Τ' ΜΠΟΥΦ' ΤΟΥ Π'ΛΙ

 

Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρούς, και του ήρχοντο όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παλιοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει, ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος — επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα. Άλλοι έλεγαν ότι είχε συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρει από τον λιμένα, να βάζει την γυναικα του, την Σινιώραν, να προπορεύεται πρώτη ώς την βάρκαν, κι αυτός ν' ακολουθεί, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο παπ’ Άβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν αυτήν επικυρώνει κ’ η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του.

Άλλοι  έλεγαν ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον όποιον εσυνήθίζε κατά κόρον ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρην του, δεν το άφηνε. Είτε εις το πέλαγος, είτε εις όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν  είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθεί στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, δια να είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον, αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν»· δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά δια τον καπετάν Στέφον όμως, η κλεψιά τού έβγαινεν εις καλόν.

Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν  σχολείον και εις την α' του Ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα καπε-τανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μην του έρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα» ή «μπουκαπόρτα» ή «μάπα κεφάλι». Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι προς αλλήλους: «Ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν;»

       

¯¯¯

 

Όσον αφορά την Σινιώραν, την καπετάνισσαν, ολ' οι άνδρες την εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοιχτοπρόσωπην, κοκκινομαλλού, χονδρήν ως  ξυλίνην καρούταν, να κάθεται σχεδόν διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπιτιού, χωρίς να κάμνει τί­ποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απασσάλωτη, αναφάνταλη, αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ’ ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, να βάπτει τα μαλλιά της με «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς κόρης η μάννα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος.

Αυτή όμως θα ηδύνατο ν’ απάντησει ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτει. Και τω όντι, ποτέ δεν εχαλούσε η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε

δι' άλλο τίποτε. Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στον νου μου, κι όλα μου έρχονται δεξιά».

Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχονται δεξιά, αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον δια να κυοφορήσει, να φέρει έν βρέφος εις τον κόσμον και να αποθάνει λεχώ), η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγει με αντικλείδι μίαν νύκτα, 

ν' ανοίξει το έρημο κι άχαρο σπίτι της μακαρίτισσας  (το οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος, διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψει τα νυφιάτικα ρούχα της νεκράς, και να τα φορέσει. Απ’ εδώ φαίνεται ότι δεν είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στον νου της, και της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχει και «καλό πο­δαρικό» δια τον σύζυγόν της.

       

¯¯¯

                                                                             

Όσον δια τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχον ξεχάσει πλέον όλα τα παλαιά εγκώμια, και τον περιέγραφαν μόνον ως «μπούφον». Το όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγεί, όπως κάμνουν τ' άλλα αρπακτικά, κάθεται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη μορ­φή του συγχέεται και γίνεται εν με το βάθρον και με την σκοπιάν του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα, του, και τα καημένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως τού ήρχοντο όλαι αι υποθέσεις, όλαι αι επιχειρήσεις, του Στέφου. «Σάν τ’ μπούφ’ του π’λί». Όπως στον μπούφον το πουλί.

Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή εις τους λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε ναύλον.

Άλλοι, ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία» και άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν· εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.

       

¯¯¯

                                                                             

Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη εν εβραιοκάικον, ξουριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάσει έρημον εις τας ακτάς

της  νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το

επεριφρόνησαν, και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην ημέραν παρουσιάζεται εις παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και προσ­φέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το ενοικιάσει και να το μεταχειρισθεί προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδει εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού το παρέλα­βε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύει. Κατά τους μήνας του χειμώνος εκείνου, συνέβη να πέσει τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους αιγια­λούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιον του επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος, έδωκε τρεις λίρας εις πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να καλλιεργήσουν το κτήμα, και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάλυψαν άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύει όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του δεν έτυχε να κτυπήσει εις την θαυματουργόν φλέβα! Τινές είπον, ότι ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως ήτο υπερθεματισμός.

Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυ­τό τής ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζει πολλά πράγματα, διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων της:

 — Κλεφτρίνες, πλιό, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'!  Τ' ακούς εσύ, όποτε έφερνε μπόρα, κι όλες οι νοικοκυράδες κ' οι αργατίνες οι παρακατινές, πού μάζευαν τις ελιές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές οι δυο μαυροφόρες, η Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα η μάννα της, έπαιρναν τις κόφες τους κ' έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλιό. . .

Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάννα του κι η κυρούλα του. Από αυτάς είχε λάβει ως φαίνεται το μυστικόν περίαπτον της ευτυχίας.

 

¯¯¯

                                                                             

Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τις παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν εκτεθεί εις το καφενείον Λαυκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μία εικών αυτοφυούς  ζωγράφου,   μάλλον  χρωματιστού, ναύτου, ήτις  παρίστανεν επί μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, εν άγνωστον είδος ζώου, με στόμα μέγα ανοικτόν, και, γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων πτερωτών, τα οποία. έπιπτον εις το χάσκον στόμα.

Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγίνοντο.         

— Θα είναι τελώνιο πού κάθισε στά πινά της σκούνας, έλεγεν εις.

— Θα είναι θαλασσινό όρνιο, πού γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.

— Είναι  θαλασσαετός!. . .   είναι  σακκάς,  πελεκάνος!

— Είναι. . .   γλάρος !

— Μωρέ  είναι  μπούφος!   είπεν  εις  γηραιός  θαλασσινός           

—Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;

Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρούς επεριμένετο να φθάση, δια να κάμει Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' από τα δύο νησιά να εισέλθει εις τον λιμένα. Τι έγινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν

Στέφος κι έπόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον.

Όλοι ανησύχησαν, μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν ανησυχίαν. Είχε νυχτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα μεσάνυχτα, άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς εσύριζε.

Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν ογκον, κι έπλησίασε με βαρείαν κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν.

      Καλώς σ' ηύρα, καπετάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.

    Καλώς την  αγάπη  μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα την φωνήν του συζύγου της.

 

¯¯¯

                                                                             

Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να τον ζωγραφίσει) καθήμενον, ως επί κλάδου, επί, της κεραίας και των εξαρτίων του ιδίου πλοίου του με κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα.

Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πραξιν την ιδέαν, κι έσχεδίασε μεγάλην σκούναν ν' άρμενίζει πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του το χάσκον ως Άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά, ρηγίνες και κολωνάτα.

Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.

 — Μπράβο του μάστρο-Γιαννιού, την  κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα ρακί!

Κ’ έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.

 

(1904)

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA