Η ΠΙΤΡΟΠΙΣΣΑ

 

ΟXI μικρόν θαύμα υπήρξεν εις το χωρίον μας το βορεινόν και ορεινόν  (αληθινά, το χωριό μας βλέπει προς την θάλασσαν, απέχον μόνον ένα μικρόν ανήφορον από τον αιγιαλόν· όσον ορεινοί και αν είμεθα, μυρίζομεν όμως θάλασσαν)  ο γάμος της Ακριβούλας του Ζαχαράκη υπό τάς περιστάσεις, καθ’ ας έγινε.

Διότι η νέα ήτο πράγματι ήδη σχεδόν γεροντοκόρη, και όλη η γειτονιά είχεν απελπισθεί περί αυτής. Μόνον αυτή δεν απηλπίζετο. Οι καλοθεληταί και οι συμβουλάτορες — οι «κακών παρακλήτορες», όπως λέγει ή βίβλος του Ιώβ — από ποίον μέρος του κόσμου έλειψαν ποτέ, δια να λείπουν και από το βορεινόν, το αντικρύζον όμως θάλασσαν χωρίον μας;

Και με την γλώσσαν πράγματι την ελυπούντο — ω, η λύπη, ο οίκτος αυτός, ο υβριστικώτερος πάσης ύβρεως! — την κόρην της χήρας Ζαχαράκη, όλαι αι καλαι ψυχαί του Επάνω Μαχαλά, και κάθε γειτόνισσα και γειτονοπούλα.

Διότι ή νέα είχε φθείρει τα νειάτα της, ημέραν νύκτα σκυφτή εις το εργόχειρον, κεντώσα ανενδότως, κεντώσα τα προικιά της. Είχε κατασκευάσει όλα τα χιτώνια, όλα τα φουστάνια και τα ποδογύρια της, με χρυσοΰφαντον πέντε σπιθαμάς το πλάτος, και με χρυσάλινον περιτέχνως κεντητόν. Κι έκυπτεν άδιακόπως, κι επόνει το στήθος της, κι εκέντα, — και τι εκέντα: Τον ουρανό με τ' άστρα, τη γης με τα λούλουδα, την θάλασσα με τα ψάρια.

Είχεν ήδη εκτείνει εις τρεις σχεδόν σπιθαμάς το χρυσούν ποίκιλμα των χειρίδων και της τραχηλιάς της, εργαζομένη από χρόνων πολλών, αναπτύσσουσα και τελειοποιούσα και κάποτε επινοούσα νέα κεντήματα, διά να ετοιμάσει τ' ατελείωτα νυμφικά της στολίδια. Αλλά προς τι εκοπίαζε; Γαμβρός δεν εφαίνετο πουθενά! Πλην, μάτην ταράττεται πας γηγενής, ως είπεν η Γραφή. Εάν εις μάτην αυτή εκοπίαζεν, εις μάτην ανησυχούσαν και καλαί γειτόνισσαί της.

Μία μάλιστα φαρμακερά γλώσσα, συρίζουσα, είχε τολμήσει να προείπει περί αυτής: «Θα της τα βάλουν στον τάφο! . . .» Αλλ' αυτή εκέντα ακόμη· κι εκέντα, κι επερίμενε να γίνει νύφη μίαν ημέραν, εις τον επάνω κόσμον, να τα φορέσει— να σκάσουν οι εχθροί της!

 

                                                      *

                                                    *   *

 

Ο καπετάν Πανάγος ο Φερτουδάκης εσυνήθιζε πάντοτε «σίγουρες δουλειές». Όπως τον παλαιόν καιρόν, όταν εταξίδευεν Ανατολήν και Δύσιν με το καράβι του, τον «Τριτώνε» (το είχεν αγοράσει από τα μέρη της Φραγκιάς, μπακερωμένο, τρικάταρτο), οπού ήθελεν όλα τα φορτία του καπαρωμένα, και όλους τους ναύτας του με «πλάτικα» και με προκαταβολάς, ούτω και τώρα εις τα γηράματα του (είχε φθάσει τα εξήντα, αλλά μόλις εφαίνετο σαραντάρης· ήτον ακμαίος, καλοκαμωμένος πολύ) όπου προς θεραπείαν της ευλόγου φιλοδοξίας του, επειδή είχαν παύσει πλέον εις το βόρειον θαλασσινόν χωρίον να εκλέγουν τους γηραιούς εμποροπλοιάρχους ως δημάρχους του τόπου — καθότι, ως εικός, είχον αναδειχθεί πλέον άφθονοι δικηγόροι και άλλοι γραμματοσοφισταί — όπως είχαν καλήν συνήθειαν να κάμνουν τον παλαιόν καιρόν, είχεν αρκεσθεί να είναι επίτροπος, κατ' ουσίαν ισόβιος, της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου — ούτω και τώρα, λέγω, ηγάπα εις όλα να είναι σίγουρος και να δένει καλά τις δουλειές του.

Δι' αυτό, μόλις είχεν αποθάνει η πρώτη του γυναίκα, αφήσασα αυτώ υιόν καί θυγάτριον, κι έσπευσε να καπαρώσει — ν' αρραβωνισθεί, θέλω να ειπώ — μίαν οπωσούν ηλικιωμένην κόρην ως δευτέραν σύζυγον. Όλην την ημέραν εφόρει μαύρα δια το πένθος· αλλ' όταν ενύκτωνεν, οπότε τα χρώματα δεν διακρίνονται πλέον — οπόταν η νύκτα είναι αρκετόν πένθος αυτή καθ' εαυτήν — υπό την σκέπην του σκότους, ανά τα στενά σοκάκια, σύρριζα εις τους συρτούς ή ιδιοτρόπως προέχοντας τοίχους των παλαιών οικιών, έχώνετο εις το παράμερον σπιτάκι της μελλονύμφου, κι εκεί έτρωγε τα «κρυφά» λεγόμενα — όχι τα επίσημα— ζαχαροχαμαλιά και διάφορα άλλα, οπού εσυνηθίζοντο εις τους γαμβρούς! Είτα, αφού επέρασεν εύσχημον χρονικόν διάστημα, εστεφανώθη.

Αλλ' αυτός δεν είχε προλήψεις, κι εφάνη εις όλα διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους. Είχε ζήσει χρόνους εις την Εσπερίαν. Είχε ζήσει με Φράγκους και εις την Ανατολήν ακόμη. Άλλοι έλεγαν πως ήτον Μασώνος. Άλλοι έλεγαν πως υπήρξε προστατευόμενος εκ των μάλλον ευνοουμένων του Λεσσέψ εις την Αίγυπτον.

Αφού είχε ξαναπανδρευθεί αυτός, μετ' ολίγα έτη, υπάνδρευσε και την κόρην του, προτού να μεγαλώσει ακόμα. Είτα η νέα εις την πρώτην γένναν, απέθανε κι αυτή. Επήγε να βρει τη μάννα της, καθώς έλεγον αι γραίαι. Ο γαμβρός έμεινε χήρος με το τεκνίον επιζήσαν. Μόλις παρήλθον τρεις μήνες, όταν, μίαν ημέραν, ο πενθερός του, του λέγει:

— Δεν πρέπει να ’χουμε προλήψεις. Σου ηύρα μια. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Θα σε παντρέψω. Έχεις μωρό παιδί.

Πάντοτε το μωρό παιδί χρησιμεύει διά να ξαναπανδρεύεται γλήγορα ό πατέρας. Τέλος τον υπάνδρευσε. Αλλ' εις την ιδίαν του γυναίκα, την μητρυιάν της θανούσης, είπε·

— Δεν πρέπει να ’χουμε προλήψεις. Θα πάμε στο γάμο. Θα τους στεφανώσεις εσύ.

— Εγώ; είπεν η γυναίκα του.

— Ναι. Οι «φρόνιμοι» θα μας επαινέσουν. Για τους άλλους δεν μας μέλει.

— Μα, πάει;

— Το κάνουμ' εμείς και πάει. Του βάζουμε άλειμμα.

Το υλικόν της παροιμίας ελήφθη εκ των ναυπηγείων και ναυστάθμων, και αποτελεί μέρος του μεγάλου, όχι σκωριασμένου, οπλοστασίου, της νεωτέρας ανατρεπτικής λογικής.

Η γυνή συνεμορφώθη. Οί παπάδες εγόγγυσαν, άλλ' ούτε βιβλία είχον πολλά, ούτε συνήθιζαν να διαβάζουν, ούτε γράμματα ήξευραν. Δεν ηύραν καμμίαν ρητήν απαγορευτικήν διάταξιν. Αλλ' ένας, που δεν ήτο ούτε παπάς ούτε δάσκαλος, είς τινας κύκλους, είπεν:

— Η τοπική συνήθεια είναι νόμου κεφάλαιον, πόσω μάλλον η συνήθεια η καθολική! Ο ορθός λόγος και το πρέπον είναι ο άγραφος νόμος του Θεού, τον οποίον Αυτός είπε διά του Προφήτου ότι έμελλε να εγγράψει εις τας καρδίας μας. Η θέσις μιμείται την φύσιν· άλλως δεν θα είχε πού να σταθεί. Καλή μητρυιά οφείλει να μιμείται ό,τι θα έπραττεν η μήτηρ. Καλή μήτηρ δεν θα κατηράτο, δεν θα εμίσει τον χηρεύσαντα γαμβρόν της, διότι φυσικά ό άνθρωπος υπέκυψεν εις την ανάγκην να έλθει εις δεύτερον γάμον. Αλλά θα ήτο απρεπές, αφύσικον καί άστοργον να παρευρεθεί η ιδία εις τον γάμον, και ποτέ δεν θα εγίνετο κουμπάρα να στεφανώσει την διάδοχον της κόρης της. Αλλά, βλέπετε, μερικοί άνθρωποι «δεν έχουν προλήψεις»!

Τέλος, μετ' ολίγον καιρόν από τον δεύτερον γάμον του γαμβρού, ο πενθερός εχήρευσεν εκ δευτέρου. Η γυνή, στείρα και ηλικιωμένη, από χρόνων πάσχουσα, απέθνησκε !

Την φοράν ταύτην, ο καπετάν Πανάγος, είχε φροντίσει να σιγουράρει την δουλειά, και προ της ώρας ακόμη, «με διπλές γούμενες». Εσκάρωνε το νέον καράβι, πριν βουλιάξει ακόμα το παλαιόν· έδενε πρυμνήσια πριν εισπλεύσει εις τον λιμένα.

Δεν είχε πλέον ανάγκην της φρασεολογίας ταύτης εις την κυριολεξίαν. Είχε πωλήσει το τρίτον καράβι του, απεσύρθη, και διωρίσθη εσχάτως Επίτροπος εις την εκκλησίαν. Και η γυνή, φθισιώσα, εψυχομάχει, και ακόμη δεν απέθνησκε. Και αυτός από καιρού είχεν αρχίσει να επισκέπτεται συχνά μίαν μακρυνήν συγγενή του εβδόμου βαθμού, εις τον Επάνω Μαχαλά, την Ζαχαράκαιναν.

Κι η Ακριβούλα έκυπτε, κι εκέντα, κι ακόμη εκέντα τα προικιά της. Και ήτον ωραία, θαλερά γεροντοκόρη. Κι ο καπετάν Πανάγος, καθώς την εκοίταζε, κι έβλεπε την χωρίστραν της καστανής κόμης κάτω από την λευκήν μανδήλαν, εσκέπτετο κι έλεγε μέσα του ότι θα εγίνετο πολύ καλή οικοκυρά, και με μεγαλοπρεπή μάλιστα στολίδια.

Και η γυνή, η καπετάνισσα η δευτέρα, αδυνάτιζεν ολονέν, κι έβηχε, κι έψυχορράγει. Τέλος έσβησεν ένα πρωΐ πριν φέξει· ανέλυσε στον απάνω κόσμον.

Ολίγαι εβδομάδες επέρασαν, κι ετελείτο ο γάμος. Βαθιά την νύκτα, στο σκοτάδι, αλλά με πυροβολισμούς και με πομπήν, καί με πολλούς καλεσμένους.

Τώρα η Ακριβούλα, η Πιτρόπισσα, με τις τραχηλιές και τάς χειρίδας της τρεις σπιθαμάς το κέντημα — και με τα χρυσά ποδογύρια της ένα πήχυν το πλάτος– πάσαν Κυριακήν και πάσαν εορτήν, συνδιαπρέπει μαζί με τον σύζυγόν της και συμπαρίσταται εις το παγκάρι της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Και εις όλας τας πανηγύρεις, και εις όλας τας μνήμας των Αγίων όπου υπάρχουν επισκέψεις και ονόματα, περιφέρει από οικίαν εις οικίαν, από δρόμον εις πλατείαν, και από το χωρίον εις την εξοχήν, τους μεγαλοπρεπείς στολισμούς — έργον των χειρών της μακράς καρτερίας και υπομονής — εις το πείσμα των εχθρών της!

 

Αλέξ. Παπαδιαμάντης

(1909)

 

 

Δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιον Σκόκου (1909). Έκανα αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας ακολούθησα τις περισσότερες διορθώσεις (όχι όμως όλες). Η έκδοση του Ν.Δ.Τ. εκσυγχρονίζει σε ένα βαθμό την ορθογραφία, εγώ προχώρησα περισσότερο (μονοτονικό, υποτακτική κτλ.).

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA