ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΑ

 

    Ως ανασηκωμένη ποδιά ωραίας χωριατοπούλας, οπού πλύνει τα ρουχάκια της, τα πουκαμισάκια της, σιμά εις το πηγάδι, ανέρχεται και αναρριχάται και βαίνει προς τα άνω η λευκή εσχατιά της πολίχνης, εις το βράχον τον ανατολικόν, τα Κοτρώνια, τον πετρώδη τριπλούν λόφον με τας τρεις κορυφάς, όπου το βράδυ, ενώ η δύσις χρυσά και πορφυρά βάφει τα σύννεφα αντικρύ, αναβαίνει παμμιγής ο βόμβος και ο ψίθυρος και το μινύρισμα[1] μυρίων φωνών, φωνών γυναικείων, φωνών παιδικών, με ήχον μελωδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Και αι γυναίκες φορτωμέναι την στάμναν των, ανά δύο ή τρεις, επιστρέφουν φλυαρούσαι από την βρύσιν και τα παιδιά με τα τόπια των κυνηγούνται γύρω εις τα Λιβάδια ή τρέχουν και παίζουν το σκλαβάκι εις τα Αλώνια.

    Σιμά εις την τρίτην, την χαμηλοτέραν κορυφήν, την παραθαλάσσιον, αναρριχώνται εις τον βραχώδη λόφο αι λευκαί οικίαι. Και η οικία του μακαρίτου του Μπονά, οπού την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Γιωργής ο Παμφώτης, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει, ήτο κτισμένη επάνω εις πέτραν ριζιμιάν[2], σύρριζα εις τον βράχον, και προς τα κάτω εξετείνετο αυλή με σαράντα σκαλοπάτια, το κάθε σκαλοπάτι πλατύ όσον διά να πατήσει τις δύο βήματα και υψηλόν όσον διά να χρειασθεί τις άλμα να το αναβεί. Δύο χαμηλά ισόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν και αριστερόθεν της αυλείου θύρας. Το έν ήτο πατητήριον ελαιών, το άλλο πλυσταρείον. Μία απλωταριά και ηλιακωτόν από το έν μέρος της ανωφερούς αυλής, παμμεγέθης αμυγδαλιά ανθούσα ήδη από το άλλο μέρος, στέρνα και πηγάδιον και κηπάριον με γάστρας ανθέων και ροιάς[3] και λεμονέας, με κάγκελα φραγμένον. Και άνω ο πάλλευκος άσπιλος οικίσκος, αρχαϊκόν κτίριον, εμπνέον σέβας, επέστεφε την ανωφερή μαρμαίρουσαν αυλήν.

    Το έβλεπες μακράν και το εχαίρεσο κι εζήλευες κι έπιπτες εις ρέμβην κι έλεγες: Ας κοιτούσα εκεί!

 

 

    Χειμερινός θάλαμος με την εστίαν του, τα μεντέρια[4] του και τα ράφια του, αρματωμένος με παλαιά ωραία πιάτα, δύο μικροί θαλαμίσκοι, όλοι γεμάτοι οθόνας και έπιπλα, το μαγειρείον, ο διάδρομος, όλα αστράπτοντα και πλουσίως ευτρεπισμένα. Η «καλή κάμαρη» προς το μεσημβρινόν μέρος με ωραία στιλβωμένα έπιπλα, με οθόνια λειομέταξα και τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εις τον λιμένα, θεωρούσα όλην την λευκήν πολίχνην κάτω και αντικρύ, αγναντεύουσα την θάλασσαν, μετρούσα τα κατάρτια των καραβιών, και αριθμούσα τας λέμβους των αλιέων, εκάθητο η κόρη του σπιτιού, η Σειραϊνώ, λευκή και ασθενής ως το κρίνον, λεπτοφυής, πραεία και άχολος[5] ως η περιστερά. Είχε το κέντημά της επί των γονάτων. Ειργάζετο ανενδότως, νυχθημερόν∙ εκέντα τα προικιά της.

    Εταξίδευεν ο πατήρ της με το καράβι, έπλεεν εις μακρινά, βαθιά, μαύρα πέλαγα. Πρώιμα απέπλευσεν εφέτος, μόλις είχαν φωτισθεί τα νερά. Άμα θα επέστρεφε με το καλόν «να δέσει» (δηλαδή να δέσει το καράβι δι’ όλον τον χειμώνα), θ’ απεφάσιζε τέλος ν’ αρραβωνίσει την κόρην του. Τοιαύτην υπόσχεσιν έδωκεν «εξωδίκως», καθώς λέγουν οι δικολάβοι, πριν αναχωρήσει.

    Γαμβροί υποψήφιοι υπήρχον όχι δύο ή τρεις, αλλά δωδεκάς ολόκληρος. Η κόρη είχε καλόν όνομα, ήτον μεγαλοπροικούσα, ήτο λευκή και άχολος ως περιστερά, ήτον προκομμένη και «ομορφοδούλα[6]». Εκέντα τα προικιά της μόνη της, χωρίς καμίαν ανάγκην, μόνον διά ν’ ακολουθήσει το έθιμον του χωρίου. Ποίον από τους τόσους γαμβρούς να εκλέξει ο πατήρ της; Εν τη αμηχανία του ανέβαλλε. Τέλος υπεσχέθη ότι θ’ απεφάσιζε να εκλέξει ένα, άμα θα εγύριζε, συν Θεώ, από το ταξίδι. Δεν ήσαν πλέον οι μυθολογικοί χρόνοι. Αγώνα και άθλον δεν ηδύνατο να προβάλει εις τους μνήστορας, και να δώσει την κόρην γέρας εις τον νικητήν. Αλλ’ υπήρχον αγώνες και άθλοι βιοτικοί, και ο πλέον προκομμένος, όστις θα ενίκα τους άλλους εις το στάδιον του βίου, εκείνος θα ήτο ο εκλεκτός γαμβρός.

 

 

    Εκάθητο η κόρη και ηύχετο να γυρίσει γρήγορα ο πατήρ της, και είχε πίστιν και ελπίδα εις την καρδίαν της, και εκοπίαζε και εκέντα τα προικιά της. Αντίκρυ, εις μίαν οικίαν, μακράν, εις απόστασιν μιλίου ίσως, ήτον ένα μπαλκόνι. Υπήρχον πολλά μπαλκόνια εδώ κι εκεί, τριγύρω και παντού, αλλά το μπαλκονάκι εκείνο εφείλκυε της Σειραϊνώς τα βλέμματα.

    Προσήλου η κόρη το όμμα εκεί, επιμόνως και αποκλειστικώς. Ήτο περί τα τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευή ημέρα, της Καθαράς Εβδομάδος, παραμονή του Αγίου Θεοδώρου. Αρχαί της ανοίξεως, ήλιος, Θεού χαρά. Έξω εις το μπαλκονάκι εκείνο εκάθητο έν πρόσωπον και έκυπτεν επί των γονάτων του, καθώς έκυπτεν η Σειραϊνώ, και κάτι είχεν επί της ποδιάς του, καθώς αυτή είχε το κέντημά της.

    Δεν ηδύνατο να διακρίνει τίποτε. Ήτο τόσον μακράν! Αλλ’ εφαίνετο να έχει πολύ ενδιαφέρον, μεγάλην επιθυμίαν. Ας είχεν όμματα αετίνας, ας ημπορούσε να ιδεί καθαρά εις τόσην απόστασιν!

    Πλην δεν ήτο αετίνα. Ήτο λευκή περιστερά, άχολος… και όμως είχε και αυτή τους πόθους, τας αδυναμίας και την περιέργειαν της Εύας.

    Έβλεπεν, έβλεπεν. Αλλά δεν διέκρινε τίποτε. Έτεινε τας κόρας των οφθαλμών. Εις μάτην, δεν ημπορούσε να ίδει.

    Μία, όχι πικρία αλλ’ οξινίλα, εφάνη εις τα χείλη της. Πώς να κάμει διά να μπορέσει να ιδεί!

    Αίφνης εσηκώθη, άφησε το κέντημά της επί του καναπέ. Έτρεξεν εις έν έπιπλον, το ήνοιξεν, έψαξεν εις το βάθος, και εξήγαγε πράγμα τι μακρόν, κυλινδροειδές, ογκώδες, το οποίον εφαίνετο εκ μαύρου χαρτονίου. Αφήρεσε το κάλυμμα και ανέσυρεν από μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τούτον. Τον έλαβε, διευθέτησεν όλον τον σκελετόν, τον εξέσυρε και επλησίασε το άκρον εις το όμμα της, και εγύρισε το στόμιον, το άλλο άκρον κατά το μπαλκονάκι, το αντικρινόν εκείνο.

    Ήτο το παλαιόν οκιάλι, το ναυτικόν τηλεσκόπιον του πατρός. Το είχεν αντικαταστήσει, φαίνεται, διά νεωτέρου ο καπετάν Γιωργής και διά τούτο το παλαιόν το είχεν αφήσει εις το σπίτι.

    Η νεάνις το εκράτησε σιμά εις το όμμα της επί μακρόν και έβλεπεν, έβλεπεν αχόρταγα.

 

 

    Δεν ήτο ανήρ, όχι, το υποκείμενον της τόσης μερίμνης της. Ήτο γυνή ή μάλλον κόρη, ως αυτή. Ήτο το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη. Η αντίζηλός της εις το χωρίον.

    Αντίζηλός της εις τα κεντήματα, εις τα προικιά, εις την αρχοντιάν. Εφημίζετο ως πολύ ευφυής και εφευρετική εις τα κεντήματα. Εν ώρα γάμου κι εκείνη, καθώς αυτή, δεν έπαυε καθημερινώς να ετοιμάζει τα προικιά της.

    Έως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διά τας κόρας όλου του χωρίου ήσαν οι κλάρες, τα λουλούδια, τα πουλάκια, τα ρόιδα, τ’ αστεράκια, το φεγγάρι και ο ήλιος.

    Αλλά πώς να φθάσει τις ν’ ανέλθει εις το ιδεώδες των παραμυθιών; Πώς να ζωγραφίσει κεντητά «τον ουρανό με τ’ άστρα, τη γης με τα λουλούδια, τη θάλασσα με τα καράβια»;

    Εσχάτως είχε διαδοθεί ότι το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη έβαινε προς το ιδεώδες τούτο, και αν δεν ημπορούσε να κεντά όλον τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν, με όλα τα άστρα, τα λούλουδα και τα καράβια, κατόρθωσε τουλάχιστον να κεντήσει γωνίαν ουρανού με άστρα, γωνίαν γης με λούλουδα και γωνίαν θαλάσσης με ολίγα καράβια.

    Ας ήτο και τόση μόνον γωνία ουρανού, όσην ανατείνουσα αυτή το όμμα εθεώρει από το μπαλκονάκι της, τόση γωνία γης, όση κατήρχετο εις τον κρημνόν κάτω από το σπιτάκι της και τόση γωνία θαλάσσης, όσην περιέκλειε το μικρόν λιμανάκι, με τα δύο ή τρία καραβάκια του, με τας τέσσαρας βρατσέρας, τα τρία κότερα και την εικοσάδα των λέμβων των αλιευτικών.

    Το κατόρθωμα ήτο μέγα. Και το Σειραϊνώ, η λευκή άσπιλος περιστερά, έτεινε το όμμα, έτεινε το οπτικόν όργανον του θαλασσινού πατρός της διά να ιδεί, όπως εφαντάζετο, τι εκέντα η Μαλαμώ, και δεν ησύχαζεν εάν δεν εύρισκε τρόπον ν’ αντιγράψει ή να κλέψει το κέντημα της αντιζήλου της.

 

 

    Αίφνης αφήκε βραχείαν κραυγήν χαράς. Ήτο και αυτή Εύα. Δεν ημπορούσε να διακρίνει με όλον το παλαιόν οκιάλι του πατρός της, τίποτε ευκρινές από το κέντημα το οποίον υπέθεσεν, ή μάλλον ήτο βεβαία, ότι είχε το Μαλαμώ εις την ποδιάν της, αλλ’ ημπόρεσε να διακρίνει, καίτοι αμυδρώς και συγκεχυμένως, το πρόσωπον και τους χαρακτήρας της Μαλαμώς.

    Δεν την είχεν ιδεί από οκταετίας, όταν ήσαν ακόμη μαθήτριαι, και αντεφέροντο[7] εις το σχολείον. Κι εμάλωναν καθημερινώς, ως ήτο επόμενον. Αντίζηλοι εξ αντιζήλων, όχι μόνον κατά τας αξιώσεις της ευγενείας και αρχοντιάς, αλλά και από συνοικίας και ενορίας αντιζήλους.

    Ήσαν τότε και αι δύο ασχημοκόριτσα ισχνά και αναιμικά, και δεν ηδύνατο κοινόν βλέμμα να διακρίνει κατά πόσον έμελλε να ξετρίψει ύστερον το Μαλαμώ, και κατά πόσον έμελλε να ξασπρίσει το Σειραϊνώ.

    Έκτοτε εμεγάλωσαν. Εκλείσθησαν. Εμανδαλώθησαν, κατά το έθιμον του τόπου. Δεν έβγαιναν πλέον από το σπίτι, ειμή πέντε φοράς τον χρόνον: Την Μεγάλην Παρασκευήν, άμα ενύχτωνε, διά να ασπασθώσι τον Επιτάφιον κρυφά εις την μοναξίαν του ναού και εις το λυκόφως των κανδηλίων και κηρίων, έν Σάββατον της Μεγάλης Σαρακοστής και τρεις καθημερινάς εκάστης των άλλων Σαρακοστών, διά να πάγουν να μεταλάβουν κρυφά εις εξωκκλήσιον.

    Και τώρα, διά πρώτην φοράν, μετά οκτώ χρόνους, την έβλεπεν αμυδρώς με το οκιάλι του πατρός της. Και είδεν ότι δεν ήτο ωραία. Και ησθάνθη ακουσίως χαράν.

    Είτα ευθύς, την έτυψεν η συνείδησις διατί να χαίρει και μέσα της βαθιά ελυπήθη διά την χαράν οπού ησθάνθη. Και πάλιν ευθύς, μέσα, βαθύτερα εις την συνείδησίν της, εχάρη διά την λύπην οπού ησθάνετο

    «Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αυτή μήτηρ πάντων των ζώντων». Αυτή είναι η αληθής ζωή.

 

 

    Εκράτει ακόμη το οκιάλι εις την χείρα το Σειραϊνώ, όταν αίφνης, σιγά-σιγά πατούσα ξυπόλυτη, αφήσασα τας εμβάδας της εις το έμβα της οικίας, εισήλθεν εις την κάμαρα την καλή η θεια-Ζήσαινα.

    -Πήγα πλιο, παιδάκι μ’ … τι κόσμους, τι κουσμάκης, μαθές… Πήρα δυο κόλλυβα… Παπα-Νικόλας μ’ τα ’δωσε πλιο… Κείνους Δημητρός!… Τι καυγάς, τι πόλεμους, παιδάκι μ’, πλιο. Τα, τι λογάτε.[8]; Να και του λόου σ’ δυο, Σειραϊνάκι μ’, πλιο. Τα πήρα για τ’ Γιαννούλα μ’, για να διει, πλιο, του σαστικό[9] τς στουν ύπνου τς, πότε θα ’ρθεί… Παπανικόλας μ’ τα ’δωσε. Τούνε βλέπ’νε στουν ύπνου τς, ακούς, κι του Γηρακώ του Μπαλάκι, κι του Μιλαχρώ του Σακαράκι, τουν είδιαν, ακούς… ουλουφάνερα, τ’ ακούς. Αϊς-Θόδωρας κάνει του θάμα… «Άι μ’ Θόδωρε καλέ, κι καλέ κι ταπεινέ… »

    Θ α ημπορούσε να εξακολουθήσει ούτω επ’ άπειρον η θεια-Ζήσαινα, χωρίς να ημπορεί κάθε άλλος να την εννοήσει. Ευτυχώς η Σειραϊνώ εγνώριζε πολύ καλά την γλώσσαν της και εμάντευσεν αμέσως περί τίνος επρόκειτο.

    Ήτο Παρασκευή της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, η προτεραία του Αγίου Θεοδώρου. Την πρωίαν εκείνην, εις την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, προσεφέρετο αφθονία κολλύβων εις τους ναούς.

    Τα προσφερόμενα κόλλυβα ήσαν όχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εις μνήμην των νεκρών, αλλά και εορτάσιμα κόλλυβα, προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δεν είναι η ημέρα, αλλά μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ’ όλα δε τα Σάββατα εν γένει γίνονται μνείαι των νεκρών μετά κολλύβων. Προσέτι, δεν είναι μνήμη «των Αγίων Θεοδώρων», αλλά μόνον του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και όχι πάλιν η μνήμη αυτού, ήτις τελείται κατά την 17 Φεβρουαρίου, όπως η του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τη 8 του αυτού, αλλά μόνον «Ανάμνησις του διά κολλύβων γενομένου θαύματος παρά του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος», ότε ο ασεβής τύραννος Ιουλιανός ο Παραβάτης ηθέλησε να μολύνει τους χριστιανούς, κατά την πρώτην εβδομάδα των Νηστειών, διά των ειδωλοθύτων[10], εμφανισθείς δε ο Άγιος εις τον επίσκοπον παρήγγειλε να δώσει κόλλυβα εις τους πιστούς να φάγουν, εξηγήσας άμα τι είναι τα κόλλυβα.

    Εις τας μνήμας όλων των Αγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, εορτάσιμα, εξαιρέτως δε κατά την εορτήν ταύτην του Αγίου Θεοδώρου, εις ανάμνησιν του θαύματος. Τα κόλλυβα δε ταύτα του Αγίου Θεοδώρου είχον και θαυματουργόν ιδιότητα διά τας κόρας του λαού.

    Εάν είχε πίστιν εις τον Θεόν και ευλάβειαν εις τον Άγιον, ήρκει πάσα κόρη να λάβει μίαν δράκα εξ αυτών των αγίων κολλύβων και την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον να τα βάλει υποκάτω εις το προσκέφαλόν της, διά να ίδει καθ’ ύπνον ολοφάνερα τον μέλλοντα ευτυχή σύζυγόν της.

    Εβασίζετο η δοξασία επί της παραδόσεως… Ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος εθεωρείτο ανέκαθεν ως ο ευρετής των απολωλότων και ο αποκαλυπτής των κρυφίων. Διηγούνται τα συναξάρια πώς είς άρχων είχε χάσει τον δούλον του, πώς προσήλθεν ικετεύων εις τον ναόν του Μάρτυρος, ο δε Άγιος συνέβη να λείπει την νύκτα εκείνην, διότι είχεν υπάγει, μεθ’ όλων των ταγμάτων των Αθλοφόρων, εις προϋπάντησιν της ψυχής του οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου (ούτος είναι ο ποιητής του κατά τας ημέρας ταύτας ηχούντος εν τοις ναοίς «Χριστού βίβλον έμψυχον»), εξ ευγνωμοσύνης, διότι είχε τιμήσει δι’ ύμνων και εγκωμίων όλους τους Μάρτυρας∙ πώς την άλλην ημέραν επέστρεψεν ο Άγιος Θεόδωρος και αφού εξήγησε τον λόγον της απουσίας του και της βραδύτητος, απεκάλυψεν εις τον αιτούντα πού ευρίσκετο ο εξαφανισθείς δούλος.

 

 

    Η θεια-Ζήσαινα είχεν υπάγει το πρωί εκείνο, σύνταχα, εις τον ναόν των Τριών Ιεραρχών. Μετά τον Όρθρον και τας Ώρας, ήρχισεν η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων. Εις την απόλυσιν εψάλη το τροπάριον και το κοντάκιον του αγίου Θεοδώρου και το «Τη πρεσβεία Κύριε», ο δε ιερεύς ελθών εις το προσκυνητάριον μετά θυμιατού ήρχισε να απαγγέλλει την ωραίαν και μεγαλοπρεπή ευχήν των εορτασίμων κολλύβων:

    «Ο πάντα τελεσφορήσας τω λόγω σου, Κύριε, και κελεύσας τη γη παντοδαπούς εκφύειν καρπούς εις απόλαυσιν και τροφήν ημετέραν, ο τοις σπέρμασι τους Τρεις Παίδας και Δανιήλ των εν Βαβυλώνι αβροδιαίτων λαμπροτέρους αναδείξας, αυτός, πανάγαθε Βασιλεύ, και τα σπέρματα ταύτα συν τοις διαφόροις καρποίς ευλόγησον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους σου αγίασον∙ ότι εις δόξαν  σην, Κύριε, και εις τιμήν και μνήμην του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, ταύτα προετέθησαν παρά των σων δούλων και εις μνημόσυνον των εν ευσεβεία και πίστει τελειωθέντων».

    Απήγγελλεν ακόμη ο παπα-Ζαχαρίας την ευχήν και δεν είχεν αρχίσει ακόμη το «Μετά πνευμάτων δικαίων», διά να διαβασθούν και τα άλλα κόλλυβα, τα νεκρώσιμα, τα οποία ευρίσκοντο ολόγυρα, υπό την εικόνα του Χριστού, δεξιά, επί των βαθμίδων του τέμπλου, και τα ξυπόλυτα παιδιά του δρόμου και τα αχτένιστα και άνιφτα φτωχοκόριτσα της ενορίας είχον συσπειρωθεί τριγύρω εις τας βαθμίδας και εθορύβουν και ησθάνοντο ακάθεκτον ορμήν ν’ αρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν αρκετά μεγάλην εκράτει εις την χείρα ο κυρ Προκόπης, ο επίτροπος, και την άλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ο μπαρμπα-Δημητρός, πρώην επίτροπος, νυν νεωκόρος, όστις εφώναζε κι εχειρονόμει, προσπαθών να κατασιγάσει το απειθάρχητον και αχαλίνωτον στίφος των παιδίων.

    -Ήσυχα, βρε παιδιά, εψιθύριζε μαλακά ο κυρ Προκόπης. Όλοι θα πάρετε.

    -Θα ησυχάσετε, βρε σεις, κλήρες[11]; έκραζεν ο μπαρμπα-Δημητρός. Θα σπάσετε τα ξένα πιάτα, κακό χρόν’ να ’χετε! Μη χύνετε τα κόλλυβα κάτω, φωτιά να σας κάψει!… Ήσυχα… σταθείτε… δε θα πάρει κανένας εδώ… Θα κάμετε τις πλάκες της εκκλησιάς σαν τα μούτρα σας… βρε, πανούκλες! όξου! όξου!

    -Όξου! έκραξε κι ο κυρ Προκόπης ο επίτροπος∙ όξου θα μοιρασθούν.

    Ο μπαρμπα-Δημητρός έκυπτεν εν αγωνία κι επάσχιζε ν’ αδειάσει τα πιάτα δύο δύο εις την ζεμπίλαν και οι πανούκλες έπεφταν με τα μούτρα κι άρπαζαν με τες φούχτες των κι εγέμιζαν τους κόλπους των υποκαμίσων των, προέχοντας ως πανιά τα οποία ο άνεμος φουσκώνει.

    -Κακό μπουρίνι αυτό, μπαρμπα-Δημητρό, είπεν ο Γιάννης ο Ντάτσος, κύψας και αυτός ν’ αρπάσει μίαν φούχταν κόλλυβα από την μεγάλην ζεμπίλαν.

    -Μπουρίνι, καλά λες, Γιάννη, είπεν ο γερο-Δημητρός, συλλαβών την χείρα του Γιάννη και πιέζων αυτήν σφιχτά μέσα εις την ζεμπίλαν, διά ν’ αφήσει τα κόλλυβα. Καλά το παρομοίασες. Σαν τη βάρκα που θα πέσει μέσα αέρας δυνατός και σαστίζει κανείς, τη σκότα να μαζέψει, το τιμόνι να μαντζαριστεί[12] ή το κουπί να δουλέψει.

    Κι ενώ ηγωνίζετο ν’ αποκρούσει την έφοδον του Γιάννη, από το άλλο μέρος τα παλιόπαιδα και τα φτωχοκόριτσα άρπαζαν ολόκληρα πιάτα κι εγέμιζαν τους κόλπους των ή τας ποδιάς των.

    -Όξου! όξου! εφώναξε πάλιν ο κυρ Προκόπης, συλλαβών δύο μάγκας από το αυτί.

    Ωφεληθείς από τον αντιπερισπασμόν, ο Αποστόλης ο Κακόμης, του ήρπασεν από την χείρα το δεύτερον ζεμπίλι, το μικρότερον, τάχα διά να τον ξελαφρώσει.

    -Εγώ τα μοιράζω, κυρ-Προκόπη, έκραξεν, εγώ∙ ησύχασε του λόγου σου.

 

 

    Τριγύρω εις το προσκυνητάρι, αφού ετελείωσεν η ευχή των κολλύβων των προς τιμήν του Αγίου, οι παπάδες έδωκαν από μίαν φούχταν κόλλυβα εις πολλές ενορίτισσες, οπού έκαμναν καρτέρι εκεί, θέλουσαι να λάβωσι κόλλυβα κατ’ απαίτησιν των θυγατέρων των ή των νεανίδων αδελφών των, όσαι επεθύμουν να ίδωσι την μοίραν των διά της θαυματουργού δυνάμεως των κολλύβων. Έτρεξαν εκεί και μάγκες και παλιοκόριτσα, αλλ’ ο παπα-Νικόλας, αφού έδωκεν ανά έν απλόχερον εις όσας επρόφτασαν και εκενώθη η μία σουπιέρα, έλαβε την άλλην σουπιέραν και την απεκόμισεν εις το ιερόν βήμα, με σκοπόν να στείλει κατ’ οίκους και εις άλλας ενορίτιδας.

    Εν τω μεταξύ, η τεραστία ζεμπίλα, διά χειρών του μπαρμπα-Δημητρού, μετά πολλούς ωθισμούς και ελκυσμούς, έφθασεν αισίως έξω εις την υψηλήν πεζούλαν του νάρθηκος, όπου ο ορμαθός των παιδίων εκρεμάσθη τριγύρω εις την βράκαν του μπαρμπα-Δημητρού, ενώ η άλλη, η μικρή ζεμπίλα του Κακόμη, είχε ναυαγήσει εις τον μισόν δρόμον και διεσπάρησαν τα κόλλυβα εδώ κι εκεί εις τα μάρμαρα και εις το έδαφος της γης, κι έπεφταν με τα μούτρα τα παιδιά εν αλαλαγμώ και τα άρπαζαν. Μία πρώιμη κλώσσα με τα πουλάκια της και άλλαι παχείαι όρνιθες, ημίσεια δωδεκάς (όλαι αι όρνιθες της γειτονιάς ήσαν παχείαι, χάρις εις τα κόλλυβα), έτρεξαν κι έπεσαν εις τα κόλλυβα, έψαχναν, έφευγαν με φόβον και με αποκοτιάν, κι εγύριζαν, κι έτρωγαν με κλωγμούς και κικκαβισμούς δυσπίστους.

    Και το σμήνος των παιδίων γύρω εις την βράκαν του Δημητρού εβόμβει κι έκαμνε φοβερόν θόρυβον, και δεν έπαυε ν’ ακούεται η κραυγή:

    -Δω μ’ κι εμένα μπάρμπα!

    -Κι εμένα μπάρμπα!

    -Τώρα πήρες εσύ!

    -Εγώ δεν επήρα!

    -Κι εγώ δεν επήρα!

    Το παιδίον εδείκνυεν αφελώς τας χείρας του κενάς, πλην ο κόρφος εφούσκωνε∙ και το άλλο παιδίον, με το στόμα πλήρες, έκαμνεν όρκον ότι δεν επήρε.

    Πολλοί άνδρες, εξελθόντες από τα μαγαζεία, πτωχαί γυναίκες, βαστούσαι νήπια εις τας ωλένας, ήλθον, κι έτεινον τας χείρας διά τα κόλλυβα.

    Κι έλεγον:

    -Θεός σχωρέσ’ ! Θεός σχωρέσει!

    -Δω μ’ κι εμένα, μπάρμπα.

    -Εγώ δεν επήρα!

    -Μα το ναι και μα το ο;

    -Μα το ψέμα π’ σε γελώ.

    Το νέφος των παιδίων έβρεμεν ακόμη γύρω εις την ζεμπίλαν του μπαρμπα-Δημητρού, όταν εξήλθεν από τον ναόν η θεια-Ζήσαινα, διά να ζητήσει και αυτή ολίγα κόλλυβα πεθαμένα, διά να σχωρέσει. Εκείνα τα οποία της είχε δώσει, από τα κόλλυβα τα πανηγυρικά, ο παπα-Νικόλας, τα είχε δέσει καλά εις την μίαν άκρην της μεγάλης μανδήλας της. Είτα είχεν υπάγει προς το μέρος του τέμπλου, κι εκεί ευρέθη μία φίλη της κρατούσα έν πιάτον μισογεμάτον κόλλυβα. Της έδωκε κι εκείνη μίαν φούχταν.

    Τα κόλλυβα ταύτα η θεια-Ζήσαινα τα εξέλαβεν επίσης ως άγια, όχι ως νεκρώσιμα, και ηθέλησε να τα δέσει εις την ιδίαν άκρην της μανδήλας της, μαζί με τα άλλα. Τότε η γυνή της λέγει ότι ήσαν πεθαμένα τα κόλλυβα αυτά και δεν έπρεπε να βάλει μαζί άγια και πεθαμένα, διότι τότε εκείνη η κόρη, οπού θα τα έβαλλεν εις το προσκέφαλόν της, διά να ιδεί την μοίραν της, θα έβλεπεν εις το όνειρόν της μόνον αποθαμένα πρόσωπα, αντί να ιδεί τον πολυπόθητον μέλλοντα αρραβωνιαστικόν.

    Η θεια-Ζήσαινα τα είχεν εκλάβει ως άγια, διότι ήσαν με αρτυμήν παρεσκευασμένα, δηλαδή με μείγμα μέλιτος και σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τα εορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατά τον τρόπον τούτον. Τα νεκρώσιμα είναι καθαρόν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον με ολίγους σταυρούς από σταφίδας, με κοφέτα ή με λοβιά από ρόδι, εις την επιφάνειαν. Κάποια όμως ξένη, λιμενάρχαινα ίσως ή ειρηνοδίκαινα, μη γνωρίζουσα το γνήσιον έθιμον του τόπου, είχε κατασκευάσει με τοιούτον άρτυμα τα νεκρώσιμα κόλλυβα, τα οποία είχε στείλει εις την εκκλησίαν. Και εκ των κολλύβων εκείνων της έδωκεν της θεια-Ζήσαινας η πτωχή γυνή, ήτις είχεν επιφορτισθεί από την αρχόντισσαν ξένην το κουβάλημα της προσφοράς και των κολλύβων και την επιστροφήν του πιάτου και του προσοψίου εις την οικίαν.

 

 

    Λοιπόν η Ζήσαινα τα έδεσε χωριστά τα κόλλυβα ταύτα, εις άλλην άκρην της μανδήλας της, λέγουσα ότι θα εφίλευε τα πτωχά εγγονάκια της, και αυτή εξήλθεν εις τον πρόναον διά να λάβει και ολίγα άλλα απλά νεκρώσιμα κόλλυβα, διά να φάγει και να είπει Θε-σχωρές και αυτή. Όταν όμως έφθασεν εις την οικίαν της και ηθέλησε να δώσει τα άγια κόλλυβα εις την ανύπανδρον κόρην της, διά να ιδεί την μοίραν της αύτη, είχε συγχύσει τους δύο κόμβους και δεν εγνώριζε πλέον ποίον κομπόδεμα περιείχε τα άγια και χαρμόσυνα κόλλυβα και ποίον τα πένθιμα και πεθαμένα. Διότι και τα δύο ήσαν παρεσκευασμένα με αρτυμήν.

    Και μισήν ώραν ύστερον, όταν ήλθε προς την Σειραϊνώ (ήτις ήτο όχι απλώς γειτονοπούλα αλλ’ αρχοντοπούλα και προστάτις δι’ αυτήν), φέρουσα και δι’ αυτήν ολίγους κόκκους, αυθορμήτως, χωρίς να παρακληθεί προς τούτο, αλλ’ απλώς διά να φανεί υποχρεωτική, δεν ήτο πλέον βεβαία αν τα κόλλυβα τα οποία έδιδεν ήσαν πράγματι άγια ή ήσαν πεθαμένα.

    Το Σειραϊνώ δεν είχε φροντίσει διά κόλλυβα. Δεν είχε την τόλμην των πολλών κορασίδων, διά να περιεργάζεται και να πολυπραγμονεί εις τα τοιαύτα, πλην, αφού αυθορμήτως της έφεραν κόλλυβα, τα εδέχθη και αυτή.

    Δεν ήτο ικανή να κάμει εκείνο το οποίον ήκουεν ότι έκαμναν άλλαι ομήλικές της και το οποίον πολύ ομοίαζε με μάγια, ας είχε και ευλαβείας επίχρισμα. Να εξέλθει διά νυκτός εις την αυλήν, κρατούσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν’ αυλακώσει δι’ αυτού την γην, να σπείρει τα κόλλυβα, και τα περιέλθει τρεις γύρες ψιθυρίζουσα:

Άι μ’ Θόδωρε καλέ,

κι καλέ κι ταπεινέ,

απ’ την έρημο περνάς,

κι τις μοίρες χαιρετάς.

Αν βρεις κι εμέ τη μοίρα μου, να μου την χαιρετίσεις.

    Αλλά θα εφήρμοζε την απλουστέραν μέθοδον. Θα έβαλλε τα κόλλυβα υποκάτω από το προσκέφαλόν της και ίσως έβλεπε κανέν όνειρον.

    Είδεν όνειρα.

 

 

    Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, με σφαλιστά μάτια. Είδε κοράσια μικρά, αδελφάς της, εξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσών, όλας αποθαμένας. Είδε στεφάνους από νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, με θυμιάματα και με ακτίνας. Και ένα στεφάνι, το στεφάνι το ιδικόν της, της έφευγεν από την κόμην την καστανήν και ανέβαινε προς τον ουρανόν, εν μέσω αίγλης και μαρμαρυγής και δόξης αφάτου.

    Τα κόλλυβα, τα οποία της είχε δώσει η Ζήσαινα, μη ήσαν πεθαμένα;

    Τέλος, είδε και έν πρόσωπον ζωντανόν∙ ένα νέον, περί του οποίου είχεν εκφρασθεί άλλοτε ότι θα τον επροτίμα ως γαμβρόν ο πατήρ της.

    Είδε το πρόσωπον τούτο, αλλ’ ωσάν εις ταξίδι και ως να ήσαν έτοιμοι προς χωρισμόν. Αυτή τάχα ήτον έτοιμη να φύγει κι εκείνος έμενεν∙ έλεγεν ότι ήθελε μείνει δι’ ολίγον καιρόν. Και της έδιδε μαζί της ως εφόδιον έν μαραμμένον και φυλλοροούν γαρόφαλον από την ιδίαν γάστραν της. Και αυτή έγινε περίεργη να μετρήσει τα μαραμένα φύλλα του και τα εύρε σαράντα.

 

 

    Τον Ιούνιον του επιόντος έτους ετελείτο ο γάμος της Σειραϊνώς μετά του νέου τον οποίον είχεν ιδεί εις τον ύπνον της.

    Τον επόμενον Ιούλιον, μετά σαράντα ακριβώς ημέρας, η Σειραϊνώ, η λευκή και άχολος περιστερά, έφευγεν από τον κόσμον τούτον φθισική και μαραμένη.

    Τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου της είχαν αποκαλύψει την μοίραν της. Είθε ο νυμφικός στέφανος, τον οποίον δεν επρόφθασε να χαρεί, είθε ο στέφανος ο παρθενικός, τον οποίον της ηρνήθησαν επί της νεκρικής κλίνης οι άνθρωποι, να την στέφει διπλούς και αμάραντος εις τον άλλον κόσμον.

 

(1896)

 

 

 

 

                                                                        



[1] σιγοτραγούδημα

[2] που είναι βαθιά ριζωμένη στη γη

[3] ροδιές

[4] είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ

[5] ήρεμη

[6] που δουλεύει ωραία

[7] μάλωναν

[8] Αυτά πώς σας φαίνονται;

[9] αρραβωνιαστικός

[10] τα κρέατα που μένουν από τις θυσίες

[11] παιδιά (αποδοκιμαστικά)

[12] να χειριστεί




Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό) και με προσθήκη των επεξηγήσεων.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA