ΚΟΣΜΟΛΑΙΤΗΣ

 

          Έναν καιρόν ο πατήρ του ήτο ευκατάστατος έμπορος εις τον Πειραιά, ύστερον ήλθον δυστυχίαι, και ο άνθρωπος εξέπεσε. Αλλά και αν διετηρείτο έκτοτε το μαγαζί, είναι ζήτημα αν ο Στέλιος θα είχε την ικανότητα να εξακολουθήσει επωφελώς το έργον μετά τον θάνατον του πατρός του. Είχε μάθει ολίγα κολυβογράμματα. Έτρεφε καλογηρικάς κλίσεις, εφοίτα εις τους ναούς, είχε συλληφθεί από το πνευματικόν αμφίβληστρον του ιερομονάχου Μεθοδίου, όστις ησύχαζε κατ' εκείνον τον χρόνον εν τινι μονυδρίω επί τινος λόφου, εγγύς των Αθηνών. Ο Στέλιος είχε γίνει οπωσούν καλός διαβαστής εις τας ιεράς ακολουθίας. Εσείετο όλος όταν εδιάβαζε το Συναξάρι της ημέρας. Όταν έψαλλε τον μικρόν Πολυέλεον (ψαλμόν του οποίου όλοι οι στίχοι λήγουσι εις την φράσιν «ότι εις εις τον αιώνα το έλεος αυτού», και εντεύθεν ωνομάσθη «πολυέλεος» και το πολυλάμπαδον το κρεμάμενον εις το μέσον του ναού, το οποίον και σείουσι καθ' ην ώραν ψάλλεται ο ρηθείς ψαλμός) είς όστις ήθελε να κάμει τον αστείον - διότι δεν λείπουν και την ώραν της ακολουθίας ακόμα τοιούτοι πειρασμοί εντός του ναού - έλεγε: «Μην κουνάτε τον πολυέλεο· κουνιέται ο Καλοχεράκης».

          Όταν κατεχώριζε καμμίαν μικράν διατριβήν εις εφημερίδα, υπέγραφε: «Στυλιανός Καλοχεράκης, δημοσιογράφος». Επί μίαν σελήνην είχεν εκδώσει εις Πειραιά εφημερίδα «Ο Θρίαμβος», θρησκευτικήν, πολιτικήν και εμπορικήν.

          Τέλος ο Στέλιος εφάνη ότι έμελλε μίαν ημέραν να φθάσει εις το τέρμα του προορισμού του, εις τον πρόσκαιρον τούτον κόσμον. Κάποιος έκπτωτος ηγούμενος από το Αγιον Ορος είχεν έλθει εις τας Αθήνας. Ούτος δεν είχε τας στενάς ιδέας εκείνων των αυστηρών μοναχών, των μη εξελθόντων ποτέ από το Ορος, οίτινες συνηθίζουν ν' αποθαρρύνουν σκληρώς πάντα νέον προσερχόμενον με πόθον όπως ενδυθεί το μοναχικόν σχήμα.

          «Ημείς, παιδί μου, που μας βλέπεις εδώ, είμεθα μετανοημένοι που ήρθαμε έτσι, βρεθήκαμε κι ημείς. Τώρα είναι εις παρακμήν το μοναχικόν τάγμα. Αχ! το αγγελικόν σχήμα, παιδί μου, είναι μεγάλο πράγμα... Βλέπεις τον Καλόγηρον, πώς τον έχουν ζωγραφίσει καρφωμένον εις τον Σταυρόν, εις όλους τους νάρθηκας των ναών, εις το Ορος!... Σύρε πίσω στον κόσμο, παιδί μου. Στην ευχή του Θεού! Εις οδόν ειρήνης, τέκνον μου».

          Αλλά δεν εφρόνει ούτω και ο πρώην καθηγούμενος, ο ελθών εις Αθήνας. Ούτος είχε φιλοδοξίαν επαινετήν να κάμει προσηλυτισμόν διά το Τάγμα. Ευρίσκοντο τότε δέκα ή δώδεκα νέοι τρέφοντες, όπως εφαντάζοντο τουλάχιστον, κλίσιν εις την καλογηρικήν, όπως αυτοί την ενόουν. Προς τούτοις δεν ήτο ανάγκη ούτε διδαχής ούτε πειθούς μεγάλης. Ήσαν προθυμότατοι, κι' ευκόλως εσχετίσθησαν με τον πρώην ηγούμενον. Τον άλλον μήνα, όλη η αγέλη εμβαρκαρίσθη με ιστιοφόρον από τον Πειραιά, και ηκολούθησε τον ιερομόναχον εις τον Άθωνα.

          Επήγαν εις την Μονήν του Σιμμένου (Εσφιγμένου), εις την βορειοτέραν εσχατιάν της χερσονήσου. Ω! μεγάλη δοκιμασία ήτο δι' αυτούς. Τόσον επάγωσαν άμα έφθασαν εκεί, τόσον ετρόμαξαν από το μεγαλείον των θρησκευτικών συνάξεων, από την ακριβή τάξιν του κοινοβιακού βίου, από την αυστηρότητα των προσώπων εκείνων των γηραιών μοναχών, ώστε ένας απ' αυτούς, όπως ο ίδιος διηγείτο αργότερα, εις τόσην αθυμίαν έφθασεν, ώστε του υπέβαλεν ο διάβολος εις τον νουν να ριφθεί από την «απλωταριάν», τον υψηλόν εξώστην του μοναστηρίου, και αυτοκτονήσει...

          Τον άλλον μήνα σχεδόν όλοι, οι ένδεκα, εμβαρκαρίζοντο πάλιν από ένα μεσημβρινόν όρμον, την Δάφνην, κι εκουβαλούντο πίσω εις τας Αθήνας, Είς και μόνος έμεινε κι εφόρεσε το μοναχικόν σχήμα, αλλ' ούτος, διά να παρηγορηθή, επανέκαμψεν μετ' ολίγον εις τας Αθήνας, κι' εζήτει θέσιν νεωκόρου εις ένα των ενοριακών ναών.

          Όσον διά τον Καλοχεράκην, ούτος είχεν υπάγει μαζί με τους άλλους τρέφων ανωτέραν φιλοδοξίαν. Είχε μεταβή εκεί, ως αυτός έλεγεν, υπό τον ρητόν όρον να διορισθεί αμέσως γραμματεύς του μοναστηρίου. Δεν είναι πιθανόν ο πρώην ηγούμενος να του υπέβαλε τοιαύτην ιδέαν, ίσως μόνον την άφησε να τρέφεται και δεν την επολέμησε φανερά.

          Ούτω πως γίνονται εις τον τόπον μας όλων των ειδών τα παζάρια. Αλλ' ο Καλοχεράκης, όσα κολυβογράμματα κι' αν ήξευρεν, ήτο πολύ αμφίβολον αν θα ελάμβανε ποτέ τοιούτον οφφίκιον εις Μονήν του Αγίου Ορους, και αν επί εικοσαετίαν όλην έμενε μονάζων εκεί. Τοιούτον δε αξίωμα επιζητών, ωμοίαζε μάλλον με τον Γλαύκωνα του Αρίστωνος, όστις εφιλοδόξει να άρξει της πόλεως των Αθηνών, χωρίς να έχει μελετήσει ποτέ μήτε τα πολιτικά, μήτε τα οικονομικά και τα στρατιωτικά πράγματα... Και πολλοί άλλοι, ικανώτεροι του Καλοχεράκη, θ' απεκρούοντο, εάν μάλιστα κατήγοντο εκ της ελευθέρας Ελλάδος.

 

***

 

          Επέστρεψε λοιπόν μαζί με τους άλλους εις την πρωτεύουσαν του Κράτους μας. Διήρχετο τον βίον εν ραστώνη. Εσύχναζεν εις τα εξωκκλήσια. Εβοήθει τους ιερείς εις τας λειτουργίας. Έκτοτε ανελάμβανεν εργολαβικώς ιεροπραξίας. Επεσκέπτετο τας οικίας των «ευλαβητικών», ανδρών και γυναικών, όσοι εσύχναζον εις τας θρησκευτικάς συνάξεις. Εδέχετο πολλάκις περιποιήσεις, γεύματα, κλπ. Κάποτε εισέπραττε συνδρομάς, κατ' εντολήν ή άνευ εντολής. Πότε έμενεν ευχαριστημένος και συχνότερον απεγοητεύετο. Ο κυρ Μικέλης ο Βάλθης, εντόπιος οικοκύρης, σεβάσμιος πρεσβύτης, όστις τον ετίμα διά της φιλίας του, τον επαρηγόρει συχνά, άμα τον έβλεπε στεναχωρημένον.

          -Υπομονή και φόρτσο γινάτι! του έλεγε.

          Ο Καλοχεράκης περισσότερον εφουρκίζετο όταν ήκουε την φράσιν αυτήν. Αλλ' ο κυρ Μικέλης του εξήγησεν ότι «γινάτι» δεν σημαίνει οργή αλλά θυμός, ότι αδύνατον να έχει την υπομονήν εάν δεν έχει «φόρτσο γινάτι», δηλ. ισχυρόν θυμόν.

          -Πρέπει να μάθεις να σηκώνεις πειρασμό, του έλεγε.

          Ο Καλοχεράκης συνέβαινε να λαμβάνει μικράς προκαταβολάς εκ πέντε ή οκτώ δραχμών προς τέλεσιν λειτουργίας ή παννυχίδος, διά να φροντίσει να εύρη παπάν, να λάβει πρόνοιαν διά τα κηρία, διά το πρόσφορον, την αρτοκλασίαν κτλ. Είτα την τεταγμένην ημέραν, εγίνετο άφαντος, χωρίς μήτε ν' αποδώσει, μήτε να χρησιμοποιήσει προς τον σκοπόν τα χρήματα. Έστελλε δε τότε γράμμα παραπονετικόν προς τους εντολείς και τους προπληρώσαντας γράφων ότι αυτός «έκαμε τόσους κόπους», κτλ. Εγίνετο αόρατος κι εβράδυνε πλέον να εμφανισθή.

          Μίαν χρονιάν, εις τα 189... ο Ευαγγελισμός ήτο την Δευτέραν του Πάσχα. Επρόκειτο εις το εν παρεκκλήσιον να γίνη παννυχίς, την Δευτέραν εξημέρωμα. Η κ. Π..., η ιδιοκτήτρια του ναΐσκου, είχε καλέσει εις δείπνον εν τη οικία της την εσπέραν του Πάσχα δύο άλλους εκ των μελλόντων να συμμετάσχωσι της παννυχίδος και τον Καλοχεράκην. Αφού ετίμησαν καλά το πασχάλιον δείπνον κατέβησαν εις τον ναόν, διά ν' αρχίσουν την ακολουθίαν. Αλλ' ο Καλοχεράκης έγινεν άφαντος «γαλλικώ τω τρόπω» χωρίς να τους αποχαιρετίσει κι επήγε να κοιμηθεί. Είχε φάγει και πίει πολύ καλά.

          Αυτήν την φοράν δεν εφρόντισε να γράψει ούτε παραπονετικόν γράμμα. Εις την επιστολογραφίαςν άλλως πολύ διέπρεπεν. Εις τους αποδημούντας κατά καιρούς εξ Αθηνών, εκ του μικρού κύκλου των «ευλαβητικών», έγραφε μακράς επιστολάς, εις τεσσάρας κόλλας χάρτου, με αραιά και μεγάλα γράμματα. Ηρκει να πληρώσει τις τα ταχυδρομικά και να προσφέρη το γεύμα.

          Εις τα δοκίμια ταύτα εγίνετο ο ίδιος Συναξαριστής, και μετήρχετο ύφος Αγαπίου του Κρητός, «Λοιπόν, αδελφέ, παρακαλώ την αγάπην σας να μας ενθυμήσθε, και ημείς δεν παύομεν να ενθυμούμεθα την λογιότητα σας. Και να είσθε φιλάδελφος, μεταδοτικός, πράος και ελεήμων... Τώρα εις το μέρος όπου διατρίβετε, να κάμετε οικονομίαν, επειδή όλα είναι ευθηνά εις τας επαρχίας...»

          » Αλλά περιμένομεν την αγάπην σας, διά να γίνη μικρά παράκλησεις εις τους αδελφούς (χάριν των αγνοούντων, σημειούμεν ότι παράκλησιν ενόει το γιουβέτσι), να πίωμεν και μερικά κρασοβόλια...»

 

***

 

          Από δεκαετίας, οσάκις εγίνετο λόγος περί ηλικίας, έλεγε ότι ήτο τριάκοντα οκτώ ετών. Εξυραφίζετο δις της εβδομάδος, και είχε λευκόν μύστακα. Φαίνεται ότι του ευρίσκετο κάπου κανέν ξυράφιον, από τον καιρόν της πατρικής ευπορίας.

          Έλεγεν ότι είχε δύο κατοικίας, μίαν εις την πόλιν, και μίαν εις την εξοχήν. Συχνά εγίνετο άφαντος και πάλιν ανεφαίνετο. Έλεγεν ότι έξω εις τα Σεπόλια τον είχε βάλει να κατοικήσει εύπορός τις φίλος του. Αν επλήρωνε νοίκι άδηλον.

 

***

 

          Δευτέραν απόπειραν να καλογηρέψει έκαμε τω 188... Απεφάσισε να υπάγει εις μίαν βορεινήν νήσον, όπου υπήρχεν ηγούμενος κάποιος Αγιορείτης, άνθρωπος με φήμην.

          Ο κυρ Μικέλης του είπε:

          - Δεν είσαι συ γιά κείνα τα μέρη... Πήγες και στο Όρος και τι κατάλαβες; Εσύ είσαι για την Μονήν των Κλειστών, για το όρος των Αμώμων (δηλ. τον Πάρνηθα), για κανένα μέρος εδώ σιμά... Να' σαι ο μισός στο μοναστήρι κι' ο μισός στην Αθήνα... Είσαι φτιασμένος να ζεις σαν κοσμοκαλόγερος... είσαι κοσμολαΐτης και τίποτε παραπάνω...

          Είχε συστηθή εκεί εις ένα παπάν, από τινα γνώριμον εν Αθήναις. Κατέβαινε συχνά από το μοναστήρι και επήγαινεν εις το σπίτι του παπά, να κάμει κονάκι. Βλέπων ότι ο ξενίζων είχε δύο παπαδοπούλες ηλικιωμένες, νόστιμες πολύ, μετ' αδιακρισίας ηρώτησε:

          -Γιατί δεν παντρεύεται καμμία απ' αυτές; Γιατί δεν τις παντρεύετε;

          Ουδεμία απάντησις του εδόθη.

          Οι δύο παπαδοπούλες όμως εσιώπων περιφρονητικώς.

          Την άλλην ημέραν ο παπάς έκλεισε την θύραν του εις τον ξένον, όστις είχε έλθει εις τον τόπον διά να καλογερεύσει, κι αργοπορούσεν εις το χωρίον την νύκτα, εφαίνετο δε να πολυπραγμονεί περί πραγμάτων κοσμικών.

 

***

 

          Αφού εξεχείμασε καλά επέστρεψεν εις τας Αθήνας ο Καλοχεράκης. Ευθύς τότε απετάθη εις τινα γνώριμον του, εκ του κύκλου των ευλαβητικών, όστις έτυχεν εργαζόμενος παρά τω γραφείω εφημερίδος... Εζήτει παρ' αυτού να βάλουν εις την εφημερίδα τον πάτερ Συνέσιον, τον ηγούμενον του Κοινοβίου, όπου είχε παραχειμάσει ο Καλοχεράκης, δήθεν ως καταχραστήν. Ο φίλος του τον ηρώτησε αν είχε πάγει εκεί διά να καλογερεύσει ή διά να θεατρίσει τους καλογήρους. Ο Καλοχεράκης απήντησεν ότι ήθελε να «διορθώσει τα πράγματα».

          Ο άλλος τον ηρώτησε πάλιν αν νομίζει ότι έλαβε θεόθεν τοιαύτην εντολήν και αν θεωρεί τον εαυτόν του ικανόν να διορθώνει τους άλλους.

          -Μάλιστα, ήρχισεν ο Καλοχεράκης. «Παιδεύετε τους ατάκτους...»

          Ο άλλος τον διέκοψε λέγων ρητώς ότι «δεν τα συνηθίζει αυτά, ούτε ανακατεύεται». Ο Καλοχεράκης ηθέλησε κάτι να είπει ακόμη, αλλ' εκείνος έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και τον άφησε.

 

***

 

          Βλέποντες οι φίλοι, ότι ο Καλοχεράκης εξηκολούθει να ξυραφίζεται ακόμη και να μη λέγει τα χρόνια του, άρχισαν να τον πειράζουν. Αφού επί τέλους η καλογηρική δεν τον είλκυεν οριστικώς, καλόν θα ήτο ν'αποφασίσει να' μβει στον κόσμον και να γίνει «παπάς με την παπαδιά». Είπαν εις μίαν γερόντισσαν να του εύρει μίαν ηλικιωμένην, η οποία να είναι  «ευλαβητικιά» και να θέλει να γίνει παπαδιά.

          -Αν έχη και κανένα μπ... καμωμένο ως τώρα κρυφά, δεν πειράζει, κυρα-Ρήνη...

          -Τι λες, χριστιανέ μου! ανέκραξεν η αγαθή γερόντισσα.

          -Μα, τι να πω κι' εγώ... Τόσες ευλαβητικές που αγαπούν τα θεία, και να μην τον παίρνει καμμιά τον φίλον μας τον Στέλιο... Μα καμμιά δεν θα θέλει να γίνει παπαδιά!

          Ο Στέλιος αλήθεια διέπρεπε και εις το να εκφωνεί λόγους επικήδειους εις τους νεκρούς δι' όσους δεν ήτο εύκολον να ευρεθούν άλλοι ρήτορες. Είχε τω όντι πολύ το ρητορικόν, εις την στάσιν και την απαγγελίαν, και εις όλον το άτομόν του. Το ύφος δεν διέφερε πολύ από το της επιστολογραφίας, ειμή ότι είχε πλείονας ονομαστικάς απολύτους και ανακόλουθα. «Το λοιπόν ακούσατε, ευλογημένοι χριστιανοί, πως η μακαρίτις αυτή, η αείμνηστος νεκρά, έχουσα φόβον Θεού και ανατρέφουσα τα τέκνα της εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ήλθεν ο καιρός να πληρώση το κοινόν χρέος. Προπέμποντες γουν ημείς αυτήν σήμερον, μέλλει να επιστρέψει εις την γην, εξ ης ανελήφθη· και ας είπωμεν όλοι εν ευλαβεία και φόβω θεού το: Αιωνία η μνήμη τρις...»

          Τοιούτους επικηδείους είχε πολλούς εις το θυλάκιον του ο Στέλιος, ήρκει να είναι βέβαιος, ότι θα έβγαινε κάτι τι, έστω και δίδραχμον ή ολιγώτερον... Αλλά δεν ήτο ρήτωρ μόνον διά τους νεκρούς. Ήτο και διά τους ζώντας.

          Εις τας εκλογάς του 189... εχώθη όλος μέχρις αγκώνων και γονάτων, και ηγωνίσθη τον αγώνα, τον οποίον εις τους λόγους του ωνόμαζεν, όπως και αι εφημερίδες του κόμματος, «τον ευγενέστατον των αγώνων». Εγύριζεν από καφενείον εις καφενείον και ηγόρευε. Μίαν μάλιστα φοράν, ως διηγείται ο ίδιος, παράδοξον πράγμα του συνέβη. Από την συγκίνησιν, από την ρητορικήν την πολλήν, άνευ άλλης αιτίας, ενώ εδημηγόρει εντός καφενείου, έξαφνα, χωρίς να τον σπρώξει τις, έπεσε κάτω και έμεινεν επί ώραν αναίσθητος... Αλλοι έλεγαν, ότι είχε φάγει ένα γρονθοκόπημα από ένα κουτσαβάκην αντιφρονούντα, χωρίς να το καταλάβει. Όταν τον ανήγειραν και ήλθεν εις τας αισθήσεις του, δεν ενθυμείτο πλέον εκ ποίας αφορμής είχε πέσει κάτω.

          Ευτυχώς το κόμμα ενίκησε, και ήλθεν εις τα πράγματα. Εις τον Καλοχεράκην είχαν υποσχεθεί μίαν θέσιν καλήν, αλλά δεν του την έδωκαν. Ο κυρ Μικέλης τον επαρηγόρει και πάλιν.

          -Υπομονή και φόρτσο γινάτι!

 

***

 

          Δεν διέπρεπε μόνον εις τας εκλογάς των βουλευτών ο Στέλιος. Δεινός ήτο και εις τας εκλογάς των ηγουμένων.

          Από καιρού εις καιρόν, εγίνετο άφαντος επί πολλάς ημέρας, και δεν ήρχετο να εύρει τους φίλος του, να καπνίσει ναργιλέν, και να συζητήσει πολιτικά και θρησκευτικά, μαζί με τον Μικέλην και τους λοιπούς. Αργότερα συνέβη να μάθουν οι φίλοι ότι ο Καλοχεράκης διέτριβεν επί ημέρας εις την ιεράν μονήν Π.

          Ο ίδιος είχεν είπει ότι είχεν εκεί ένα αυτάδελφον μοναχόν.

          Την εβδομάδα του Πάσχα εις τα 19... επρόκειτο να γίνει εκλογή ηγουμένου εις την πλουσίαν εκείνην Μονήν. Του τέως ηγούμενου, όστις είχε κατηγορηθεί διά καταχρήσεις αλλ' απηλλάγη, δι' έλλειψιν αναμαρτήτου όστις πρώτος να βάλει τον πρώτον λίθον, είχε λήξει η θητεία. Υποψήφιοι ήσαν ο ίδιος πάλιν και εις άλλος αντίπαλός του. Η εκλογή έμελλε να γίνη την Κυριακήν του Θωμά.

          Την Δευτέραν του Πάσχα ο Στέλιος αποχαιρέτισε τους φίλους του, και τους είπε φανερά, αυτήν την φοράν, ότι πηγαίνει εις την μονήν της Π., ότι θα εργασθεί διά την εκλογήν, ότι είναι σφόδρα υπέρ του πρώην ηγουμένου, και ότι η εκλογή του θεωρείται βεβαία.

          Προσέθηκε πολλά υπέρ του πρώην ηγουμένου, λέγων ότι είναι χρηστός και όσιος, και ότι οι εχθροί του τον είχαν συκοφαντήσει. Ας όψεται η πολιτική!

          Οι άλλοι ευχήθησαν απλώς καλήν επάνοδον εις τον Στέλιον, και ουδέν άλλο είπον. Ηλθεν η Κυριακή του Θωμά. Την πρωίαν της επιούσης όλαι αι εφημερίδες ανέγραψαν τα της εκλογής της προτεραίας, και το αποτέλεσμα ταύτης. Ηγούμενος εξελέχθη όχι ο πρώην, αλλ' ο αντίπαλός του.

          Ο Καλοχεράκης δεν εφάνη ούτε την Δευτέραν, ούτε την επιούσαν. Μόνον μεσούσης της εβδομάδος επαρουσιάσθη, φαιδρός, εύθυμος, και προθυμότατος να κεράση τους φίλους.

          -Πως άργησες; Ακόμα επάνω ήσουν; τον ηρώτησεν ο κυρ Μικέλης.

          -Βέβαια... έμεινα να εορτάσω τα νικητήρια.

          -Πώς!!; Εσύ ήσουν με τον αποτυχόντα!

          -Σφαχτά και σπληνάντερα και κοκορέτσια και κρασοβόλια άφθονα! εξηκολούθησεν ένθους ο Καλοχεράκης, χωρίς ν' απαντήσει απ' ευθείας εις την παρατήρησιν τους φίλου του. Το κάψαμε! Μην ερωτάς!...

          -Μα! δεν ήσουν με τον αποτυχόντα; επανέλαβε και πάλιν ο Μικέλης.

          -Οταν επήγα επάνω και είδα τα πράγματα, απήντησε θαρραλέως ο Καλοχεράκης, αμέσως εκατάλαβα τι έτρεχε... Γλυτώσαμε το μοναστήρι τριακόσιες χιλιάδες δραχμές... Δάση, βοσκαί, λατομεία, όλα ήθελε να τα κάμει γυαλιά-καρφιά ο πρώην. Ήτον του διαβόλου φάμπρικα!... κι' εμείς του την καταφέραμε.

          Και άρχισε να δίδει πλείονας εξηγήσεις, εξ ων οι ομιληταί του εν μόνον ενόησαν, ότι ο Καλοχεράκης τα είχε γυρίσει ολίγον προ της εκλογής, ή επάνω εις την εκλογήν, ή και μετ' αυτήν.

          -Και τι μπορούσες να κάμεις εσύ! Μήπως είχες ψήφο; είπεν ο άλλος φίλος, όστις δεν είχεν ομιλήσει ακόμη.

          -Εγώ;... ψήφους, όχι ψήφο!... και χωριστά ο αδελφός μου, που ψηφίζει κιόλα...

          Εις το τέλος της ομιλίας ο Καλοχεράκης υπεστήριξεν εις τον κυρ Μικέλην, ότι επερίμενε να διορισθεί εις θέσιν έμμισθον, εις την υπηρεσίαν της Μονής.

 

***

 

          Μετά τινας εβδομάδας ο Στέλιος διωρίζετο ωσεί «κουνακτσής» ή επιστάτης εις εν μετόχιον της Μονής εντός της πόλεως.

          Η υπηρεσία του συνίστατο εις το να μη κάμνει τίποτε. Κατ' εκείνον τον χρόνον έγινε πλέον ακριβοθώρητος, κι' επροφασίζετο ότι είχε πολλάς «υποδοχάς» και φασαρίαν πολλήν εις το Μετόχι.

          Πριν παρέλθουν δύο μήνες επαύθη από την θέσιν.

          - Ήτο επόμενον, εξήγησε εις τους φίλους του. Αφού διά κάθε θέσιν του Μοναστηριού υπάρχουν είκοσι, τριάντα απαιτηταί υποψήφιοι... Παραπάνω από ένα μήνα ή πέντε εβδομάδες δεν μένει κανείς στην θέσιν· αμέσως τον παύουν διά να έλθει άλλος.«Σήμερα εμού, αύριον ετέρου και ουδέποτέ τινος».

          - Ε! τι να γίνει; Υπομονή και φόρτσο γινάτι, του είπεν οι κυρ Μικέλης. Τι έχασες εσύ; Κοσμολαΐτης ήσουν και κοσμολαΐτης έμεινες.

 

(1903)

 

 

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA