Για την περηφάνια

του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

 

  

            Ω, δεν ήτον η πρώτη φορά που είχε ξενυχτίσει έξω εις τον άφρακτον νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, ο καημένος ο Νίκος, ο γυιός της χήρας. Εύρισκε καταφύγιον εκεί υπό την σκέπην του προστάτου του, του μεγάλου θαυματουργού. Δύο ή τρεις φοράς τον είχεν εύρει ο παπα-Δημήτρης την ώραν που επήγε να ψάλει τον Όρθρον, δύο ώρας πριν φέξει, να κοιμάται πλαγιασμένος εις το κατώφλιον της δυτικής θύρας του ναού υπό τον νάρθηκα. Έπρεπε ή να τον εξυπνίσει ή να τον διασκελίσει και περάσει απ΄ επάνω του. Ο παπα-Δημήτρης επροτίμησε το πρώτον, κι εκοπίασε πολύ.

 

            —  Βρε παιδί μου, τι χάλια είν΄ αυτά; Δεν έχεις σπίτι εσύ να πας να πλαγιάσεις; Τόσο πιόμα! Νισάφι πλια!

 

            —  Τι λες, παπά, έκαμε τρίβων τα όμματα ο Νίκος. Εγώ σπίτι; Να πάω εγώ;

 

            —  Ναι, σπίτι, επανέλαβεν ο παπάς. Αφήνεις τη γριά τη μάννα σου ολομόναχη να σε καρτερεί οληνύχτα... και πού να τρέχει, σκοτάδι πίσσα, γριά γυναίκα, να σε γυρεύει! Είναι κρίμ΄ απ΄ το Θεό.

 

            —  Κρίμ΄ απ΄ το Θεό· κρίμα σ΄τς ανθρώποι, παπά.

 

            —  Κρίμα, βέβαια· κι εντροπή απ΄ τον κόσμο.

 

            —  Ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει... μα πώς γυρίζει, όλο γυρίζει...

 

            —  Γυρίζει το κεφάλι σου· σού φαίνεται ο ουρανός σφοντύλι... Σήκω τώρα· σύρε να νιφτείς, κι έλα να κάμεις το σταυρό σου.

 

            Ο Νίκος εσηκώθη, έκαμε τον σταυρόν του χωρίς να νιφθεί, κι επήγε να πιεί ένα ρώμι στου Γιάννη του Κουφαντώνη το καφενεδάκι, το οποίον είχε ανοίξει ήδη.

 

            Εκεί τον συνήντων ενίοτε. Επέμενε να πίω δύο ρώμια κι ένα καφέν εκ μέρους του. Και την ημέραν, όταν μ΄ εύρισκε κάποτε, μ΄ εβίαζε να πίω καφέν.

 

            —  Πιε, ξάδερφε, έναν καφέ· τουλόου σ΄ είσαι καταδεχτικός, εξαδερφάκι.

 

            Όταν μ΄ εύρισκε προς το βράδυ, απήτει να πίω μαζί του τρία κρασιά. Τας ημέρας εκείνας είχεν έλθει από την Σαλονίκην με την βρατσέραν ο συνώνυμός του Νικολάκης ο Παινετός και του εκράτει καλήν συντροφιάν. Η τακτική εσπερινή περιοδεία ήρχιζεν από το μαγαζί του Σαραφιανού, ύστερον επήγαιναν εις του Πανά, είτα εις του Τζανιάκου, κατόπιν εις του Καραθάνου, ακολούθως εις του Λαμιαίου, έωςτην ώραν που εσφαλούσαν τα μαγαζιά, αλλ΄ έμενον ανοικτά ακόμη ολίγα καφενεία. Τότε ανέβαιναν εις του Μιτζέλου, είτα ήρχοντο εις του Σαλονικιού, ύστερον κατήρχοντο εις του Λαρισινού, τελευταίον εις του Φιλαρέτου, όπου ελαλούσαν συνήθως βιολιά και λαγούτα. Τέλος εδοκίμαζαν να καταφέρουν τον Γιωργό τον Λαυκιώτην να σηκωθεί ν΄ ανοίξει το μαγαζί, περασμένα μεσάνυχτα, και πολλάκις επετύγχανον· ύστερον έπαιρναν δύο-τρεις βόλτες, και τέλος έβλεπον την ανάγκην να διαλυθώσι.

 

            Το ζήτημα ήτο τώρα ποίος να συνοδεύσει τον άλλον εις το σπίτι. Ο Νίκος επαραπατούσε, ο συνονόματός του ήτον ακλόνητος. Ποτέ δεν τον έπιανε ούτε το κρασί, ούτε η θάλασσα. Ούτος δεν επλάγιαζε στην βρατσέραν, αλλά επήγαινε εις το πατρικόν του σπίτι να κοιμηθεί. Ο Νίκος εκοιμάτο συνήθως μέσα στην βάρκαν του. Πολύ σπανίως τον έβλεπεν η μάννα του στο σπίτι.

 

            Τον καιρόν εκείνον δεν είχε κτισθεί ακόμη η προκυμαία και ήτον άμμος κάτω εις τον αιγιαλόν. «Δεν είχαν χαλάσει ακόμα τα έργα του Θεού», κατά την έκφρασιν γηραιού λεμβούχου. Ο Νίκος πότε ήτον εις θέσιν να τραβήξη την μπαρούμα της βάρκας, πότε δεν ήτο. Πότε μπορούσε να θαλασσώσει διά ν΄ αναβεί στην βάρκαν να κοιμηθεί, πότε όχι. Όχι ολίγας φοράς συνέβη να κοιμηθεί κάτω εις την παραλίαν, ο μισός μέσα εις την θάλασσαν και ο μισός έξω στην άμμον. Πότε τα πόδια κατά την θάλασσαν και πότε την κεφαλήν βρεχομένην από το κύμα. Άλλοτε ως τας κνήμας εις το νερόν, άλλοτε άνω-κάτω με τους κροτάφους δροσιζομένους από τον αφρόν της θαλάσσης. Ω δροσερά, αλμυρά και στυφή απόλαυσις!

 

            Κι εκεί τον ήκουαν οι γείτονες, ολίγοι ξένοι αλιείς κοιμώμενοι εντός των λέμβων, να ψιθυρίζει, να γογγύζει τραγουδών μέσα εις τον ύπνον του, με απαλήν, βαθείαν φωνήν:

 

Εγώ για το χατήρι σου και για την περηφάνια

θα ξενυχτίσω μια βραδιά μες στα καλαμουκάνια.

 

***

 

            Δεν εξενύχτιζε μέσα στα καλαμουκάνια, αλλ΄ εξενύχτιζε μέσα στα κύματα του γιαλού. Πλησίον του δεν είχε την μητέρα του δια ν΄ ακούει ανήσυχη την αναπνοή του, τον ρόγχον, το παραμιλητόν του· ουδέ είχε νύμφην, γυναίκα, μνηστήν, να τον επιμελείται και συνάμα να τον ελέγχει και να τον επιτιμά δια το σφάλμα του. Και αν απεφάσιζε «για την περηφάνια» την ιδικήν του ή εκείνης, και προς χάριν εκείνης μόνης – τις οίδε; – να ξενυχτίσει οπουδήποτε, τώρα ήτο πλέον πολύ αργά. Δεν θ΄ απήλαυε πλέον τας ηδονάς, αλλά θα έλειπεν από τα βάσανα του κόσμου.

 

            Δεν ήτο ίσως άμοιρος ευαισθησίας. Αλλά τα γύναια είχον όχι μόνον «περηφάνια», αν είχε κι αυτός, αλλά ήσαν φορτωμένα από «φαντασία», το χειρότερον είδος της περηφάνιας. Ήσαν βεβαρημένα από προλήψεις και ελαφρότητα – αν συγχωρείται το οξύμωρον.

 

            Ηγάπησεν, απεγοητεύθη, εψεύσθη. Εκείνη, ή μάλλον η μητέρα της, δεν τον είχε θελήσει. Η κόρη υπανδρεύθη αλλού.

 

            Τώρα ο άτυχος, ο γυιός της χήρας, εκοιμάτο ύπνον διπλούν παρά την όχθην του «οίνοπος» πόντου. Δεν τον είχε πνίξει ακόμα η μητρυιά του, η θάλασσα. Επνίγετο καθημερινώς εις τον πυθμένα του ποτηρίου.

 

            Κατ΄ αρχάς αρρώστησε βαριά, μετά τον κτύπον, μετά τον κλονισμόν τον πρώτον. Τόσον βαθιά κατέπεσε, και τόσον αδυνάτησεν από τον σφοδρόν πυρετόν από της τρίτης ημέρας, ώστε έλεγε μέσα του, εν πυρετώ και λήρω, με την ολίγην εχεφροσύνην, ήτις του είχε μείνει ακόμα:

 

            «Αχ! Θεέ μου, δεν είναι κρίμα, να πάει κανείς ως τον μισόν δρόμον και να γυρίσει πίσω;... Δια να ξανακάμει πάλιν νέον κόπον, να ξαναρχίσει πάλιν αργότερα».

 

            Εννοούσεν ότι θα ήτο προκριτώτερον ν΄ απέθνησκεν, αφού είχεν αρρωστήσει ήδη. Ο Θεός δεν ευδόκησε να τον παραλάβει. Και ανέλαβε. Και τότε εύρε καταφύγιον εις την φιάλην. Διότι το σώμα ιάθη, η δε ιδέα μετεβλήθη εις νόσον ανίατον.

 

            Εκείνας τας ημέρας τον συνήντησεν ο γερο-βαρκάρης – εκείνος που ελυπείτο τα έργα του Θεού και του λέγει:

 

            —  Αχ! οι Σαδδουκαίοι, αυτοί εσταύρωσαν τον Χριστόν. Πρόσεξε, Νίκο, ανεψιέ μου, να μην πίνεις εκ του ποτηρίου της Πόρνης, γιατί χάθηκες!...

           

            Ο Νίκος δεν ενόησε τίποτε. Αλλ΄ ο γερο-βαρκάρης, κυρτός έως μίαν σπιθαμήν από του εδάφους, καμπουριασμένος από το σκύψιμον, δια να σκύφτει όλην την ζωήν του με τον γάντζον, με το καμάκι, να κυνηγεί τα χταπόδια, ίσως ήθελε να είπει αμυδρώς πως ότι έπρεπεν ο Νίκος να φυλάγεται από τους τοκογλύφους, οι οποίοι θα ήθελον να εκμεταλλευθούν αυτόν και την βάρκαν του, και αν καταπιούν ως μίαν βούκαν τα ολίγα πατρικά χωράφιά του, και προσέτι ότι ώφειλε να είναι νηφάλιος, ή από οίνον, ή και από μαγείαν γυναικών, δια να μην τον εύρουν οι πρώτοι ευάλωτον θήραμα.        

 

***

 

            Την νύκτα εκείνην, την τελευταίαν καθ΄ ην συνηντήθη με τον συνονόματόν του ο Νίκος, επήγε και έπεσεν εις την άκρην του γιαλού επί της άμμου. Δεν ημπόρεσε να έμβει εις την βάρκαν του. Οι πόδες του εβρέχοντο από το κύμα. Ολίγον ακόμα και θα έπλεεν όλος εις το νερόν. Εκοιμήθη, εναρκώθη και όμως ήτο ξυπνητός.

 

            Μέσα εις τον βαρύν ύπνον του, εις την ατελή εγρήγορσίν του, ο ουρανός εγύριζεν, η γη εχόρευε, τα άστρα επηδούσαν. Εκεί αντικρύ εις την ακτήν, την κλείουσαν τον λιμένα, ήτο μία υψηλή προεκβολή, ιδία με μύτην.

 

            Το φεγγάρι δρεπανοειδές, στίλβον είχε προβάλει επάνωθέν της. Του εφαίνετο ως κλαδευτήρι που ητοιμάζετο να κόψη την μύτην εκείνην. Και τάχα δεν ήτον ήδη ώριμος καρπός όλος ο τόπος, όλη η γη αυτή, δια να θερισθεί από το δρέπανον εκείνο; Τα άστρα του εφάνησαν, πηδώντα-πηδώντα, ως να έπεσαν όλα κάτω εις την θάλασσαν. Ετρεμόσβηναν, εφωσφόριζαν, εχόρευαν μέσα εις το κύμα. Η θάλασσα του εφάνη ότι εστείρευσε και χέρσος είχε μείνει όλος ο βυθός. Η βάρκα του εμεγάλωσεν έξαφνα, εψήλωσεν, επέταξε και έγινεν άφαντη από τους οφθαλμούς του. Η κεφαλή του δεν την ησθάνετο άλλως πως παρά ως μαστέλο. Είχεν αδιακόπως εις τον νουν του το μαστέλο, όπου ο κάπηλος εβύθιζε διαρκώς τα ποτήρια, τάχα δια να τα πλύνει – αφού άδειαζε πρώτον τ΄ αποπόματα εις την μισήν οκάν – και τόσον είχε κολλήσει το μαστέλο εις τον εγκέφαλόν του, ώστε επί τέλους επίστευσε πράγματι ότι το κεφάλι του ήτον αυτό το μαστέλο του καπηλειού.

 

            Είχεν εις την ενθύμησίν του το τραπέζι, το μαύρο και κρασωμένο, του καπήλου, και τόσον του είχε καθίσει επάνω εις το στήθός του το τραπέζι εκείνο, ώστε επί τέλους επίστευσεν ότι το στήθός του ήτον αυτό το τραπέζι του καπηλείου. Ενθυμείτο ακόμα και τα τέσσαρα ξύλινα πόδια του τραπεζιού, και τα εμέτρα, και τα εύρισκε πολύ άσχημα ξύλινα πόδια. Και τα δικά του πόδια είχον ξυλιάσει, και του εφαίνοντο ότι ήσαν αυτά τα τέσσερα ποδάρια του τραπεζιού εκείνου, μ΄ όλον ότι ήσαν δύο μόνον. Ύστερον εσκέφθη ότι ίσως τα δύο να εκόλλησαν επάνω στα άλλα δύο, κ΄ έτσι έγιναν όλα δύο. Τέλος ησθάνθη και τα χέρια του που ήσαν βαριά, ξυλιασμένα – τα είχε ξεχάσει έως τότε – κι έλεγεν ότι τα δύο πάλιν θα εσχίσθησαν εις τέσσαρα, κι έτσι ευρίσκετο αυτός να έχει ακόμα, την ώραν αυτήν, δύο πόδια και δύο χέρια.

 

 

***

 

            Μετ΄ ολίγον ο Νίκος ησθάνθη θερμήν επαφήν εις το μέτωπόν του· και ήκουσε φωνήν ομοίαν μ΄ ελαφράν θαλασσίαν αύραν να ψιθυρίζει εις τα ώτά του:

 

            — Αχ! παιδάκι μου, πώς έγινες έτσι-δά, παιδί μου;... Νίκο! Νίκο! εγώ είμαι· δεν ακούς;

           

            Ο νέος ήνοιξε τα όμματα, και έβλεπεν αμυδρώς μίαν μαύρην μορφήν, μόλις διαγραφομένην εις το σκότος, να κύπτει επάνωθέν του.

 

            — Θα πουντιάσεις, παιδί μου. Δεν ξέρεις να ΄ρθείς στο σπίτι να κοιμηθείς; Πώς έγινες έτσι!... κι εξεχώρισες από τον κόσμο... Και δεν έχω πρόσωπο... και μ΄ άφησες παραπονεμένη, ντροπιασμένη, σαν να έκαμα καμμιάν πομπή. Μάγια σού΄ χουν καμωμένα... που να όψωνται εν ημέρα κρίσεως!... Μάννα είμ΄ εγώ; Τι βύζαινα εγώ; τι κοίμιζα εγώ; τι μέρωνα;

 

            Ο Νίκος ανεσηκώθη επί του ενός βραχίονος.

 

            — Δεν αγροικούσες να μπεις στη βάρκα να κοιμηθείς, μόνον έπεσες έτσι-δα στο γιαλό, στην άμμο; Έτσι σ΄ αποκοίμιζα εγώ; Ή σε είχα χαδούλη και χαδιάρη, στα μαλακά και στα πούπουλα;...

 

            Ο νέος έβρεξε το πρόσωπόν του με το αλμυρόν νερόν και ανεκάθισεν επί της άμμου. Ησθάνετο βαθείαν συγκίνησιν, αλλά δεν ήθελε να προδοθεί.

 

            — Άιντε... σύρε σπίτι σου, γριά... δεν έχουμε τίποτε μεταξύ μας... ούτε πάρσιμο ούτε δόσιμο... δεν ξέρω εγώ τι βύζαινες, τι κοίμιζες, τι κούναες... εσύ το ξέρεις, γρια-Ουρανιά.

 

            Η χήρα, γυνή μαυροφόρα, εξηκοντούτις, με ωραίον σεβάσμιον πρόσωπον, όσον διεκρίνετο εις την ωχριώσαν ανταύγειαν των αστέρων και εις την κυανίζουσαν αμφιλύκην της χαραυγής, έσειε διαρκώς την κεφαλήν κι έτυπτεν ελαφρά τα στήθη.

 

            — Σήκω, παιδί μου, να ΄ρθείς στο σπίτι... να σ΄ κάμω ένα ζεστό να πιεις γιατί κρύωσες... να ησυχάσεις λιγάκι στο στρώμα... Και μην το ξανακάμεις πλια... να πατήσεις τον πειρασμό... Σαρανταλείτουργο θα κάμω να χαλάσω τα μάγια... Γιατί με φαρμακώνεις;... Α! αυτό είναι μεγάλος καημός.

 

            Ο Νίκος έβηξε δυνατά και είτα εψιθύρισε με βραγχνήν συγκεχυμένην φωνήν:

 

            — Καημός λέει... Μεγάλη καήλα, ντέρτι, βάσανο.

           

            Είτα εκάγχασε με τρόπον βεβιασμένον.

 

            — Σήκω, γριά, να πας στο σπίτι... μην έγινες περπάσου, τώρα στα γεράματα, γρια-Ουρανιά;... Μαζώξου στο σπίτι σου, γριά, μη σου κολλήσουν καμμιά αβανιά, τώρα στα γεροντάματα... και πουν πως εβγήκες τάχα σε κακή στράτα.

 

            Η χήρα εγέλασε χωρίς να το θέλει. Ο υιός της το είχε γυρίσει εις το αστείον. Τόσον ποικίλον πράγμα ήτο, αληθής Πρωτεύς, η καρηβαρία εν ή διετέλει.

 

            Ο Νίκος εδίσταζε. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη πλησίον εκεί γεροντική φωνή να λέγει:

 

            — Α, εδώ είσαι, Νίκο, ανεψιέ... πάλι τό ΄φτιασες; Δεν σού ΄πα εγώ να φυλάεσαι απ΄ τους Σαδδουκαίους και από το ποτήριον της Πόρνης;

 

            Ο Νίκος εκάγχασε και πάλιν.

 

            — Σιώπα, γερο-Γιαννιέ· μας μάρανες και συ. Πού σ΄ αυτόν τον κόσμο;

 

            Ο γερο-βαρκάρης επλησίασε.

 

            — Α! ποιος άλλος είναι εδώ;

 

            Η γυνή εστέναξε.

 

            — Εσύ ΄σαι γρια-Ουρανιά; Σ΄ εγνώρισα απ΄ τον αναστεναγμό σου. Αχ, οι Σαδδουκαίοι μάς μπλοκάρισαν από παντού. Δε διάβασες, Νίκο, το βιβλίο του σοφού Σειράχ να ιδής τι λέει;

 

            — Άνοιξε, λέω ΄γω, ο Κουφαντώνης, να πάμε να πιούμε κανένα φασκόμηλο, γερο-Γιαννιέ;

 

            — Ε, λοιπόν, εδώ στην άμμο αποκοιμήθηκες, ανιψιέ Νίκο; Δεν σου λέω εγώ, οι Σαδδουκαίοι, που θέλουν να χαλάσουν τα έργα του Θεού... Καλά που ηύρες ρηχά κι έπεσες... Αλλοιώς, θα ΄πλεες τώρα, σ΄ ενάμισυ μπόι νερό...

 

            Ο γερο-βαρκάρης είπε ταύτα, επειδή ήτο βαρήκοος και δεν είχεν ακούσει την ερώτησιν του Νίκου, όστις ωμίλει με βαθύν και υπόβραγχνον ψελλισμόν, ενώ η βαρηκοΐα του δεν τον είχεν εμποδίσει ν΄ ακούσει πράγματι τον στεναγμόν της χήρας.

 

            Ο Νίκος ηγέρθη και διηυθύνθη προς την παρακειμένην αγοράν, όπου είχεν ιδεί φως. Το καφενεδάκι του Κουφαντώνη είχεν ανοίξει ήδη.

 

            — Δε θα ΄ρθείς σπίτι; έκραξεν η μητέρα.

 

            — Έχομε ναύλο για σήμερα, γριά. Τώρα το θυμήθηκα! Έχε γεια· καλές αντάμωσες.

 

            — Αχ! είπεν η γερόντισσα, είναι «αποκαής»· θα πάει να πιεί πάλι και θα ξαναγίνει. Τι να κάμω; τι να γίνω η άμοιρη; Φυλάξου από πιόμα, αφού είσαι για ναύλο! εφώναξε συνάπτουσα τας χείρας και τύπτουσα τα γόνατα.

 

            — Αυτό να ακούγεται! απήντησεν απομακρυνόμενος εκείνος.

 

            Στραφείσα προς τον γερο-βαρκάρην:

 

            — Ορμήνεψέ τον, Γιαννιό μου· νά ΄χεις καλή ψυχή.

 

            Ο Γιαννιός απήντησε, χωρίς να έχει ακούσει.

 

            — Το ποτήριον της Πόρνης... οι Σαδδουκαίοι... δεν διαβάζει το βιβλίο του σοφού Σειράχ.

 

            Την πρωίαν εκείνην ο Νίκος μόνον φασκομηλιάν έπιεν. Ήτο δια ναύλον.

 

            Αλλ΄ όταν θα επέστρεφεν από τον ναύλον, εις τας μελλούσας νουθεσίας της μητρός του, θ΄ απήντα και πάλιν:

 

            — Ούτε πάρσιμο ούτε δόσιμο. Φυλάξου γρια-Ουρανιά, μη βγεις, τώρα στα γεράματα, σε κακιά στράτα!

 

 

(1899) 

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Καλαμουκάνια είναι οι καλαμιές.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA