ΕΡΜΗ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

«Οφθαλμοί παιδίσκης εις χείρας

 της κυρίας αυτής».  (Δαυίδ).

Α΄

Διατί επήγες, ψυχή, εις τον Μέγα-Γιαλόν, αντικρύ εις την απλωτήν, ατελείωτην άμμον, εκεί όπου αρχίζει το μέγα βορεινόν πέλαγος — όπου το κύμα αγριωπόν, έξαλλον, αδιαλλάκτως πληγώνει την ακτήν — πώς επαραμόνευσες να έβρεις γαληνιώσαν την θάλασσαν, όπου η Σειρήν, βαθιά εις τα άντρα αδελφωμένη με την Ηχώ, θρηνωδεί τ’ άσματά της, και οι Τρί­τωνες, κρυμμένοι εις τας πρασινωπάς πτυχάς των απατήτων θαλάμων, σπανίως τολμώσι ν’ ανακύψωσιν επιπολής εις το κύμα; Εχρειάζετο κλίνη μαλακή, λεία θάλασσα, δια να πέσεις να κοιμηθείς τον ύπνον των αιωνίων ονείρων!...

***

Βεβαίως, αν ήτον άλλη καμιά «μερακλίδισσα» ή «ασίκισσα», ανάμεσα εις τας νέας του θαλασσινού χωρίου, ήτον κι η Αρχοντούλα, την οποίαν ο Γιαννάκης, χλωμήν, λεπτήν, μελαχροινήν, αγάπησεν όχι δια κάλλος προκλητικόν, αλλ’ από μυστηριώδη έλξιν και αόριστον ψυχικήν συνάφειαν. Τον καιρόν εκείνον, όταν ο Γιαννάκης τ’ Αργυρού ήτον ερωτευμένος λίαν σοβαρώς με την Αρχοντούλαν, και ηναγκάζετο, περί τα τέλη του θέρους, πριν έβγει ακόμη ο Αύγουστος, επειδή έληγεν η άδειά του, να επιστρέψει εις Αίγυπτον, το τραγούδι, το οποίον της έστελνε, πίσω απ’ το κάσαρο του βαποριού (οπόθεν κάποτε εν διαχύσει στενοχωρίας έρριπτεν ολοκλήρους δαμιτζάνας με οίνον, σπονδήν εις την θάλασσαν, ή πιθαράκια με λάδι, δια να γαληνιάσει το κύμα) ήτον το εξής:

«Η (τ’ όνομα του χωρίου) κ’ η Αίγυπτος, Θε μου, και να ‘ταν ένα!»

Κατά το βραχύ εντούτοις διάστημα των δύο μηνών, οπού έμενεν ο Γιαννάκης εις την πατρίδα, κατά τριετίαν όταν ήρχετο η περίοδος της αδείας του, ολ’ αι ημέραι κ’ αι νύκτες, εις το μικρόν χωρίον, εγίνοντο ένα. Όλος ο κόσμος ηναγκάζετο να συνεορτάζει και να συγχορεύει μαζί με τον νέον συμπαθή μερακλήν. Των καπηλείων και λοιπών μαγαζείων η κατανάλωσις ηύξανεν εις το διπλάσιον· βιολιτζήδες, λαουτιέρηδες, δεν ευκαιρούσαν, δεν ανέπνεαν επί δύο μήνας. Συνήθως «το έκανε βδομαδιάτικο». Εμίσθωνε δυο ζυγιές βιολιά, λαγούτα, μπουζούκια, κλαρινέτα, φλάουτα, κι εξενυχτούσεν. Ως επί το πλείστον, ήρχιζεν απο την Πέμπτην το βράδυ, εξακολουθούσε την Παρασκευήν και το Σάββατον, προελάμβανε τον Τριαδικόν, τον όρθρον της Κυριακής, πριν εξυπνήσουν τα γραΐδια να τρέξουν εις την εκκλησίαν· εποίκιλλε την μονοτονίαν των καθημερινών, ηύξανε της Κυριακής την φαιδρότητα κι εξύπνα όλους τους χωρι­κούς και τους εργατικούς το πρωί της Δευτέρας.

***

Τέλος, την άλλην φοράν, όταν ήλθεν η σειρά της αδείας του, ετελέσθη ο γάμος. Όλον το χωρίον επανηγύριζεν επί δεκαπενθήμερον. Οι γαμήλιοι κώμοι, τα πιστρόφια, οι επιθαλάμιοι, μόλις εκόπασαν την τρίτην εβδομάδα. Ο Γιαννάκης επήρε τώρα την αγάπην του μαζί του εις την Αίγυπτον, και, τέλος, το μικρόν θαλασσινόν χωρίον και η χώρα των Φαραώ «έγιναν ένα», κατά την διάπυρον ευχήν του νέου.

Ο υιός τ’ Αργυρού είχεν, αληθινά, πλούτον και θησαυρόν εκεί κάτω. Περί τας δύο λίρας εισόδημα την ημέραν. Με όλην την φοβεράν σπατάλην, τα περισσεύματα δεν του έλειπαν, και όταν ανά τριετίαν επανήρχετο παλιν εις το χωρίον, με την γυναίκα του, και την μικράν Δεσπούλαν, την μοναχοκόρην του, η Αρχοντούλα εξέπληττε με την πολυτέλειάν της, κι επροκάλει όλων των γυναικών την ζήλειαν.

Αφού επάλιωσεν οπωσούν το ανδρόγυνον, τελευταίον, κατά Ιούνιον του 19..., ήλθον εις το χωρίον συνοδευόμενοι και από έν τέταρτον πρόσωπον. Κατά τα προλαβόντα ταξίδια, η Αρχοντούλα είχε προσπαθήσει να εύρει κανέν πτωχοκόριτσον, και να το πάρει μαζί της, ως ψυχοκόρην ή υπηρέτριαν. Πλην το πράγμα ήτο τόσον δύσκολον! Τα κορίτσια του θαλασσινού χωρίου είχον ευχήν και κατάραν, να μη πηγαίνουν ποτέ δούλες ή «παραπαίδες».

Κάτω, εις την Αίγυπτον, η οικογένεια είχε προσλάβει κατά καιρούς διαφόρους υπηρετρίας από τον τόπον. Αλλά καμμίαν δεν είχον φέρει μαζί εις την πατρίδα των. Την τελευταίαν φοράν, η Αρχοντούλα έφερε μαζί της μίαν μεγαλόσωμον ωραίαν κόρην, ως δεκαοκτώ ετών, υπερήφανα ενδυμένην, και κάτι παραπάνω από καμαριέραν ή γκουβερνάνταν φαινομένην.

Το πρώτον πονηρόν σχόλιον εις την γειτονιάν, οπού κατέλυεν ο Γιαννάκης εις την ωραίαν μικράν οικίαν του — υψηλά, στον Επάνω Μαχαλάν — το εξέφερεν η Θεια-Σειραΐνα η Παπαδούλαινα, άμα είδε την ξένην συνοδόν της Αρχοντούλας, διατυπώσασα ως εξής την πρακτικήν γνώμην της:

Δε συφέρνει, πλιο, παιδάκι μ’, η δούλα να είναι ομορφότερη απ’ την κυρά.

Το γνωμικόν ήχησεν ως προφητεία εις τα ώτα της Αχτώς, της κυριωτέρας απ’ όλες τις θειάδες της Αρχοντούλας, ήτις πάραυτα ήρχισε να «ορμηνεύει» την ανεψιάν της.

—Τά, τ’ ήτανε;… Τί την ήθελες να την πάρεις μαζί σου; Κοτζάμ αναρρούσα, κορίτζι μ’!... Τ’ είναυτήνη;... Πώς μαθες; Σου χρειαζότανε μια φοβερή, ανεράιδα, να την κουβαλήσεις εδώ, απ' το Πόρτο, θα πω;... Έχετε τόσες δουλειές, μαθές, και δε συφτάνεστε; Ή έχεις τα πολλά παιδιά, γλέπεις; Χαθήκανε τα φτωχοκόριτσα εδώ να σε παραπιάσουνε και να σε δουλέψουνε, σε ούλα τα πάντα;... Τί την ήθελες, τη Βδοκιά, θα πω; (η Αχτώ δεν είχεν ακούσει ακόμη το όνομα της ξένης, αλλ' έσπευσεν αυθαιρέτως να την ονοματίσει ούτω). Τί σου χρειαζόταν η Μαρουσώ; (άλλο πάλιν όνομα της έδιδε). Με όσα κομμάτια θα σου χαλνά μπο­ρούσες να χορτάσεις μισό κοπάδι απ' τα φτωχοκόριτσα του μαχαλά σας!... Θέλεις πέντε τόπια τσίτι για να την ντύσεις κοτζάμ αφοραδα ως κει απάνω, θα πω... και να μη βαστά απ’την Τρίτ’ ως την Τετράδη... Με πέντε πηχόπουλα αρμενόπανο μπορούσες να ντύσεις ένα τσομπανόπουλο, φτωχό κορίτσι... και να ‘ναι σκλάβος... να σου λέει κι ευχαριστω!... Τί την ήθελες τη Συνοδιά, εγώ θαμάζουμαι· τί την ήθελες;

Β'

Την ημέραν των Αγίων Κορυφαίων Αποστόλων, το δειλινόν, είς στενός φίλος του Γιαννάκη, αχώριστος, ενώ ευρίσκοντο ομού εις εν σχεδόν εξοχικόν καπηλείον, εις την άκρην της πολίχνης, αντικρύ στο βουνόν, έβλεπε κάπως ανήσυχον τον φίλον του. Εφαίνετο ούτος ν’ αλλοφρονεί, και κάπως σύννους, εκοίταζε δια του δυτικού παραθύρου έξω. Το παράθυρον αντίκρυζε με το αστυνομικόν γραφείον του τόπου. Αίφνης δύο νεα­ροί «ταχτικοί», αστυφύλακες οι αυτοί, επλησίασαν, και ο είς έκαμε νεύμα εις τον Γιαννάκην. Ο νέος εξήλθε, και ο φίλος του τον είδε να ομιλεί ταπεινή τη φωνή με τους δύο χωροφύλακας. Μετά μίαν στιγμήν και οι τρεις διευθύνθησαν δια του στενού δρομίσκου προς το βόρειον μέρος.

Ο φίλος, από ανήσυχον ενδιαφέρον, προέκυψε δια του παραθύρου και είδε τους τρεις να σταθούν εις την άκρην του δρομίσκου, παρά την καμπήν, έξωθεν παλαιού κτιρίου ελαιοτριβείου, και να συνομιλούν με ένα τέταρτον, όστις ήτο αδραγάτης, ήτοι αγροφύλαξ του Δήμου, με χωρικόν ένδυμα, με πέδιλα από φασκιές, και ζωσμένος σελάχι με πιστόλια και μα­χαίρας. Ο Γιαννάκης, ίσως διότι υπώπτευε την ανήσυχον περιέργειάν  του εν τω καπηλείω, έστρεψε την κεφαλήν προς τα οπίσω και ιδών τον φίλον του να τον κοιτάζει δια του παραθύρου, έκαμε νεύμα ότι θα υπάγει ολίγον παραέξω, και με την φωνήν έκραζε μόνον:

— Με συγχωρείς!...

Πάραυτα και οι τέσσαρες έγιναν άφαντοι όπισθεν της καμπής του δρόμου.

***

Το πώς και διατί η Αρχοντούλα είχε πεισθεί να φέρει μαζί της από το «Πόρτο» εκείνην την ευμορφοκαμωμένην μεγαλόσωμον «αναρρούσα», είναι άδηλον. Φαίνεται ότι, όπως ο σύζυγός της, ηγάπα κι αυτή την επίδειξιν, και ήθελε να κάμει εντύπωσιν εις τον τόπον της γεννήσεώς της.

Διότι, είναι βέβαιον ότι η Αρχοντούλα εχάνετο εμπρός εις την ξένην. Η τελευταία ήτο πράγματι θαλαμηπόλος κατά τον ευρωπαϊκόν τρόπον, κ’ εκτός ότι ήτο ευμορφοπλασμένη, ήτο φύσις φιλόκαλος, και προσέτι ο αφέντης της εφιλοτιμείτο να την έχει πολύ καλά στολισμένην, ως επίτιμον συντρόφισσαν ανωτέρας περιωπής.

Εκείνο, το οποίον διετύπωσεν ως απόφθεγμα η πεπειραμένη γειτόνισσα, η Παπαδούλαινα, η φιλαυτία θα είχεν εμποδίσει την Αρχοντούλαν να το σκεφθεί ή να το παραδεχθεί. Οι λόγοι όμως, τους οποίους ανέπτυξε με τόσην ευγλωττίαν η θεία της, η Αχτίτσα, της έκαμαν, αληθινά, βαθείαν εντύπωσιν. Είναι βέβαιον ότι η κυρά ήρχισεν από την ιδίαν στιγμήν να ζηλεύει την θαλαμηπόλον της. Όπως εγνώσθη αργότερα, δυσάρεστοι σκηναί συνέβησαν μεταξύ των δύο συζύγων.

Αι γειτόνισσαι, αι εξαδέλφαι, αι συγγενείς γύρω-γύρω, κάτι άκουσαν, άκρες-μέσες, από τας σκηνάς ταύτας. Η κακή περιέργεια, η αργολογία, η πολυπραγμοσύνη, μεγάλως συνετέλεσαν εις το να φαρμακευθεί η διχόνοια του ανδρογύνου. Υποβολαί, μωροπιστία, ξυπνητά όνειρα, όλα έπαιξαν μέρος πλησίον της ισχνής και νευροπαθούς γυναικός! Εφαντάζετο ότι έβλεπε τον σύζυγόν της εις ερωτικάς διαχύσεις με την κόρην, ό,τι της έλεγαν το επίστευε, και μαλιστα ύπερεθεματιζεν αυτή, βεβαιού­σα ότι εγίνοντο χειρότερα παρ’ όσα έλεγεν η γειτονιά. Διηγείτο, και το επίστευεν, ότι είδε με τα μάτια της ερωτικάς περιπτύξεις, κι έκαμνεν όρ­κους. Και αυτή μεν το επίστευεν άκουσα, όσοι δε την ήκουον επροθυμοποιούντο να την πιστεύσουν.

Τέλος, το δειλινόν εκείνο της 29 Ιουνίου, η ατυχής Βανθούλα — η κόρη, εντοσούτω, ήτον, όσον ηδύνατο, κατά το ανθρώπινον, να κρίνει τις, σεμνοπρεπής, απλοϊκή, αξιόλογος, λίαν εργατική, περίφημος ράπτρια, κι έξοχος μαγείρισσα — το απόγευμα, λέγω, της εορτασίμου εκείνης ημέρας, η κόρη είχε γίνει άφαντη. Και όταν ο τέως σύντροφός του από το καπηλείον έβλεπε τον Γιαννάκην μαζί με τους δύο ταχτικούς και με τον αδραγάτην να διευθύνονται δρομαίοι προς τα Λιβάδια, η νέα είχε φύγει εις τα βουνά. Οι τρεις νομάτοι, οίτινες από δύο ωρών εζήτουν τα ίχνη της, είχον φέρει νύξεις τινάς σχετικάς εις τον αφέντην της, και ούτος τους ηκολούθησε τρέχων πρός ανεύρεσιν της φυγάδος. Αυτός ήτον ο λόγος, δι’ ον τόσον ανήσυχος και σύννους εφαίνετο προ μικρού ο σπλαγχνικός νέος.

***

Τέλος, η κόρη ανευρέθη, αλλά δεν έμελλε ν’ ανευρίσκεται επ’ άπειρον, Είχε καταφύγει εις την καλύβην πτωχών αγροτών, εις την κορυφήν του  βουνού, όπου  δύο  βοσκοπούλες την εκοίταζαν  απλήστως, και της έδωκαν γάλα να πίει. Μετά πολλάς παρακλήσεις, η κυρία της επείσθη να δεχθεί προσωρινώς την ξένην εις την οικίαν της, πλην απήτει να την στεί­λουν παρευθύς εις την ιδίαν πατρίδα της. Εφαίνετο τόσον παράλογος η απαίτησίς της, ήτις απεδείκνυε μόνον την τρελήν ανυπομονησίαν της. Διότι εντός μηνός ή ολίγον περισσότερον το ανδρόγυνον έμελλε να επιστρέψει εις την Αίγυπτον, κι εκεί, αν δεν της ήρεσκε της κυρίας η καμαριέρα, καλώς κι ευσχήμως θ’ απηλλάσσετο αυτής. Αλλ’ η Αρχοντούλα δεν ήθελε ν’ ακούσει ορθόν λόγον. Έβλεπε ζωντανάς οπτασίας, και η εικών των ερωτικών περιπτύξεων είχε κολλήσει εμπρός της, ζωγραφιστή και παγία εις τας κόρας των οφθαλμών της.

Η κόρη, είχε κι αυτή τους λόγους της· δεν ήθελε να υπάγει συνο­δευομένη από άλλο πρόσωπον, οσονδήποτε ευυπόληπτον, άγνωστον τέως αυτή. Έλεγεν: «Ο αφέντης μ’ έφερεν, ο αφέντης θα με πάει». Η κυρά της εσκύλιαζεν, όταν ήκουε τούτο. Το εξηγεί ως απαίτησιν τάχα της κόρης όπως την συνοδεύσει κατ’ ιδίαν ο κύριός της. Και όμως, η ταλαί­πωρος νέα, δεν έλεγε τούτο. Εννόει ότι ο αφέντης, τουτέστι, και με όλην ίσως την οικογένειαν, όταν θα επανέκαμπεν εις την Αίγυπτον, τότε μόνον θα την προέπεμπε μέχρι του τόπου της, της αφετηρίας οπόθεν την είχε παραλάβει.

Επ’ ολίγας ημέρας εν τω μεταξύ, η Βανθούλα είχε μείνει εις την οικίαν μιας πτωχής χήρας, συγγενούς του Γιαννάκη. Αλλ’ η Αρχόντω δεν ήτο αναπαυμένη. Εφαντάζετο συνεντεύξεις, εν ασφαλεία, του συζύγου της, υπό την ξένην στέγην κι επροτίμα να έχει την ξένην υπό τα όμματά της. Όθεν, ενώ πρότερον την εδίωκε, τώρα την εβίαζε να μένει πλησίον της.

Γ΄

Εις την βορείαν παραθαλασσίαν του Μεγάλου Γιαλού, η οικογένεια είχε κάμει εκδρομήν αναψυχής μιά των ημερών, περί τα μέσα του Ιου­λίου. Η Βανθούλα έμαθε καλά τον δρόμον και όλη η ωραία τοποθεσία της ενετυπώθη εις την μνήμην της.

Ύστερον από πολλάς σκηνάς ακόμη — και κατόπιν από το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, όπου όλον το χωρίον επήγαινε δια θαλάσσης, με τας βρατσέρας τας σημαιοστολισμένας και τα κότερα — η Βανθούλα είχε κάμει μεγάλην επίδειξιν εκεί, και όλ’ οι νέοι του χωρίου παρ’ ολίγον την ερωτεύοντο (η θεια-Αχτίτσα εσκέφθη εν τω μεταξύ:

— «Δε βρίσκεται κανένας να την κλέψει, θα πω, να την ξεφορτωθεί η Αρχοντούλα

Πλην, η ευχή της δεν εισηκούσθη)· ολίγας ημέρας ύστερον, την παραμονήν της Πρωταυγουστιάς, οι φίλοι του είδαν τον Γιαννάκην, όχι ανήσυχον απλώς, αλλ’ εξημμένον, πρησκοματιασμένον, κλαμένον...

Τον είδαν και πάραυτα τον έχασαν. Δύο εξ αυτών, οι ενθερμότεροι, έτρεξαν κατόπιν του.

Συνοδευόμενος από τον αδραγάτην, και από δύο νομάτους της χωροφυλακής, έτρεχεν, έτρεχε... Μόλις προ μιας ώρας είχε μάθει την εξαφάνισίν της. Και κατά πού να τρέξει; Δύο γυναίκες, ευρισκόμεναι εις τ’ αμπέλια τους, οπού είχαν αρχίσει τότε να ρίπτουν εις τις λιάστρες τα σύκα, είπαν ότι την είδαν, καταμεσήμερο, κι εσκιάχτηκαν, να τρέχει τον ανήφορο, σαν ανεράιδα...

0 Γιαννάκης εσκέφθη: «Ίσως να επήγε κατά τον Μέγα-Γιαλό... Εκεί θα θυμάται τον δρόμο...»

***

Η Αιγυπτία έφυγε το πάλαι εις την έρημον. Πολύ πλέον δυστυχής από εκείνην, η πτωχή ξένη παιδίσκη, η Βανθούλα, δεν είχε καρπόν ούτε εις τους κολπους ούτε εις τα σπλάγχνα της. Και δεν επαρουσιάσθη ο Άγ­γελος Κυρίου να της δώσει ασκόν ύδατος, δια να δροσισθεί... Αυτή μόνη έπεσε να εύρει δρόσον εις την άλμην του πελάγους, εις τα πικρά κύματα, όπου ο Γιάννης ο Πατσοστάθης, βοσκός από το βουνόν, είδεν επί τινας στιγμάς την λευκήν εσθήτα να κυματίζει εις την αύραν, είτα να βυθισθεί εις το κύμα και πάλιν να επιπλέει εις τον αφρόν.

Την πρωίαν της Πρωταυγουστιάς μία βάρκα έφερε το νεκρόν σώμα και το απεβίβασεν εις την προκυμαίαν. .. Ω! τι σπαραγμός! Ξένη, έρμη στα ξένα, εύρε τον πικρόν θάνατον εκουσίως εις την άλμην του κύματος... Οι ιατροί του τόπου εύρον έρμαιον, και το διεξεδίκησαν. Οι ιερείς όχι. Δεν ήτο κανείς ισχυρός ενδιαφερόμενος, δια να εκβιάσει την «ελαστικότητα» των νόμων και των κανόνων, δια να βάλει εις κίνησιν τα νεύρα και τα κόκαλα των ανθρωπαρέσκων, τα οποία μέλλει να διασκορπίσει ο Θεός.

Μόνον πέντε ή εξ γερόντισσαι, πτωχαί χήραι, δύο ή τρεις κόραι του λαού, τρεις δωδεκάδες αγυιοπαίδων, κ’ οι δύο νεαροί χωροφύλακες, συνόδευσαν τον Γιαννάκην εις το κοιμητήριον, όπισθεν του σκεπασμένου νεκροκραβάτου.

Ο φίλος, του εξοχικού καπηλείου, είπε το «Άγιος ο Θεός», το «Μετά πνευμάτων», Κύριε, ανάπαυσον την δούλην σου, τρις, κι ετελείωσε.

 

(1906)

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA