Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΡΑΣ

 

          Μίαν μοναχοκόρην είχεν η χήρα Χαρμολίνα, την Ασημένιαν. Και αύτη, προ δεκαπέντε χρόνων ήδη είχε νυμφευθεί γόνον προκρίτου οικογενείας, τον Ιάκωβον Ματθαίου. Ήτον δε ο Ιάκωβος Ματθαίου σχεδόν ίσος την ηλικίαν με την πενθεράν του. Όλοι οι νέοι του χωρίου είχαν ξενιτευθεί εις την Αμερικήν, όπου δεν εύρον την πραγματοποίησιν του ονείρου των. Δυσκόλως απέκτων χρήματα, δυσκολώτερον τα διετήρουν, και ακόμη δυσκολώτερον επαλιννόστουν. Όθεν όλα τα γεροντοπαλλήκαρα του τόπου, όσοι είχον μαγαζείον ή θέσιν ή σειράν τινα, εθήρευον τας νεαράς κόρας τας έχουσας προίκα. Αι μόναι ζημιούμεναι ήσαν τα γεροντοκόριτσα, τα οποία δεν είχον μοίρα υπό τον ήλιον.

          Ως όνειρον το ενθυμείτο η Δέσποινα Χαρμολάκη, κόρη του μακαρίτου Μαραλή, πώς είχεν υπανδρευθεί κι εμβήκε κι αυτή στον κόσμον. Πράγματι, ο έγγαμος βίος της είχε διαρκέσει όσον εν όνειρον. Μίαν Κυριακήν του τέλους Δεκεμβρίου, μετά τα Χριστούγεννα, την είχαν στολίσει νύμφην, και την είχαν στήσει ως λαμπάδα αλύγιστην και σεμνήν και την είχαν στεφανώσει εις το καινούργιον, καλοκτισμένον σπίτι, το οποίον της είχον δώσει ως προίκα, κάτω εις τον αιγιαλόν, εις τον βράχον του λιμένος, όπου το κύμα εφίλει μετά παφλασμού τον μώλον, επάνω εις τον οποίον ήτον θεμελιωμένος ο τοίχος της κυρίας προσόψεως της οικοδομής. Κι' ανάμεσα εις τον φλοίσβον των φιλημάτων του κύματος έμελπον τα βιολιά και τα λαγούτα, εις τον ήχον των οποίων εσύρετο ο χορός του γάμου. Και υπό τον φλοίσβον του κύματος, και εις τον ήχον των μουσικών οργάνων, προεπέμφθησαν οι καλεσμένοι, οίτινες μετά ώραν ακόμη, εις την πρώτην γλυκείαν χαραυγήν, επέστρεφαν υπό την οικίαν διά να μέλψωσι τα επιστρόφια, και αυτή είχεν αφεθεί εις τας αγκάλας του συζύγου της.

          Είτα, μετά δύο μήνας, ο νεόγαμβρος εμβαρκάρισε με την «Μανουήλα», το μέγα και ογκώδες βρίκιον, το ιδιόκτητον του πατρός του, το οποίον αυτός εκυβέρνα ως πλοίαρχος. Είτα, μετά δύο ταξίδια, κατά το θέρος, ο σύζυγος της, νοσήσας βαρέως, καθώς εμάνθανεν αυτή εις την πατρίδα περιμένουσα τούτον, είχεν εισαχθεί εις τα «σπιτάλια» της Σμύρνης, κι εκεί απέθανε. Η νεαρά νύμφη δεν τον είδε πλέον. Κατά τον Οκτώβριον, έτεκε θυγάτριον, τέκνον των δακρύων. Τους ονειρώδεις νυμφικούς πέπλους είχον διαδεχθεί τάχιστα τα μαύρα τής χηρείας δεσμά, τα «βαρύτερ' απ' τα σίδερα», και τα σπάργανα του βρέφους της μόνη η εκκλησία ηδυνήθη να φαιδρύνει με «χιτώνα φωτεινόν» και «κουκούλιον αγαλλιάσεως».

          Είτα η μάννα έμεινεν ισοβίως χήρα σώφρων, θαύμα γυναικείας εγκαρτερήσεως ουχί ασύνηθες εις τας ελληνικάς χώρας, πριν ανατείλωσιν αι «χειραφετήσεις» εις τον ορίζοντα, και η κόρη ανετράφη, εμεγάλωσεν, εκ κοιλίας μητρός ορφανή.

          Ο γέρος πενθερός, αποθανών, άφησεν εις την εγγονήν του μέγα μέρος της κτηματικής περιουσίας του, ως και χρήματά τινα. Κατ' εκείνην την εποχήν, ο Ιάκωβος Ματθαίου ήτο ακμαίον γεροντοπαλλήκαρον και όταν του έλεγε τις την ηλικίαν του από τα «Ληξιαρχικά», αυτός ισχυρίζετο ότι ειχεν υπάρξει ομώνυμος αδελφός του, Ιάκωβος, προαποθανών εις βρεφικήν ηλικίαν, πριν γεννηθεί αυτός, και ότι εκείνος είναι, τον οποίον αναφέρουν τα βιβλία της Εκκλησίας, αυτός δε εγεννήθη ύστερον και είναι πολύ νεώτερος.

          Ο Ιάκωβος είχε ζητηθεί από πολλάς νύμφας, αλλά δεν ηθέλησε καμμίαν. Διά τούτο τινες έλεγον ότι ήτο «καλογεροταμένος» και δεν θα ενυμφεύετο ποτέ. Αλλά την Ασημένιαν, την μοναχοκόρην της χήρας Χαρμολίνας, μόνος του την εζήτησε - και την επήρε.

          Ήτον σχεδόν σαράντα χρόνων, εκείνη δεκαοκτώ. Εγκατεστάθησαν εις την μεγάλην οικίαν του γέροντος πάππου - όχι εις την προικώαν της χήρας, την οποίαν εξηκολούθει ακόμα να φιλεί το κύμα, όπως πάλαι εις τους γάμους και τα επιθαλάμια - μεθ' όλα της χηρείας τα μαύρα δεσμά, και τ' αλμυρά της θαλάσσης δάκρυα - αλλ' εις την ευρείαν οικίαν με τα διπλά πατώματα, τας αποθήκας και τα ελαιοτριβεία, τα πηγάδια και τας στέρνας, με τας αυλάς, τους κήπους και τας αναδενδράδας, την οποίαν είχε κληρονομήσει η κόρη από τον πάππον της.

 

***

 

          Είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη. Η νεαρά νύμφη είχε γεννήσει ήδη εννέα τέκνα, κι εξηκολούθει να γεννά ακόμη. Τα δύο είχον αποθάνει βρέφη. Τέσσαρες υιοί και τρία κοράσια επέζων. Ησαν τόσον γείτονα την ηλικίαν, τόσον ίσα εις το ανάστημα, ώστε μόνο οι γονείς, η μάμμη και οι πλησιέστεροι γείτονες τα διέκρινον απ' αλλήλων. Οι λοιποί, και στενοί συγγενείς και φίλοι της οικίας, εις μάτην εκοπίαζον διά να μάθουν ακριβώς να διακρίνουν τον Μαθιόν από τον Κωστήν, τον Κωστήν από τον Χαραλάμπην, το Ρηνιώ από το Δεσποινιώ, το Δεσποινιώ από το Κατερινιώ. Ελεγον μόνο αλληγορικώς, αινιττόμενοι την φιλοκτημοσύνην του οικοδεσπότου, ότι «ο Ματθαίου είχεν αποκτήσει ένα καλό χωράφι».

          Η Χαρμολίνα εκατοίκει πλησίον της κόρης της, εις εν χαμόγειον της μεγάλης οικίας. Είχε «γραφεί σκλάβα» εις τον γαμβρόν της. Όπως ισοβίως έφερε της χηρείας τα δεσμά, ισοβίως είχε αναλάβει και τον ζυγόν της θητείας πλησίον της κόρης της και του γαμβρού της.

          Δεν είχε πλέον να της προξενήσει άλλους καημούς η θάλασσα, με τα πικρά φιλήματα της και εις τον μώλον της παλαιάς οικίας - την οποίαν είχεν ενοικιάσει τώρα επωφελώς ο γαμβρός εις ξένους υπαλλήλους, ή εις παρεπιδήμους πλουσίους, εκ Θεσσαλίας. Ευτυχώς ο γαμβρός ήτον χερσαίος. Είχεν ο ίδιος το μαγαζί του εις την παραθαλάσσιον αγοράν - το οποίον κυρίως του εχρησίμευε διά να περνά η ώρα του, και διά να μοσχοπωλεί τα ίδια προϊόντα του, προπάντων έλαιον και οίνον μοσχάτον εκ των κτημάτων του, μη επιτρέπων κέρδος εις τρίτους. Συχνά έκλειε το μαγαζί, και εξετέλει εκδρομάς εις τα μακρινά κτήματα, όλα σχεδόν κληρονομίαν του γέροντος πάππου.

          Εις τα ευρύχωρα παραρτήματα της οικίας, τους κήπους και τα προαύλια, και εις το ελαιοτριβείον - το οποίον εσχόλαζε δεκαοκτώ μήνας εις τους εικοσιτέσσαρας, και όλον αυτόν τον καιρόν εχρησίμευεν, ως πλυσταρείον, αλλά και ως αποθήκη - είχε όρνιθες, πάπιες, χήνες, μίαν προβατίναν με το αρνί της, μίαν κατσίκαν με τα ερίφια της, δύο μικρά γουρουνόπουλα (τα οποία είς χωρικός είχε δώσει απέναντι χρέους, κι επειδή δεν ήτο κατάλληλος εποχή, όπως πωληθώσιν ή σφαγώσιν, ο γαμβρός επέβαλεν εις την πενθεράν του να φροντίζει και δι' αυτά) και τέλος μίαν όνον με το πουλάρι της. Όλ' αυτά, καθώς και τα επτά παιδία, ήσαν εις την δικαιοδοσίαν της πενθεράς.

 

***

 

          Αν υπήρχεν εις όλην την εξοχικήν συνοικίαν, κοντά εις τα Λιβάδια, γυνή πολυάσχολος, αύτη ήτον η Χαρμολίνα. Και αν υπήρχεν οικία, ισόγειον ή αυλόγυρος, όπου να μην παύει ποτέ ο καθημερινός βόμβος και θόρυβος, τούτο ήτον η αυλή και το ελαιοτριβείον του Ιακώβου Ματθαίου. Είς ξένος γείτων, όστις εγνώριζε τα κατ' αυτήν, και την έβλεπε συχνά εις τον δρόμον, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ ακριβώς να προφέρει τ' όνομα της, μη γνωρίζων πώς να την ονομάζει, την απεκάλεσεν: «η πενθερά του γαμβρού της».

          Μίαν ημέραν, η γειτόνισσα της Γκιουλή η Βοσταντζίνα, μία πρωτινή γραία, της είπε:

          - Τι ήθελες, παιδάκι μου, να 'μβείς στα βάσανα του κόσμου!

          Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβεί «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθεί, ενιαυτόν μετά ενιαυτόν, και είχε ταφεί εις το παρελθόν, το άπιστον, όπως είς τας κορυφάς των υψηλών ορέων, όπου αι χιόνες, από χειμώνος εις χειμώνα, καλύπτουσι τας χιόνας, ώστε η πολυχρόνιος μάζα γίνεται πλέον βράχος ή ως πάγος του Πόλου.

          Αλλά τι ενόει άρα η απλοϊκή γραία με «τα βάσανα του κόσμου»; Ενόει διατί να υπανδρευθεί, προ τριακονταετίας, η χήρα αυτή ή διατί να υπανδρεύσει την κόρην της;

          Ο λόγος της αρχαϊκής γραίας τής ήρχετο εις τον νούν, εις του νυσταγμού τας μεσημβρινάς ώρας, των μακρών του θέρους ημερών. Και τ' όνειρον ή ο λογισμός της, ιδού ως έγγιστα ποίαν μορφήν ελάμβανε.

          «Μίαν μωρίαν φαίνεται ότι έκαμα εις την ζωήν μου, και αυτήν δεν ημπορούσα να την αποφύγω. Άφησα τους γονείς μου να με πανδρέψουν, επειδή αδύνατον ήτον να διαβάσω τα μαύρα γράμματα, τα οποία η Μοίρα γράφει εις το κρανίον μας, όπως λέγουν. Και μίαν φρονιμάδα ως φαίνεται, έκαμα, ότι δεν απεφάσισα να ξαναπανδρευθώ.

          »Κατόπιν της φρονιμάδας αυτής, η δευτέρα μωρία, ο γάμος της κόρης μου, ήτον επίσης άφευκτος... Αλλά μήπως, εάν η κόρη μου ενυμφεύετο ένα νεώτερον, θα έκαμνεν ολιγώτερα παιδιά, και θα είχα εγώ ολιγωτέρας φροντίδας;... Ίσως, αν ο γαμβρός μου ήτον ναυτικός (ω! πάλιν η θάλασσα με τα φαρμάκια της!) δεν θα είχα κατσίκες και προβατίνες να βόσκω, και δεν θα είχα γαϊδουρίτσαν διά να φορτώνω - και να πηγαίνω κάποτε κι εγώ καβάλα, να ξεκουράζωμαι - ω! ελεεινόν ξεκούρασμα...

          »Μίαν σωτηρίαν ευρίσκω· το να μην έχη γεννηθεί κανείς ποτέ ή να έχει αποθάνει με την ώρα του!...»

 

***

 

          Ήτον, άρα, η χήρα Χαρμολίνα, εις την υπηρεσίαν του γαμβρού της, συνάμα κηπουρός, ορνιθοτρόφος, χηνοβοσκός, συβώτις, αιγοβοσκός και ονηλάτης... και συγχρόνως παραμάννα διά τα επτά παιδία, εξαιρουμένου του μικρού, το οποίον εθήλαζεν ακόμη η μάννα του, και του εμβρύου, το οποίον αύτη είχεν εντός της κοιλίας της.

          Είχε καθημερινόν πρόγραμμα εργασίας, η προώρως γηράσασα χήρα, ν' αντλεί νερόν, να γεμίζει την στέρναν, να το διανέμει στ' αυλάκια, να ποτίζει τα ολίγα λαχανικά, όπως και τας γλάστρας με τ' άνθη· είτα να ταΐζει τις κόττες, τις πάπιες, τις χήνες, να ελαύνει τας τελευταίας με την καλαμιάν, όταν εξήρχοντο εις το λιβάδι. Ενίοτε να πιάνει καυγάν με την γειτόνισσαν, ένεκα μικράς ζημίας, την οποίαν έκαμνε μιά χήνα εις τον γειτονικόν κήπον· να τρέφει τα δύο γουρουνόπουλα, να τα οδηγεί εις την λάσπην του γειτονικού ρεύματος διά να κυλισθούν· να εξάγει προς βοσκήν εις τα χωράφια την κατσίκαν με τα ερίφιά της, την αμνάδα με το αρνίον της· να δένει την προβατίναν εις την άκραν του κάμπου, εις την υπώρειαν του μικρού λόφου, την κατσίκαν, ολίγον παραπάνω επί της κλιτύος του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις σχίνους και πρινάρια· να επισκέπτεται και πάλιν κατσίκαν και προβατίναν, διά να τας «αλλάξει», ήτοι τας μεταφέρει και τας δέσει παρέκει. Να οδηγή την γαϊδουρίτσαν με το πουλαράκι της εις τα χωράφια, να την δένει εις ένα κορμόν, και πάλιν να την επισκέπτεται. Να κουβαλά από τον αχυρώνα άχυρον διά την όνον, εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας δεμάτια χόρτου διά την αμνάδα και την αίγα, διά την νύκτα, και εν ελλείψει επαρκούς βοσκής. Προς την εσπέραν, ανάγκη πάλιν να κάμει νέαν εκδρομήν προς τα Κοτρώνια, και τα χωράφια, διά να λύσει κατσίκαν, προβατίναν και γαϊδουρίτσαν, και τας οδηγήσει οίκαδε εις την αυλήν, όπου υπήρχε καταυλισμός και σταυλισμός δι' όλα τα ζωντανά ταύτα. Εις όλας αυτάς τας εκδρομάς πολλάκις έπαιρνε μαζί της δύο ή τρία εκ των εγγόνων της· άλλοτε, όταν δεν είχε καιρόν να τα πάρει μαζί της, και ήθελε να «ξεκλεφθεί», να φύγει κρυφά, ο Μαθιός κι ο Κωστάκης και το Ρηνιώ και το Δεσποινιώ έτρεχον κατόπιν της κλαίοντα, απαιτούντα να υπάγουν μαζί της. Τότε εξ ανάγκης ηργοπόρει, και ώφειλε να γυρίσει εν πομπή, ακολουθουμένη από το σμήνος των παιδίων, τα οποία εκράτουν στάχυα και βλαστούς και παπαρούνες, κι' έτρεχον εδώ κι εκεί κυνηγούντα το αρνάκι και τα κατσικάκια, και κάμνοντα το πουλαράκι να πηδά. Κι' αυτή εις το μέσον με την μαύρην μανδήλαν της, κρατούσα την τριχιάν του υποζυγίου, τα σχοινία της γίδας και της αμνάδας και φωνάζουσα κι' επιπλήττουσα τα παιδία «να κάμουν φρόνιμα».

          Εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας είχε πάλιν άλλας εργασίας να διεξάγει. Ώφειλεν από πρωΐας να νίψει όλα τα παιδία, να τα ενδύσει, να τα χτενίσει, να τα βάλει να σταυρώσουν τα χέρια και να πουν το «Πάτερ ημών» εμπρός εις τα εικονίσματα, να τους δώσει να κολατσίσουν, την φασκομηλιά με το πετμέζι και τις ζούπες - ήτοι τα καψαλιστά ψωμιά - ή να τους φτιάση κουρκούτι και ραντιστές ή και τηγανόπιττες και «γριές» διά να φάγουν· να οδηγήσει τα δύο-τρία εξ αυτών «εις το σκολειό», να τους τάξει κοφέτα, λουκούμια, και χίλιων λογών «καλούδια» διά να τα «ταιριάσει» και τα καταφέρει να πάγουν, να επιβλέπει αδιακόπως τα άλλα, να επαρκεί εις όλας τας απαιτήσεις των, να θεραπεύει όλας τας ορέξεις των, να τα φυλάγει διά να μην πέσουν στην στέρναν ή στο πηγάδι, να τα «μονιάσει» διά να φάγουν χωρίς να μαλώσουν το μεσημέρι, να τους κόπτει ψωμί με προσφάγι ή χωρίς προσφάγι επτάκις της ημέρας, ν' αλείφει τις φέτες του ψωμιού με πετιμέζει ή μέλι - εκείνα να γλείφουν το μέλι, και να πετούν το ψωμί - να τους δίδει κάθε ώραν ξερά σύκα, μελόπιττα, σουτζούκια από μουστόπιττα και καρύδια. Επειτα να κουνεί τα δύο μικρότερα παιδία στα πόδια της απλωμένα ή στην κούνιαν, διά να τα αποκοιμίσει, να τους λέγει τραγούδια, αυτή ήτις είχεν αναμείξει τα νανουρίσματα της κόρης της με τα μοιρολόγια του ανδρός της, όταν έμεινε χήρα εις ηλικίαν δεκαεννέα ετών

 

Περικαλώ την Παναγιά, και προσκυνώ την Πόλη,

να μου χαρίσει τα κλειδιά να 'μβώ σε περιβόλι·

να κόψω μήλο κόκκινο, να πιώ νερό δροσάτο,

να πέσω ν' αποκοιμηθώ, στην νεραντζιά 'ποκάτω·

να πέφτουν τ' άνθια πάνω μου, τα ρόδα στην ποδιά μου...

 

Και πάλιν.

 

Κοιμήσου, και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,

στη Βενετιά τα ρούχα σου, στην Σμύρνη τα καλά σου...

 

Οταν έλεγε «Σμύρνη», μετά τριάκοντα και πέντε έτη, ακόμα εβούρκωναν τα μάτια της. Εκεί είχεν αποθάνει ο σύζυγος της.

          Τέλος, είχε την φροντίδα όλων των παιδίων και των ζώων καθ' όλον το απόγευμα και το δειλινόν, και την εσπέραν πάλιν, ότε, ενώ τα παιδία εμάσων ακόμη, τα μάτια τους εσφαλούσαν από την νύσταν. Όταν ήθελε να τ' αναγκάσει να κάμουν την προσευχήν των, έγερναν τα κεφάλια εις τον ύπνον, όταν εδοκίμαζε να τα μεταφέρει εις την γωνίαν των να τα κοιμίσει, έβαζαν τις φωνές. Συνήθως ηναγκάζετο να τα γδύνει πλαγιασμένα, και να τα μεταφέρει αποκοιμισμένα εις τα στρωσίδια των.

          Κατόπιν, είχε να συζητεί με τον γαμβρόν της και να δίδει λογαριασμόν, πότε να εκφέρει γνώμας, πότε ν' ακούει νουθεσίας, ως εις γενικήν ανακεφαλαίωσιν όλων των συμβάντων της ημέρας, και των ζητημάτων και των αναγκών της επαύριον. Τέλος, κοντά τα μεσάνυκτα, ήρχετο και δι' αυτήν η ώρα της ποθεινής αναπαύσεως.

 

***

 

          Εν απόγευμα, περί τας αρχάς του θέρους, όταν η πλουσία βλάστησις είχε  κατακαλύψει τα Λιβάδια, ευωδία ήτο διαχυμένη ανά τον κήπον και την αυλήν, και άσματα παιδίων ηκούοντο γύρω-γύρω εις τον εξοχικόν δρόμον, ανάμεσα εις τους ανθοφορούντας φράκτας των κήπων και τους κισσοστεφείς τοίχους των μικρών επαύλεων, η θυγάτηρ της Χαρμολίνας, έγκυος εννέα μηνών, είχεν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα των ωδίνων. Η χήρα ευρίσκετο εις την αυλήν, ασχολουμένη εις μικράς οικιακάς εργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, και άμα επιτηρούσα τα παιδία, προτρέπουσα αυτά «να κάμνουν φρόνιμα», όπως πάντοτε, και διδάσκουσα τας δύο μικράς, την Ρηνιώ και την Δεσποινιώ, ότι έπρεπε ν' αγαπούν το νέον «νινί», το οποίον θα τους έκαμνεν εντός ολίγου η μάννα τους, και το οποίον θα έφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, και χιλίων λογιών «καλούδια».

          -Θα' ναι μεγάλο το νινί, γιαγιά;

          -Μεγάλο, πώς!... Κοτζάμ άνθρωπος.

          -Σαν το Ναννάκη θα' ναι; (Γιαννάκης ήτο το τελευταίον γεννηθέν, άγον διετή ηλικίαν).

          -Σαν εμένα; Οχι! ζε σέλω εγώ, γιαγιά!

          Το Ρηνιώ επέμενεν ότι έπρεπε να γεννήση αγόρι η μάννα. Εθύμωνε και το προσωπάκι της αγρίευεν, ανένευε και εσείετο όλη. Δεν ήθελε ν' αποκτήσει άλλην αδελφούλα, ήτις θα την εξεθρόνιζε, καθόσον αυτή ήτο η τελευταία γεννηθείσα κόρη. Η μάμμη εμελέτα πάντοτε κοράσιον, ελπίζουσα ότι θα εγεννάτο υιός.

          Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μία φωνή, όξω, από τον δρόμον, ένα παιδί εφώναζε:

          -Θειά-Χαρμολίνα! θεια! Λύθηκε η γίδα στα Κοτρώνια!

          Η Χαρμολίνα έτρεξε προς την πύλην του ελαιοτριβείου, την βορεινήν, κατά τα Λιβάδια.

          Το ξένον παιδίον, αφού εφώναξεν από τον δρόμον την δυσάρεστον είδησιν, έτρεξε να φύγει. Η Χαρμολίνα το ανεκάλει:

          -Αρέ! Αρέ συ! Πού την είδες την γίδα;... Ποιος την έλυσε;

          -Κόπηκε το σκοινί! έκραξε μακρόθεν ο μάγκας.

          Κι έγινεν άφαντος.

          Είχε κοπεί το σχοινί της γίδας. Τις οίδε ποίος το έκοψε. Δεν ήτο απίθανον να το είχε κόψει αυτός ο ίδιος μάγκας, όστις έφερε την είδησιν.

          Η χήρα ήτον έτοιμη να τρέξη εις τον λόφον, πέραν των Λιβαδιών, προς αναζήτησιν της περιπλανηθείσης γίδας.

          Την ιδίαν στιγμήν, μιά γειτόνισσα έρχεται, φέρουσα λάγηνον, παρακαλούσα την Χαρμολίναν να της επιτρέψει να γεμίση ολίγες στάμνες από το πηγάδι. Η χήρα αλλοφρονούσα, δεν της έδωκεν απάντησιν.

          Ο Μαθιός, εξαετής, και το Ρηνιώ, πέντε ετών, έτρεχον άνω και κάτω θορυβούντα εις το ελαιοτριβείον. Ο Μαθιός εκράτει ένα παλιό στεφάνι από βαρέλι, και μίαν παλαιάν ρόκαν της γιαγιάς, και ήθελε, με την ρόκαν, να κάμνει το στεφάνι να τρέχη ως ρόδα. Το Ρηνιώ είχεν ένα παλιό καρφί κι ένα ξυραφάν ανοικτόν εις τα χέρια της.

          Συγχρόνως, ένας μεγάλος μάγκας από την αγοράν εισέρχεται από την μεσημβρινήν πύλην, διά του κήπου, φέρων επ' ώμου μεγάλην δαμιτζάναν αδειανήν. Ο γαμβρός της τής παρήγγειλε να γεμίσει την δαμιτζάναν κρασί μοσχάτο απ' το καλό, το οποίον υπήρχε εις τα ισόγεια της οικίας, και να την στείλει αμέσως εις το μαγαζί διά του μικρού βαστάζου, επειδή ήθελε να το πωλήσει εις κάτι καλούς μουστερήδες ξένους.

          -Μα καλά!... Δεν ξέρει πως η γυναίκα του έχει τους πόνους να γεννήσει! είπεν η μήτηρ. Ποιος να προφτάσει σ' όλα!...

          Είπεν μεν, αλλά συγχρόνων έβαλε το χωνίον, κι έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν του βαρελιού. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη αποπάνω, από την οικίαν, η φωνή της κόρης της:

          -Μάννα!...Μάννα!...

          Και η ανδραδέλφη, ήτις ευρίσκετο πλησίον της ωδινούσης, εφάνη εις την θύραν, άνωθεν της εσωτερικής σκάλας.

          -Συμπεθέρα! της ήρθε τώρα δυνατώτερος ο πόνος... Ποιός θα πάει για τη μαμμή;

          Καθώς έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν, η γραία, εδέησε να στραφή προς τα άνω· ο πίρος απεσπάσθη αποτόμως, το ευώδες ξανθόν μοσχάτον εχύθη μεθύσκον τον αέρα, και κάμνον να πάλλωσιν οι μυκτήρες του μάγκα της αγοράς. Έως να προλάβει να το μαζέψει, εχύθη αρκετόν καταγής.

          -Ποιός θα πάει;... Εγώ, συμπεθέρα!... Ο αδελφός σου μου έστειλε τη δαμιτζάνα να γεμίσω κρασί... Τι λες;... να του παραγγείλω;...(ήθελε να προσθέση «να φροντίση εκείνος για τη μαμμή;» αλλά διεκόπη· μόνον επέφερε)· και για τη γίδα, που κόπηκε το σκοινί, και γυρίζει στα Κοτρώνια, ποιός θα πάει;

          Συγχρόνως, από τον κήπον ηκούσθησαν κλαυθμηραί φωναί:

          -Γιαγιά, γιαγιά!... Να, αυτός μ' έδειρε... Ελα να τον δείρεις!...

          Τα δύο παιδία, ο Χαράλαμπος κι' ο Μαθιός, είχον συγκρουσθεί μεταξύ των. Ο πρώτος ήθελε να του πάρη του Μαθιού το στεφάνι και την ρόκα, με τα οποία έπαιζεν. Ούτος δεν ήθελε να τα δώσει.

          Η πτωχή γειτόνισσα, ήτις είχεν έλθει διά να ζητήσει άδειαν ν' αντλήσει από το πηγάδι, είπεν:

          -Εγώ πάω για τη μαμμή, γειτόνισσα και να μ' αφήσεις να πάρω νεράκι, σα γυρίσω.

          -Για τη μαμμή!; είπεν η χήρα. Να ιδούμε για τη γίδα ποιός θα πάει.

          -Για τη γίδα; πού ξέρω, είπεν η γειτόνισσα.

          -Δεν είναι μακριά... Στα Κοτρώνια, κάπου θα έχει πιαστεί το σκοινί της. Εκτός αν την ηύραν οι δραγάτες, και την επήγαν στην Δημαρχία... Να παίρνεις νερό όλες τις μέρες, ελεύθερα, όσο θέλεις.

          -Καλά!... Πάω για τη γίδα.

          Και ακουμβήσασα την στάμναν της παρά το φραγμένον με πλάκας στόμιον του πηγαδιού, εξήλθε τρέχουσα.

          Φωνή κλαυθμού ηκούσθη από τον δρόμον έξω. Το Ρηνιώ, καθώς εκράττει τον ξυραφάν ανοικτόν, είχεν εξέλθει από την βορεινήν πύλην, και τρέχουσα επάνω εις το λιθόστρωτον είχε γλιστρήσει κι έπεσεν. Ευτυχώς δεν εκόπη με τον ξυραφάν, όστις άλλως ήτον σκουριασμένος και δεν έκοπτε, μόνον με το καρφί εβάρεσε τα δύο δακτυλάκια της αριστεράς.

          Η χήρα έτρεξε προς την βορείαν θύραν, συνέλαβεν εν οργή την μικράν εγγονήν της, της έδωκε δύο ξυλιές - ήτις τότε έκλαυσε δυνατώτερα - κι έκλεισε μετά κρότου την θύραν.

          Επανήλθε προς το βαρέλι, όπου ο μάγκας, ωφεληθείς από την στιγμιαίαν απουσίαν της είχε βάλει το στόμα του εις τον πίρον διά να δοκιμάσει το μοσχάτον.

          -Να πας τη δαμιτζάνα, και να του πεις να στείλει για τη μαμμή, είπεν η Χαρμολίνα, άμα επανελθούσα.

          -Καλά, κυρά, είπεν ο μάγκας, όστις έγλειφε τα χείλη, επειδή τού εφάνη πολύ καλόν το μοσχάτον.

          Την ιδίαν στιγμήν η φωνή του Ιακώβου Ματθαίου ηκούσθη από την μεσημβρινήν θύραν του ελαιοτριβείου, την προς τον κήπον:

          -E! τα' μαθες, πεθερά, έκραξεν ούτος μακρόθεν, η γίδα έκοψε το σκοινί στα Κοτρώνια κι ελάκησε... Τώρα μου έφεραν το χαμπέρι στο μαγαζί!... Δεν σου είπα εγώ να την αφήσεις εδώ με μια αγκαλίτσα χορταράκια να βοσκά;...Τι ήθελες να την πας στα Κοτρώνια, βρε αδελφέ!...

          Είτα, ελθών πλησιέστερα.

          -Τι; ακόμη δεν μπορείς να γεμίσεις την δαμιτζάνα;... Βλέπω, σου χύθηκε το κρασί... Άφεριμ! ίσα-ίσα το κέρδος που θελά-βγάλει κανένας! Τι λέω, το κέρδος; Ας βγάζαμε τα σκαφτικά και τα κλαδευτικά, που μας κοστίζει αυτό το γλυκό μοσχάτο, επέφερε με ήθος όξινον ο γαμβρός.

          Η πενθερά εγέλασεν ακουσίως.

          -Γούρι! είπε.

          -Καλό γούρι! επανέλαβε στρυφνός εκείνος. Ας είναι... θα πας για τη γίδα;

          Η Χαρμολίνα ούτε λόγον έκαμε περί της γυναικός της γειτόνισσας, ήτις είχε φανή οπωσούν πρόθυμος να υπάγει προς αναζήτησιν της γίδας. Ήξευρεν ότι ο γαμβρός της, όστις ήξευρε και ρητά διάφορα, θα της έλεγε: «Μη ζήτει θεραπείαν σεαυτώ» και «Οφθαλμός βασιλέως πιαίνει ίππον», και τα τοιαύτα.

          - Οι πόνοι της ήρθαν δυνατώτεροι, είπεν η Χαρμολίνα. Ποιος θα πάει για τη μαμμή;

          -Εγώ στέλνω για τη μαμμή, έκραξεν ανυπόμονος ο Ματθαίου. Κάμε τον κόπο τουλόγου σου, να πας να ιδείς για τη γίδα...   «Μη δως την δόξαν σου ετέρω». Τρέξε, γλήγορα!

          Κατά τας στιγμάς εκείνας, η Χαρμολίνα ακουσίως ενθυμήθη ένα σεβάσμιον κληρικόν, τον παπα-Γιάννην, τον ενορίτη της, άνθρωπον προικισμένον μ' έκτακτον δραστηριότητα, εις τον οποίον εις μίαν και την αυτήν ημέραν είχε συμβεί ποτέ να έχει να υποδεχθεί τον περιοδεύοντα Δεσπότην, ελθόντα εις το χωρίον, και να τον φιλοξενήσει οίκοι, καθό επίτροπός του· να έχει να θάψει εν εγγόνι του, τέκνον μιας εκ των εξ θυγατέρων του, το οποίον είχεν αποθάνει αυθημερόν· να έχει να δεξιωθεί, ελθόντας από την πόλιν Λ... όλον το συμπεθερολόγι της νεωτέρας θυγατρός του, τέως διδασκαλίσσης, υπανδρευθείσης εις την πόλιν εκείνην· και συγχρόνως, την αυτήν εκείνην ημέραν, του είχε κοινοποιηθή μία απόφασις «εκτελεστή» δι' εν παλαιόν χρέος, δισχιλίων τόσων δραχμών. Και όμως ο σεβάσμιος εκείνος ιερεύς, όλ' αυτά, τα «έβγαλε πέρα», όπως και άλλα πολλά.

 

.............................................................................................................................................................................................................

 

          Υστερον από δύο ώρας ευρέθη η γίδα, ησύχασαν τα παιδιά, η δαμιτζάνα με το μοσχάτον επωλήθη καλά εις το μαγαζί του Ματθαίου, και η κοιλοπονούσα εγέννησε και όγδοον παιδίον, άρρεν - το δέκατον, συλλήβδην και των νεκρών. Ηύξανον τα «χάρματα» της οικίας, επληθύνοντο τα βάσανα του κόσμου, επολλαπλασιάζοντο οι κόποι κι αι φροντίδες της πενθεράς.

          Και η Χαρμολίνα, την μίαν μετά τα μεσάνυκτα, όταν εδυνήθη τέλος να κατακλιθεί, όπως εύρει ολίγην ανάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αίφνης εψιθύρισε:

          -Αχ! δεν εγινόμουν καλόγρια!

          Δυστυχώς δεν υπήρχον πλέον ούτε γυναικεία μοναστήρια εις την χώραν.

 

(1902)

 

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA