Η ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥ

 

   Κανείς εις όλον το χωρίον δεν είχεν ωραιότερον περιβολάκι από τον εξάδελφόν μου τον Γιαννιόν. Καθ’ εκάστην περί το δειλινόν επέβαινεν εις το μικρόν γέρικον ονάριόν του και εξετέλει τακτικήν ημερησίαν περίοδον ανά το ωραίον κηπάριον, οπόθεν προς εσπέραν επέστρεφεν αποφέρων τους καρπούς των κόπων του. Οι γέροντες απόμαχοι, οι καθήμενοι παρά την προκυμαίαν, βλέποντές τον επιστρέφοντα αργά-αργά εκ της καθημερινής εκδρομής του, έλεγαν.

-         Να, ο Γιαννιός έρχεται πάλι απ’ το περιβολάκι του.

-         Και φέρνει και τις λαχανίδες του.

-         Και τα κουνουπίδια του και τα μποστανικά του.

-         Πώς τα καταφέρνει!

-         Σαν να τον γνωρίζουν.

-         Λες και τα έχει γητεμένα!

   Ο εξάδελφός μου ο Γιαννιός δεν έτεινε το ούς εις τα ποικίλα ή μάλλον στερεότυπα ταύτα σχόλια, αλλ’ αντιπαρήρχετο αδιάφορος, αφού προσέδενεν είς τινα πάλον το υποζύγιόν του και αποκομίζων τα «λαχανικά» τα επώλει ή τα έφερεν οίκαδε, κατά την περίστασιν.

   Και αφού ανεπαύετο την εσπέραν εκ του μετρίου καμάτου της ημέρας, μέλλων οσονούπω ν’ αναπαυθεί διαρκέστερον εκ των πολλών μόχθων της ζωής του, την άλλην ημέραν πάλιν, περί το δειλινόν, έλυε το ονάριόν του, επέβαινεν εις αυτό και εξήρχετο πάλιν προς επίσκεψιν του περιβολίου του.

 

* * *

 

   Οποίον λαμπρόν, αχανές, μεγαλοπρεπές περιβόλι! και πόσον δίκαιον είχεν ο θείος Όμηρος να θέσει εκ παραλλήλου τας δύο παραβολάς των κυμάτων της θαλάσσης και του αγρού με τους κομώντας αστάχυς!

Κινήθη δ’ αγορή φη κύματα μακρά θαλάσσης

                                     πόντου Ικαρίοιο, τα μεν τ’ Εύρος τε Νότος τε

                                     ώρορ’ επαΐξας πατρός Διός εκ νεφελάων·

                                     ως δ’ ότε κινήση Ζέφυρος βαθύ λήιον ελθών,

                                     λάβρος επαιγίζων, επί τ’ ημύει ασταχύεσσιν,

                                     ως των πάσ’ αγορή κινήθη…

 

   Τω όντι, τα χόρτα και οι θάμνοι του περιβολίου του εξαδέλφου μου του Γιαννιού, γιγαντιαία, πελώρια, άγρια ή κηπευτά, δεν έπαυσαν να οργώνονται, να σχηματίζωσιν αύλακας και να είναι γαλήνια, ομαλά, απ’ αρχής, από καταβολής κόσμου. Δεν έπαυσαν να συγχέωσι τας ατόμους των, να είναι ποικιλόμορφα, αναλλοίωτα και ρευστά, να ορθώσι την χαίτην, να στηλώνωσι τα στέρνα, να φρίσσωσι, να κροαίνωσι, να βρέμωσι, να ηχώσι, να πλαταγώσι, να κτυπώσι παν αντίτυπον σώμα. Και οι Ζέφυροι προσέπαιζον κυλινδούμενοι εντός των, ως άτακτα παιδία, και αι απόγειοι και αι τροπαίαι ημιλλώντο τίς να αυλακώσει βαθύτερον, τίς να υπεγείρει υψηλότερον τα κυανά και πορφύρεα νώτα των, μετά φωσφορίζοντος σελαγισμού, μετ’ ακτινωτού αφρώδους στεφάνου. Και αύρα ποντιάς εθώπευε μαλθακώς την άσπιλον κυματίζουσαν οθόνην προκαλούσα απείρους χαριέσσας, μυρμηκιζούσας, παροδικάς ρυτίδας, ως επί του μετώπου νύμφης βασιλίδος περικαλλούς, επιδεικνυούσης παιδικόν θυμόν και πείσμα, διάλειμμα μεταξύ δύο μειδιαμάτων προκλητικόν, εις το βάθος του οποίου ο βυθός δεν φαίνεται πλέον, και η επιφάνεια παύει ανταγάζουσα την άπειρον της κτίσεως φαιδρότητα.

   Ο δε ουράνιος θόλος κατωπτρίζετο όλος εις τον απαράμιλλον κήπον, όν ο ήλιος έκαιε χωρίς να καταφλέγει τα βάθη του, διότι ο ίδιος, άμα απέκαμνεν εκ της ημερησίας αρματοδρομίας, εβυθίζετο διά ν’ αναπαυθεί εις τον βυθόν του, διά ν’ακονίσει εν τω υγρώ εργαστηρίω τας αμβλυνθείσας ακτίνας. Η σελήνη εγίνετο λαμπροτέρα επαργυρούσα τα στέρνα της αχανούς εκτάσεως, το άστρον της εσπέρας ελούετο ηδυπαθώς εις τα νάματά της, και αι Πλειάδες μετά γλυκείας παρθενικής σεμνότητος εμάρμαιρον εις τα ανεξερεύνητα βάθη της, ως βολίδες εισδύουσαι, ζητούσαι να μετρήσωσι το βάθος, να εύρωσι τον πυθμένα.

   Μυρίοι κρότοι αντήσουν εις τα άντρα και εις τους βράχους, όπου τα κράσπεδα της ασπίλου οθόνης απέληγον, πότε ως ηδυπαθείς στεναγμοί έρωτος, πότε ως άγριοι πολέμων δούποι, πλήτοντες τας ηχούς. Και ηδύπνοοι οσμαί, ελαφρά αρώματα, απέπνεον πανταχόθεν, μυρώνουσαι τας αύρας, και άλμη και θάλπος ηλίου εσκλήρυνε τους χρώτας, ηρύθραινε και καθίστα μελαψάς και αρρενωπάς τας όψεις των ανθρώπων.

   Το ονάριον του εξαδέλφου μου εβύθιζε τους πόδας εν μέσω των δροσερών πετάλων, προσπαιζόντων και θροούντων περί τους πόδας του, και ο κήπος ο μηστηριώδης επρότεινε τα στέρνα ανοίγων τους θησαυρούς του εις τας επιδεξίους χείρας του πεπειραμένου κηπουρού.

   Δι’ όλους το περιβολάκι του Γιαννιού του εξαδέλφου μου ήτο βιβλίον ανοικτόν, αλλά βιβλίον με ιερογλυφικούς χαρακτήρας, ή μ’ εκείνα τα «σήματα λυγρά», τα διατεθλασμένα, τα εγκεχαραγμένα επί των γυμνών κρανίων των νεκρών, τα οποία λέγεται μεν ότι σημαίνουσι την μοίραν του τεθνεώτος, αλλ’ αν δεν είναί τις μάντις, δεν δύναται να τ’ αναγνώσει… και τούτο κατόπιν εορτής, αφού ο νεκρός έζησε.

   Αλλά διά τον άμοιρον εξάδελφόν μου ήτο βιβλίον με κεφαλαιώδεις λαμπρούς χαρακτήρας, σαφές, εναργές κι ευανάγνωστον. Ούτος εγνώριζε όλα τα μυστήρια, όλα τα κοιλώματα, όλα τα άντρα του προσφιλούς αυτώ εδάφους. Ηδύνατό τις μάλιστα, όχι κατά σχήμα τετριμμένης προσωποποιίας, αλλά σχεδόν κυριολεκτικώς, να είπει, όπως έλεγαν και οι γέροντες απόμαχοι της προκυμαίας, ότι αυτά μάλλον τον εγνώριζαν…

 

* * *

 

   Τον εγνώριζαν από μακρού χρόνου.

   Ήτο ήδη εξηκοντούτης, και από πεντήκοντα ετών, εκ τρυφεράς ηλικίας δεκαετούς, δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον του.

   Πας άνθρωπος εργάζεται δι’ εαυτόν, επί τη προφάσει ότι εργάζεται διά τους άλλους· ο δύσμοιρος ο Γιαννιός ειργάζετο διά τους άλλους και ποτέ δι’ εαυτόν.

   Δωδεκαετής, έμεινε μόνος προστάτης της μητρός, χήρας τρικοντούτιδος. Εικοσαετής, ήτο προστάτης των ορφανών αδελφών του, ορφανός ο ίδιος. Τεσσαρακοντούτης, ήτο προστάτης έτι μεγαλυτέρας ορφανίας, της των ανεψιών του.

   Όλοι οι νέοι αγωνίζονται διά τινα φιλοδοξίαν, ποθούσι τον γάμον, μελετώσι την αποκατάστασιν. Ο ταλαίπωρος ο Γιαννιός δεν ετόλμα ουδέ να ονειροπολήσει τοιούτό τι.

   Χωρίς να νυμφευθεί, είχεν οίκοι τρεις γυναίκας. Η μοίρα τού τας εκληροδότησε.  

   Την μίαν του αδελφήν ηδυνήθη μετά τινα έτη να την υπανδρεύσει. Αλλ’ αύτη μόλις απέκτησε δύο κόρας κι εχήρευσε.

   Μόλις εχήρευσεν η μία, κι εκακοπανδρεύθη η άλλη.

   Αύτη έλαβεν άνδρα, όστις της έφερεν εκ του χωρίου του την εκ του πρώτου γάμου οκταέτιδα παιδίσκην <του>, συνέζησεν ολίγους μήνας μετ’ αυτής, και απεδήμησε. Μετέβη είς τινα πόλιν της Ελλάδος, όπου ειργάζετο χειρωνακτών.

   Αναχωρών δεν είχεν οβολόν να της αφήσει.

   Τότε δα ο πτωχός εξάδελφός μου ο Γιαννιός «τα είχε μεριά, τα έκαμε φόρτωμα». Εκτός της ασθενούς γραίας μητρός, της χήρας αδελφής και των ορφανών ανεψιών του, ώφειλε να βοηθεί και την ύπανδρον αδελφήν μετά της προγονής της. Ο ίδιος ωνόμαζε τούτο γραφικώς και λίαν βαναύσως «σαμάρι και πανωσάμαρο».

   Άλλοτε, αποβλέπων εις την εν γένει κατάστασιν του οίκου μετά τον θάνατον του πατρός του, εις την διπλήν χηρείαν, εις την πολλαπλήν ορφανίαν των οικείων, εις την ισόβιον θητείαν εαυτού, έλεγε σχετλιαστικώς  κι ευθύμως άμα χαρακτηρίζων την τύχην των: «Θελά-καψ’ο Θιος δυο σπίτια, έκαψ’ ένα και καλό».

   Παρελείψαμεν να είπωμεν ότι η Μοίρα του είχε χαρίσει κι ένα αδελφόν, αλλά τι προκομμένος αδελφός! 

   Ούτος ήτο κατά δέκα έτη νεώτερός του, αυτός τον είχεν αναθρέψει ορφανόν. «Τον ανάστησε, τον έκαμε κλωνάρι», καθώς έλεγεν η μήτηρ των. Αλλ’ αυτός εβγήκε «της ελιάς το φύλλο».

   Αφού επί τινα έτη εγύριζε ναύτης εν τω Αιγαίω με γολέτες και με βρίκια, τέλος επήρε το φύσημα του διά την Αμερικήν, και από δεκαετίας ουδέ γράμμα έστειλε πλέον.

   Πού ήτο; Εις την Φιλαδέλφειαν. Τι έκαμνεν; Είχε νυμφευθεί μίαν Κουακερίδα.

   Εις την Φιλαδέλφειαν· οποία ειρωνεία λέξεων! Μίαν Κουακερίδα· από τους πολλούς βατράχους που έτρωγε (παρετήρησεν ο Γιαννιός), κατήντησε να πάρει την φωνήν των… ως γυναίκα!

   Είναι αληθές ότι ο Γιαννιός εξεφράζετο μετά πικρίας περί του αδελφού του, αλλά και η γραία, η μήτηρ του, ποτέ δεν του είπεν ένα ευχαριστώ του πτωχού σκλάβου. Αι λογομαχίαι δε μεταξύ των ετραχύνοντο εξ αφορμής του αδελφού τούτου, προς ον η γερόντισσα έτρεφεν αδυναμίαν τυφλήν και δεν ηνείχετο ν’ ακούει κακόν εναντίον του. Η πτωχή γυνή εφαντάζετο ότι ο Γιαννιός ό,τι έκαμνε το έκαμνε φυσικώς, διότι ώφειλε να το κάμνει, ποτέ δε δεν της επέρασεν από τον νουν ότι και ούτος ήτο ποτέ δυνατόν να την εγκαταλίπει, καθώς την εγκατέλιπεν ο νεώτερος, και είχε δίκαιον· ο Γιαννιός ήτο εξ εκείνων, οίτινες συχνά μεν γογγύζουσιν, αλλά ποτέ δεν αποκαρτερούσι.

   Τέλος ο καημός της απουσίας του νεωτέρου υιού, αι στερήσεις, αι ταλαιπωρίαι και η κακοπάθεια την έφεραν εις τον τάφον.

   Έμεινεν εις τον Γιαννιόν η πρεσβυτέρα αδελφή με τας δύο κόρας της, και η νεωτέρα με την προγονήν της.

   Όλαι απέζων εκ της εργασίας του Γιαννιού και εκ μικρών εισοδημάτων της αμπέλου και του ελαιώνος.

   Η έγγαμος αδελφή εβράδυνε να λάβει ειδήσεις παρά του συζύγου της. Τέλος μετά έξ μήνας την ενθυμήθη και της έστειλε τέσσαρας λίρας. Είτα την ελησμόνησεν οριστικώς.

   Και ο Γιαννιός αρρώστησεν εν τω μεταξύ και έπαυσε να της δίδει.

   Με αυτάς τας τέσσαρας λίρας, προς τη μικρού λόγου αξία εισκομιδή, τη εκ των καρπών, έζησεν αυτή και η προγονή της τρία έτη.

   Και την προγονήν ταύτην την ηγάπησεν ως τέκνον της. Ευτυχώς δεν απέκτησεν ιδικά της τέκνα.

   Αλλά, ταλαίπωρος γυνή! καθώς ποτε η οσία Μαρία εις την έρημον την πέραν του Ιορδάνου, έζησε δεν ενθυμούμαι πόσα έτη με δύο άρτους, ούτω και αυτή, εις την έρημον ταύτην της ανθρωπίνης κοινωνίας, εις την χέρσον των αισθημάτων και των ευγενών παλμών, έζησε τρία έτη με τέσσαρας λίρας.

   Και η μεν υπεράνθρωπος εκείνη οσία είχεν αμαρτίας νεότητος προς εξιλασμόν, αύτη δε η πτωχή γυνή ήτο απλοϊκή και αφωσιωμένη και τόσον αμνησίκακος, ώστε αποθανούσα εκληροδότησεν εκ της πτωχικής προικός της εις την προγονήν τον οικίσκον και την άμπελον, αφήσασα τον ελαιώνα μόνον εις τας ορφανάς ανεψιάς της.

   Εκείναι δε σεβόμεναι την μνήμην της θείας, μόλις εμεμψιμοίρησαν ολίγον τι με ψίθυρον φωνήν.[1]

 

 

   Διά ποίον επενθηφόρει η Μαυρομαντηλού;

   Διά τίνα άλλον ειμή διά τον Γιαννιόν τον εξάδελφόν μου;

   Ίστατο μεταξύ των γιγαντιαίων ρευστών θάμνων, παρά την εσχατιάν του μεγαλοπρεπούς υγρού πεδίου, υψούσα την αιχμηράν, μόλις ορατήν κεφαλήν, μίαν σπιθαμήν υπέρ την λείαν επιφάνειαν. Ίστατο κι εφαίνετο προκαλούσα τον διαβάτην, τον τολμητίαν, όστις θα είχε το θράσος να την αψηφήσει.

   Η Μαυρομαντ’λού! Η Μαυρομαντ’λού!

   Οι γέροντες την ενθυμούντο από τριών γενεών τοιαύτην. Κανείς δεν την είδε ποτέ λευκόπεπλον.

   Και από τους προπάππους των τοιαύτην την είχον παραλάβει. Μαυρομαντ’λού, αιωνίως πενθηφορούσαν.

   Και διατί τάχα δεν θα επενθηφόρει δι’ άλλον ειμή διά τον Γιαννιόν; Αλλά και διατί όχι διά τον Γιαννιόν αλλά δι’ άλλον;

   Ούτε αυτός ούτ’ εκείνη εγνώρισάν ποτε ευτυχίαν.

   Όσον έρωτα είχεν απολαύσει ποτέ η Μαυρομαντ’λού, άλλον τόσον απέλαυσε και ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου.

   Κι εκείνη μεν, τίς οίδεν, εάν ποτε υπήρξε γυνή, πριν απολιθωθεί και γίνει πέτρα, αν ότε ήτο γυνή εγνώρισεν έρωτα· ο δε Γιαννιός ο εξάδελφός μου ουδ’ έτρεφεν ελπίδα ν’ απολιθωθεί τουλάχιστον και γίνει πέτρα.

   Ατυχής Μαυρομαντ’λού! Ταλαίπωρε Γιαννιέ εξάδελφέ μου!

 

* * *

 

   Παρά την δυτικήν εσχατιάν του ωραίου τριπλού λιμένος της παραθαλασσίου κώμης, όπου το κύμα, υπό ελαφρού ζεφύρου ρυτιδούμενον, σκάζει και δεικνύει μέλαιναν αιχμήν υπό υγράς λευκής παρυφής περίρρυτον, εκεί ανίσχει την κεφαλήν η Μαυρομαντηλού.

   Όλοι οι βράχοι ίστανται πέριξ ασάλευτοι, μετ’ ολυμπίου ειρωνείας υπερορώντες τας απέλπιδας προσπαθείας του μανιώδους κύματος.

   Μόνη η Μαυρομαντηλού νεύει μακρόθεν, νεύει διά της κεφαλής εις τον θρασύν ναυβάτην, τον επιβαίνοντα οικτράς σανίδος και παραδέρνοντα εις το πέλαγος, τον αγωνιώντα να εύρει εις τον βυθόν του πόντου τροφήν δι’ εαυτόν και διά τους φιλτάτους.

   Φαίνεται να τον καλεί πλησίον της ως άλλη σειρήν, σειρήν άφωνος και άψυχος.

   Ομοιάζει με ναυάγιον προσηλωμένον εκεί από μακρών χρόνων, πληττόμενον υπό του αφρίζοντος κύματος, κραδαινόμενον και σείον την κεφαλήν, φώκης ελλοχώσης εκεί από αιώνων.  

   Μόνη η κεφαλή της φώκης σείεται απατηλώς νεύουσα· η ουρά ευρίσκεται εμπεφυκυία εις τον πυθμένα· η ρίζα διατείνει τας ίνας πέραν του βυθού, εμπεπηγυία εις τον βράχον.

   Άλλως ουδ’ η κεφαλή της φώκης σείεται. Το κύμα μόνον ρήγνυται και πλαταγεί και περιρρέει. Το κινούμενον φαίνεται ως να κινεί.

   Λέγεται, αλλά τίς το πιστεύει; – και όμως αν ήτον αληθές! –ότι η Μαυρομαντ’λού υπήρξέ ποτε και αυτή γυνή και μήτηρ, μήτηρ επτά υιών· ότι και οι επτά υιοί της, έμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες υπό της θαλασσίας Γοργόνος, επνίγησαν εις το πέλαγος· ότι ίλεως μοίρα, σπλαγχνισθείσα τον πόνον της μητρός, την μετεμόρφωσεν εις σκόπελον, και την εφύτευσεν εκεί, ου μακράν του αιγιαλού, μόλις ορθούσαν την κεραυνόβλητον κεφαλήν της, την οιονεί μελάμπεπλον, χαιρεκακούσαν μακρόθεν όταν βλέπει συμφοράς και πνιγμούς ανθρώπων εις το πέλαγος, προσδεχομένην ως ιλαστήριον θυσίαν τα εκβραζόμενα υπό των κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τον πόνον της εκεί εις τον πόντον. Τοιαύτη η Μαυρομαντηλού.

   Αγνοώ τι μοιραίον υπήρχε μεταξύ της Μαυρομαντηλούς και του Γιαννιού, του εξαδέλφου μου· αλλά πάντοτε αύτη, διαβαίνοντα πλησίον ή μακράν, τον εκάλει, τον εκάλει.

   Φαίνεται ότι υπήρχε μυστηριώδης τις σύνδεσμος· αύτη ήτο η κατ’ εξοχήν Μαυρομαντηλού· κι εκείνος εκ τρυφεράς ηλικίας ουδέν άλλο έβλεπε γύρω του ή μαύρας μαντήλας.

   Έπλεε σχεδόν καθημερινώς εις τα νερά της· διασχίζων κατά μήκος και πλάτος τον ωραίον τρίκολπον λιμένα, επεσκέπτετο όλους τους όρμους, εξηρεύνα όλα τα υποβρύχια σπήλαια, διωνύχιζεν όλους τους διαποντίους θαλάμους.

   Έπλεεν από αγκάλην εις αγκάλην, από αμμουδιάν εις αμμουδιάν, από βράχον εις βράχον. Ήξευρεν όλας τας κρύπτας των πολυπόδων, όλα τα θαλάμια των μουγγριών, όλα των αστακών τα ενδιαιτήματα.

   Ποτέ ορφός δεν τον διέφευγε και αι συναγρίδες εγοητεύοντο από το άγκιστρόν του.

   Οσάκις ησμενίζετο να εκπλήξει ολίγον τους πολλούς των ανθρώπων, τους θαυμάζοντας το ποσόν μάλλον ή το ποιόν (σπανίως άλλως το έκαμνε, διότι δεν ηγάπα ν’ αλιεύει μη εκλεκτούς ιχθύς), είχε μέθοδον ιδικήν του.

   Εγνώριζεν ότι «παν το θηρώμενον αμοιβαίως θηράται και το μισούμενον μισεί». Ήξευρεν ότι όπως η γάττα μάχεται το οψάριον, ούτω και το οψάριον μάχεται την γάτταν.

   Τούτο το έπραξε μόνον δις ή τρις, και διά να φουρκίσει τους ανθρώπους ξενικής τινος τράτας, αλιευούσης με σαγήνην, προς ην άλλως δεν ηδύνατο να συναγωνισθεί. Ηλίευσε λοιπόν με δολώματα εκ κρέατος θνησιμαίας γάττας.

   Τους δε ούτως αγρευθέντας ιχθύς (είχεν αγρεύσει μόνος του πλείονας ή πεντήκοντα οκάδας, όσας και η αντίζηλός του τράτα) δεν ηθέλησε να τους πωλήσει εις τους ανθρώπους της νήσου· τους επώλησεν όλους εις αυστριακόν τι ατμόπλοιον, το οποίον ησχολείτο δήθεν «να μετρεί τα νερά», ορμούν εις τον λιμένα. Είπεν εις τους συμπατριώτας του: «αυτά τα ψάρια δεν είναι για σας, είναι για κείνους που τρώνε και τις γάττες».

   Ουδείς όμως ενόησε τι έλεγεν.

   Έπλεε συχνά εις τα νερά της Μαυρομαντηλούς, τρέφων παράδοξον στοργήν προς τον μονήρη τούτον βράχον, όστις μόλις ανέτεινε την κορυφήν υπέρ τον αφρόν του κύματος, ως κολυμβητής κεκμηκώς και αναπαυόμενος ύπτιος επί των κυμάτων. Εγνώριζεν όλα τα άντρα και τα μυστήρια του βράχου αυτού, όπου ανεκάλυπτε θαλασσίους θησαυρούς, αστακούς και καραβίδας, υπερφυείς το μέγεθος, και κογχύλας και πεταλίδας και άλλα ακόμη ηδύγευστα όψα.

   Αλλά παρήλθε πλέον η εποχή, καθ’ ην ο Γιαννιός ήτο κύριος δύο υπερηφάνων λέμβων, της «Επταλόφου» και της «Αγίας Σοφίας», εποχή καθ’ ην ως μόνην τροφήν των ονείρων του είχε την παρά τον Βόσπορον αποκατάστασιν του Γένους. Οι Μεγαλοϊδεάται, όσοι επέζων ακόμη, είχον εντελώς απογοητευθεί, και μετ’ αυτών και ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου.

   Τώρα ο Γιαννιός δεν είχε πλέον ή μίαν λέμβον, υπόσαθρον και αυτήν και σχεδόν συνηλικιώτιν του επιβάτου της. Έν λοιπόν Σάββατον, περί τα μέσα της Μ. Τεσσαρακοστής, επέβη εις την γεροντικήν άκατόν του και ήρχισε να ελαύνει τας κώπας κατευθυνόμενος προς τα νερά της Μαυρομαντηλούς.

   Ο Γιαννιός είχε, καθώς όλοι οι έμπειροι κωπηλάται, ίδιον τρόπον ειρεσίας, και ήξευρε να δίδει δρόμον εις την λέμβον, χωρίς να φαίνεται ότι αγωνιά και χωρίς να ιδρώνει. Ήλαυνεν ομαλώς και ηρέμα, αλλά συνεχώς, συντόνως και μετά λανθανούσης ρώμης. Σχεδόν δεν εφαίνοντο αι κινήσεις των χειρών, και αδιοράτως προένευε και ανέπιπτεν.

   Άλλως είχεν αρχίσει ήδη να γηράσκει και εξησθένει και έπασχεν. Ήτο ποδαλγός και σχεδόν ημιπλήξ κατά τα αριστερά κώλα.

   Επί της λέμβου έφερεν αλιευτικά τινα σύνεργα· τον γάντζο, δι’ ου ανείλκυε τα οκταπόδια, το καμάκι, δι’ ου ελόγχιζε τους λάβρακας και τους αστακούς, το σηπιογυάλι, δι’ ου εξεμαύλιζε τας σηπίας, την λαδιά, δι’ ης έπλαττεν εν τη θαλάσση τεχνητήν γαλήνην και καθίστα διαυγή τον βυθό. Διότι εις ταύτα περιωρίσθη κατά το γήρας του (πρόσθες και την πράγκα, και την απόχη και άλλα τινά), αφήσας εις τους νεωτέρους δίκτυα και παραγάδια και συρτές.

   Μετά ημισείας ώρας σύντονον κωπηλασίαν έφθασεν εις την γειτονίαν της Μαυρομαντηλούς. Έφθασεν απλώς διά να διασκεδάσει την μελαγχολίαν του, άλλως ουδεμίαν επρόβλεπεν άγραν διά σήμερον. Ήτο παράξενος την ημέραν εκείνην, ησθάνετο μεγίστην στενοχωρίαν. Είχε μαλώσει κατ’ οίκον με την αδελφήν του, ήτις είχε κληρονομήσει εν μέρει την παραξενιά της μητρός.

   Ωραία ήτο η ημέρα, και ο ήλιος κλίνων προς την δύσιν εκτύπα κατάματα τον γηραιόν αλιέα, επιχρυσών την αργυρόχρουν κόμην του, αναδεικνύων το τετράγωνον ευρύ πρόσωπον με την σιμήν ρίνα, το εκφράζον άφατον καλοκαγαθίαν μετ’ εγκαρτερήσεως, και το βραχύ ανάστημα με τους πισσωμένους κι εμβαλωμένους αμπάδες οπού εφόρει. Ήτο ήδη άνοιξις, Μαρτίου μεσούντος. Επί της αντικρύ του ευκόλπου και από μακράς αμμουδιάς τεμνομένης ακτής έβλεπεν εδώ κι εκεί χωρικούς καί τινας γυναίκας και παίδας επιστρέφοντας διά του παραθαλασσίου δρομίσκου εκ των αγρών εις την κώμην. Η άνοιξις είχεν αρχίσει να στολίζει με ανθούς τα δένδρα, και η θάλασσα έπεμπε την ζωτικήν άλμην της εις τους θάμνους τους θάλλοντας ανά τας ποδιάς των γραφικών κλιτύων, όπου τραχύς αιπόλος με την ακτένιστον κόμην και το ηλιοκαές μέτωπον εξέτεινε την καμπυλωτήν ράβδον του μετά μονοσυλλάβων ανερμηνεύτων σοβών μίαν αίγα, ήτις είχε πηδήσει υπό τινα βράχον και είχε μείνει οπίσω από την λοιπήν αγέλην, ζητούσα βοσκήν όπου χάλικας μόνον και άμμον ηδύνατο να εύρει· ενώ ο παις με την μακράν πήραν κρεμαμένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μέχρι του γόνατος φθάνουσαν, με την υψηλήν ράβδον διπλασίαν του αναστήματός του, έτρεχε μ’ ευθύμους φωνάς εμπρός, επιστρεφόμενος και χειρονομών προς τους τραγούς, και ο κύων έσειε την ουράν και δεν έπαυε να υλακτεί προς τους διαβάτας.

   Ο σκόπελος ο καλούμενος Μαυρομαντηλού δεν θ’ απέχει πλείονας ή τριάκοντα οργυιάς από της παραλίας, όπου ανοίγεται γραφική ωραία αγκάλη περιβάλλουσα το κύμα ορμητικόν κατά της ακτής χωρούν, αμβλύ προσπίπτον επί της άμμου και υπ’ αυτής καταπινόμενον.

   Εκεί βλέπει χωρικήν γυναίκα κύπτουσαν επί τον αιγιαλόν, πλύνουσαν ράκη τινά παρά την άκραν της αμμουδιάς, εις την ρίζαν ενός βράχου, εξέχοντος προς την θάλασσαν, επικαμπούς επί το κύμα, όπου τα νερά ήρχιζον να βαθύνωνται. Ο βράχος ούτος εκαλείτο «Μύτικας» και ήτο εξ εκείνων, αφ’ ων οι κολυμβηταί κατά το θέρος συνηθίζουσι να εκτελώσι τα εκπληκτικά εκείνα εις την θάλασσαν άλματα.

   Ο υιός της γυναικός ταύτης, παιδίον επταετές, διαλαθών την προσοχήν της μητρός, είχεν αναρριχηθεί επιτηδείως εις το ύψος του βράχου.

   Αίφνης η μήτηρ του, αισθανθείσα όπισθέν της εκ του αορίστου κενού την απουσίαν του παιδίου, στρέφεται, υψώνει την κεφαλήν και τον βλέπει επί της κορυφής του βράχου, τείνοντα εις τα εμπρός τους γρόνθους, κύπτοντα την κεφαλήν, και παιδικούς γρυλλισμούς εκβάλλοντα.

   Ο μικρός, όστις είχεν ιδεί κατά το προλαβόν θέρος καολυμβητάς πηδώντας αφ’ ύψους του βράχου τούτου, εξετέλει μιμικήν, ότι τάχα ήθελε να δώσει βουτιά από τον Μύτικα, ως κάμνουσιν οι έφηβοι και οι ακμαίοι νεανίσκοι.

   Η μήτηρ του ήρχισε να τον καλεί πλησίον της. Ο Γιαννιός, όστις εσκάλιζε με την αρπάγην του πέριξ της Μαυρομαντηλούς, ήκουε τας φωνάς της γυναικός ταύτης: «Κατέβα, αρέ δαίμονα, αρέ λύκε ξιδάτε!»

   Αλλ’ ο μικρός εκώφευεν. Η μήτηρ οργισθείσα ανέτεινεν τον κόπανόν της, δι’ ου έτυπτε τα λευκαινόμενα ράκη προς το μέρος του βράχου και τον επέσειεν απειλητικώς προς τον παίδα· «Έννοια σ’, αρέ σκάνταλε, έννοια σ’, χάρε μαύρε! Το βράδ’, σα ’ρθεί πατέρας σ’ απ’ το χωράφ’, δώσε λόγο».

   Εκεί, καθώς επέμενε να εκτελεί τους μίμους του ο μικρός, αδιαφορών προς τας κραυγάς της μητρός του, κύπτων ολίγον βαθύτερον, ολισθαίνει, εκβάλλει πεπνιγμένην κραυγήν, και πίπτει μετά πλαταγισμού εις την θάλασσαν.

   Το κύμα θα είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός. Βυθίζεται εις τον πόντον, και πάλιν ανέρχεται εις την επιφάνειαν, και ασπαίρει, και παραδέρνει, και είτα βυθίζεται εκ δευτέρου.

   Η γυνή μίαν αφήκε σπαρακτικήν, διάτορον κραυγήν, και πελιδνή, περίτρομος, αγρία, καθώς εκράτει τον κόπανόν της, επιβαίνει εις το κύμα. Φθάνει μέχρι της οσφύος, είτα μέχρι του στέρνου, και με τον κόπανον αγωνιά να φθάσει το παιδίον πνιγόμενον ήδη και το δεύτερον εξαφανισθέν. Αλλ’ ως ήτο επόμενον, διά της δίνης, ην εσχημάτιζεν ο κόπανος εις το κύμα, απεμάκρυνε μάλλον το αγωνιών σώμα, ή το προσήγγιζεν εις την χείρα της μητρός. Αύτη έκραξε και πάλιν βοήθειαν, αλλά την στιγμήν εκείνην ουδείς των επιστρεφόντων εις την πολίχνην χωρικών ευρίσκετο εκεί πλησίον. Όλοι είχον υπερβεί την χθαμαλήν ακτήν, την χωρίζουσαν την αγκάλην ταύτην από της άλλης γείτονος αμμουδιάς, και είχον προπορευθεί πλείονα ή χίλια βήματα.

   Πλησιέστερος όμως των άλλων ήτο ο Γιαννιός, όστις είδε και ήκουσε, και με τέσσαρας εκτάκτου ορμής κωπηλασίας, έδωκε τοιούτον απίστευτον δρόμον εις την υπόσαθρον αλιάδα του, ώστε έφθασεν ήδη εις το μέρος όπου είχε βυθισθεί το παιδάριον. Τούτον ιδούσα η γυνή ήρχισε να συλλαμβάνει μικράν ελπίδα.

 

* * *

 

Ο Γιαννιός έλαβε τον γάντζον του και ήρχισε να ερευνά εις τον βυθόν. Το βάθος της ακρογιαλιάς ήτο άνισον και ανώμαλον. Ενώ τέσσαρας οργυιάς περαιτέρω του μέρους όπου έπλυνεν η γυνή, εις την ρίζαν του βράχου, τα νερά εβαθύνοντο αποτόμως, έτι απωτέρω εις το μέρος όπου έφθασε τώρα ο Γιαννιός, παραδόξως πάλιν εγίνοντο ρηχότερα. Τούτο δε διότι ήρχιζεν εκείθεν να εξαπλούται εις τον βυθόν, κατά το πέλαγος, μέγα μάρμαρον, ολόκληρος θαλασσία άλως, συμπαγής μάζα εκ προαιωνίων χαλίκων και άμμου, σκληροτέρα χάλυβος. Εκεί επάνω είχε βυθισθεί δευτέραν φοράν το παιδίον.

   Δεν παρήλθον ολίγαι στιγμαί, και ο γέρων αλιεύς ανέσυρε το παιδίον με την αρπάγην του, δράξας επιδεξίως αυτό εκ των ενδυμάτων.

   Το παιδίον εφαίνετο αναίσθητον ήδη. Ίσως να μην ήτο και εντελώς πνιγμένον.

   Η μήτηρ, επιμένουσα να επιβαίνει εις το κύμα, ως να εδροσίζετο εκεί η αγωνία της, αφήκε κραυγήν χαράς, αλλά και φόβου. Ηρώτα αν ήτο ζωντανόν.

   - Πρέπει να ζει, απήντησεν ο Γιαννιός. Κρέμασμα θέλει ανάποδα.

   Την ιδίαν στιγμήν, ενώ απέθετε τον πνιγμένον παρά την πρύμνην, με την κεφαλήν χαμηλότερα, ο γάντζος, τον οποίον δεν επρόφτασε να εξασφαλίσει, του φεύγει από τας χείρας, και πίπτει εις το κύμα.

   Ο Γιαννιός έκυψεν αυθορμήτως να τον αναλάβει, αλλ’ ο σίδηρος εβυθίσθη ως βέλος, το δε θαλασσοπότιστον ξύλον, το κοντάριον, ήτο βαρύ, και ουδ’ άνευ του σιδήρου θα ήτο ικανόν να επιπλέυσει.

   Ο Γιαννιός φοβηθείς μη χάσει τον γάντζον του, άνευ του οποίου θα επέστρεφεν εις την πόλιν «χωρίς σπανάκια και λαχανίδες», έλαβε το καμάκι του, και προσεπάθει ν’ ανακαλύψει πού επήγεν ο γάντζος. Αλλ’ ο γάντζος είχε κάμει «κακό πέσιμο» την φοράν αυτήν.

   Είχεν ολισθήσει ακριβώς εις την ρίζαν του θαλασσίου μαρμάρου, περί ου είπομεν, και είχε σκαλώσει εις μέρος πολύ βαθύτερον του εκ συμπαγούς μάζης ανωτέρου πυθμένος. Το δε κοντάριον, αντί να υψούται ολίγον προς τα άνω και να σείηται ως σκύλου ευγνώμονος ουρά προς τον αυθέντην του, κατέβη βαθύτερον ακόμη και της αρπάγης της σιδηράς.

   Εις το μέρος εκείνο αδύνατον να φθάσει ο κάμαξ, έτι ολιγώτερον η κώπη.

   Τότε ο Γιαννιός επείσμωσεν, ωργίσθη, έχασε την συνήθη υπομονήν του. Του εφάνη απαίσιον να χάσει τον γάντζον του. Είπε καθ’ εαυτόν ότι επήγε να κάμει καλόν, και έπαθε κακόν. Ημάρτησεν. «Ενθυμήθη τα νιάτα του». Δεν απεφάσισε καν να «διαναστήσει» πρώτον εις την ξηράν ν’αποδώσει το ημίπνικτον ή και ολόπνικτον παιδίον εις την μητέρα του. Αλλ’ όπως ήτον ελησμόνησε την ποδάγραν, την ημιπληγίαν του, δεν εσυλλογίσθη ότι είχε «χρόνους και καιρούς» να κολυμβήσει, επέταξε το φέσι του, έρριψε τον αμπάν του, έβγαλεν την καμιζόλαν, εξεδύθη το υποκάμισον, και παρά τας κραυγάς της μητρός διαμαρτυρομένης, ερρίφθη κατά κεφαλής εις το κύμα κι επήγε να εύρει τον γάντζον του.

   Η ώσις, η δοθείσα διά του άλματός του εις την λέμβον, τόσον δυνατή υπήρξεν, ώστε η λέμβος, η φέρουσα το παιδίον ημιθανές, απεμανκρύνθη οργυιάς προς το πέλαγος.

   Και τότε η μήτηρ ήρχισε να ολολύζει.

 

* * *

 

   Ολίγαι παρήλθον στιγμαί και ο Γιαννιός ανήλθεν εις την επιφάνειαν φέρων και τον γάντζον. Αλλ’ η λέμβος με το πνιγμένον παιδίον είχεν απομακρυνθεί, κι επειδή ήτο ήδη σχεδόν έξω της χθαμαλής ακτής, εις μέρος όπου την εύρισκεν η θαλασσία αύρα, εξηκολούθει έτι μάλλον ν’ απομακρύνεται. Θ’ απείχεν ήδη υπέρ τας δέκα οργυιάς, προς μεσημβρίαν, απέναντι ακριβώς της Μαυρομαντηλούς.

   Ο Γιαννιός εδοκίμασε κολυμβών να την φθάσει, αλλ’ η λέμβος έφευγε με διπλασίαν αυτού ταχύτητα. Ο γηραιός ναύτης, μόλις ανελθών εις την επιφάνειαν, ησθάνθη την αριστεράν χείρα βαρείαν, το δε γόνυ ψυχρόν, παγωμένον, σχεδόν παράλυτον. Η ημιπληγία του τον ετιμώρει. Τότε ο γάντζος του εχρησίμευσεν ως βακτηρία εν θαλάσση. Επί του θαλασσίου μαρμάρου, όπου το βάθος ήτο μικρόν, εστηρίζετο με το κοντάρι του, ως πληγωμένος Τρίτων κλέψας την τρίαιναν του Ποσειδώνος.

   Και ο Γιαννιός έφευγε προς την Μαυρομαντηλού, προς ην εκτείνεται το υποβρύχιον μάρμαρον, και η λέμβος έφευγε προς το πέλαγος, πλαγιώτερον ολίγον.

   Κι εκείνος εξηκολούθει να ερείδεται επί της σιδηροδέτου αγκιστρωτής βακτηρίας του, και η λέμβος εξηκολούθει να φεύγει, και η γυνή, η μήτηρ του πνιγμένου παιδίου, εκόπτετο οδυρομένη εις τον αιγιαλόν.

   Αλλ’ ο Γιαννιός ησθάνετο το αριστερόν γόνυ εντελώς παγώσαν και δεν αντείχε πλέον να κολυμβά.

   Ευτυχώς δεν απείχεν ήδη πολύ από την Μαυρομαντηλού, και επειδή έως εκεί ο δρόμος του ήτο ανύσιμος, διότι είχε την σιδηρόρρυγχον ράβδον του, όπως ερείδηται δι’ αυτής επί του θαλασσίου μαρμάρου, ελθών ενηγκαλίσθη την Μαυρομαντηλού, όπως αληθεύσει εφ’ άπαξ το ρητόν: «Μία ψυχή εις δύο σώματα!»

 

* * *

 

   Α! μόνη η Μαυρομαντηλού, η λιθίνη ψυχή, η ασφριγής και ανέραστος κόρη, η οστρεοκόλλητος και κογχυλόφθαλμος νύμφη, η άστρωτος και χαλικόσπαρτος ευνή, η απείρανδρος χήρα, η απενθής μελανείμων, μόνη αύτη έδωκεν άσυλον εις τον γηραιόν βασανισμένον ναύτην, και μόνη εδέχθη τας περιπτύξεις και τους ασπασμούς του Γιαννιού του εξαδέλφου μου.

   Πτωχή Μαυρομαντηλού! Πτωχότερε Γιαννιέ εξάδελφέ μου!

 

* * *

 

   Δεν είχεν απελπισθεί να φθάσει την φεύγουσαν λέμβον. Εθεώρει την Μαυρομαντηλού ως προσωρινόν σταθμόν. Ήλπιζεν ότι μετά μικράν αναψυχήν η αιμωδιώσα κνήμη του θ’ ανελάμβανε την ευκινησίαν της και τότε θα εξηκολούθει την δίωξιν.

   Ενέπηξε τον γάντζον εις γνωστήν αυτώ σχισμάδα του βράχου, επάτησε και αυτός τον πόδα επί τινος εξοχής, εκρεμάσθη και με τους δύο βραχίονας από τον τράχηλον της Μαυρομαντηλούς. Εν τούτοις παρήλθον λεπτά τινα, και το γόνυ του το αριστερόν δεν απεναρκούτο, τουναντίον εγίνετο μολύβδινον.

   Ευτυχώς, την στιγμήν εκείνην ήλθεν ανέλπιστος επικουρία.

   Καθ’ ην στιγμήν η περιαλγής μήτηρ είχε ρήξει την πρώτην σπαρακτικήν κραυγην της, ο αιπόλος με το ηλιοκαές μέτωπον και με την ακτένιστον κόμην ήτο ακριβώς όπισθεν της χθαμαλής ακτής και ήκουσε τας φωνάς της. Έρριψε την κάπαν του, έλαβε την ράβδον του την υψηλήν και ήρχισε να τρέχει προς το μέρος οπόθεν αι φωναί ήρχοντο. Αλλ’ θ’ απείχεν υπέρ τα χίλια βήματα.

   Φθάσας εις την κορυφήν, εστάθη προς στιγμήν, κι εκοίταξε να ίδει τι σνέβαινεν. Είδε την γυναίκα ορθήν, επιβαίνουσαν μέχρι μασχάλης εις το κύμα, τείνουσαν τον κόπανον προς το πέλαγος, και ενόμισε κατ’ αρχάς ότι κανέν σινδόνιον ή υποκάμισον θα της επήρεν η θάλασσα. Ήτο έτοιμος να γυρίσει οπίσω εις τας αίγας του, αλλ’ εκ της δευτέρας απέλπιδος επικλήσεως της γυναικός ενόησεν ότι κάτι δεινότερον θα της συνέβη.

   Τότε έτρεξε και κατέβη τον κρημνόν. Έφθασεν εις την άμμον. Έτρεξεν ακόμη κι έφθασεν εις το μέρος όπου η σκηνή συνέβαινεν.

   Εν τω μεταξύ ο Γιαννιός είχε πλησιάσει με την λέμβον, είχεν ανασύρει το πνιγόμενον παιδίον, του είχε πέσει ο γάντζος, είχε βυθιστεί ο ίδιος εις το κύμα, και η λέμβος με το παιδόν έφευγε προς το πέλαγος.

-         Τι είναι; Τι τρέχει;

   Η μήτηρ εστράφη, και ιδούσα τον βοσκόν, έδειξε την φεύγουσαν λέμβον.

-         Είναι πνιγμένο το παιδί μου.

   Ο τραχύς αιπόλος δεν έχασε καιρόν. Έρριψε κάτω την σκούφιαν του, το ένδυμα, το υποκάμισόν του, και με την περισκελίδα του μόνον ερρίφθη εις το κύμα.

   Ούτος ήτο ο εξακουστός Γκαϊδίγκος, όστις επερνούσεν ως «κοσμογυρισμένος» μεταξύ των συμποιμένων του. Ήτο και ολίγον αλιεύς, είχε κάμει και ναύτης, και ήξευρε να νήχεται ως έγχελυς. Εκολύμβα «τ’ ανδρίκεια» με τόσην ρώμην, δεξιότητα και γοργότητα, ώστε ήτο εκπληκτικόν θέαμα. Μόλις τον είδε ο Γιαννιός από της θαλασσίας σκοπιάς του και αμέσως έκρινε με την ασφάλειαν του βλέμματος γηραιού ναύτου ότι «η βάρκα ήτον φτασμένη». Μόνη η μήτηρ δεν καθησύχαζε, μη γνωρίζουσα αν το παιδίον έζη.

 

* * *

 

   Ο τραχύς Γκαϊδίγκος έφθασε την λέμβον, ανερριχήθη εις αυτήν. Έψαυσε το στήθος του παιδίου, και του εφάνη ότι η καρδία έπαλλε. Του αφήρεσε τα ενδύματα βιαστικά, του τα έσχισεν εν μέρει, και το ετύλιξε προχείρως με την καπόταν του Γιαννιού, την οποίαν εύρε διπλωμένην υπό την πρώραν. Έλαβε τας κώπας και απέξειξεν ότι ήτο τόσον καλός ερέτης, όσον και κολυμβητής.

   Ήλασε προς την Μαυρομαντ’λού, εβοήθησε τον Γιαννιόν ν’ αναβεί εις την λέμβον. Η κνήμη του αλιέως η ευώνυμος ήτο εντελώς παγωμένη, η δε αριστερά χειρ του είχε γίνει ένα με τον γάντζον.

   Ο Γιαννιός επρότεινεν εις τον Γκαϊδίγκον να μοιρασθώσι τα ίδια ενδύματά του, εσκεπάσθη αυτός με το υποκάμισον και με τον αμπάν, και παρεχώρει εις τον βοσκόν την καμιζόλαν. Ο αιπόλος απεποιήθη, λέγων ότι τα ιδικά του ενδύματα είν’ εκεί επί της άμμου, και όσον διά το παιδίον και την μητέρα, θα ευρεθώσιν εντός ολίγου ενδύματα και φωτιά διά να ζεσταθούν· και του έδειξε το αντικρύ μικρόν πολύδενδρον βουνόν, λέγων ότι εκεί εις την ράχην είναι το καλύβι του, και η ποιμενίς του είναι φιλόξενος γυνή, και διά τους άλλους και δι’ αυτόν τον Γιαννιόν. «Το παιδί ολίγα τριψίματα θέλει, είπε, να ’ρθεί στον εαυτό του, και συ θα κάμεις καλά, αφού σου πονούν τα πόδια να μην κάνεις μαρτιάτικα μπάνια». Μόνον, ως εν επιλόγω, προσέθηκε:

-         Κρίμα, μοναχά, που δεν έβγαλες χταπόδια.

 

 (1891)

 

  

      

  



[1] Αντί φορτικής παρεκβάσεως, ας μου συγχωρηθεί μικρά υποσημείωσις. Μη νομίσει τις ότι πλάττω ή επινοώ τι εκ των εν τω κειμένω. Και η εγκαρτέρησις και<η> οικονομία της συζύγου και η στοργή της μητρυιάς είναι γεγονότα εξ όσων είδα ιδίοις όμμασιν. Αλλ’ οι πολλοί πιστεύουσι προθύμως τα μυθεύματα, η δε αλήθεια φαίνεται αυτοίς απιθανωτέρα του ψεύδους. Και εν τω καθ’ ημέραν βίω παρετήρησα ότι, οσάκις ηθέλησα χάριν παιδιάς να είπω ψευδές τι, παρ’ ελπίδα εύρον τους ακροατάς ευπίστους τόσον, ώστε, και διαμαρτυρομένου εμού ύστερον ότι ηστεϊζόμην, δεν επείθοντο, αλλ’ επέμενον να πιστεύωσιν ως αληθές το ψεύδος· οσάκις δ’ εδοκίμασα να είπω αλήθειάν τινα, τους εύρον δυσπίστους και κακοπονήρως μειδιώντας. –Αλλ’ ας είναι βέβαιος ο αναγνώστης, ότι ημείς οι διηγηματογράφοι

ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία,

ίδμεν δ’ εύτ’ εθέλωμεν αληθέα μυθήσασθαι.

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA