ΤΡΕΛΗ ΒΡΑΔΙΑ

 

 

     Την είχαν στρώσει εκεί την ψάθαν, επί της άμμου, την ώραν που είχε νυχτώσει, ως Τούρκοι ραμαζανλήδες, οι τρεις, ο Αντώνης ο Παβιώτης, ο Προκόπης της Μαρούδας, κι ο Σταμάτης ο Αρβανίτης, κι ο γερο-Καλοειδής, τέταρτος, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπηλείου. Το καπηλείον ήτο ολίγα βήματα παραμέσα, βλέπον εις τον παραθαλάσσιον δρόμον, κι η ψάθα ήτον στρωμένη πέραν του δρόμου, εις τον αιγιαλόν, και την μίαν άκρην της έβρεχαν, προσπαίζοντα εις την άμμον, αμιλλώμενα ποίον να προσπεράσει το άλλο, τα παιγνιώδη, χαρούμενα κύματα.

     Ο γερο-Καλοειδής ήτον πρώτος μερακλής και πρώτος γλεντζές του χωρίου, πρόθυμος εις όλα, αυτός και το καπηλείον του. Είχε μείνει έως τότε με το άχτι του, και με τον κορμόν του τον κοντόν και κυρτόν, και με τα μακρά σκέλη του, επειδή τοιούτος ήτον εκ νεότητός του: πλασμένος με ραχίτιν, οιονεί με το καυκίον του εξελθών εκ κοιλίας μητρός, και καμμία δεν τον εζήλευε να τον πάρει. Ακολούθως κατώρθωσε να ξεγελάσει μίαν, ταχέως εχήρευσεν, είτα ενυμφεύθη δευτέραν φοράν και ευθύς ύστερον απέθανε. Τότε ήτον ακόμη άγαμος· δεν είχε πενηνταρίσει ακόμη.

     Εκ των άλλων, οι δύο ήσαν νέοι άγαμοι, και τον τρίτον, τον Προκόπην, τον είχε διώξει η γυναίκα του. Είχαν στρωθεί εκεί την εσπέραν εκείνην, τρώγοντες οστρείδια, αχινούς, λαχανόπιτταν, πεταλίδας, καλόγνωμες και κοχύλια.

     Είτα έπιαν, έπιαν. Τα βαρέλια του γερο-Καλοειδή ήσαν εύθυμα, λάλα, διαχυτικά, όπως ο νοικοκύρης των. Ύστερον ήρχισαν τα τραγούδια:

     «Πόσες φορές τα κύματα!….» Όχι! πολύ ρεμβώδες.

     «…Η ζωή θε να φανεί;…. Ο χωρισμός…πονεί!» Ω, μονότονον.

     «Κοιμάσαι, πλάσμα που λατρεύω…» Ω, σχολαστικότης!

     Δεν ήσαν τραγούδια αυτά, και ο ορίζων δεν τα έστεργε. Ούτε υπήρχε κοινόν δια να τους ακούσει. Τα κορίτσια της γειτονιάς εκλειδώνοντο ενωρίς, όμοια με τα πουλιά που κατιάζουν ενωρίς εις τας φωλεάς των. Τα κύματα δεν δέχονται άλλας ηχούς από την ιδικήν των, την πλουσίαν και παναρμόνιον. Ο βράχος αντικρύ εφαίνετο να γελά με μαύρους οδόντας, ως κόκκαλα σαπρακωμένα, σπαρτά, πεταμένα επάνω εις το πλάγι του βουνού, και το κύμα θραυόμενον επάνω των εκάγχαζεν εις τας αγόνους προσπαθείας των.

     Όλα τα παράθυρα τριγύρω κλειστά. Έπειτα αυτοί δεν είχαν να κάμουν τίποτε με τα κορίτσια της γειτονιάς· είχαν με τους ιδίους εαυτούς των. Μην πιστεύετε ότι, επειδή ευρίσκοντο εις το ύπαιθρον, ήτο θέρος ήδη. Ήτο τον Μάρτιον μήνα και έκαμνε ψύχος. Έκαστος των τριών ηύχετο επί μίαν στιγμήν να επρότεινεν ο εις των άλλων δύο να μεταθέσωσι το συμπόσιον εντός του καπηλείου. Αλλά κανείς εκ των τριών δεν το επρότεινεν. Ο γερο-Καλοειδάκης ούτε υπώπτευεν ότι έκαμνε ψύχος. Είτα αίφνης και οι άλλοι έπαυσαν να το αισθάνονται. Έπειτα ήρχισε σιγά να χιονίζει. Ο καλύτερος καιρός δια να γλεντήσει κανείς «στους μαχαλάδες». Η καλυτέρα προδιάθεσις δια να κρυώσει κανείς χωρίς να αισθανθεί κρύο.

     -Λοιπόν, στους μαχαλάδες! Πάμε, παιδιά, τον ανήφορο.

     Εκεί θα εύρισκον κοινόν να τους ακούσει. Εσηκώθηκαν. Ο Σταμάτης, χωρίς να εξηγηθεί, και χωρίς άλλος να κάμει παρατήρησιν, ετύλιξε την ψάθαν, και την έλαβεν επ΄ώμου. Ο Καλοειδής εφορτώθη ως δισάκκιον δύο φλάσκας δεμένας δια σχοινίου, κατερχομένας ένθεν και ένθεν του προέχοντος στέρνου του. Η μία έφερε μαύρον οίνον, η άλλη ξανθόν μοσχάτον. Ο Προκόπης εκράτει εντός μανδηλίου πεταλίδας, παγούρια ψημένα, πόδας αστακού, και άλλα αρτύματα. Ο Αντώνης έκαμνε μύλον κι εδόνει τον αέρα με το χονδρόν ραβδίον του. Εμπρός, πάμε!

     Τότε ήρχισεν εν τω άμα να βοΐζει από τα τραγούδια η πρώτη γειτονιά. Και εις κάθε στροφήν, ο Καλοειδάκης, με φωνήν περιπαθή, πάλλουσαν, προσέθετε την επωδόν, την οποίαν ηγάπα ως οικείαν αυτώ:

               Έβγα να ιδείς, έβγα να ιδείς,

               Σκύλα, κορμί που τυραγνείς. 

 

                                                                        * * *

 

     Αλλά το πρώτον άσμα, εις τον παλαιόν δώριον ήχον, «έβγα να ιδώ τον ίσκιον σου, κι εγώ τόνε γνωρίζω», άδηλον αν το ήκουσε καμμία εις τον μαχαλάν και αν εφάνη ευδιάθετος ν΄ανταποκριθεί· εις αυτούς όμως δεν ήρεσεν, ως παραπολύ σεμνόν, και δια τούτο το έτρεψαν πάραυτα εις το φρύγιον και το τροχαϊκόν. Και τότε πάλιν ο Καλοειδής εύρεν ιδικήν του επωδόν να επισυνάψει:

               Ντελμπεντέρισσα, Βασίλω,

               στρώσ΄τα μπράτσα σου να γείρω!

     Από μίαν διακοπήν του έως τότε πρωταοιδού, του Προκόπη, ευρών καιρόν ο Καλοειδής, ήρχισε να άδει άλλο, γοργόν τούτο, μέλος:

               Βασίλω μ΄, κάτσε φρόνιμα,

               σαν τ΄άλλα τα κορίτσα,                                                           

               σ΄αυτή τη γειτονίτσα….

     Ως να ηλεκτρίσθη από την γοητείαν του άσματος, παραδόξως ένα παράθυρον έτριξε κιεφάνη εις το ασθενές φέγγος της εις σύννεφα πλεούσης σελήνης μία σκιά εις το στενόν άνοιγμα.

     Ήτον η Μαρούδα, η γυνή του Προκόπη, η οποία τον είχε διώξει από το σπίτι της προ ημερών. Οι γέροντες οικοκυραίοι του τόπου ισχυρίζοντο πάντοτε ότι η σχεδόν απαράβατος συνήθεια τού ν’ αποτελεί οικία μέρος της προικός είχε τούτο το καλόν, ότι δεν ηδύνατο ποτέ ο ανήρ ν’ αποπέμψει την γυναίκα, αλλά παν τουναντίον.

     Ηκούσθη τότε οξύς ψιθυρισμός εις την σιγήν και το υπόφαιον σκότος, τόσον συριστικός και διάτορος, ώστε ενίκα και την πλέον στεντόρειον βαρυφωνίαν.

     -Α! τραγούδα τώρα, γλέντα, μπεκρολόγα, μεθοκόπα, ξενύχτα, ξερνοβόλα, γκάριζε! Αχ! βαγένι, πιθάρι, βαρέλα, μπουκάλα, γαλόνι, ταμετζάνα, στάμνα, στέρνα, καρούτα, μαστέλα, κρασοκανάτα! Που να σκάσεις!

     Ευθύς ηκούσθη δεύτερος τριγμός και το παράθυρον εκλείσθη μετά πείσματος.

     Ο Καλοειδής επανέλαβε το άσμα:

               Βασίλω μ΄,τα κουμπούρια σου

               με τι τά΄χεις γεμάτα,

               βαριά, π΄ανάθεμά τα!

    

                                                                                                * * *

 

     Και αι ηχοί απ΄όλας τα γειτονίας ηγέρθησαν, και αντήχει παρατεταμένως το φαιδρόν και γοργόν άσμα του Καλοειδή. Αλλά και τούτο δεν ανταπεκρίνετο, φαίνεται, εις τας ψυχικάς διαθέσεις των κωμαστών. Τους εχρειάζετο κανέν άλλο.

     Ακριβώς τότε έφθασαν έμπροσθεν καλοκτισμένης οικίας, της οποίας το εν παράθυρον ήτο φωτισμένον. Γάστραι ποικίλων ανθέων εφαίνοντο επί του εξώστου, άλλαι γάστραι επί του δώματος. Υπήρχε κοσμιότης και κομψότης χαρίεσσα. Καθαρόν πνεύμα εφαίνετο ότι επεφοίτα εις το ενδιαίτημα εκείνο. Και όλα κατήγγελλον τη την παρουσίαν φιλοκάλου ερατεινής κόρης.

     Και η χιών, λεπτή, αραιά, έπιπτε. Και οι τέσσαρες κωμασταί ησθάνοντο να δροσίζεται το μέτωπον των από τας ελαφράς, αναφαείς νιφάδας. Ο Αντώνης εκοίταζε να εύρει μέρος υπήνεμον ή απάτητον, χαμηλήν στέγην καλύβης, ή πεζούλαν έμπροσθεν θύρας τινός, όπου να έχει στρωθεί μια δραξ χιόνος. Είχε πόθον να δροσίσει το στόμα του, τον ουρανίσκον του με την αβράν, παρθενικήν χιόνα. Και η σελήνη έπλεεν εις το κενόν, και η χιών εχάνετο πίπτουσα εις την γην.

     Την ιδίαν στιγμήν ο Σταμάτης, καθώς εβάσταζε την ψάθαν επί του ώμου, ήρχισε να άδει υποκάτω εις το παράθυρον της φιλανθούς κόρης άμουσον παρωδίαν άσματος:

               Πάει κουνίζοντας τη ωραίος φεγγάρης

               που μου ντείξη ντικές σου ωραίες μούτρες,

               μια βραντιά, κ΄ένα κλάψα ντικό σου,

               κ΄εγκώ αγκαπώ του λόγκου σου!

     -Σιώπα! άφησε το! είπε περίλυπος ο Αντώνης.

     Κι έκαμε χειρονομίαν να φράξει με την παλάμην του το στόμα του φίλου του.

     Είτα εσπόγγισε το μέτωπον του, ως να είχεν ιδρώτα και να ησθάνετο μεγάλην ζέστην.

     -Δεν πάμε και παρακάτω; επρότεινεν ο Καλοειδής.

     -Ναι, ναι, επρόφερε μετά πόνου ο Αντώνης.

 

                                                            * * *

 

     Διηυθύνθησαν εις την άνω συνοικίαν. Αφού ανήλθον τον ανωφερή λιθόστρωτον δρόμον, εστράφησαν αριστερά προς την κρημνώδη ακτήν, είτα έκαμψαν δεξιά προς το ενδότερον μέρος. Μετά τινα ελιγμόν έφθασαν εις στενόν δρομίσκον, ένθεν και ένθεν του οποίου ηγείροντο υψηλά δύο αρχοντόσπιτα, το εν με μικράν αυλήν προς τον δρόμον, το άλλο με ευρύν αυλόγυρον και κήπον όπισθεν.

     Η αυλόπορτα του πρώτου δεξιόθεν ήτο ανοικτή, του άλλου όχι.

     -Κρασοπουλεί ο γερο-Κρεμέζος, είπεν ο Αντώνης.

     -Δεν πάμε να του κάμουμε αλεσβερίσι; επρότεινεν ο Καλοειδάκης.

     -Σώθηκε κιόλα το κρασί μας; ηρώτησεν ανήσυχος, κοιτάζων τας δύο φλάσκας ο Προκόπης, χωρίς να ενθυμείται αν έπιον ή δεν έπιον αφ΄ότου εξεκίνησαν από το καπηλείον.

     -Πάμε να ρίξουμε μια ματιά, είπεν ο Σταμάτης.

     -Βέβαια· εσύ είπες το σωστό, απήντησε, πάλλων τας δύο φλάσκας ο Καλοειδής, δια του κλωγμού των οποίων ήθελε να πληροφορήσει τον Προκόπην ότι ήσαν ακόμα «κοντόγεμες», αλλ΄ ότι εδώ που θα έμβαιναν δεν θα έμβαιναν διά τον οίνον.

     Εισήλθον εις την αυλήν, είτα εις υπόστεγον όπου υπήρχε φως. Τούτο ήτο άφρακτον από την μίαν πλευράν και εχρησίμευεν ως ληνός και πατητήριον δια τα κρασιά του γερο-Κρεμέζου. Ο γέρων εκάθητο εκεί πλησίον εις τον κρατήρα του βαρελίου με το μακρόν εκ κερασέας τσιμπούκι του, το έχον επιστομίδα ηλεκτρίνην, με πλατείαν μεταξωτήν καπνοσακκούλαν κρεμαμένην από την μέσην του. Εφόρει πανωβράκι από αγγλικήν τσόχαν στιλπνόν, βελουδίνην τζάκαν, εμβάδας και σκούφιαν χρυσοκέντητα.

     Ήτον αρχοντομαθημένος κι έλεγαν πως είχε «γρόσια πολλά»! Είχε κι είχε καράβια εις την νεότητά του, με τα οποία είχε περιέλθει εικοσάκις την Μεσόγειον. Τώρα, μετά τον θάνατον της γραίας η διχόνοια είχεν υπεισέλθει δυστυχώς εις τον οίκον και οι υιοί του «καλημέρα» δεν του έλεγαν. Είχεν υιοθετήσει, όπως έλεγαν, μίαν ορφανήν δια να την αφήσει κληρονόμον του βίου του, όσος του είχε μείνει ακομα.

     -Λοιπόν, πώς τα περνάς, καπετάν Παναγή;

     -Ε, πώς να τα περάσω, παιδιά. Έγραψα μέσα στη Χαλκίδα να μου βγάλει αφορισμό ο Δεσπότης.

     -Αφορισμό; Θεός φυλάξοι! Για τι πράμα;

     -Δεν ακούσατε σεις πού μου χύσανε το κρασί μου αυτές τις ημέρες;

     Και ήρχισε να διηγείται πώς άγνωστος εχθρός, ίσως κανένας βαλμένος απ΄τους δικούς του, που δεν τα είχε καλά μαζί τους, είχεν εισχωρήσει δια νυκτός ο απόκοτος εις την αυλήν και εις το ισόγειον της οικίας και είχεν ανοίξει τον κρουνόν τού μεγάλου βαγενίου του κι εχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα του έμενε μόνον αυτό το μεσακό βαρελάκι που το κρασοπουλεί κι άλλα δύο ή τρία μικρότερα, τα οποία ευρίσκει ηδονήν να λιανοπωλεί μοναχός του, όχι τόσον δια τα λεπτά που θα μαζώξει, όσον διότι έρχονται, ας είναι καλά, τα παιδιά του χωριού, τα λεβεντόπαιδα, και του κάνουν συντροφιά, για να περνά κι αυτός την ώραν του.

               Ας παν να ιδούν τα μάτια μου,

               πώς τα περνάει η αγάπη μου.

               Μου΄ παν αλλού κι αγάπησε,

               κι εμένα μ΄απαράτησε.

               -Ποιος σ΄ το΄ πε, δεντρουλάκι μου,

               δε σ ΄αγαπώ, πουλάκι μου;

               Αν σ΄ το΄ πε ο ήλιος να σβηστεί,

               τ΄ άστρι να μην ξημερωθεί….

               Κι αν σ΄ το΄ πανε στην εκκλησιά,

               κερί να μη ανάψουν πια….

               Κι αν σ΄ το΄ πε το Ρηγόπουλο,

               στην Μπαρμπαριά σκλαβόπουλο!

     Το άσμα τούτο έτερπεν εξόχως τον γερο-Κρεμέζον. Την στιγμήν εκείνην, καθώς είχεν είπει ο Σταμάτης τους ημίσεις στίχους, ηκούσθη θρους εις τον εξώστην, τον προς την αυλήν, καταντικρύ του υποστέγου όπου ευρίσκοντο οι νυκτερινοί επισκέπται.

     Ήτον η ορφανή, η προστατευομένη του οικοδεσπότου, χαρίεσσα κόρη. Ο Σταμάτης είχε «κλέφτικο μάτι», και είδε την ωραίαν κοπέλαν, εξελθούσαν σιγά, δια ν΄ ακροασθεί καλύτερον το άσμα, να ιδεί και τον τραγουδιστήν, βέβαια. Ο Προκόπης δεν έβλεπε πλέον τίποτε, και ο Αντώνης έστρεψε βλέμμα απογοητευμένον προς τα εκεί. Αι δύο φλάσκαι εσείσθησαν και έκλωξαν υπό την πνοήν και την κόλπωσιν του στέρνου του Καλοειδή, ο οποίος τότε μόνον εστοχάσθη ότι ήτο μάταιον να τας φέρει επάνω του, κι εκεί που είχαν καθίσει, και έσπευσε να τας ξεφορτωθεί. Αλλά μόνον μίαν στιγμήν εφάνη η λευκή οπτασία, και πάλιν απεσύρθη, ελαφρά ως ατμίς δρόσου. Ο γερο-Κρεμέζος δεν εγροίκησε την παρουσίαν της. 

     -Και τι γίνεται, καπετάν Παναγή, ο γείτονας σου, ο γερο-Χαρμόλαος; ηρώτησεν ο Καλοειδής.

     -Αμ΄ τι να γίνει, όλο μέσα κάθεται, σαν τη λεχώνα, κι όλο απεικαστά θέλει ν΄ ακούει, απήντησε καγχάσας ο γερο-Κρεμέζος.

     -Και ποιος του τα λέει τ΄ απεικαστά;

     -Οι γειτόνισσες γύρω-γύρω.

     Ο γερο-Χαρμόλαος ήτον ο ιδιοκτήτης της άλλης αρχοντικής οικίας, της αντικρινής, με τον αυλόγυρον και τον κήπον. Αντίζηλος του Κρεμέζου εις όλα, εις τα καράβια, εις τα «πολλά γρόσια», ακόμη και εις τα οαρίσματα και την εύνοιαν των γειτονισσών. Ήτον ωραίος γέρων, σχεδόν μεγαλοπρεπής, λευκός όλος, ποδαλγός, φορών βελούδινα και χρυσοποίκιλτα· πάλαι ποτέ πλοίαρχος και ιδιοκτήτης της εξακουστής «Μινέρβας», πλοίου μεγίστης χωρητικότητος, κοσμογυρισμένος κι αυτός, όπως ο γερο-Κρεμέζος, εις την νεότητά του υπήρξεν, όπως έλεγαν, Ιερολοχίτης εις το Δραγατσάνι επιζήσας, αφού εξετέλεσε το χρέος του. Εις το γήρας του, χωρισμένος από την γυναίκα του, υπηρετούμενος από μακρινάς πτωχάς ανεψιάς του, ετέρπετο καθήμενος εν μέσω χορού μεσηλίκων γυναικών, και ακούων, καθώς ισχυρίζετο ο Κρεμέζος, διαφόρους χαριεντισμούς και «απεικαστά», όχι όλα, αλλά τα μετέχοντα κνίσης και κέντρου.

     -Και χορταίνει ακούοντας απεικαστά; ηρώτησε πάλιν ο Καλοειδάκης.

     -Σε ούλα τα πάντα είναι χόρταση, και δεν είναι χόρταση, απήντησεν αποφθεγματικώς ο γερο-Κρεμέζος.

 

                                                            * * *

 

     Καθώς εσηκώθη η παρέα και απεχαιρέτισε τον καπετάν Παναγήν, ο Καλοειδής επρότεινε, και ο Σταμάτης υπεστήριξε, να δοκιμάσουν να εισχωρήσουν προς νυκτερινήν επίσκεψιν εις την οικίαν του γερο-Χαρμολάου. Τούτο θα κατωρθούτο ευκόλως δια τεχνάσματος, καθώς ισχυρίζετο ο Καλοειδής. Η αυλόπορτα δεν ήτον κλειδωμένη, αλλά μόνον μανδαλωμένη, υπήρχε δε προφανώς, καθώς εμαρτύρει το πάμφωτον παράθυρον και οι ηχηροί καγχασμοί οι εκφεύγοντες από καιρού εις καιρόν εκείθεν, συναναστροφή εις του γερο-Χαρμολάου. Ο Καλοειδής, επειδή είχεν ολίγον θάρρος, καθό μακρινός συγγενής του ιδιοκτήτου, θα εισεχώρει, φέρων δύο φλάσκας εις την οικίαν, θ’ ανέβαινεν εις τον μουσαφίρ-οντά, θα κατώρθωνε δια μιας να καλοκαρδίσει τον γέροντα, ο οποίος ηγάπα παραπολύ την μετά νέων συναναστροφήν, θα προσεποιείτο ότι βιάζεται να φύγει, λόγω ότι τον περιμένει κάτω η παρέα του, και τότε ο γερο-Χαρμόλαος, δια να μη χάσει γρήγορα την συντροφιάν του Καλοειδή, θα εφιλοτιμείτο να καλέσει τους πάντας επάνω, εις την οικίαν. Θα ήξιζε τω όντι να εισέδυον οι νέοι εις το εσωτερικόν της οικίας αυτής, όπου θα έβλεπον τον γέροντα, αξιοπερίεργον Οιδίποδα, καθότι έπασχε το πλείστον του χρόνου εκ ποδάγρας, ανακεκλιμένον εν μέσω ημισείας δωδεκάδος Σφιγγών, και ασχολούμενον μετά καγχασμών να λύει τα διάφορα αινίγματα, τα διφορούμενα την ουσίαν, διφορούμενα και την μορφήν, τα οποία προέβαλλον πονήρως εκείναι.

     Αλλ΄ο Αντώνης μετά σκαιότητος αντέστη εις το σχέδιον τούτο, λέγων ότι δεν του αρέσει να υπάγει τοιαύτην ώραν εις ξένην οικίαν δια να ακούσει αινίγματα. Οι άλλοι δεν επέμενον πολύ, επειδή είχεν αρχίσει ήδη να παλιώνει η συντροφιά των και να γίνεται έωλος. Πριν όμως απομακρυνθούν, ο Σταμάτης όστις ήτο ο πλέον ατίθασος εκ των τεσσάρων, εστάθη υπό το φωτισμένον παράθυρον της οικίας, φέρων και την ψάθαν επ΄ ώμων, και ήρχισεν ακράτητος να τραγουδεί:

               Ο ηγούμενος του Φαϊμεσμπρούμ,

                                     είχε μουσαφιραίους,

                                     γιαρ γιαρ γιούμ,

               και μάλιστα μιαν καλογγρέζα.

 

               Οι μουσαφιραίους ήταν όλοι μετυσμένοι

               από τη φαΐς κι από την πιοτής,

                                     γιαρ γιαρ γιούμ,

               ήταν όλοι στουπιντόν.

               «Ω ψυχή κι αγγελικό κορμί!»

 

               Οι μουσαφιραίους έφεραν και ροβολιά

               κάτω π΄ την περιφόλα,

                                      γιαρ γιαρ γιούμ,

               προς ντιασκέντασις.

 

               -Ω, καλησπέρα σας, κύριε Φαϊμεσμπρούμ·

               τι φέλεις εντώ μέσα;

                                       γιαρ γιαρ γιούμ,

                την βλέπομεν καλόγγρεζα.

 

                -Ω! τεν επιστρέφομεν πλέον εις την κελλίον·

               τα γκίνω Μάρτιν Λούτερ,

                                       γιαρ γιαρ γιούμ,

               σ΄ αυτόν τον ωραίον τον κόσμο. 

 

     Το τόλμημα του Σταμάτη έφερε μεγαλύτερον του προσδοκωμένου αποτέλεσμα· το παράθυρον ηνοίχθη, και γυνή τις προέκυψε προς στιγμήν. Είτα αυτός ο οικοδεσπότης, υποβασταζόμενος, ως φαίνεται, εφάνη εις το παράθυρον, το οποίον ευρίσκετο πλησίον του «μεντερίου», εφ΄ ου έκειτο εξηπλωμένος.

     -Κοπιάστ΄ επάνω, παιδιά· κοπιάστε· έχουμ΄ ευχαρίστηση, εφώναξε με δυνατήν και πάλλουσαν φωνήν ο γέρων Χαρμόλαος, αναγνωρίσας πάραυτα τον Σταμάτην, τον άδοντα, και τον Καλοειδήν, τον ίδιον συγγενή του.

     Και πάλι ο Αντώνης εφάνη σκαιός και ανένδοτος. Ανένευσεν απλώς, και έτρεξε προς τον δρόμον. Ήτο ήδη μακράν. Ο Προκόπης, παραπατών ολίγον, τον ηκολούθησε, και οι άλλοι δύο εζήτησαν συγγνώμην επειδή η ώρα ήτον περασμένη, και η παρέα δεν ευρίσκετο σύμφωνος. Ο γέρων Χαρμόλαος ελυπήθη πολύ. Ήτον δε τότε ενδεκάτη ώρα.

 

                                                            * * *

 

     Έως τότε δεν είχον εύρει ευκαιρίαν να στρώσουν πουθενά, εις το ύπαιθρον, την ψάθαν, την οποίαν έφερεν επ΄ώμου ο Σταμάτης, δια να καθίσουν. Αλλ΄ ιδού τώρα έφθασαν εις τινα ακατοίκητον οικίαν, χωρίς θύραν, και με μικράν αυλήν, κι εκεί ο Σταμάτης, χωρίς να ζητήσει την συναίνεσιν των λοιπών, έστρωσεν εντός της αυλής την ψάθαν.

     Ήτον η οικία εκείνη μιας Κυριακούλας καλουμένης, την οποίαν ο γέρων Δήμαρχος, εκπληρών και τα αστυνομικά, είχεν εξορίσει προ τινος χρόνου, ως «κακόν παράδειγμα», από τον τόπον. Εκεί εξηπλώθη ο Σταμάτης, και έλεγεν ότι ήθελε ν΄ απαγγείλει τους εξορκισμούς, δια των οποίων ν΄ ανακαλέσει οιονεί ως νεκράν την απούσαν, εις το «έρμο σπιτάκι της, το πικραμένο». Χάριν συντομίας παραλείπομεν όλα ταύτα, σπεύδοντες να εξημερωθώμεν το ταχύτερον από την νύκτα αυτήν, την θλιβεράν μάλλον ή φαιδράν.

     Έμειναν επ΄ ολίγον εκεί· είτα ο Σταμάτης, με αγρίας φωνάς, έτρεξε να εξυπνήσει μερικούς γνωρίμους γείτονας, και υπεχρέωσε τον γερο-Αρμαμέντον να καταβεί εις το κατώγι του, και ν’ ανοίξει το μοσχάτον του κρασί να τους κεράσει, επειδή ο Σταμάτης είχε χύσει εν τω μεταξύ τα δύο φλάσκας του Καλοειδή, δια να τον ξαλαφρώσει, καθώς έλεγε. Μία γειτόνισσα, η γραία Νταλαμού, εξυπνήσασα από τον θόρυβον, εξήλθεν εις το παράθυρον, και ήρχισε να νουθετεί και να επιπλήττει αυστηρώς τον Σταμάτην. Αυτό δεν το είχε ξαναϊδεί ποτέ στην ζωήν της. Τι αταξία και τι παλαβωμάρα ήτον αυτή! Παιδιά από σπίτια, από σόι κι απ’ αράδα, να γυρίζουν μεσάνυχτα στους μαχαλάδες, να ξεπρογκίζουν τον κόσμο απ΄τις φωνές κι απ’ το κακό! Ύστερα, δεν έχει δίκιο ο Θεός να μας χαλάσει;

     Η τελευταία επίσκεψις έγινεν ολίγον παραπέρα, εις την άκρην του χωριού, εκεί επάνω όπου εκατοικούσαν οι τρεις Γύφτοι, και η Ελένη, η πρώην Αηλέ, σύζυγος του Κωνσταντή ονομασθέντος. Ήσαν νεοφώτιστοι, αυτοί και άλλαι δύο ή τρεις οικογένειαι. Αφήσαντες την Θεσσαλίαν, είχαν έλθει εις την μικράν νήσον τω 1878. Ως βαθείς πολιτικοί, είχαν προΐδει την προσάρτησιν της Θεσσαλίας- ίσως τη βοηθεία της μαντικής τέχνης, την οποίαν μετήρχοντο οι γυναίκες των- και έσπευσαν να βαπτισθώσιν. Εγνώριζον και από πριν την γεύσιν του χοιρείου κρέατος και του οίνου, αλλά μετά την βάπτισίν των, επειδή συνέπεσον αι ημέραι των Χριστουγέννων και της Κρεοφαγίας, εχόρτασαν δαψιλώς από τα δύο ταύτα ηδύσματα. Άμα εμβήκεν η Μεγάλη Σαρακοστή, ο εις τούτων <ο> Κωνσταντής, ο πρώην Μουσταφάς, ηρώτα αφελώς:

     -Δεν τρώνε λουκάνικο, τώρα, τη Σαρακοστή, τζάνεμ;

     Εκεί ως έφθασαν, έμποσθεν της καλύβης, ο Αντώνης, πρώτην φοράν, ήνοιξε το στόμα, και ήρχισε να τραγουδεί:

 

               Τα μάτια σ΄, Άηλέ μου, και Τουρκο-Λένη μου,

               κάνουν το αίμα μου να βράζει…

 

     Και ο Καλοειδής πάραυτα επρόσθεσε τον στίχον:

              

               Πώς βράζει το κρασάκι μες στο βαγένι μου.

 

     Ο σύζυγος της Αηλές, και πρώην ως Μουσταφάς, και τώρα ακόμη, ως Κωνσταντής, δεν είχε την γελοίαν αδυναμίαν να ζηλεύει δια τοιαύτα αστεία.

     Εσηκώθησαν και οι τρεις, αυτός, και ο Παύλος, ο πρώην Μεχμέτης, και ο Μάρκος, ο πρώην Χασάνης, και έλαβον ο πρώτος την γκάιδαν του, ο δεύτερος το λαγούτον, και ο τρίτος το κλαρινέτον, και εν τω άμα τα εχόρδισαν. Και τότε ήρχισε δαιμονιώδης χορός, εκεί, εις την μικράν πλατείαν, εις τα Γύφτικα, γύρω-τριγύρω εις μίαν καλύβην ημισκεπή και ημίφρακτον, χρησιμεύουσαν ως σιδηρουργείον. Και η γκάιδα βραχνόφωνα εφαίνετο να λέγει βαθιά, με φθόγγους εγγαστριμύθου, τους αδήλους καημούς του συζύγου της Αηλές, και το λαγούτον έμελπε λίαν παραπονετικά τα άγνωστα ντέρτια του Παύλου, του πρώην Μεχμέτη, και το κλαρινέτον διελάλει, εις τα σκότη της νυκτός, εις τας κοιλάδας και εις τα όρη, τα άρρητα βάσανα του πρώην Χασάνη, του Μάρκου. Όλη η γειτονιά έχασε λίαν παράωρα τον ύπνον της, και όλον το χωρίον αντήχησεν από την αλλόκοτον, την μεγαλόφθογγον αρχήστραν.

     Ολίγη ώρα επέρασε, και εφάνη ο δεκανεύς, συνοδευόμενος υπό δύο ανδρών, με τα τουφέκια των. Από τον στρατώνα, κάτω από τα παραθαλάσσια, πέραν της αγοράς, προς τον ανατολικόν λιμένα, είχεν ακούσει τον θόρυβον, είχε χάσει τον ύπνον, και ήλθε δια να επιβάλει την τήρησιν των αστυνομικών διατάξεων.

     -Καλώς ήλθατε, κύριοι! Λυπούμεθα διότι εγίναμεν αφορμή να ενοχληθήτε, εφώναξεν ο Σταμάτης, ο οποίος κατ΄εκείνην την στιγμήν ησχολείτο να κερνά τους τρεις Γύφτους, με την φλάσκαν, την οποίαν είχε γεμίσει εκ νέου από το περίφημον μοσχάτον του γερο-Αρμαμέντου.

     Ο δεκανεύς τους παρεκάλεσεν ειρηνικώς να διαλυθώσιν, επειδή ήτο καιρός πλέον.

     Άλλως, είπε, θ’ αναγκασθεί να προσκαλέσει τους τέσσαρας κυρίους και τους τρεις Γύφτους, επτά νοματαίους, το όλον, να τον ακολουθήσουν εις τον στρατώνα.

     Ευθύς κατόπιν μεταμελήθη και εδήλωσεν ότι κατάσχει μόνον τα τρία όργανα των Γύφτων. Οι Γύφτοι ετρόμαξαν.

     -Δεν είν΄ εδώ λευθεριά, τζάνεμ; Το ίδιο, όπως στο Βόλο, είναι κι εδώ;

     Μη θέλων ν’ αγγαρεύσει τους άνδρας του, προσέθηκεν ο αστυνομεύων δεκανεύς, δια να κουβαλήσουν τα όργανα, προσκαλεί τους Γύφτους να τον ακολουθήσουν εις τον στρατώνα, όπου να τα παραδώσωσι.

    ΟΙ τρεις Γύφτοι ητοιμάσθησαν, με κρεμασμένα ώτα, να υπακούσουν.

     -Αλλά, επέφερεν ο νέος και ζωηρός δεκανεύς, δεν πρέπει να πάμε ως εκεί βουβοί· τι διάβολο! Λέτε και τίποτα στο δρόμο.

     Και τότε οι Γύφτοι, εύθυμοι, επανέλαβον την διακοπείσαν συναυλίαν των.

     Την στιγμήν εκείνην, πριν εκκινήσουν, η Αηλέ, απευθυνόμενη προς τον Αντώνην, έκραξεν από την θύραν της καλύβης, όπου ίστατο:

     -Για πες το πάλι, κείνο το τραγούδι, πώς το ΄λεες;…

     Ο Αντώνης το είπε:

 

               Τα μάτια σ΄, Αηλέ μου, και Τουρκο-Λένη μου !

 

Ο δεκανεύς εγέλασεν ακουσίως, και η αφετηρία έγινεν έν μεγάλω κρότω και βοή.

     -Δεν σου φαίνεται πώς πάμε να πούμε τα πιστρόφια; είπεν ο Σταμάτης.

     -Ναι, σαν να γυρίζουμε από Γύφτικο γάμο, είπεν ο Καλοειδής.

     Και η συνοδία ηκολούθησε τον δρόμον της προς τα κάτω, διεγείρουσα και εκκωφαίνουσα όλον το χωρίον με τους δαιμονιώδεις φθόγγους της ορχήστρας της.

 

(1901)

 

Από την κριτική έκδοση του ΝΔΤριανταφυλλόπουλου με λίγο περισσότερο εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA