ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΑΙ - Παπαδιαμάντης

 

 

     Πώς έτρεχον το πρωί, εις την πεδιάδα πέραν, έξω της πολίχνης, τόσος κόσμος, άνδρες και παιδία, και ολίγαι γυναίκες προσέτι; Έτρεχον ανά την ευρείαν λεκάνην, την σχηματιζομένην μεταξύ δύο βουνών, και ενός βορεινού όρμου και του λιμένος του μεσημβρινού, πλήθος πολύ σφόδρα. Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονιον, ο Γραίος, ο βορειοανατολικός, αδιάκοπος εφύσα, και ήτο ψύχος και χειμών, Δεκέμβριον μήνα…..

     Πρώτοι έτρεξαν, ο Λούκας ο Μπούνος, κι ο Θανάσης ο Πουγαδής, κι ο Παναγής της Χρόναινας. Ευθύς κατόπιν τούτων ήλθαν ο Αναστάσης ο Ζιζυφός, κι ο Κώστας ο Αμπάς, κι ο Αλέξης της Μυλωνούς, κι οι λοιποί. Άλλοι εξ αυτών έφερον σάκκους πλήρεις, άλλοι εκρατούσαν ως ράβδους υψηλά κοντάρια, κι οι τσέπες των αμπαδένιων επανωφορίων και περισκελίδων των εφαίνοντο κάπως φουσκωμένες. Είχαν βγάλει από τα κοντάρια τους γάντζους και τα καμάκια, και τα έφερον εις τις τσέπες των, ίσως δια να μη δίδουν υποψίας. Δύο εκ τούτων εκράτουν ανά μίαν απόχην, και άλλοι εβάσταζον κουβαριασμένα χονδρά σχοινία, πισσωμένα. Βεβαίως επρόκειτο περί αλιευτικής ή ναυτικής εκδρομής.

     Αλλά πώς είχον μυρισθεί την υπόθεσιν, κι είχον λάβει είδησιν, όλοι οι μάγκες του τόπου, παιδία μεταξύ δώδεκα και δεκαέξ ετών, πρώτος ο Θοδωρής ο Τσούνος, είτα ο Γιάννης ο Ζόπης, κι ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι ο Βασίλης ο Γλάρος, κι ο άλλος Βασίλης ο Κουλός, κι ο Γιώργης ο Κυρκυδός, κι ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι ο Γιάννης ο Κιώρης, κι ο Αλέξης το Φανάρι, κι ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, και τόσοι άλλοι; Μόλις είχε γνωσθεί το πρωί η είδησις, ότι την περασμένην νύχτα  είχε πέσει έξω παρά την Κεφάλαν, την απότομον υψηλήν ακτήν, πλησίον επισφαλούς βορεινού όρμου, μία μεγάλη νάβα ολλανδική, πελώριον σκάφος, φορτωμένον με αγγεία, σίδηρον, και τινα υφάσματα. Και οι μεν ναυαγοί είχον σωθεί· είχαν έλθει νύκτα εις την πόλιν· οι κάτοικοι τους έδωκαν φορέματα, ήναψαν μεγάλην φωτιάν μέσα εις μίαν ισόγειον αποθήκην, και τους εζέσταναν. Οι ξένοι ήπιαν ρούμι άφθονον, και ήναψαν τας πίπας των. Εφαίνοντο ευχαριστημένοι από την φιλοξενίαν των εντοπίων. Τώρα επρόκειτο και πώς να σωθώσι τα ναυάγια.

 

     Η εξουσία είχε στείλει δύο ενόπλους χωροφύλακας εις την Κεφάλαν, δια να φυλάξουν, όσον το δυνατόν, το βυθισμένον σκάφος. Αλλά πριν έλθουν οι χωροφύλακες, είχον φθάσει εις τον τόπον του ναυαγίου ο Λούκας ο Μπούνος με την παρέαν του, κι ο Αναστάσης ο Ζιζυφός, κι ο Αλέξης της Μυλωνούς, και οι λοιποί. Ακόμη προ αυτών έφθασαν, αν και τελευταίοι είχον αναχωρήσει, ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι ο Βασίλης ο Γλάρος, κι ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι όλοι οι ξυπόλυτοι μοσχόμαγκες του τόπου. Ήρχισαν δε πάραυτα να εργάζονται προς ανέλκυσιν των ναυαγίων από τον πυθμένα. Αι δύο ή τρεις γυναίκες, αίτινες είχον ακολουθήσει, ηκολούθησαν καταρχάς προφάσει δια να κράξωσιν οπίσω τους υιούς των τους μάγκας, και τους συμμαζέψουν, είτα σιγά-σιγά, χωρίς να το αισθανθούν, ειλκύσθησαν και αυταί μέχρι της Κεφάλας, και εύρον περίεργον το θέαμα.

     Ο Λούκας κι η παρέα του, με τους γάντζους και με τις απόχες, θα κατώρθωναν πολύ μεγαλύτερες δουλειές, αν ήτον εύκολον να φέρουν από τον λιμένα τις βάρκες των, εις το μέρος εκείνο. Αλλ΄ ήτο σχεδόν αδύνατον, διότι ο μαινόμενος βορράς δεν το επέτρεπε. Θα ήτον ανάγκη να κάμψουν το ανατολικόν ακρωτήριον, το φράσσον τον λιμένα, να πλεύσουν κατεπάνω εις τον άνεμον, τρία ως τέσσερα μίλια πέλαγος αγριωμένον, εις τα βασίλεια του βορρά. Με πανιά θα ήτον αμήχανον, με κωπία θα εχρειάζοντο πολύ μεγαλύτεραι και ισχυρότεραι λέμβοι, και πολλοί και στιβαροί βραχίονες να το κατορθώσουν. Διά τούτο ηναγκάσθησαν, φέροντες τα αλιευτικά των εφόδια, να έλθουν πεζοί, χωρίς κανείς να τους έχει στείλει.

     Τώρα, με γάντζους, με απόχες, με σχοινία και με κοντάρια, έκαμναν ότι μπορούσαν ανασύροντες πότε-πότε μεγάλα πινάκια, υπερμεγέθεις σουπιέρες με καλύμματα και με κουτάλας πηλίνας ακόμη, ενίοτε δέσμας σιδηρών ράβδων κτλ. Αλλά πολύ μεγαλυτέραν εργασίαν έκαμναν ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι ο Γλάρος, κι ο Ψόφος, και οι λοιποί. Ούτοι, χωρίς να φοβώνται ότι θα κρυώσουν, εγυμνώθησαν από τα ολίγα ράκη που εφορούσαν, έδιναν διαρκώς βουτιές, έφθαναν δύο ή τρία μπόϊα εις τον πυθμένα, κι επανήρχοντο εις τον αφρόν φέροντες πάντοτε όσην ηδύναντο να σηκώσουν λείαν.

 

 

    Δεν εφαίνοντο να είχαν συλλογισθεί πώς θα μεταφέρουν τόσα αγγεία πήλινα, και τόσας ράβδους σιδηράς, και πώς θα τα εξασφαλίσουν. Πλην ο Λούκας ο Μπούνος εφαίνετο να είχε τους σκοπούς του δι΄ αυτό.

     -Παιδιά, είπεν ούτος έξαφνα, στραφείς προς τα διαφόρους ομάδας των ανελκυστών και των βουτηχτών, τα πλιάτσικά μας, βλέπετε, είναι τέτοιας λογής, που το ένα είδος, το σίδερο, είναι φτιασμένο για να σπάζει το άλλο είδος, τα πιάτα. Το λοιπόν, δεν μπορούν να κάμουν εύκολα χωριό, τα δυο μαζί. Είναι ανάγκη να τα ξεχωρίσουμε. Σας παραχωρούμε σας, των παιδιών, να πάρετε όσα πιάτα εύρετε, σπασμένα και γιερά, που είναι και πλιο εύκολο να τα κουβαλήσετε στα χέρια· σώνει να μας βοηθήσετ΄ εμάς να μεταφέρουμε σε μέρος σίγουρο ούλες τις βέργες και τις λαμαρίνες.

     Έκυψεν εις το ους ενός των συντρόφων του, του Αναστάση του Ζιζυφού, και του εψιθύρισε μερικά λόγια με πολλάς χειρονομίας, δεικνύων δια συρτού κι επιμόνου κινήματος της παλάμης, ίσα-πέρα τον αιγιαλόν, και ηκούσθησαν αρκετά ευκρινώς απ΄το στόμα του ολίγαι λέξεις: «καλύβα, πέρα εκεί, σπηλιά,…κλειδαριά, σιδερόπορτα.. Να φυλάτε, κι εμείς θα ΄ρθουμε με τις βάρκες το βράδυ, σαν πέσ΄ ο αέρας».

     Την στιγμήν εκείνην, ένας από τους μάγκας, ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, εφώναξεν:

     -Έ! μπαρμπα-Λουκά! μπαρμπα-Λουκά! να έρχονται οι ταχτικοί!

     Εστράφησαν όλοι, και είδον τους δύο γηραιούς χωροφύλακας, με τις παλιοκαπότες των και με τις καραμπίνες των τις σκουριασμένες, που εφάνησαν να κατέρχονται την ράχιν προς την ακτήν, και μόλις απείχον πεντακόσια βήματα. Ήσαν δύο παλαιοί, λησμονημένοι χωροφύλακες, από την εποχήν την προ του Συντάγματος, με τουζλούκια και με χειρίδας ανοικτάς, δυσκίνητοι, συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς, μαθημένοι να πονούν την φτώχεια, και μη θέλοντες να φαίνονται κακοί.

     -Έννοια σας, εσείς! έκραξεν ο Λούκας χωρίς να ταραχθεί. Ξέρω εγώ τι να του πω, του μπάρμπα-Χρίστου, και μη σας μέλει.

     Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη οπωσούν τραχεία η φωνή του ενός των χωροφυλάκων, του γεροντοτέρου:

     -Έ! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε…Πέσατε με τα μούτρα πάλι, στο πλιάτσκο!

     Με τον ίδιον τρόπον απήντησεν ο Λούκας.

     -Έννοια σου, μπαρμπά-Χρίστο! το κάνουμε για να μη σκουριάσουν τα σίδερα μες τη θάλασσα… Κι έπειτα, είναι ανάγκη να ξαλαφρώσει λιγάκι τ΄ αμπάρι, για να σηκωθεί το σκάφος!....

 

 

     Ο Λούκας δεν εβράδυνε να πείσει τον μπαρμπά-Χρίστον περί της αληθείας και περί της ορθότητος των δύο επιχειρημάτων, τα οποία επρόβαλλε: Όταν οι δύο γηραιοί οπλίται κατήλθον χαμηλότερα προς τον αιγιαλόν, ανέβη κι εκείνος ολίγον υψηλότερα και τους ανέπτυξεν αναλυτικώτερον την υπόθεσιν.

     -Κάμετε γλήγορα! έκραξεν εν συμπεράσματι ο γερο-Χρίστος και ξεπαστρέψτε τα, αυτά, το γληγορώτερο…και ξεκουμπισθήτε αποδώ, γιατί!....

     Διέκοψε, και έφερε την χείρα εις τον πώγωνα· είτα επέφερεν:

     -Είναι κι άλλοι εδώ, που έχουν γένεια….

     Έκαμε μιμικόν κίνημα, σημαίνον ότι «εκείνος που είχε τα γένεια», δηλ. ο κατής ή ειρηνοδίκης, ήτον φόβος, αν εγίνοντο παράπονα, μην τους τσακώσει «απ’ το γιακά», και τους στείλει «μέσα».

     Ο Λούκας απήντησεν:

     -Ορισμός σας, μπαρμπα-Χρίστο!...το γληγορώτερο.

     Είτα ήρχισε να συνεννοείται με την παρέαν του.   

 Καθώς τα μυρμήκια, το θέρος, δεν παύουν ένα-ένα, αποτελούντα ατελείωτον λιτανείαν, εις την άκραν του δρόμου, να σύρουν από ένα κόκκον, ή ψόφιαν μυίαν, ή οτιδήποτε, βαδίζοντα ακούραστα προς την αποθήκην των, την μικράν εκείνην οπήν της γης, ούτω και η πολυκέφαλος συντροφιά του Λούκα, ο Θανάσης ο Παπουδής, κι ο Παναγής της Χρύσαινας, κι ο Αναστάσης ο Αμπάς, κι ο Αλέξης της Μυλωνούς, και οι λοιποί, εσχημάτισαν μακράν πομπήν, μετακομίζοντες επ΄ ώμων τας ράβδους τας σιδηράς και τα αγγεία, εις την καλύβην πέραν, την κρυφήν, και εις την σπηλιάν την οποία είχεν υποδείξει ο Λούκας. Και καθώς τα μυρμήκια, όταν εις έν εξ αυτών πέσει εν τεμάχιον πολύ μεγάλον και δυσανάλογον δια τας δυνάμεις του, υπείκοντα εις σημεία μυστικά και εις φωνάς αδήλους, έρχονται εις βοήθειαν του αδελφού των, και συνεργάζονται πέντε ή έξ ομού εις το κύλισμα και την μεταφοράν του μεγάλου τεμαχίου, παρομοίως ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι ο Γιάννης ο Ζόπης, κι ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι ο Κώστας ο Κυρκυδός, κι ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι ο Αλέξης το Φανάρι, και όλοι οι λοιποί, συνέτρεχον και συνεκοπίαζον εις το κουβάλημα πάσης δέσμης σιδηρών ράβδων, πολύ στερεά δεμένης, και την οποίαν μάτην είχον προσπαθήσει να λύσωσι εις μονάδας.

 

 

     Την νύκτα, ο άνεμος εμετριάσθη και ο καιρός εφαίνετο ότι εβελτιώθη. Τέσσαρες ή πέντε λέμβοι έκαμψαν το ανατολικόν του λιμένος ακρωτήριον, και δεν εβράδυναν να φθάσουν εις την Σπηλιάν, ολίγω πλησιέστερον της ακτής, όπου είχε βυθισθεί το ξένον πλοίον.

     Τινές των συντρόφων εζήτουν επί τόπου να μοιρασθούν τα λάφυρα, δια να φέρει «ο καθένας το δικό του». Ο Λούκας έκανε «κουμάντο» εις όλα. Προκειμένου περί διανομής των λαφύρων ιδού πώς έλυσε το ζήτημα:

     -Βρε παιδιά, είπε, να φορτώσουμε τώρα τα πράγματα όπως είναι, μοιρασμένα κι αμοίραστα, για να τα κουβαλήσουμε «όσο είναι νωρίς», - ήτον μία μετά τα μεσάνυχτα, - κι ύστερα κάνουμε καλά, όταν θα τα ξεμπαρκάρουμε. Ο λύκος απ΄ τα μετρημένα τρώει.

     Συγχρόνως δε έβαλε τα δυνατά του να παραφορτώσει την δικήν του την βάρκαν με παραπολλά σίδερα, λέγων ότι η βάρκα αυτή σηκώνει περισσότερα, επειδή είναι καινούργια και γερή και καλοφτιασμένη.

     Εις τον πλουν πάλιν ο άνεμος εσφοδρύνθη κι εφουρτουνιάσθησαν όλοι. Η βάρκα του Λούκα, ως πολύ βαρυφορτωμένη, ηναγκάσθη να κάμει σχεδόν γενικήν αβαρίαν.

     Τέλος έφθασαν εις τον λιμένα, δύο ώρας πριν φέξει, και απεβίβασαν τα πράγματα εις μίαν εσχατιάν, έξω της πόλεως. Τότε ήρχισαν δυνατόν καυγάν μεταξύ των.

     Ο Λούκας κι οι άλλοι δυο νομάτοι, οι σύντροφοι της βάρκας του, απήτουν να τα μοιράσουν όλα «απ΄ τη μεγάλη μέση», αναλογίζοντες την αβαρίαν εις βάρος όλων. Οι άλλοι έλεγον ότι τα πράγματα είναι καλώς μοιρασμένα, και δεν έχουν να κάμουν άλλην μοιρασιάν. Ας μην έκαναν τόσο «ταμάχι», ο Λούκας κι όλοι αυτοί μαζί του, δια να μην ευρεθούν εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν. Πλην διατί τάχα ο Λούκας να επιμένει να βαρυφορτώσει τόσον την βάρκαν; Άλλα είχε στα χείλη, κι άλλον διάβολον είχε μέσα του. Βεβαίως, ενόει όλην την βαρκαδιά ως μερδικό του· και το μερδικό το πήρε πίσω η θάλασσα η αχόρταγη.

     Τότε οι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι του Λούκα, έρριψαν όλον το βάρος επάνω του, κι επέμειναν να μοιρασθούν οι δύο ό,τι είχε μείνει απ΄ όλον το φορτίον, επειδή αυτός με το «ταμάχι» του και με την πλεονεξίαν του έγινεν αίτιος της αβαρίας, και είναι δίκαιον η ζημία να πέσει εις βάρος του.

     Ο Λούκας ετραβούσε τας ολίγας τρίχας, τας άλλοτε πυρράς, και νυν στακτεράς και υπολεύκους, που είχαν μείνει περί τους δύο κροτάφους του, μεμφόμενος την αχαριστίαν των συντρόφων.

     -Κακό, βρε παιδιά! κι ο κόπος μου θα πάει χαμένος;… Κρίμα, βρε παιδιά!

 

 

     Ευθύς άμα τη ανατολή του ηλίου, πριν προφθάσουν οι ναυαγοσώσται να μεταφέρουν και εξασφαλίσουν όλα τα λάφυρα, ο ειρηνοδίκης και ο πάρεδρος της δημαρχίας, ο «εκπληρών και τα αστυνομικά», ελθόντες κατέσχον ό,τι εύρον εξ όλων των διακομισθέντων πραγμάτων. Ο ειρηνοδίκης εξωδίκως απεφάνθη ότι, κατ΄αυτόν, οι άνθρωποι ούτοι δεν ήσαν ένοχοι, καθότι εγλύτωσαν τόσον πράγμα από την φθοράν. Επειδή, αν επερίμεναν τους «αρμοδίους» πότε να «σκεφθούν» και «ν΄ αποφασίσουν», να «λάβουν μέτρα», κτλ. οι αρμόδιοι είναι τόσον βραδυκίνητοι, ώστε το μεγαλύτερον μέρος του φορτίου θα το κατέπινεν εν τω μεταξύ η θάλασσα. Εδικαιούντο άρα οι άνθρωποι, αν δεν τους επλήρωναν τα ναυαγοσωστικά, να κρατήσουν μέρος των πραγμάτων τούτων δι΄ αμοιβήν των.

     -Καλά το έλεγα εγώ, βρε παιδιά, είπεν ο Λούκας-δεν ήτον δίκιο να χάσω τον κόπον μου!

 

(1901)