Η ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

 

 

 

     -Σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με!

     -Θεός σχωρέσ΄, Θεός σχωρέσ΄, πατέρα!

     -Μ΄ όλη την ψυχή σ΄, κορίτσι μ΄Αρετώ!

     -Μ΄ όλη την ψυχή μ΄, πατέρα· σχωρεμένος να ΄σαι!

    Κι εψυχομάχει επί ημέρας κι εβδομάδας ο γερο-Κουμενής, κι εβασανίζετο φρικτά εις την εσχατιάν του κόσμου τούτου, εις τα πρόθυρα του άλλου, πριν πατήσει εις του ζοφερού Άδου τον ουδόν. Και τυραννούμενος, αφανισμένος και μη δυνάμενος να εξαφανισθεί, πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν΄ αποπνιγεί, επεκαλείτο την ευχήν, την συγγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του Αρετής, την οποίαν είχεν από τον πρώτον γάμον. Την επεκαλείτο όχι πλέον με την ελπίδα ότι θα εγίνετο υγιής, να σηκωθεί από την κλίνην, να ζήσει, αλλά δια να βαραθρωθεί, να πέσει εις την μαύρην άβυσσον.

     Ύστερον από χρόνους πολλούς, ομήλιξ πλέον της μητρός μου, όταν ήμην παιδίον, διηγείτο όλα ταύτα, η Αρετή, η σύζυγος του Μπόζα, εις την μητέρα μου. Και την ήκουσα ν΄ απαγγέλλει, με πάθος και με απλότητα έν άσμα του λαού, εις το οποίον εύρισκεν, ως φαίνεται, εμφαντικήν αλληγορίαν και έμμεσον σχέσιν με την ιδίαν τύχην της.

 

-      - -

 

     Καμάρα χτίζαν στο γιαλό, καμάρα δε στεριώνει

     αποβραδύ τη χτίζανε, και το πρωί γκρεμ΄ζόταν.

     Πουλάκι πήγε κι έκατσε δεξά ΄πό την καμάρα·

     δεν κελαηδούσε σαν πουλί, δε λέει πώς λέει τ΄αηδόνι

     μόν΄ κελαηδούσε κι έλεε ανθρωπινή λαλίτσα:

     «Α δε στοιχειώστε άνθρωπο, καμάρα δε στεριώνει·

     ούτε φτωχόν, ούτ΄ορφανό, ΄δέ ξένο, ΄δέ διαβάτη,

     μόνο του πρωτομάστορη την πρώτη του γυναίκα».

     Ο μάστορης σαν τ΄άκουσε, στέλνει το μαθητή του·

     «Έλα, έλα, κυρ’ Αρετή, έλα, σε θέλει αφέντης»·

     «-Άνε με θέλει για καλό, να στολιστώ να έρθω·

     κι άνε με θέλει για κακό, να έρθω όπως είμαι».

     «- Έλα, έλα, κυρ’ Αρετή, έλα και σε προσμένει»…

     Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι τρεις στοιχειόν εμπήκαν·

     την Ευδοκιά στον Τύρναβο, τη Μάρω στο γεφύρι,

     κι εμένα, την κυρ’ Αρετή, δεξά ΄πό την καμάρα.   

 

-      - -

 

     Και η ταλαίπωρος Αρετή, η Μπόζαινα, ίσως ένεκα της ταυτότητος του βαπτιστικού ονόματος, εύρισκε μυστηριώδη ομοιότητα μεταξύ της τύχης της ηρωίδος του άσματος τούτου, και της ιδίας πικράς μοίρας της, υπέφερε πολύ από την ολιγωρίαν του συζύγου της του καλουμένου Πατσοστάθη ή Μπόζα, όστις, καίτοι γεωργός με αγρούς και κτήματα, δεν ηγάπα πολύ την εργασίαν, αλλ΄ επροτίμα να μετέρχεται εις την αγοράν το έργον του μακελλάρη, θητεύων πλησίον άλλων ζωεμπόρων. Του ήρεσκε να κυλίεται εις τα σφαγεία, ως αληθινόν «χασαπόσκυλο», να τρώγει καθημερινά γιουβέτσια, και χορταίνει τον οίνον και τον ύπνον, αφήνων ως επί το πλείστον νηστικήν κατ’ οίκον την συμβίαν ομού με τα πέντε παιδιά της. Η Αρετή, χρηστή και φρόνιμη, υπέφερε με «μαρτυρικήν υπομονήν», κι εζούσεν, όπως τόσαι άλλαι, οικονομούσα και ξενοδουλεύουσα.

     Και μαζί με το άσμα της Στοιχειωμένης Καμάρας, διηγείτο εις την μητέρα μου την απλήν και σύντομον ιστορίαν της ασήμου ζωής της.

 

-         - -

 

     Πέντε χρόνων ήτον όταν η μάννα της την άφησεν ορφανήν εις τον κόσμον. Ο πατήρ της, ύστερον από έτος, εξαναπανδεύθη. Η μητρυιά της ήτον «από το σόι του Καραμουσαλή». Εξ αρχής την εμίσησεν, αλλά την υπέφερεν επ΄ ολίγον καιρόν. Όταν μετά έτος άρχισε να γεννοβολά και να σπαργανίζει, τότε ο φθόνος της προς την προγονήν ετριπλασιάσθη. Κατ΄ ατυχίαν αυτής της μικράς, είχε γεννήσει θήλυ. Ω, βεβαίως αυτή η μικρή κουρούνα, η κουκουβάια, έπταιεν. Εάν είχε καλό ποδαρικό, θα έφερνεν αγόρι κατόπιν της. Τότε και η θέσις της προγονής θα εγίνετο πολύ ανεκτοτέρα εις την οικίαν. Αλλά δια να είναι τέτοια «γουρουνοπόδαρη», έφερεν άλλην κόρην όπισθέν της. Επόμενον ήτο να μη προξενήσει καλόν οιωνόν εις την μητρυιάν της. Αφού η Καραμουσαλίνα ανέθρεψεν επί έτος με πολλάς φροντίδας την κόρην της, υβρίζουσα, βλασφημούσα, δέρνουσα, πότε με το τσόκαρο και με το πέλμα της κουντούρας, πότε με τετραπλούν το σχοινί, όπου άπλωνε καθημερινώς τα σπάργανα της μικράς, γύρω, εις το πτερύγιον της εστίας (επειδή όλον τον χειμώνα δεν έπαυσε να βρέχει και να χιονίζει) την δυστυχή προγονήν της, πάλι ευρέθη έγκυος, πριν απογαλακτίσει ακόμη την μικράν Μαριώ της. Όταν αύτη ήτον 19 μηνών, εβγήκεν εις το φως της ημέρας η Λενιώ, από την κοιλίαν της μητρός της. Ω, τότε η θέσις της Αρετώς κατήντησεν αφόρητος. Ιδού εις διάστημα ολιγώτερον των τριών ετών δύο αδελφάς από τον ίδιον πατέρα της, αυτή η γρουσούζα, έφερε κατόπιν της!

 

-         - -

 

     Ήτο μίαν πρωίαν, φθινοπωρινήν πρωίαν σχεδόν τόσον ωραίαν, ως να ήτο εαρινή, όταν ο Κουμενής επήρε μίαν βάρκαν του γείτονος κι εβαρκαρίσθη χωρίς άλλον σύντροφον, ναύτην ή κωπηλάτην, με σκοπόν να υπάγει εις ένα γιαλόν αντικρύ του χωρίου, προς το δυτικόν μέρος, στην Καναπίτσα, εντός του μεγάλου μεσημβρινού λιμένος. Επήρε κι ένα μπαλτάν μαζί του, και μίαν απόχην, κ΄ένα γάντζον. Ίσως είχε σκοπόν να κόψει ξύλα, να γεμίσει την βάρκαν, περισσότερον, παρά να γιαλέψει. Επήρε μαζί του και την μικράν οκταετή Αρετώ· ίσως, δια να του κουβαλά ξύλα, όσον ημπορούσε να σηκώσει από τον λόγγον τον πλησιέστερον εις την άμμον του γιαλού.

    Ο Κουμενής έβαλε την κόρην του να καθίσει παρά την πρώραν, και ήρχισε να κωπηλατεί. Η βάρκα έπλευσε μακράν, ανοικτά από το χωρίον, ώστε τα σπίτια εφαίνοντο πλέον ως κοτέτσια μικρά, και οι άνθρωποι εφαίνοντο πλέον ως ποντίκια πηδώντα, όσοι εβάδιζον επάνω εις την δυτικήν εσχατιάν, εις τ΄ οροπέδιον· κι αι γυναίκες εφαίνοντο ως σεισουρίδες, όσαι έπλυνον ρούχα κάτω εις την Φτελιά, εις τον αιγιαλόν, κάτω από τα Μνημούρια.

     Επλησίαζεν η βάρκα να φθάσει πέρα, εις την Καναπίτσαν, και αφού επέρασαν τα νερά τα βαθυκύανα κι άπατα, έφθασαν εις ρηχά, γαλανά κι αιθέρια νερά, όπου γοργόνες και νεράιδες θα εχαίροντο να κολυμβούν, και να βουτούν κάτω εις τον μαγικόν πυθμένα, με τα άντρα και τα βρύα, και τα μαργαρώδη κογχύλια, και με τ΄ απειράριθμα ωραία ψαράκια που έπαιζαν κοπαδιαστά κάτω.

     Ο Νικόλας ο Κουμενής εθώπευε λίαν τρυφερώς την μικράν κόρην του, και της έδειχνε τας καλλονάς του πυθμένος και του γιαλού.

     -Κοίταξε, Αρετάκι μ΄, κοίταξε κάτω, βλέπεις τα ψαράκια, πώς γυαλίζουν κοκκινωπά και γαλαζούτσικα;

     -Τα βλέπω, πατέρα.

     -Κοίταξε τα μούσκλια τα πρασινούτσικα, κοίταξε τα φύκια! ιδέ τα στρειδάκια, τα χαλίκια· τι όμορφα που΄ ν΄, Αρετάκι!

     -Όμορφα, πατέρα.

       -Κοίταξ΄ένα πραματάκι εκεί κάτω!… Το βλέπεις, Αρετούλα μου; … Σκύψε να ιδείς, σκύψε!

     Ο Κουμενής είχε κλίνει προς το μέρος όπου εκάθητο η Αρετούλα, κι έγερνε φοβερά η βάρκα προς εκείνην την πλευράν. Εβίαζε την παιδίσκην με προτροπάς και με χειρονομίας να σκύψει να ιδεί κάτω. Η Αρετούλα εκρατείτο σφιχτά και με τα δύο χέρια από την κουπαστήν. Ήρχισεν αορίστως πως να φοβείται. Ο πατήρ της εξηκολούθει να την βιάζει συντόνως να σκύψει, δια να ιδεί τα «όμορφα πραματάκια», οπού ήσαν εις τον πάτον κάτω.

     Επί μίαν στιγμήν, με την χείρα του την δεξιάν, καθώς προένευεν εμπρός βλέπων προς την πρώραν, άφησε την μίαν κώπην, κι έδραξεν από τον ώμον την Αρετούλαν. Αλλά μόλις την έθιξε, κι ευθύς πάλιν την αφήκεν· απέσυρε την χείρα, ως να ετρόμαξεν εις την ιδίαν σκέψιν του.

     -Α! κακό κορίτσι, δεν θέλεις να σκύψεις να ιδείς τι όμορφα είναι κάτω!

     Η Αρετούλα άρχισε τα κλαύματα.

     Μετ΄ ολίγα δευτερόλεπτα, αφού ο πατήρ της εκωπηλάτησε μετά μεγάλης βίας και ορμής, ως να μην ήξευρε τι έκαμνεν, ή να ήτο θυμωμένος με τον ίδιον εαυτόν του, η πτωχώ παιδίσκη, με τα όμματα θολωμένα από τα δάκρυα της, παύσασα πλέον να κοιτάζει οπουδήποτε, και κλαίουσα χωρίς να ηξεύρει διατί, ησθάνθη ελαφρόν τιναγμόν. Η βάρκα έφθασεν εις την Καναπίτσα, την μικράν αγκάλην του γιαλού, και η πρώρα της προσώκειλε μαλακά εις την άμμον. Ανεσήκωσε την ξανθόμαλλον, ακτένιστον μικράν κεφαλήν της, είδεν ότι έφθασαν, ηθέλησε να σηκωθεί και να πηδήσει έξω.

     Ο πατήρ της την επρόλαβε. Την ήρπασε βαναύσως από την μασχάλην, την εταλάντευσεν επί μίαν στιγμήν, και την έρριψεν έξω εις την άμμον, ως μικρόν σάκκον με φρύγανα. Τον δούπον της πτώσεώς της αυτός μόνος τον ήκουσε ν΄ αντηχήσει εις τα σπλάγχνα του.

     Είτα εσήκωσε την μίαν κώπην, αβαράρισε την άμμον, και απεμακρύνθη, ως να ήλλαξε σχέδιον. Ίσως δεν ήθελε πλέον να κόψει ξύλα. Αφού απεμακρύνθη πολλάς οργυιάς, έλαβε τον κάμακα ή την απόχην, κι εστάθη όρθιος, κύπτων επί της πρώρας, δια να ζητήσει άγραν.

 

-         - -

 

     Η Αρετούλα έπαυσε να κλαίει. Δεν εφώναξε τον πατέρα της να έλθει να την επάρει στην βάρκαν πίσω. Ορμεμφύτως ησθάνετο ότι θα ήτο καλά εκεί. Εβάδισεν ολίγα βήματα, κι εκάθισεν όπισθεν υψηλών θάμνων, πλησίον ερειπίου τινός παλαιάς καλύβης, οπού εκρύπτετο από το βουνόν. Εις κανένα εκ των σπανίων διαβατών όσοι εβάδιζον προς τους αγρούς, ή επέστρεφον, δεν έδωκε σημείον ζωής, και κανείς δεν την ανεκάλυψε. Πλησίον του ερειπίου υπήρχε μικρά χαράδρα, όπου ίδρωνεν ολίγον νερόν. Εκεί έσκυψεν η Αρετούλα κι έπιεν, έφαγε τρέφλα, είδος τριφυλλίων ή αγρίας αντράκλας, τα οποία εφύτρωναν σιμά εις την μικράν φλέβα του νερού. Εκεί έμεινε κρυπτομένη όλην την ημέραν.

     Ήρχισε να νυκτώνει ήδη. Μικρά, πτωχή, πειναλέα, εγύρισε προς ανατολάς, εκεί όπου έβλεπε τα σπιτάκια του χωριού, ηύρε τον δρόμον, και άρχισε να βαδίζει, να σύρεται μάλλον προς τα εκεί. Δύο καλοί ζευγολάται, πατήρ και υιός, επιστρέφοντες από τους αγρούς των, οι τελευταίοι νυκτώσαντες εξωμερίται, την είδαν να μαυρίζει και να έρπει εις την άκρην του δρόμου, και την επήραν μαζί των εις το μικρόν δυτικόν προάστιον, τα Γελαδάδικα, εις την εσχατιάν της πολίχνης. Εις τας ερωτήσεις των απήντησεν ότι ο πατήρ της την είχε πάρει το πρωί με την βάρκαν, και την άφησε προς ώραν εις την αμμουδιάν, και αυτή ήλπιζεν ότι θα γυρίσει να την επάρει, αλλά δεν εγύρισε. Τόσον μόνον είπε.

 

-         - -

 

     Η Αρετούλα δεν ηθέλησε πλέον να ξαναπατήσει εις την οικίαν της μητρυιάς της. Εις τας επιπλήξεις των εκ μητρός συγγενών της απήντησεν ότι «η μάννα της η Καραμσαλίνα» δεν την θέλει, και ότι δασκαλεύει την μικράν Μαριώ πώς να την τσιμπά και να της τραβά τα μαλλιά. Αι συγγενείς της μητρός της, πτωχαί όπως αυτή, θέλουσαι μη θέλουσαι, την εκράτησαν πλησίον των, την έμαθαν καθ΄ όσον εμεγάλωνε, να πλύνει, να σφουγγαρίζει, ν΄ ασβεστώνει εις ξένα σπίτια, προσέτι να βοτανίζει, να θερίζει, να συλλέγει ελαίας, κατ΄ εποχάς, και να τρέφει «καματερό», δηλ. μεταξοσκώληκας, το θέρος. Όταν έγινε δεκατριών χρόνων, την υπάνδρευσαν. Τον καιρόν εκείνον αι κόραι του πτωχού λαού υπανδρεύοντο ταχύτερον και ευκολώτερον παρ΄ όσον εις τας ημέρας μας.

     Και όμως η μητρυιά της την εκατάτρεχεν ακόμη. Ενώ επρόκειτο να νυμφευθεί η κόρη, ο πατήρ της μίαν ημέραν της «έρριξεν αβανιά», όσον απίστευτον και αν φανεί τούτο. Προφανώς, «τον είχε βάλει και πάλιν στα λόγια, η Καραμσαλίνα, η μάννα της».

     Πώς έγινε τούτο, ακριβώς δεν ηξεύρομεν. Φαίνεται ότι η μητρυιά ελογάριαζεν ότι, εάν είχε λείψει εγκαίρως από την μέσην η προγονή της, το σπιτάκι και τ΄ αμπέλι και τον μικρόν ελαιώνα της μακαρίτισσας θα τα εκληρονόμει αυτοδικαίως ο Κουμενής, και είτα με τον καιρόν, θα τ΄ απέκτων το Μαριώ και το Λενιώ, αι δύο θυγατέρες της, αίτινες άλλως δεν είχον να πάρουν μεγάλην προίκα.

     Ο πατήρ της, φευ! την διέβαλε με ένα άνθρωπον, όστις ήτο απλώς διαβάτης και ξένος, γυρολόγος, και τυχαίως διήρχετο από την γειτονιάν. Αι γειτόνισσαι προς καιρόν το επίστευσαν. Αλλά μετ΄ολίγον εβγήκεν «ως φως και ως μεσημβρία το κρίμα της», της Αρετώς, και απεδείχθη η αθωότης της. Και ο γάμος δεν εματαιώθη.

 

- - -

 

     Είχαν περάσει είκοσι χρόνια και παραπάνω από τότε. Ο γερο-Νικόλας ο Κουμενής εψυχομάχει, κι εσκυλογαύγιζε, και δεν ήθελε να βγει η ψυχή του.

     -Σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με!

     -Σχωρεμένος να΄σαι, πατέρα μου! απήντα δακρυρροούσα η Αρετώ.

     -Με όλην την καρδιά σ΄, Αρετώ!

     -Με όλην την καρδιά μ΄, πατέρα! εφώναζεν η μαρτυρική και πραεία γυνή.

     Και τέλος, μετά πολλάς ημέρας και νύκτας φρικώδους βασάνου, εξεψύχησεν ο άθλιος πατήρ -όστις είχε θελήσει ποτέ να ρίψει την μικράν κόρην του εις τον πυθμένα της θαλάσσης, ως δια να την στοιχειώσει.

 

     Κι εμένα, την κυρ΄Αρετή, δεξά ΄πο την καμάρα. 

 

(1904)

 

 

 



Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA