ΜΙΑ ΨΥΧΗ

 

 

            « Την αποφάσισ’ ο γιατρός », μου είπε μετά σκληράς αναλγησίας, θλιβερωτέρας παντός ψυχικού σπαραγμού, ο δεκαεξαέτης έφηβος.

            Ήτο περί τα μέσα του μηνός Μαΐου του έτους 188… Ο ήλιος έκαιεν ήδη υπερβολικά και την τετάρτην μετά μεσημβρίαν εξήλθον να ζητήσω ολίγην δρόσον υπό την γιγαντιαίαν λεύκην, την σκιάζουσαν μέρος της στενής πλατείας. Εκείθεν είχα ιδεί διαβαίνοντα τον Μήτσον και τον εφώναξα.

            Όταν ήλθεν εγγύτερον προς εμέ, δι’ αφώνου βλέμματος τον ηρώτησα τι νεωτέρα περί της ασθενούς. Και μου έδωκε την ανωτέρω παρατεθείσαν απάντησιν.

            Εγώ δ’ επανέλαβον υποψιθυρίζων προς εαυτόν, ως να ήσαν ακατάληπτοι δι’ εμέ αι λέξεις εκείναι : « Την αποφάσισ’ ο γιατρός !»

            Και μετά μιαν στιγμήν απήντησα, ποιήσας ακουσίως δεκαπεντασύλλαβον :

            - Του έχω χάρη του γιατρού, παιδί μου, να γιατρεύει…

            Και ήρχισα ν’ ανακυκλώ εν τω νω απαισίας σκέψεις περί των ιατρών και της ιατρικής. Ακουσίως δε ενθυμούμην την χυδαίαν ακυρολεξίαν γυναίων τινών του αθηναϊκού όχλου: «Η δείνα κυρία, η κουμπάρα, είναι άρρωστη με δύο γιατρούς, με τρείς γιατρούς», το οποίον είναι ως να έλεγαν :

«Τον δείνα, όπου απέθανεν, τον έθαψαν με πέντε παπάδες, με δύο δεσποτάδες».

            Είτα πάλιν οι λογισμοί μου επανήρχοντο εις την οικογένειαν αυτήν, την πάμπτωχον, την ορφανήν με τους δύο υιούς τους προσομοίους με τους υιούς πολλών άλλων οίκων της μεσαίας τάξεως εν Αθήναις· ούτε γράμματα δυνηθέντας να μάθουν αρκετά, ούτε προς χειρωναξίαν ικανούς, ούτε προς εμπορίαν επιτήδειους· και ώκτειρα, ώκτειρα την πτωχήν χήραν μητέρα, την νέαν ακόμη, ήτις έως τώρα ως μόνην παρηγορίαν είχεν αυτό το άμοιρον κοράσιον, αυτήν την δεκατετραετή παιδίσκην. Ήτο ωραίον, έξυπνον, με λεπτότατους χαρακτήρας, με την μακράν κόμην καστανήν, με την ποδίαν πάλλευκον, με το ανάστημα ανεπτυγμένον ήδη. Ήτο φιλομαθής και φιλεργός παιδίσκη, κι επρώτευεν εις τα χειροτεχνήματα, εις όλην την «Εταιρείαν», όπου εφοίτα. Ήτο φαιδρά και καλόγνωμη και πάντοτε εμειδία και ποτέ δεν παρήκουσεν εις το θέλημα της μητρός της ή της μάμμης της· και τώρα… την αποφάσισ’ ο γιατρός !

            Εκ της πρωίμου νεανικής απαθείας, με την οποίαν μου το ανήγγελεν ο Μήτσος, ηδύνατο τις να συμπεράνει περί του βαθμού της φιλοστοργίας ην έτρεφε προς την αδελφήν του… ή μάλλον προς την μητέρα του.

            Άλλοτε έλεγον : Την εσημάδεψ’ ο χάρος· τώρα λέγουν : Την αποφάσισ’ ο γιατρός !

 

¯¯¯

 

            Ήτο περί τα τέλη Μαΐου. Την έκτην ώραν της εσπέρας εφθάσαμεν εις το κοιμητήριον, το Α’ της πόλεως.

            Ολίγοι ήσαν προπομποί. Ο προς μητρός θείος της κόρης, ο μόνος αληθής προστάτης της οικογενείας, ηγείτο της πομπής.

            Πένθιμος ήτο ο στέφανος των λευκανθέμων, στέφανος γάμου και θανάτου· βαυκαλητική ήτο η ψαλμωδία του ιερέως· λικνιστική και του φερέτρου η κυματοειδής κίνησις.

            Κοιμήσου, λευκόν πλάσμα ! Τίς δύναται να σ’ εξυπνίσει από τον ύπνον σου αυτόν ; Επίστρεψον, ψυχή μου, εις την ανάπαυσίν σου.

            Η μήτηρ δεν συνώδευεν, είχε μείνει οίκοι, κατά την νεωτέραν συνήθειαν. Συνώδευον μόνον ο Τάσος και ο Μήτσος, οι δύο αδελφοί. Ηκολούθει εφ’ αμάξης και η γραία, υψηλή, υπερεβδομηκοντούτις, ηκολούθει και ο ογδοηκοντούτης πάππος τής μικράς.

            Παρά τον τάφον ο θείος έκλαυσε και έβαλε σπαρακτικάς κραυγάς μετά λυγμών. Η γραία εσπόγγιζε και αυτή τους στειρευμένους οφθαλμούς της. Εφώναξε την εγγόνην της να εγερθεί από τον τάφον, να μεγαλώσει. Αυτή ήλπιζε να αξιωθεί να την υπανδρεύσει. Είχεν όρεξιν, με όλα τα γηρατεία, να χορεύσει εις τον γάμον της. «Και τώρα τι είν’ αυτά που μού έκαμες;».

            Ποιος θα της εμβελονιάσει τώρα την κλωστή της; Ποιος θα της ανάψει φωτιά; «Και ποια θα χτενίζει, ποιας τα μαλλιά θα πλέκει κάθε πρωί η μητερούλα σου; Αυτά καρτερούσα εγώ, Αγγελικούλα μου;»

            Τι να το κάμει αυτή τώρα το καλάθι της νεκράς, το μικρό; Και ποια θα εξυπνά τώρα πρωί – πρωί, τα χαράματα; Ποια θα της ψήνει τον καφέ; Και ποια θα βάζει ένα αυγό και δύο κουλούρια μες στο καλαθάκι, για να πηγαίνει στο σχολείο; «Και πώς θα περνώ εγώ τώρα τον καιρό μου;  Ποιος θα μου κρατεί συντροφιά, της γερόντισσας; Και όσα χρόνια έχω να ζήσω, πώς θα τα περάσω; Αχ! Αγγελικούλα μου! Αυτά ήλπιζα εγώ;».

            «Δεν έπαιρνε εμένα ν’ αφήσει σένα!», εμορμύρισε και ο γέρος, όστις είχεν εξέλθει προχθές από το οφθαλμιατρείον. Είχεν υποστεί εγχείρησιν εις τον οφθαλμόν, δια ν’ ανακτήσει το φως του και να βλέπει καλά να εύρει τον δρόμον διά τον άλλον κόσμον.

            Και την κατεβίβασεν εις τον τάφον.

            Κατά την σπαρακτικήν εκείνην στιγμήν, ιστάμενος εξ ανατολών, έβλεπα αντίκρυ την κεφαλήν της. Την μακροτάτη καστανήν κόμην της, την είχον κόψει. Το πρόσωπον της πελιδνόν, ιόχρουν, με δύο κύκλους γύρω μέλανας. Το βλέφαρον του δεξιού οφθαλμού της δεν ήτο καλά προσηρμοσμένον˙ είδα το λευκόν του οφθαλμού αλαμπές, στυγνόν, απαίσιον. Το στόμα της ανοικτόν. Εις την κίνησιν της υψώσεως της σορού πρώτον, είτα της καταβιβάσεως αυτής, μου εφάνη το μικρόν εκείνο παρθενικόν στόμα, το οποίον από της νηπιακής ηλικίας της μου ήτο γνωστόν, μου εφάνη ότι άφηνεν άρρητον στεναγμόν, και η θέσις της κεφαλής ήτο ως ονειρευομένου εν έκστασει. Οποία ριγηλή, μυστηριώδης, άφατος εντύπωσις! Πτωχή Αγγελικούλα!

 

¯¯¯

 

            Ο τετράγωνος θαλαμίσκος είχε τα παράθυρα ανοικτά! Είχον αφαιρέσει τα παραπετάσματα, άφησαν μόνο τα έπιπλα, μίαν τράπεζα, τρία καθίσματα, μικρόν ανάκλιντρον, και την κλίνην· την κλίνην εφ’ ης είχεν εκπνέυσει η Αγγελικούλα.

            Μετεκόμισαν εκείθεν την στρώμνην και τα σκεπάσματα. Τας σανίδας τας εσκέπασασν δι’ απλής λευκής σινδόνος. Προς τον βόρειον τοίχον, εις ην θέσιν ήτο το προσκέφαλον, η κυρία Ευφροσύνη, η μήτηρ της Αγγελικούλας, έθεσε μέγα ποτήριον με ύδωρ και έλαιον και ήναψε την θρυαλλίδα. Ήτο τούτο η κανδήλα, η προσφερομένη εις την μνήμην της νεκράς, και σχετιζομένη άλλως με την κοινήν δοξασίαν, καθ’ ην η φυγούσα ψυχή, τρυφερά νοσταλγός, αρέσκεται να φοιτά εις τα μέρη, τα οποία έφυγε. Τότε, εάν διψάσει, θα εύρει να πίει. Τεσσαράκοντα ημέρας διαρκεί η περιπλάνησις αυτή της ψυχής, οδηγουμένης υπό του φύλακος αγγέλου· τεσσαράκοντα ημέρας έμελλε να καίει εκεί ακοίμητος και η επιμνημόσυνος κανδήλα.

 

Ο Άγγελος, ως λέγουν, της ύστατης

πορείας ξεναγός, επαναφέρει

την φεύγουσαν ψυχήν εις τα γνωστά της

και εις τα προσφιλή της μνήμης μέρη…

 

Απηύδησα να κυλινδώ μοιραίως

του βίου μου το άχθος προς το μνήμα,

κατάδικος, ως η ψυχή φονέως

η σύρουσ’ από του λαιμού το θύμα.

 

Ποία σκληρά την θύραν μου χειρ κρούει ;

Οστών ως θραυομένων είν’ ο κρότος˙

Τοιούτον κρότον πώς το ούς ακούει ;

Τοιούτον πώς το όμμα πλήττει σκότος ;

 

Τα έτη μου απώλεσα εις μάτην·

Παρείδον την στιγμήν μου την υστάτην·

Εις μάτην τας φαιδράς, τας γλυκυτέρας

ηρίθμησα του βίου μου ημέρας…

 

«Και αν μαζί σου υπερβώ τα νέφη,

κι εις του Θεού η χείρ σου αν με φέρει,

το πνεύμα μου οπίσω επιστρέφει

και θεατής της γης να μείνει χαίρει.

 

Ως ξένος εν τω μέσω γης ερήμου

ζητεί τον προ πολλού ταφέντα οίκον,

της προσφιλούς ζητεί και η ψυχή μου

αλύσεώς της τον κοπέντα κρίκον.»

 

            Και η μήτηρ δεν έπαυε να κλαίει βλέπουσα την κανδήλαν ταύτην, ήτις συχνά, με όλην την συχνήν προσθήκην ελαίου, έφθινε και έτρεμεν ετοίμη να σβήσει, και άφηνε τον ήχον εκείνον τον απερίγραπτον, τον όμοιον με στοναχήν ψυχής βασανιζομένης, αναμιμνήσκουσα τον γλυκύν και θρησκευτικόν στίχον του Λαμαρτίνου :

                        Comme la harpe d’or pendue a Son autel,

                        Je chanterai pour Lui jusqu’à ce qu’ ll me brise.

 

            Την τρίτην εσπέραν μετά την ταφήν της μικράς η μήτηρ, πριν ή κατακλιθεί, αφήκε την συνοδίαν της εν τη μικρά αιθούση του οικήματος και εισήλθεν εις τον νεκρικόν θάλαμον, δια να ιδεί αν έκαιε καλώς η κανδήλα, και διά να εγχύσει έλαιον.

            Εις την μικράν αίθουσαν τής εκράτουν συντροφίαν η αδελφή της η άγαμος, η ενήλιξ δεσποινίς Μαρίνα, και η γηραιά μήτηρ των.

            Η γραία, ήτις έσωζε πολλούς των οδόντων της, αφού έφαγε τηγανητόν οψάριον και αυγόν (συνήθεια είναι να μη κρεοφαγώσιν επί πολλάς ημέρας μετά τον θάνατον μέλους της οικογενείας, εις τους τηρούντας τα παλαιά έθιμα ελληνικούς οίκους), ύστερον ήρχισε να μασά ολίγα αμύγδαλα· κι επειδή δεν υπήρχεν οίνος, εσώζετο όμως από της εσπέρας της παρηγορίας (της του νεκρωσίμου δείπνου μετά την κηδείαν), εσώζετο, λέγομεν, ολίγη μαστίχα, η γραία εζήτησε να της δώσουν να πίει διά να ξεπλύνει τα δόντια της. Και εις την παρατήρησιν της κόρης της, της Μαρίνης, ειπούσης ότι δεν πίνουν μαστίχαν μετά το δείπνον, η γράια απήντησεν, ότι εις την Ρωσίαν, όπου είναι καλοί χριστιανοί, έχει ακουστά της ότι άλλο από ρακήν δεν πίνουν.

            Προσεφέρθη η μικρά φιάλη, και η  γραία, σιγά-σιγά, ερρόφησε τρία μικρά ποτήρια. Έλεγεν ότι της επόνει η ψυχή της, και της έκαμνε καλόν… Ο Τάσος ο πρωτότοκος των υιών της κυρίας Ευφροσύνης έλειπεν. Είχεν εξέλθει μετά το δείπνον, και δεν επέστρεψεν ακόμη. Ο άλλος, ο Μήτσος, είχε κατακοιμηθεί. Και αυτός είχε ζητήσει να εξέλθει, αλλ’ η μήτηρ τον παρεκάλεσε να μείνει, να μη αφήσει τας τρεις γυναίκας μόνας των.

            Ο Μήτσος τής έκαμε την χάριν, αλλά μετ’ ολίγον κατεκλίθη. Είπεν ότι «νυστάζει, άμα κάθεται στο σπίτι». Είπομεν ότι η Ευφροσύνη εισήλθεν εις τον νεκρικόν θάλαμον. Εισήλθε μόνη της. Αι φωναί της γραίας, ήτις ελογομάχει εκείνην την στιγμήν με την νεωτέραν κόρην της, ήσαν ως συνοδία προς αυτήν.

            Επλησίασεν εις την κλίνην.

            Εκεί βλέπει ότι περί την αναμμένην κανδήλαν μία ψυχή – πεταλούδα – ετριγύριζε περί το φεγγοβολούν ποτήριον. Ήτο ωραία, μικρά, χρυσόπτερος…

            - Ά ! να πάλι η πεταλούδα, εψιθύρισεν η χαροκαμένη μήτηρ.

 

¯¯¯

 

            Δεν ήτο η πρώτη φορά αυτή. Ήτο τρίτη εσπέρα αφ’ ης έβλεπε την πεταλούδαν.

            Την είχεν ιδεί την πρώτην νύκτα, περί τα μεσάνυκτα, όταν είχον απέλθει οι συγγενείς της, αφού ετελέσθη η παρηγορία, και αυτή μείνασα μόνη με τους δύο υιούς της, οίτινες εκείνην την στιγμήν εξεδύοντο διά να κατακλιθώσιν, εισήλθεν εις το θάλαμον, δια να εγχύσει έλαιον εις την νεκρικήν κανδήλαν. Τότε είδε την πεταλούδαν να πετά γύρω – τριγύρω εις την αναμμένην κανδήλα, χωρίς να πλησιάζει πολύ εις την φλόγα. Την έβλεπεν επί εν λεπτόν της ώρας περίπου, και είτα αίφνης έγινεν άφαντος.

            Η Ευφροσύνη εκοίταξεν ατενώς την πεταλούδαν, χωρίς να αποσπά το βλέμμα της και από την φλόγα. Βεβαίως η πεταλούδα δεν εκάη. Αν εκαίετο, θα το έβλεπε.

            Και όμως έγινεν άφαντος. Τι είχε γίνει ;

            Η τεθλιμμένη μήτηρ επερίμενεν επί εν τέταρτον όρθια εκεί, εωσότου ο πρωτότοκος υιός της υποπτεύσας ότι η μήτηρ του αργοπορούσα εκεί θα έκλαιε (και ήτο φόβος μη βάλει τας φωνάς και του χαλάσει την ησυχίαν), ήλθεν έως την θύραν με το νυκτικόν υποκάμισον.

            - Μα τι κάνεις εκεί ; της λέγει.

            - Τίποτε, παιδί μου, τώρα έρχομαι, απήντησε η μήτηρ.

            Και εξήλθε κλείουσα την θύραν και υποψιθυρίζουσα προς εαυτήν : «Αχ ! ψυχή παραπονεμένη!» Ενόει βεβαίως ότι η πεταλούδα εκείνη ήτο η ψυχή της κόρης της.

            Την δευτέραν εσπέραν, όταν οι συγγενείς της απήλθον, εισήλθε και πάλιν εις το θάλαμον τον νεκρικόν. Και πάλιν είδε την πεταλούδαν. Αλλά μόλις την είδε, και εν ακαρεί έγινεν άφαντος. Επερίμενεν επί πολύ!

            Δεν εφάνη πλέον. «Αχ! ψυχή μου! αχ! πουλί μου! μού εκάκιωσες», είπε μετά δακρύων η βαρυαλγούσα μήτηρ· «με βλέπεις και μου φεύγεις, μου αγρίεψες, παιδί μου! Αχ! να ’ναι όμορφα τα όνειρα σου εκεί που κοιμάσαι, Αγγελικούλα μου, μάτια μου!».

            Την τρίτην νύκτα, ενώ η γραία έπινε την μαστίχαν και εφιλονίκει με την νεωτέραν κόρην της (είχον μείνει περιμένουσαι την επάνοδον του Τάσου, δια να τας συνοδεύσει έως την οικίαν των· ο υιός τής γραίας, ο θείος ο άγων το πένθος κατά την κηδείαν, δεν είχεν έλθει, πιστεύων ότι ο Τάσος θα ωδήγει ενωρίς οίκαδε την μάμμην και την θείαν του· και ήτο ήδη μεσονύκτιον), η Ευφροσύνη λοιπόν εισελθούσα, είδε και πάλιν την πεταλούδαν. Την είδεν επί τρία λεπτά και πλέον την φοράν ταύτην. Αίφνης η πεταλούδα, ενώ η μήτηρ είχε κύψει εις την κανδήλαν διά να εγχύσει έλαιον, επλησίασε παραδόξως εις το στόμα της περιαλγούς μητρός, είτα εις τους οφθαλμούς και εις τα ωτά της. Είτα έφερε τρεις γύρους περί τον λαιμόν της. Η μήτηρ έτεινε τα χείλη, ζητούσα εν τη παραφροσύνη της να την φιλήσει, αλλ’ η πεταλούδα απεμακρύνθη έμφοβος…

            Όλα αυτά τα διηγείτο ύστερον εις πολλάς γυναίκας παρουσία και τινών ανδρών η κυρία Ευφροσύνη. Ημείς γράφομεν ό,τι ηκούσαμεν.

- Μη φεύγεις, μη φεύγεις, ψυχή μου! εψιθύρισεν  έκφρων η μήτηρ.

Η πεταλούδα, ήτις είχε πετάξει μίαν οργυιάν επάνω προς την οροφήν, κατέβη (απίστευτον πράγμα!) εις την κανδήλαν, και έπιεν εκ του ελαίου…

Η Ευφροσύνη δεν ηδυνήθη να κρατηθεί· ορμεμφύτως ήθελε μάρτυρας, δια να πιστεύσει ό,τι έβλεπε.

- Μαρίνα! εφώναξε· Μαρίνα! έλα ’δω.

Η Μαρίνα ήλθε τρέχουσα.

- Τι θέλεις;

Αλλ’ η πεταλούδα είχε γίνει άφαντος.

- Τι είναι; επανέλαβεν η νέα.

- Τίποτε.

- Πώς τίποτε;

Η Ευφροσύνη έβλεπεν αλλόφρων τους τοίχους και την οροφήν, ζητούσα ν’ ανακαλύψει κάπου την πεταλούδαν, την μικράν ψυχήν. Αλλ’ ουδαμού εφαίνετο αυτή.

- Γιατί μ’ εφώναξες; επέμενεν πάλιν η Μαρίνα.

- Κύριε ελέησον! είπεν η Ευφροσύνη ποιούσα το σημείον του Σταυρού. Τώρα ήτον εδώ, τώρα έφυγε.

- Ποιος έφυγε;

- Κανένας.

- Μην ετρελάθης, αδελφή μου ; Σε καλό σου, είπεν έμφοβος η Μαρίνα.

Η Ευφροσύνη αφήκε στεναγμόν!

Και προς εαυτήν υπεψιθύρισε: «Γιατί μού φεύγεις, ψυχή μου; Γιατί μού αγρίεψες; Δεν με αγαπάς; Αχ! τι τρελή που είμαι! Μου έφυγες,

για πάντα».

            - Τι μουρμουρίζεις μέσα σου; ηρώτησεν η Μαρίνα.

            - Τίποτε.

            - Χριστέ και Παναγιά! έκραξε ποιούσα το σημείον του Σταυρού και η Μαρίνα.

            Και εκοίταξε περιδεής την αδελφήν της, υποπτεύουσα ότι αύτη πράγματι θα έπαθε τας φρένας.

            - Δεν ετρελάθηκα, αδελφή, όχι, απήντησε τώρα μόλις εις την προτέραν αναφώνησιν της αδελφής της η Ευφροσύνη. Ησύχασε, δεν είναι τίποτε. Μην ειπείς τίποτε της γριάς.

            - Μα τι σου συνέβη;

            - Σου το λέγω άλλη φορά! Πάμε τώρα.

            Κι εξήλθον αμφότεραι εκ του νεκρωσίμου θαλάμου.

            Η Ευφροσύνη δεν επανείδε πλέον την μικράν χρυσόπτερον πεταλούδαν, αν και επί πολύ, κατά πάσαν εσπέραν, ήρχοντο η μήτηρ της και η αδελφή της να της κάμουν συντροφίαν, και αυτή δεν έπαυσε να εισέρχεται περί το μεσονύκτιον εις το νεκρικόν θάλαμον, δια να προσθέτει έλαιον εις την επιμνημόσυνον κανδήλαν. Αλλ’ η Μαρίνα έκτοτε επέμενε να την συνοδεύει πάσαν νύκτα εις την τοιαύτην επίσκεψιν.

            Έμενεν εις την μικράν αίθουσαν μόνη η γραία, ήτις ήτο πολύ πικραμένη, έλεγε, και της επόνει η καρδούλα της. Και όσον της επόνει, τόσον ηύξανε την δόσιν της μαστίχης.

            Αλλ’ η ωραία χρυσόπτερος πεταλούδα δεν εφάνη πλέον· και είχεν αποπτεί εις την αιωνιότητα η μικρά αθώα ψυχή – Ψυχή χωρίς Έρωτα.

 

 (1891)

 

 

 

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA