Τ’ ΑΕΡΙΚΟ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

 

Κάτω στα Bουρλίδια, καθώς κατηφορίζεις από τις Βίγλες, ανάμεσα Πλατάνα και Πετράλωνο, σιμά στης Γανωτίνας τον Μύλον, εκεί κατεβαίνει το ρεύμα χείμαρρος, νάμα, δρόσος και ίαμα, από τα όρη του θεού. Εκεί ευφροσύνη ορνέων, επαύλεις Σειρήνων, και καλάμη και χλόη˙ εκεί το όμμα απολαύει γωνίαν παραδέισου, και η ψυχή δροσίζεται, ως σώφρων Άννα, κινούσα τα χείλη εις προσευχήν, χωρίς να ακούεται η φωνή της, φωνή μυστηριωδώς ψιθυρίζουσα εις την καρδίαν : Συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης, θέρος και έαρ συ έπλασας αυτά.

Τέσσαρα ή πέντε καλύβια αγροτών και βοσκών, αντικρύζοντα εις άλληλα, ήσαν κτισμένα επί των κλιτύων ένθεν κι ένθεν της κοιλάδος. Όλα τ' ανήλικα παιδία των αγροδιαίτων αυτών οικογενειών συνηγελάζοντο καθημερινώς προς το βάθος της ρεματιάς, κυλιόμενα μέσα εις τα παχέα χόρτα, ανάμεσα εις τας πυκνάς λόχμας καί τους καλαμώνας, παίζοντα εις τον ίσκιον των βαθυφύλλων δένδρων, τα οποία ηγκαλίζετο ο κισσός από της ρίζης σπειροειδώς ανέρπων μέχρι της κορυφής, σιμά εις το διαυγές ρεύμα του οποίου ηκούετο ο ψίθυρος, κελαρύζων βαθιά εις την ψυχήν, ενώ η αύρα έσειε μυστικά τους βαθυπρασίνους θάμνους, κι οι παπαρούνες έβαπτον με κόκκινα στίγματα όλα τα κατηφορικά χωράφια γύρω, εν μέσω πληθύος άλλων ποικιλοχρώμων ανθέων, οπού ενθύμιζαν το άσμα το ψαλέν εις τας εκκλησίας την ημέραν εκείνην την σεβάσμιον: «ανεδήσω στέφανον ύβρεως. ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσι· και την χλαίναν την κοκκίνην εφόρεσας...» Κι εκεί τα πετεινά ευφραινόμενα επετούσαν από κλάδον εις κλάδον, ανταποκρινόμενα φαιδρώς με τα κελαηδήματά των εις τας χαρμόσυνους των παιδίων κραυγάς.

        Ήσαν ο Στάθης κι ο Λευθέρης της Κρατήρας, δίδυμα επτά ετών, κι ο Γιώργης κι η Μαλάμω του Καρυοφύλλη επτά και έξ ετών, κι ο Κώτσος του Κοντονίκου, οκταέτης, κι ο Χαράλαμπος και το Τσιτσώ του Καλλιμάνη, έξ και πέντε ετών, όλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εις τας λόχμας, πηδώντα τα μικρά χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ή ξυλάρια εις το νερόν του ρύακος. Την πρωΐαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρά σπείρα από μάγκας της πολίχνης, ηλικίας από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών, είχεν εξέλθει εις εκδρομήν ανά την κοιλάδα, δια να κόψουν βέργες ίσως, δια να φάγουν κότσικα ανθοβολούντα εις τας λόχμας, δια να κλέψουν ρόδα από τας αιμασιάς και τους φράκτας των περιβολίων, ή δια να κυνηγήσουν φωλεάς πουλιών. Η συμμορία εισέβαλε θορυβωδώς μέσα εις τα Βουρλίδια, ηκούοντο αι άγριαι φωναί της μακράν, ατακτούσαν κι εκτυπούσαν τους θάμνους και κατέβαλλον τας καλαμιάς εις το έδαφος. Η μικρά αγέλη τών χωρικών παιδίων, άμα είδε και ήκουσε την σπείραν των παιδίων της πόλεως, τα οποία ήσαν πολύ μεγαλύτερα την ηλικίαν και το ανάστημα – εφαίνοντο δε αγριώτερα από τα τέκνα των αγροδιαίτων της κοιλάδος – ετράπησαν εις άτακτον και ραγδαίαν φυγήν.

Οι μάγκες της πόλεως έμειναν κύριοι του πεδίου, αμαχητεί. Είς μόνος εκ της σπείρας των, ο Μιχάλης ο Βεργής, κρατών μακράν βέργαν την οποίαν αρτίως είχε κόψει από έν δένδρον και την είχε πελεκήσει με τον γκέκαν, τον κυρτόν σουγιάν του, ευχαριστήθη να κυνηγήσει εν παιδάριον εκ της συνοδίας, τον Κώτσον του Κοντονίκου, όστις είχε μικράν χωλότητα εις τον αριστερόν πόδα κι αργοπατούσε, μείνας τελευταίος από όλην την αγέλην την παθούσαν το πανικόν πάθημα.  Ο Μιχάλης ο Βέργης τον έφθασε, τον έψαυσε με την μακράν ράβδον, και τον έκαμε να πέσει κάτω, αν δεν είχε πέσει ήδη από τον φόβον του, πριν τον φθάσει η βέργα του Μιχάλη. Το παιδίον, αρχίσαν να κραυγάζει και πριν πέσει, έβαλε σπαρακτικάς φωνάς αφού έπεσε, κι εβάρεσεν, ως φαίνεται, εις το πόδι του το πονεμένον. Όλαι αι ηχοί των κοίλων βράχων, και των απορρώγων κρημνών και των καθέτων κλιτύων της βαθείας κοιλάδος, εξύπνησαν από τας κραυγάς του μικρού Κώτσου, καθώς είχε πέσει ανά το ολισθηρόν χώμα, δίπλα εις τον υγρόν χορταριαμένον βράχον, άνωθεν του ρεύματος.

Από το αντικρυνόν καλύβι, το πλησιέστερον εις τον βράχον τον βρεχόμενον από τον ρύακα, κάτω από την φυλλάδα των κισσοειδών θάμνων και το σύμπλεγμα της αγραμπελιάς και των αιγοκλημάτων εξήλθεν η γρια–Κοντονίκαινα, η μάμμη του μικρού Κώτσου. Είχεν αποθάνει η νύμφη της προ χρόνων, και αυτή είχεν αναθρέψει το παιδίον, και το ηγάπα ως « δυό φορές παιδί της ». Χωρίς να εξακριβώσει καλά τι είχε συμβεί, ήρκει ότι είδε τον Μιχάλη να κρατεί ακόμη τεταμένην την βέργαν του, και το παιδίον να κείται χαμαί, ησθάνθη ότι το εγγόνι της είχε πάθει κακόν τι από τον μάγκαν της πόλεως, και ήρχισε συνάπτουσα τας χείρας να ονειδίζει και να καταράται.

- Βρε συ, σκύλε αγαρηνέ, τι έκαμες ! … Τι σου έφταιξε το παιδί, το σακάτικο, και το κυνηγάς ; … Κακό αερικό να σου’ ρθει απάνω σου, να σε μαράνει, σαν εκείνο το δεντρί, εκεί ! …

 

 

                                      ê ê ê

 

 

Όλη η μικρά συμμορία των αγυιοπαίδων τότε, με έν βλέμμα και με έν κίνημα απέβλεψεν εις το μέρος όπου έδειξε διά της χειρονομίας της η γραία. Υπήρχε τω όντι μία κηλίς εις την φαιδρά πασχαλινήν εικόνα της ανοίξεως και της καλλονής. Έν δέντρον, αχλαδιά, ίστατο εκεί, επί του κατωφερούς της κλιτύος, με μαραμένα φύλλα και άνθη, με χρώμα τέφρας και σποδού επί της κορυφής και των κλώνων του˙ πολύκλαυστον κούτσουρον, απειλητικόν, παραπονεμένον. Είχε περάσει « αερικό » από πάνω του, και το είχε μαράνει διά μιας, προώρως, εν πλήρει ανθήσει. Ίστατο εν μέσω των άλλων δένδρων, ως φάντασμα εν μέσω ζώντων.

Τα παιδία ετράπησαν εις φυγήν. Η πικρή αρά της γραίας και το θέαμα του απεξηραμμένου δένδρου τα κατεπτόησεν. Αλλ’ ο Μιχάλης του Βεργή έμεινε τελευταίος, οπίσω από τους άλλους, καθώς είχε μείνει προ ολίγων λεπτών, τελευταίος από την συνοδίαν του, ο Κώτσος του Κοντονίκου.

 

 

ê ê ê

 

 

          Την νύκτα εκείνην, νύκτα Αναστάσεως, η Ανάστασις ετελείτο εις τον ναΐσκον του Αϊ – Γιώργη της Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα άνω από τον ανήφορον του λόφου, όχι μακράν από τα τέσσαρα καλύβια της κοιλάδος των Βουρλιδίων. Εκεί ανήφθησαν φαιδραί λαμπάδες ανάμεσα εις τα δένδρα, κάτω από τα γλυκά λάμποντα άστρα του ουρανού, πριν ανατείλει ακόμη η σελήνη. Και ήσαν εκεί όλοι οι βοσκοί κι οι βοσκοπούλες του διαμερίσματος, φορούσαι τα στολίδια των τα πασχαλινά, ευφραινόμεναι και απολαύουσαι την άρρητον χαράν και ευωδίαν του Πάσχα.

          Εις το τέλος της χαρμοσύνου λειτουργίας όλοι οι αγρόται, χριστιανοί και χριστιαναί, εμετάλαβαν εκ «του καινού τής αμπέλου γεννήματος». Αλλ’ η γρηά Κοντονίκαινα είχεν εξομολογηθεί εις τον παπά- Ησύχιον πριν αρχίσει ακόμη η θεία ακολουθία.

          Ο παπάς ηρνήθη να την μεταλάβει. Διηγήθη δύο ή τρία αληθή γεγονότα, πώς, προ ολίγων χρόνων η γρηά Κυρατσούλα το Μοσχοβάκι,

(αποθανούσα τω 1864) ενώ επήγαινεν ένα πρωί εις το σπίτι του γυιού της, εσπρώχθη καθ’ οδόν από έν άτακτον παιδίον, υιόν οικογενείας, τον Ευτύχη του Παυλίνη, και πεσούσα επάνω εις την κοπτεράν γωνίαν μιας οικοδομής –του δημοτικού Σχολείου– έθραυσε την μίαν των πλευρών της. Η γραία εξέφερεν ένα γογγυσμόν, μίαν αράν˙ « να κοπεί το χεράκι του!» Και ύστερον από χρόνους, ο Ευτύχης του Παυλίνη, όταν έγινεν ανήρ, επανέκαμψεν από την Αίγυπτον, όπου είχε διατρίψει επί καιρόν εμπορευόμενος, μ’ ένα και μόνον χέρι. Είχε χάσει την δεξιάν του χείρα εν ώρα συμπλοκής, τις οίδεν, ίσως εκ μέθης. «Τώρα, τι εκέρδισε η γρια-Κυρατσούλα;» προσέθηκεν ο ιερεύς. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος.

        Παλαιότερον ακόμη, η γρια-Σινιώρα, η μήτηρ αυτής της Κυρατσούλας, επέζη ογδοηκοντούτις, ενώ οι τρεις υιοί της ιερομόναχοι, μονάζοντες εις την Παναγίαν την Κουνίστραν – ο παπα-Καλλίνικος, ο παπα-Ιωσήφ, και ο παπα-Ευγένιος – είχον προαποθάνει. Μίαν των ημερών, ο προεστώς του χωρίου, ο γέρω-Καλοειδής, την ηνώχλησε και της είπεν : Εσύ γριά στρίγλα, που εψωμόφαες και τους τρεις γυιους σου, και συ ακόμη ζεις ! . Η γρια-Σινιώρα εταράχθη, έγινε κάτωχρος, και τρέμουσα είπεν : « Όπως μ’ ετάραξε να τον ταράξει!». Ολίγω ύστερον, τρεις υιοί του Καλοειδή εχάθησαν, ο είς από πνιγμόν, ο άλλος από συγκοπήν, και ο τρίτος από πυρ, και ο γηραιός πατήρ των επέζη ακόμη. « Τώρα τι εκέρδισεν η γρια-Σινιώρα; … Ευλογείτε και μη καταράσθε, είπεν ο Κύριος ...»

          Πού να μας ξεσυνερισθεί ο Θεός ! είπεν ο ιερεύς. Είναι μεγάλη η μακροθυμία του. Ευτυχώς δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλ’ όμως συμβαίνουν κάποτε, ει και σπανίως, παράδοξα πράγματα, τα οποία είναι προωρισμένα να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα. Στα χίλια ένα ! Το καλόν είναι να φυλάγει κανείς τον θυμόν του και την γλώσσαν του, και αν τυχόν αδικείται, «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν».

          Και μάλιστα επέφερεν ο πάπα-Ησύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην υψηλήν και πανσέβαστον ημέραν, υπερέχουσαν πασών των ημερών, όπως το Μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως να προσέχει τις, όπως μη εξέλθει κατάρα από το στόμα του. Πολλάκις δε η τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος προς το πταίσμα, και φαίνεται ως να έγινε προς τιμωρίαν όχι τόσον του πρώτου πταίστου, όσον εκείνου όστις εβαρυθύμησε, και εχολώθη, και αφήκε πικράν κατάραν να εκφύγει το έρκος των οδόντων του.

 

ê ê ê

 

          Περί τα μέσα της Διακαινησίμου εβδομάδος ήλθεν εις τα Καλύβια το άγγελμα ότι ο Μιχάλης του Βεργή είχε πέσει αιφνιδίως άρρωστος από το δειλινόν του Μεγάλου Σαββάτου, και μετά συνεχή πυρετόν επί τρείς ημέρας, εσηκώθη από την κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, και μετά κόπου αναπνέων. Εφαίνετο ότι είχε περάσει «αερικό» από πάνω του, και τον εμάρανε.

          Ευλογείτε, και μη καταράσθε, είπεν ο Χριστός.

 

(1907)

 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας (1907). Έκανα αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας ακολούθησα σχεδόν όλες τις διορθώσεις. Η έκδοση του Ν.Δ.Τ. εκσυγχρονίζει αρκετά την ορθογραφία, εγώ προχώρησα περισσότερο (μονοτονικό, υποτακτική κτλ.).

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA