.

    - Τον έχω πιο καλά κι από τα μάτια μου, ό,τι κι αν πείτε, μουρμούρισε η κοπέλα δίχως να τους κοιτάξει.

    Ο Μπατής είχε προχωρήσει λίγα βήματα. Έκανε πως γύριζε πίσω, κάτι να πει του Λεμονή και στάθηκε μπροστά στη μάντρα.

    - Μπα! κάνει τάχα με έκπληξη, να ο Αμάτο.

    Μέσα στη μάντρα, πίσω απ’ τα χαλάσματα και κάτι πλίθες στοιβαγμένες, βρισκόντανε παρκαρισμένο ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο, από κείνα που οι πισινές τους ρόδες είναι με λάστιχα διπλά. Τρεις Ιταλοί φαντάροι καταγίνονταν σκυμμένοι, λαχανιασμένοι από τη βιάση, άλλος με τον κρίκο, άλλος να ξεβιδώνει τα λάστιχα της ρόδας. Το μούτρο τους γυάλιζε κόκκινο και ιδρωμένο.

    - Μποντζόρνο, Αμάτο!

    - Μποντζόρνο, αποκρίθηκε από μέσα μια άκεφη φωνή.

    - Βρε Μπατή, παρακάλεσε η Φούλα, μη φωνάζεις, θα ξυπνήσ’ η γειτονιά και θα τους πάρουνε χαμπάρι!

    Ήτανε κιόλα ξύπνια η γειτονιά. Μέσ’ από ‘να παράθυρο φαινότανε μια ώριμη γυναίκα να χτενίζει τα ψαρά μαλλιά της. Ο γυρατζής πέρναγε σκυφτός διαλαλώντας με βραχνή φωνή τα σέσκουλα. Πίσω του νιαουρίζανε οι γάτοι. Θυμόντανε ίσως τη φωνή του από τον καιρό που διαλαλούσε το πλεμόνι.

    - Βρε Μπατή, ξανάπε η Φούλα στον ίδιο τόνο, άμε στη δουλειά σου, να χαρείς.

    - Και βέβαια θα πάω. Τι δουλειά έχω εδώ; Στάθηκα μονάχα, μάτια μου, να σε καλημερίσω.

    Δεν κουνήθηκε ωστόσο από τη θέση του. Έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα. Οι τρεις φαντάροι μες στη μάντρα τα κατάφεραν με τον κρίκο κι ανασηκώσανε το καμιόνι.

    - Όχι για τίποτ’ άλλο, είπε η Φούλα, ν’ αγοράσουνε μια φορεσιά ο καθένας τους για να κρυφτούνε.

    - Μπορεί ν’ αντισταθούνε, λέει ο Λεμονής. Είναι καμιά διακοσαριά χιλιάδες, χώρια τανκς και ιππικό.

    - Σώπα καλέ! Να λαβωθεί ο Αμάτο;... Άκου, Μπατή, μου ‘φερε την κιθάρα του στο σπίτι σήμερα το πρωί. Την αγοράζεις, βρε Μπατή;

    - Όλα γίνονται.

    Απόμεινε συλλογισμένη. Μες στο κεφάλι της αναδευότανε η περιπέτειά της με τον Ιταλό. Θα γλυτώσει τώρα ο Αμάτο; Κι αν τον πιάσουνε οι Γερμανοί; Μα όχι, αυτό δε γίνεται - το θέλει ο Θεός; - τα ‘χανε όλα εξηγημένα, μίλησε και του αδερφού της. Δεν πάει μια βδομάδα που της έδειξε ένα γράμμα και της είπε: «Μάμα γκράφει σαλουτατσιόνε Φούλα. Καπίτο;» Κι ο φίλος του ο Τζούλιο, που έτυχε μαζί του, της εξήγησε: «Μάμα χαιρετίσματα εσένα, καπίτο; Αμάτο αγκαπάει πολύ μάμα, καπίτο;» Έδειξε την πράσινη κορδέλα με τ’ άσπρα γράμματα γύρω στο δίκοχο του Αμάτο και τα διάβασε: «Μάμα, ίο ριτορνερό βιντσιτόρε». Της το εξήγησε στραβά κουτσά - καπίτο; «Αμ δε! του κάνει εκείνη ασυλλόγιστα, το μήνα που δεν έχει Σάββατο!» Μα είναι καλό παιδί και ο Τζούλιο. Δίχως να πειραχτεί, γέλασε και της λέει: «Όκι σεριόζο, κοζί, τζεντιλέντσα περσουά μάμα, καπίτο; Εμείς, Ιτάλια, νο αγκαπάει πόλεμος. Αγκαπάει φαμίλια, καντσονέτα, μούζικα, τζαρντίνο - καπίτο;»... Κι έπειτα τι νιώθει εκείνη για πολιτικά και τέτοια; Οι εφημερίδες γράφανε κάθε μέρα πως είναι παλικάρια οι Ταλιάνοι, το πιο μεγάλο έθνος μέσ’ τον κόσμο - κι η ασφάλεια έβαζε φυλακή όποιον δεν προσκυνούσε. Γιατί τα γράφανε όλα τούτα και πλανεύανε τον ανίδεο λαό; Κι έπειτα κάποια μέρα, θα τα γυρίσουνε όπως θένε, πάντα τους φταίει ο λαός κι η εργατιά. Τι να πιστέψει αυτή λοιπόν; Πού ξέρει; Μα τώρα πια, γίνηκε ό,τι γίνηκε με τον Αμάτο...

    Του Μπατή δεν του πολυάρεσε η συλλογή της Φούλας. Άμα η γυναίκα συλλογιέται, είναι σαν το πηγάδι που τ’ αναταράζεις και θολώνει. Μέσα στην μάντρα είχε τελειώσει πια η δουλειά. Έγνεψε του Λεμονή:

    - Εγώ πηγαίνω, λέει αυτός. Έρχεσαι, Μπατή;

    - Πήγαινε και σε φτάνω.

    Η Φούλα σήκωσε τα μάτια της από τη συλλογή.

    - Βρε Μπατή, του λέει, τι θα γίνει τώρα;

    Η ανάσα της έβγαινε φουρτουνιασμένη. Αναδευότανε ο κόρφος της, φούσκωνε ίδιος ζυμάρι κάτω απ’ την πετσέτα.

    Γυαλίσανε τα μάτια του Μπατή καθώς την κοίταξε.

    - Θα τα βολέψουμε, της κάνει.

    Απ’ τη μεριά που είχε ξεμακρύνει ο Λεμονής ακούστηκε ένα σφύριγμα.

    - Τι είναι! τρόμαξε η κοπέλα και σηκώθηκε.

    - Δεν ξέρω, της αποκρίθηκε αδιάφορα.

    Πάνω στην ώρα φτάνει ο Βασιλάκης τρέχοντας και χειρονομώντας:

     - Οι Γερμανοί! Τεντέσκι, τεντέσκι!

    Η Φούλα τα ‘χασε. Από τη μάντρα πεταχτήκανε οι τρεις φαντάροι.

    - Τεντέσκι, τεντέσκι!

    - Τα λάστιχα! τους φώναξε η Φούλα. Πάρτε τα λάστιχα μαζί σας. Αμάτο, πρέντερε λάστικα!

    Εκείνοι γουρλώσανε τα μάτια τους, κοιτάζανε δεξιά ζερβά, τρέμαν τα γόνατά τους. Το βάλανε στα πόδια, μπροστά ο Αμάτο, πίσω οι άλλοι δυο, με αδειανά τα χέρια.

    Στην άκρη του δρόμου ξαναπαρουσιάστηκε ο Λεμονής. Τ’ αξύριστα χείλη του Μπατή τα χάραξε κάποιο ειρωνικό χαμόγελο. Κάτι κατάλαβε η κοπέλα.

    - Κομμάτια! είπε μοναχά κι έβαλε μια φωνή: - Αμάτο, ψέματα! Νο τεντέσκι, νο τεντέσκι!

    Μα ούτε Αμάτο ούτε τίποτα. Είχανε γίνει άφαντοι. Ο Λεμονής με τον μικρό βγάζανε κιόλας τα λάστιχα μεσ’ από τη μάντρα και τα κυλούσανε πάνω στο δρόμο.

    - Ρίχτε τα μεσ’ την αποθήκη του Αλέκου από πίσω, τους παράγγειλε ο Μπάτης. Θα τα ξεκάνουμε σε λίγες μέρες, άμα ησυχάσουνε τα πράματα.

    Η Φούλα δάγκωσε τα δάχτυλά της.

    - Βρε Μπατή, του λέει με παράπονο, γιατί μου το ‘κανες αυτό; Πώς θ’ αγοράσει τώρα ένα κοστούμι ο Αμάτο;

    - Μη χολοσκάς, ο λόγος μου είναι λόγος. Να περάσεις από την ταβέρνα του Μιχάλη.

    - Μα θα με δούνε οι γειτόνοι.

    - Δε λέω να ‘μπεις μέσα! Το βραδινό, άμα θα σκοτεινιάσει

    - Πού θα με πας;

    Η κίτρινη ματιά του τύλιξε την κοπέλα, έπειτα συγκεντρώθηκε σ’ ένα σημάδι, βαθούλωσε μες στη δική της ψαχουλεύοντας.

    - Θα ‘ναι κανένας άλλος; Μπατή, έχω το λόγο σου, δε θα με ρεζιλέψεις...

    Ο Βασιλάκης πήγε κοντά στους δυο.

    - Με θέλεις τίποτ’ άλλο; ρώτησε το Μπατή.

    - Μείνε μαζί μου, λέει χτυπώντας τον ώμο του μικρού.

 

    Είχε σκοτεινιάσει για καλά. Κοντά οχτώ η ώρα. Σήμερα η κυκλοφορία μονάχα ως τις οχτώ, έτσι ορίσανε οι Γερμανοί, λογαριάζοντας μην πάνε οι ντόπιοι μες στη νύχτα και πάρουνε τον οπλισμό από τους Ιταλούς. Υπάρχουνε ακόμα κάμποσοι με την καρδιά ζεστή.

    Ολοσκότεινα πάνω στο Διαβολόρεμα. Τα σπίτια φράξανε απόψε κάθε χαραμάδα, γιατί γυρεύει αφορμή ο καταχτητής. Οι δυο τρεις μαυραγορίτες του συνοικισμού σκέφτονται τις δουλειές. Οι άλλοι, τι θα φαν την άλλη μέρα. Ζει ο καθένας για τον εαυτό του. Με το σύστημα της πείνας μισοκατάφερε ο Γερμανός να βγάλει κάθε άλλη σκέψη απ’ το μυαλό τους. Μόνο που υπάρχουνε κάμποσοι ακόμα με ζεστή καρδιά. Η «ασφάλεια» τούς καταγγέλνει πως κάθε τόσο φεύγει κι ένας τους για το βουνό. Πρέπει να σφίξει ακόμα πιο πολύ τη βίδα ο Γερμανός. Κάποια εχτέλεση, λοιπόν, αύριο το πρωί. Ο ουλαμός με τα ποδήλατα περνάει πάνω στην άσφαλτο της λεωφόρου.

    Γαυγίζουν τα σκυλιά μέσα στο ρέμα, ουρλιάζουνε κλαψιάρικα ίδια τσακάλια. Κάπου ακούστηκε μια πιστολιά. Ποιος τράβηξε; Η περίπολο; Ίσως και να σκοτώσανε κάποιο δικό μας - μπορεί και οι δικοί μας να ξεκάνανε κάποιο χαφιέ... Οι γάτες νιαουρίζουνε κλεισμένες μες στα σπίτια, ίδια όπως σε πολιτεία ερημωμένη απ’ όπου φύγανε οι άνθρωποι κι απόμειναν οι γάτες. Αυτά τα ζωντανά μένουν πιστά στο σπίτι, όχι στον άνθρωπο.

    - Δε βαριέσαι, λέει στη γυναίκα του ο Ηλίας. Δεν είναι τίποτα, θα ‘ρθε στο κέφι ο Μπατής και σημαδεύει το φεγγάρι.

    Μα ο Μπατής δεν ήταν σε θέση να τραβήξει πιστολιά και το φεγγάρι θα ‘βγαινε πολύ αργά, μόλις πια τα χαράματα. Κι ακόμα πιο λειψό από χτες.

    Ο Βασιλάκης έφτασε στο χαμόι πάνω στην ώρα που ένα ρολόι χτύπαε οχτώ. Αμίλητος, λαχανιασμένος.

    Είχε πλαγιάσει κιόλα ο Ηλίας. Η θεια του Βασιλάκη έκοψε στη μέση ένα ξερό ιταλιάνικο ψωμί κι απίθωσε το ένα κομμάτι πάνω στο τραπέζι.

    - Πού γύριζες;

    Ο μικρός κράτησε τη ματιά του καρφωμένη χάμω.

    - Γιατί δεν τρως;

    - Λαβώθηκε ο Μπατής, τους λέει.

    Ο θειος του ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι. Ένα τρίξιμο. Έπειτα πάλι ξαναπλάγιασε. Δεύτερο τρίξιμο οι σούστες. Καθένας συλλογιέται μόνο τον εαυτό του.

    - Πέσε γρήγορα να κοιμηθείς, είπε η θεια στο Βασιλάκη. Μην ήσουνα μαζί με το Μπατή; Όποιος να σε ρωτήσει δεν ξέρεις τίποτα - κατάλαβες; Να μη σε ξαναδώ μ’ αυτόν! Πέσε κοιμήσου!

     Πήγε ως το κρεβάτι του, στην άλλη γωνιά της κάμαρας. Απόμεινε ορθός εκεί μπροστά, κοίταξε το κρεβάτι σαν κάτι να ‘βαζε στο νου του. Ακούμπησε το χέρι πάνω στο προσκέφαλο.

    - Μπάρμπα Ηλία, λέει ξαφνικά, δε θα πεθάνει ο Μπατής μια κι έχει πάνω του το τίμιο ξύλο;

    - Πώς γίνηκε; ρώτησε ήσυχα ο Ηλίας.

    - Τι σ’ ενδιαφέρει; έκανε η γυναίκα του. Έχομε τις δικές μας έγνοιες.

    Μα ο μικρός είχε αρχίσει κιόλα να τα διηγείται αράδα, κομπιάζοντας εδώ κι εκεί, δαγκώνοντας τα χείλια του.

     - Να, ήρθε το απόγεμα ο Λεμονής και λέει του Μπατή πως οι Ταλιάνοι έχουνε για ξεπούλημα δυο αυτοκίνητα. Να κάνουν γρήγορα, πριν προλάβουνε οι Γερμανοί. Στον στρατώνα του ιππικού, πάνω απ’ το δρόμο που πάει στα Μεσόγεια, λίγο πιο δω απ’ το Γουδί. Πρέπει να μιλήσουν με τον αξιωματικό, να πάνε στην καζέρνα, δεν κοτάνε να ξεμυτίσουνε οι Ταλιάνοι, γιατί μπορεί να πέσουνε πάνω σε Γερμανούς... Με πήρανε και μένα στην καζέρνα. Ο Τζάκομο μας έμπασε στο θάλαμο, κει που κοιμούνται οι λοχίες. Ξέρεις θεια; Φορούνε όλοι τους κορσέδες όπως οι γυναίκες, με κορδόνια, είχε ο καθένας τον κορσέ του πλάι στο κρεβάτι, πάνω σε μια καρέκλα.

    Μίλησαν κάμποση ώρα οι τρεις τους, έπειτα ο Τζάκομο τους πήγε σε μια κάμαρα, που ήταν στρωμένο το τραπέζι με φαγιά. Εκεί, ήταν ακόμα δυο λοχίες και πίνοντας τα λέγανε όλοι μαζί. Ο ένας λοχίας έβγαλε μια φωτογραφία μεσ’ από τον κόρφο του, την έδειξε στο Λεμονή, κάτι του ‘πε ταλιάνικα και άρχισε να κλαίει.

    - Νο σεκλέτι, μπουόνα πάτρια, εβίβα! του λέει ο Λεμονής.

    - Ήπιες κι εσύ κρασί; ρώτησε η θεια του.

    - Μου βάλανε λιγάκι από ‘να ψαθωτό μπουκάλι.

    - Κιάντι, μουρμούρισε ο Ηλίας. Πουλιέται μια χαρά, τριάντα χιλιαδούλες.

     Ο μικρός ξεχνιότανε σε κάτι τέτοιες λεπτομέρειες. Μα έπειτα πάλι βουρκώσανε τα μάτια του.

    - Αχ, λέει, τον φάγανε! Τον πήρε η σφαίρα στην κοιλιά.

    Τους διηγήθηκε τα παραπέρα δίχως να πάρει ανάσα. Βρήκανε τον τενέντε. Τους έδειξε δυο κούρσες: η μια γαλάζια , η άλλη κιτρινωπή, κούκλες, ολοκαίνουριες. Ο Τζάκομο έκανε τον ντραγουμάνο. Πάνω στα παζαρέματα, φτάνει ένας φαντάρος και κάτι λέει στον αξιωματικό. Ετούτος τα ‘χασε. Απ’ τα υπόστεγα βγαίνανε οι φαντάροι, τρέχανε σαστισμένοι εδώ κι εκεί.

    - Τι είναι μωρέ! κάνει ο Μπάτης.

    Ο Τζάκομο του λέει:

    - Τεντέσκι, καπίτο; Ήρτε πάρει καζέρνα, πιάσει εμάς, πιάσει, πιάσει...

    Αγρίεψε ο Μπατής, του ανάψανε τα αίματα:

    - Μωρέ, Ταλιάνοι, τι φοβόσαστε; Μωρέ είστε τρακόσοι εδώ μέσα! Μωρέ θα χάσω τ’ αυτοκίνητα; Πού ‘ναι οι Γερμανοί; Πόσοι από δαύτους;

    - Τεντέσκι πολλοί πολλοί, πιάσει εμάς, πιάσει - καπίτο;

    - Ένα κράνο! Φέρτε μου ένα κράνο! φώναξε ο Μπατής. Μωρέ θα χάσω τ’ αυτοκίνητα; Πού τα ‘χετε μωρέ τα οπλοπολυβόλα; Ρε νέρντε μιτραγιόζα;

    Έσκουζε, χάλαγε τον κόσμο. Μπήκε σ’ ένα υπόστεγο και ξαναβγήκε σε λιγάκι ζωσμένος με μια σπάθα της καβαλαρίας. Φόραγε κι ένα κράνο, έτσι στραβά πάνω στ’ αυτί σα να ‘τανε ρεπούπλικα. Στο χέρι το πιστόλι του. Ο Λεμονής κιτρίνιασε καθώς τον είδε.

    - Μωρέ Μπατή, του λέει, θα μας πάρεις στο λαιμό σου!

    Μα ο Μπατής δεν άκουγε, δεν έβλεπε μπροστά του απ’ τη λύσσα. Ανέβηκε στο τοιχαλάκι από τη σκάλα, μπροστά στις πολεμίστρες, πήγαινε τα σκαλιά δυο δυο. Στάθηκε ολόρθος εκεί πάνω.

    - Μπάρμπα Ηλία, το ‘λεγε κι ο Λεμονής, έμοιαζε ίδιο ξωτικό, ίδιος Αρχάγγελος στεκότανε, σα διάολος.

    - Δεν είσαι στα καλά σου! τον έκοψε η θεια Κατίνα! Ούτε διάολος υπάρχει ούτε Θεός. Αλλιώς κάποιος από τους δυο τους θα μας γλύτωνε.

    - Λέγε μας παρακάτω, είπε ο θειος του.

    Στάθηκε ολόρθος ο Μπατής πάνω στο τοιχαλάκι, ολόρθος και ξεσκέπαστος.

    - Βρε πού ‘ναι οι Γερμανοί; Εκεί κάτω οι τέσσεροι; Βρε ντόιτς, παλιογερμανοί, θαρρείτε πως κι εδώ είναι Αλβανία που ήρθατε και μας χτυπήσατε από πίσω; Ελάτε, βρε, πιο δω, αν σας βαστάει!

    Σημαδεύει και τραβάει μια με το πιστόλι.

    - Σάντα Μαντόνα! φωνάζαν οι Ταλιάνοι μεσ’ απ’ την αυλή. Ο Μπατής μισόστριψε το κορμί του κατά δω: «Φέρτε μου βρε, μια καραμπίνα, ούνα καραμπίνα, το πιστόλι μου δε φτάνει ως πέρα που ταμπουρωθήκανε! Μωρέ καπίτο; Είναι τέσσεροι μονάχα!»

    Τότε ακούστηκε μια τουφεκιά. Ο Μπατής πήρε μια βόλτα όπως στεκότανε ορθός, έβαλε το χέρι στο πλευρό και κάθισε πάνω στην πολεμίστρα. Έπειτα έγειρε. Ακούστηκε μιαν άλλη τουφεκιά - μα η σφαίρα πέρασε, ως φαίνεται, από πάνω, πιο ψηλά. Δεν έχει άλλη λαβωματιά, μονάχα στο πλευρό, πλάι στην κοιλιά.

    - Έπειτα;

    - Ήρθανε οι Γερμανοί. Τέσσεροι όλοι κι όλοι. Ο ένας απόμεινε στην καγκελένια πόρτα της αυλής. Οι άλλοι τρεις μπήκανε μέσα. Λέγανε: νιξ, για, για, καπούτ. Λέγανε ακόμα: πριζονιέρι... Έτσι τους πιάσανε και τους τρακόσους. Ο Τζάκομο με τους δυο Ταλιάνους κι ένα Γερμανό μαζέψαν το Μπατή, τον κατεβάσαν σηκωτό από τη σκάλα. Δεν ξέρω πού τον πήγανε. Μέσα στη φασαρία ξεφύγαμε ο Λεμονής κι εγώ.

    Μα όλα τούτα δεν έχουν σημασία. Η γειτονιά πρέπει να ζήσει όπως όπως.

    - Πλάγιασε τώρα, είν’ αργά, είπε η θεια του.

    - Μπάρμπα Ηλία, δε θα πεθάνει μια κι έχει πάνω του το τίμιο ξύλο;

    Ολάκερη την άλλη μέρα έψαχνε ο Βασιλάκης. Άλλοι λέγανε πως μεταφέρανε το Μπατή στο σπίτι της μητέρας του. Άλλοι στον Ερυθρό Σταυρό εκεί κοντά. Το σπίτι απόμενε κατάκλειστο. Τρύπωσε στο περιβολάκι, μα και η πισινή πορτούλα βρέθηκε κλειστή. Όσο κι αν χτύπαγε με τις γροθιές του το πορτόφυλλο, μονάχα κάτι κούφιο και μουντό αποκρινόταν, έμοιαζε ίδιο στοιχειωμένο το σπιτάκι μέσα στον ήλιο του μεσημεριού.

    Ρώτησε τους περαστικούς και τα παιδιά στο δρόμο. Τούτα πηγαίναν τοίχο τοίχο, φουριαστά, φορτωμένα μπόγους με ιταλιάνικες στολές, ένα κρατούσε μια σανίδα ποιος ξέρει από πού βγαλμένη, σκορπάγανε δεξιά ζερβά, κάτω απ’ τα σακάκια τους φουσκώνανε οι κονσέρβες. Πριν στρίψουν τη γωνιά κρυφοκοιτάζανε, αν είν’ ελεύθερος ο δρόμος:

    - Φάνηκε, βρε, κανένας Γερμανός;

    Δε βρήκε ούτε τη Φούλα να ρωτήσει, εξαφανίστηκε κι αυτή.

    Μόνο που χασομέρησε μπροστά στις κόφες του μανάβικου, όχι για ν’ αγοράσει κάτι, βέβαια - τι ν’ αγοράσει, λαχανίδες;

    - Θες τίποτα; τον ρώτησε η Ελενίτσα.

    Τα μπέρδεψε, της είπε μια κουβέντα, κοκκινίσανε τα μάγουλά της. Κι όπως ερχότανε ο πατέρας της, εκείνη κοντοστάθηκε για λίγο, αναποφάσιστη.

    - Για το Μπατή ρωτάω, λέει του πατέρα της.

    Χτυπούσε η καρδιά του Θε μου, να μην του φύγει το κουράγιο, αμάν...

    - Κοίτα στον Ερυθρό, του λέει ο μανάβης. Τ’ άλλα νοσοκομεία τα πήρανε οι Γερμανοί.

    Κι η Ελενίτσα, σε μια παραμεριά, τα μάγουλά της ροδισμένα, ντροπαλή, του έριξε μια δειλή ματιά και σα να χαμογέλασε. Ωστόσο εκείνος τράβηξε το δρόμο του.

    Δυο φορές έκανε να μπει στον Ερυθρό, μα ο φύλακας που στεκότανε στην είσοδο τον έδιωξε. Ο μαντρότοιχος τριγύρω στο νοσοκομείο είναι πολύ ψηλός, αδύνατο να σκαρφαλώσει. Θυμήθηκε πως ήταν Πέφτη, το απόγεμα είσοδο ελεύθερη για το κοινό. Φοβισμένος από το πρωινό του διώξιμο, κόλλησε πλάι σε δυο γυναίκες, η μια φορούσε μάλιστα καπέλο. Έτσι, κατάφερε και πέρασε τα κάγκελα.

    Ξαναβγήκε πια την άλλη μέρα το πρωί από κει μέσα. Στο σπίτι δεν τον ρωτήσανε πού γύριζε, η θεια Κατίνα έκοψε στη μέση ένα μπαγιάτικο ταλιάνικο ψωμί και του ‘δωσε το ‘να κομμάτι. Αυτό ήταν όλο.

    Κι ο ίδιος δεν τους είχε σε σπουδαία υπόληψη, το μπάρμπα Ηλία και θεια Κατίνα - τι να κάθεται, λοιπόν, να διηγιέται; Τι τους ενδιαφέρει; Ποιον άλλον μπορεί να ενδιαφέρουν τέτοια νέα; Τέλειωσε πια, όλα θα ξεχαστούνε - ο θειος του θα του δώσει μόνο τα πακέτα με το σουρογκάτο, να τα πουλήσει μαύρη αγορά. Έτσι τελειώνουν όλα. Ούτε ο Λεμονής ούτε ο μπάρμπα Ηλίας νοιάστηκε για το Μπατή - άλλες δουλειές ο Λεμονής, καινούριες έγνοιες. Το καλό που σου θέλω, κοίταζε τη δουλειά σου.

    Μήπως κι αυτός ο ίδιος δεν κάθεται ήσυχα ήσυχα και μασουλίζει το ξεροκόμματο; Συνέβηκε τίποτα ή όχι; Άλλαξε κάτι από χτες; Ανακατώνονται μες στο μυαλό του ένα σωρό πράματα που θέλει να τα ξεδιαλύνει Το χτίριο του Ερυθρού, οι μαρμαρένιες σκάλες, τα μωσαϊκά, τα κρύσταλλα. Τι άλλο; Ανεβοκατέβαινε το πλήθος λογής λογής, αδιάφορο, θλιμμένο, γελαστό, άλλοι κρυφοσκουπίζανε τα μάτια τους. Τα γοβάκια με τις σόλες από ξύλο κροταλίζανε πάνω στα μάρμαρα ίδια τσόκαρα.

    Σάστισε. Πού να ρωτήσει; Ανέβηκε στο πάνω πάτωμα. Εδώ ησυχία, μουγκαμάρα. Του κόπηκε η ανάσα, δεν τόλμαγε να κάνει ούτε πάτημα πιο πέρα. Ένας φαρδύς διάδρομος, ο ήλιος έμπαινε απ’ τα παράθυρα κι άστραφτε σε λοξόφαρδα τετράγωνα πάνω στο καλογυαλισμένο πάτωμα. Λουστραρισμένες πόρτες πηγαίνανε αράδα, στο βάθος μια μεγάλη τζαμαρία, πίσω της ένα ξέθωρο βουνό...

    Περάσανε ανάλαφρα δυο νεαρές κοπέλες φορτωμένες αγκαλιές λουλούδια, μπήκανε σε μια κάμαρα και πίσω τους ξανάκλεισε αθόρυβα η πόρτα. Μια νοσοκόμα του χαμογελούσε:

    - Τι ζητάς, μικρέ;

    Η καρδιά του ξεχείλισε από ελπίδα - τόσο γλυκά που του χαμογελούσε η νοσοκόμα, ντυμένη στα κατάλευκα. Λίγο ακόμα και θα της διηγότανε την ιστορία του Μπατή, το ‘χε μεγάλη όρεξη όλα να της τα πει, και πως αντάμωσε την Ελενίτσα. Να τη ρωτάει κιόλα για το τίμιο ξύλο.

    - Εδώ είναι η Α΄ θέση - κάτι τέτοιο είπε η νοσοκόμα. Και τι μ’ αυτό;

    - Εδώ τον μεταφέρανε, της λέει. Έχει λεφτά ο Μπατής. Τον λάβωσε ένας Γερμανός.

    Είναι η πρώτη θέση, του ξανάπε τότε, μονάχα έξι δωμάτια πιασμένα, τους ξέρει και τους έξι. Στο πρώτο πάτωμα ή στο δεύτερο, εκεί να πάει.

    Όσο κατέβαινε τη μαρμαρένια σκάλα και ανεβαίνανε οι θόρυβοι από κάτω, πάλι σφιγγότανε η καρδιά του. Μα ίσως κι εδώ να βρει μια νοσοκόμα ντυμένη στα κατάλευκα και να περνούν κοπέλες με αγκαλιές λουλούδια.

    Στο πρώτο πάτωμα ή στο δεύτερο. Πού να τον ψάξει; Όλοι οι διάδρομοι γεμάτοι αρρώστους, πολλοί κείτονταν κατάχαμα, οι άλλοι στα κρεβάτια. Μόλις χωρούσε να περάσει ανάμεσα, ο κόσμος στριμωχνότανε, όλοι μιλούσανε, κάποια γυναίκα βύζαινε το μωρό της, ο άντρας της καθότανε στο πλάι πάνω στο κρεβάτι και κοίταζε το στήθος της αμίλητος. Πού βρίσκεται ο Μπατής; Ποιον να ρωτήσει;... Και οι θάλαμοι το ίδιο, ξέχειλοι με αρρώστους, κάτι μωρά κλαψιάριζαν, πρόσεχε ο καθένας το δικό του άνθρωπο, τα παιδιά περνούσανε από κρεβάτι σε κρεβάτι, χώνονταν από κάτω για να παίξουνε κρυφτούλι. Μούτρα πρησμένα, κοιλιές πρησμένες, πόδια πρησμένα, μούτρα σκελετωμένα, κίτρινα πρασινωπά - και κάτι χέρια κοκαλιάρικα που μένανε ακουμπισμένα πάνω στο σεντόνι, ακούνητα, κιόλα σαν πεθαμένα. Κάποιο χλωμό αγόρι ανάσαινε με δυσκολία, μια γυναίκα του έκανε αέρα με μια ψάθινη βεντάλια πάνω απ’ το κεφάλι του. Μια μυρωδιά - την έχει τώρα ακόμα στα ρουθούνια του - σαν κατακάθι, σαν απομεινάρι που δεν πάει να ξεθυμάνει. Τα παράθυρα ολούθε ανοιχτά διάπλατα, σα να ’θελε το χτίριο ν’ ανασάνει Στο πρώτο πάτωμα, στο δεύτερο Από το άλλο χτίριο που έκανε γωνία, λοξά με τούτο, ακουγότανε να παίζει κάποιο ραδιόφωνο.

    ΤΜΗΜΑ ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΚΟΝ. Πάλι πίσω από κει που ήρθε. Θυμότανε πως στάθηκε ανάμεσα σε δυο κολόνες, εκεί στο στρίψιμο της σκάλας. Αντίκρυ του μια μαρμαρένια πλάκα με χρυσωμένα γράμματα, χτισμένη μες στον τοίχο. Μπόρεσε και ξεχώρισε τα πιο μεγάλα πάνω πάνω: ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ.

    Δε γίνεται, ο Μπατής έχει κι αυτός λεφτά, θα πλέρωσε η μάνα του - εκτός αν τον μεταφέρανε σ’ άλλο νοσοκομείο. Μα ο Θανάσης τον βεβαίωσε: στον Ερυθρό... Ζέστη εδώ μέσα. Δυο άντρες με άσπρες πουκαμίσες πίνανε ήσυχα τον καφέ τους πλάι σ’ ένα παράθυρο. Απόμεινε στη θέση αυτή, κοιτάζοντας τριγύρω του, δεν καταλάβαινε καλά καλά - έτσι, όπως σε μιαν αμερικάνικη ταινία που κάποτε είχε δει στο «Ροζικλαίρ»: τα γράμματα που εξηγούσαν την υπόθεση, ανάβανε και σβήνανε μεμιάς, δεν πρόφτανε να τα διαβάσει... Κάποιος με γαλάζια φόρμα πέρασε τσουλώντας ένα μακρόστενο ψηλό καρότσι σκεπασμένο με λευκό σεντόνι. Κάτι φούσκωνε από κάτω, μακρόστενο κι αυτό. Η γυναίκα εκείνη κουνούσε ακόμα τη βεντάλια πάνω απ’ το κεφάλι του χλωμού αγοριού.

    Τον έσφιγγε η πείνα. Κάπου εδώ μέσα θα βρίσκεται ο Μπατής, μπορεί να τον χρειάζεται, κάτι να παραγγείλει στην παρέα του, στο Λεμονή. Ούτε τον νοιάστηκε ο Λεμονής. Τα λάστιχα τα κρύψανε στην αποθήκη του Αλέκου, παραχωμένα σε μια στοίβα κουκουνάρες

    Ο κόσμος έφευγε σιγά σιγά, κάποια ησυχία μέσα στο διάδρομο. Πότε και πότε χτυπούσε το κουδούνι του τηλεφώνου εκεί, στην κάμαρα που είχε τραπέζια και καρέκλες και μπαινοβγαίνανε οι νοσοκόμες. Στην ίδια κάμαρα κάθονταν τώρα κι οι δυο άντρες που πίνανε καφέ πλάι στο παράθυρο. Τα πανταλόνια τους ξεπροβάλλανε κάτω από τις κολλαρισμένες πουκαμίσες, ίδια όπως τα πανταλόνια των παπάδων.

    - Μικρέ, ώρα να φεύγεις.

    Τον προσπέρασε αυτός που μίλησε δίχως να επιμείνει. Έφυγαν πια οι επισκέπτες. Άλλοι χαμογελούσανε, άλλοι κρυφοσκουπίζανε τα μάτια τους με το μαντήλι. Στο διάδρομο και μέσα στους θαλάμους δυναμώνανε ο βήχας και τα βογγητά. Ο ίσκιος, υγρός και σαν πυρετιασμένος, απλώθηκε στους τοίχους. Από το κούφωμα της σκάλας χυνότανε μια κρυάδα, σα μια κούραση, ένα ρίγος.

    Μια νοσοκόμα χαμογελαστή - σ’ αυτόν χαμογελούσε. Τον λαβώσανε οι Γερμανοί, της λέει. Α, ξέρει, θα ’ναι το παλικάρι που φέρανε ψες βράδυ, σήμερα το πρωί του κάναν την εγχείρηση. Το ’πε τόσο απλά, έδειχνε τόσο ξένοιαστη. Ξέχασε τη λιγούρα του και ξαναπήρε θάρρος. Το χλωμό αγόρι κειτότανε ακουμπισμένο πάνω στα μαξιλάρια, μόνο που πια δεν το αέριζε η μάνα του. Πάνω απ’ το κεφάλι του έφεγγε αδύναμο το ηλεκτρικό λαμπιόνι. Αλλιώς γιατί; Γιατί να μην τελειώσει στο σπίτι του ο καθένας, όμορφα και καλά, μπρος απ’ τα εικονίσματα και να τον παραστέκουν οι δικοί του;

    - Εδώ, είπε η νοσοκόμα, κι άνοιξε μια τζαμένια πόρτα.

    Ο διάδρομος αυτός έδειχνε πολύ ερημικός, μακρύς και ερημικός. Η μάνα του Μπατή και πλάι της η Φούλα κάθονταν πάνω στις φτέρνες με τα πισινά τους. Ένας Γερμανός, σε μια καρέκλα, στην άκρη του διαδρόμου.

    - Μέσα εκεί, έγνεψε η μάνα του Μπατή.

    Το ’ξερε αυτός πως θα ’χε κάμαρα δική του - πλέρωσε η μάνα του Μπατή, έχει λεφτά ο γιος της.

    Ούτε μια στάξη αίμα πάνω στα σεντόνια, πάει, θα ’κλεισε κιόλα η πληγή. Το σταυρουλάκι με το τίμιο ξύλο, κρεμότανε στο λαιμό του.

    Απόμειναν κι οι τρεις αμίλητοι έξω από την πόρτα, καθιστοί πάνω στις φτέρνες. Η μάνα του Μπατή έβγαλε μια γωνιά ψωμί και σύκα και του τα ’δωσε να φάει. Ακόμα κι ένα πορτοκάλι. Και άλλες τέτοιες φλούδες ήτανε σκόρπιες χάμω, πάνω στο μωσαϊκό.

    Κοιμότανε ο Μπατής, ίδιος όπως τον είδε χτες πρωί, μόνο που μεγαλώσανε τα γένια του ακόμα πιο πολύ. Και η μύτη του σα να ’τανε βαθουλωμένη πάνω απ’ τα ρουθούνια. Κι έπειτα που ξαναπήγε πλάι στο κρεβάτι να τον δει, το κούτελό του θάμπωνε ασπριδερό.

    Τον πήρε, ως φαίνεται ο ύπνος και τον ίδιο, κάποιο χέρι του χάδεψε το μάγουλο, μπορεί να ’ταν η Φούλα, γιατί σαν άνοιξε τα μάτια του, βρέθηκε ξαπλωμένος χάμω, το κεφάλι του ακουμπισμένο πάνω στα γόνατά της. Η γριά κάπνιζε τσιγαράκι, τα χείλια της σφιγμένα σα να τα δάγκωνε, κοιτούσε άπλανα μπροστά της...

    Ο Μπατής μιλούσε. Πήγε κοντά του για ν’ αφουγκραστεί. Μιλούσε για τα λάστιχα... σε δεκαπέντε μέρες, λέει, το καναρί αυτοκίνητο... Μουρμούριζε ακόμα κι άλλα λόγια... ο Μανώλης… τα σακιά… τετρακόσες το πρώτο… Έπειτα χαμογέλασε και σώπασε. Το λαρύγγι του απόμεινε ακούνητο και σουβλερό.

    Η μάνα του, τσιγάρο στο τσιγάρο. Η Φούλα κουτουλούσε από τη νύστα όπως καθότανε με τα πισινά πάνω στις φτέρνες. Τα μάτια του Μπατή μέναν κλειστά - πώς το ’χε πει ο θειος του; Ψάχνουνε μέσα στην καρδιά και βρίσκουνε το μέρος που κρύβεις το κουράγιο σου… Και κάτι άλλα μάτια, τα μάτια του χλωμού αγοριού που το αέριζε η μάνα του με τη βεντάλια, μια βεντάλια ψάθινη με γύρω γύρω ένα κόκκινο σειρήτι… Τα σεντόνια μένανε ακόμα ολοκάθαρα, ξεχωρίζανε οι τσάκισες, ούτε μια στάξη αίμα.

    Θα πέρασε η ώρα, πέρασε πολλή ώρα. Ο Μπατής δυσκολανάσαινε, αγκομαχούσε. Μια νοσοκόμα πολύ μελαχρινή, με μαύρο χνούδι τρόγυρα στα μάγουλα και στο απάνω χείλι, μπήκε στην κάμαρα, κάτι ψαχούλευε στο κομοδίνο. Έπιασε το χέρι του Μπατή, εκεί που χτυπάει το αίμα και ακούγεται ο σφυγμός. Έριξε μια ματιά στους τρεις τους κι έπειτα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα, πήγε και γύρισε ανάποδα κάποια καρτέλα που κρεμότανε στα κάγκελα του κρεβατιού. Το χνούδι πάνω από το χείλι της γυάλιζε ιδρωμένο. Του λέει σιγανά:

    - Έλα μαζί μου στο διάδρομο.

    Πάνω στο στέρνο του Μπατή, το σταυρουδάκι με το τίμιο ξύλο έγερνε λοξά.

    Η νοσοκόμα έγνεψε στη μάνα του. Σηκώθηκαν οι δυο γυναίκες απ’ τις φτέρνες τους και την ακολουθήσαν μες στην κάμαρα. Τι του ’λεγε η μάνα του Μπατή, πριν που καθότανε μαζί του; Όχι, δεν είπε λέξη, αυτός μιλούσε με τον εαυτό του σα να ’τανε η μάνα του Μπατή. Δεν είχε πει ούτε λέξη, μόνο που κάπνιζε τσιγάρα το ένα πάνω στ’ άλλο και αποκρίθηκε ναι με το κεφάλι, τότε που μια στιγμή της μίλησε η Φούλα για ένα κοστούμι καφετί.

    - Για τον Αμάντο, της είπε. Μου το υποσχέθηκε.

    …Κουράστηκε να περιμένει στο διάδρομο. Πίσσα η νύχτα, έξω απ’ το παράθυρο… Έτριξε, άνοιξε η πόρτα. Έκανε να ρωτήσει, μα η νοσοκόμα έβαλε το δάχτυλο στα χείλια και πάλι την ξανάκλεισε. Ο Γερμανός κοιμόταν πάνω στην καρέκλα, το τουφέκι του παρατημένο στη γωνιά…

Έσβησε το ηλεκτρικό. Στο ανοιχτό παράθυρο στεκόταν η χαραυγή, δισταχτική, δροσάτη, ντροπαλή, ρόδιζε ίδια πρωτόβγαλτη παιδούλα… Μα τι φελάει να συλλογιέται τώρα πια την Ελενίτσα; Το υποσχέθηκε πως δε θα παντρευτεί… ποτέ… ποτέ…

 

 

    Χαμηλά, το Διαβολόρεμα λουφάζει σκοτεινιασμένο και σιωπηλό. Ούτε ένα γαύγισμα, ούτε μια φωνούλα...

    Τι θα μπορούσε να τους πει; Τι νιώθουνε απ’ όλα αυτά ο μπάρμπα Ηλίας και η θεια Κατίνα;

    Δάγκωσε με λύσσα το κομμάτι το ψωμί, για να μην κλάψει.

 

 

  

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA