Ο τυφλοσύρτης

(μαθητικά χρονικά)

του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

 

 

            − «Δευτέρας ουν σκέψεως αρχή προυτάθη, τις αρίστη των τεχνών και ράστη εκμαθείν και ανδρί ελευθέρω πρέπουσα...» απήγγελλεν όρθιος κρατών το βιβλίον, με την παιδικήν και άχρουν φωνήν του, αλλά με φοβισμένον κάπως το ήθος, ο κληρωθείς προς διόρθωσιν της εξηγήσεως μαθητής.

 

            − Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροβλήθη ποία να ήτον καλυτέρα ανάμεσα εις τας τέχνας... ερρινοφθόγγει αργά – αργά ο διδάσκαλος, εγκύπτων όλος εις το τετράδιον, με την ρίνα εγγίζουσαν εις το χαρτίον, με τα μάτια τέσσαρα μην τού διαφύγει επί του χειρογράφου κανείς σολοικισμός ή βαρβαρισμός, προσθέτων κόμματα και τελείας και μεταβάλλων όλας τας οξείας εις βαρείας. Εδίστασεν επί μικρόν, είτα μετέβαλε το επροβλήθη εις επροτάθη, και το ανάμεσα εις τας τέχνας εις μεταξύ των τεχνών. Μεθ’ ό επανέλαβε την περικοπήν διορθωμένην ως εξής : Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροτάθη ποία να είναι καλυτέρα μεταξύ των τεχνών...

 

Αίφνης, ενώ η ρις του εφαίνετο ως να ώργωνε το τετράδιον, και η στεγνή μελάνη υγραίνετο σχεδόν και άχνιζεν από την πνοήν του, ανέκυψεν ερυθρός και μετ΄ αγανακτήσεως ανέκραξεν :

 

− Αυτό είναι εξ αντιγραφής!

 

Δεν εφρόντιζεν ουδέ να κρύψει καν το ελάττωμά του, ή ίσως θα επίστευεν ότι μάλλον θ΄ ανεδείκνυε τούτο, αν ώπλιζε τους οφθαλμούς του με δίοπτρα. Ήτο μικρόσωμος, σοβαρός άνευ επιτηδεύσεως, προγάστωρ, επιμελής και αυστηρός εις το έργον του. Επανελάμβανε καθ΄ εκάστην την εξήγησιν επτάκις ή οκτάκις μετά την πρώτην ανάπτυξιν, χαριζόμενος εις τους σκληροτραχήλους και χονδροκεφάλους μαθητάς της Β¨ τάξεως. Αλλ΄ ουχ΄ ήττον, αντί να σκοτίζονται όπως ενθυμηθώσι τας πτεροέσσας λέξεις, τας πιπτούσας εκάστοτε από το στόμα του, πολλοί τούτων ευκολώτερον και προχειρότερον εύρισκον ν΄ αντιγράφωσι κάποτε από τας καθαράς εξηγήσεις του αυτού και άλλοτε παραδοθέντος λόγου, τας οποίας ευκόλως επρομηθεύοντο από περυσινούς ή προπερυσινούς μαθητάς, συγγενείς ή φίλους των. Εάν όμως ο κλήρος έπιπτεν εις ένα των αντιγραφέων τούτων, τότε με όλην την μυωπίαν του, ή ίσως ένεκα της μυωπίας αυτής, ο διδάσκαλος ανεγνώριζεν, εκ της στρωτής και ομαλωτέρας γραφής, την λαθροχειρίαν, και η πρέπουσα τιμωρία ανέμενε τον βαρυκέφαλον μαθητήν.

 

Την ημέραν εκείνην, ο διδάσκαλος εφαίνετο δύσθυμος και μετά δυσκολίας συνέχων πάλαι υποβρέμουσαν οργήν. Ουχ ήττον ευθύς δεν παρεφέρθη, αλλ΄ αφού απήγγειλε δι΄ εκατοστήν φοράν στερεότυπον νουθεσίαν περί της βλάβης της προσγενομένης εις τον μαθητήν εκ της αντιγραφής, ήτις αντί ν΄ αναπτύξει την διάνοιαν των νέων, ματαιώνει το έργον της διδασκαλίας, κάμνει τον διδάσκαλον να φαίνεται άξιος οίκτου ως δυστυχής αεροβάτης, ως ταλαίπωρος υλοτόμος, ως μη απολαμβάνων τους κόπους του γεωργός, και δεικνύει τους μαθητάς ως ψιττακούς, ως κολοιούς με ξένα πτερά, «ως ξηρά ξύλα άκαρπα εκκοπτόμενα και εις πυρ βαλλόμενα», εξέφερεν απλήν καταδίκην κατά του ενόχου της λαθροχειρίας μαθητού, όπως την προσεχή Κυριακήν αντιγράψει επτάκις την αυτήν εξήγησιν. Είτα εκάλεσε δια κλήρου άλλον προς διόρθωσιν της εξηγήσεως, και πάλιν δια κλήρου εσήκωσεν άλλον και ήρχιζε να τον εξετάζει Γραμματικήν.

 

Ο τελευταίος έτυχε να είναι εκ των επιμελεστέρων, κατά την μαθητικήν σημασίαν της λέξεως, εκ των μάλλον προσομοίων δηλαδή με τους ψιττακούς, ούς είχεν αναφέρει ως παράδειγμα ο διδάσκαλος, και είχε μάθει το μάθημα νεράκι. Εσταύρωσε τας χείρας και ήρχισε ν΄ απαγγέλλει κανόνας της Γραμματικής ως Πάτερ ημών, απνευστί και χωρίς στιγμάς και τελείας. Ούτε κατεδέχθη μάλιστα να στρέψει πλάγιον βήμα εις τον μαυροπίνακα, εφ΄ ου υπήρχον δια καλόν και δια κακόν, τινές αγκούτσες δια κιμωλίας χαραγμέναι. Υπέψαλλε δι΄ απαλής και σιγανής φωνής. «Των εχόντων ρίζαν κλε, βλε, στρε...» ή «Τα δίχρονα εν τέλει των ουδετέρων...» Και δεν έστρεφε βλέμμα προς τον επί του τοίχου μέλανα πίνακα, δια να ίδει ότι οι δύο ούτοι κανόνες, τους οποίους είχε βάλει να μελετήσωσιν ανακατωτά ο διδάσκαλος, επιβάλλων εις την Β΄ τάξιν επανάληψιν των μαθημάτων της Α΄, εφαίνοντο την πρωΐαν εκείνην και δια κιμωλίας ευκρινώς αναγεγραμμένοι. Αλλ΄ είπε το μάθημά του κι εκάθισε.

 

***

 

            Ο αγαθός διδάσκαλος ανέπτυξε δι΄ ολίγων το παρακάτω «Περί των εις –μι», και ώρισε δύο ή τρεις κανόνας ανακατωτά πάλιν δι΄ επανάληψιν, μεθ΄ ό έκλεισε την Γραμματικήν. Μετέβη εις τον συγγραφέα, κι εξαγαγών κλήρον ήρχισε να εξετάζει κείμενον και ερμηνείαν. Την φοράν ταύτην ο κληρωθείς δεν ήτο τόσον ανενδεής του μαυροπίνακος όσον και ο προκαθίσας.

 

            Μετά τους γραμματικούς κανόνας εφαίνετο επί της μαυροβαφούς και ξασπρισμένης από τα σβησίματα της κιμωλίας και από την πολυκαιρίαν σανίδος οριζόντιος γραμμή, και κάτω ταύτης μακροτέρα παράγραφος έλεγεν : «Άρτι μεν επεπαύμην... τοις πλείστοις ουν έδειξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης ου σμικροίς...» Και ο μαθητής, σταθείς εις ευλαβή απόστασιν από της διδασκαλικής έδρας και τραπέζης, με το εν όμμα προσβλέπων περιδεής τον διδάσκαλον, με το άλλον κοιτάζων ευγνωμόνως τον μαυροπίνακα, ήρχιζε ν΄ απαγγέλλει: «Άρτι μεν επεπ ... επεπαύ ... επεπαύμην ... Άρτι μεν επεπαύ ... μην εις τα διδασκαλεία φοιτών...»

 

− Ελθέ πλησιέστερον, είπεν ο διδάσκαλος· διατί εστάθης τόσον μακράν;...

 

Είχεν υποπτεύσει ότι ο εξεταζόμενος εστάθη ούτω δια να είναι πλησιέστερος εις το θρανίον, με την ελπίδα ότι οι συμμαθηταί του θα τού υπεψιθύριζαν ολίγας λέξεις του κειμένου (το οποίον συνήθεια ήτο ν΄ απομνημονεύουσιν) όπισθεν, όπως και άλλοτε είχον φωραθεί πολλάκις πράττοντες. Το σύστημα όμως τούτο είχεν εγκαταλειφθεί εν τη Β΄ τάξει ως παλαιόν και τετριμμένον. Αφού ο διδάσκαλος δεν ήτο κωφός, διατί να κανοναρχώσι το μάθημα προς τον εξεταζόμενον; Αφού ήτο μύωψ, διατί να μην το γράφωσιν επί του μαυροπίνακος;

 

Ο μαθητής προέβη εν λοξόν βήμα προς την τράπεζαν, κι εφρόντισε να τοποθετηθεί ούτως ώστε να δύναται να λαμβάνει με το αριστερόν του όμμα την επικουρίαν του μαυροπίνακος.

 

− Πλησιέστερον ακόμη, Γεωργούτσε! είπεν εν ανυπομονησία ο διδάσκαλος.

 

Ο Γεωργούτσος προέβη εν βήμα ακόμη, και ηναγκάσθη να σταθεί ούτως, ώστε να μη δύναται το βλέμμα του να φθάσει προς το μέρος του τοίχου χωρίς να διαβεί από της σεμνής κορυφής του διδασκάλου.

 

− Λέγε!

 

Ο μαθητής ήρχισε να υποτονθορύζει : «...Παιδεία μεν και πόνου πολλού... και δαπάνης ου σμικράς... και τύχης δείσθαι λαμπράς... Τα δε ημέτερα μικρά τε είναι... και... την επικουρίαν απαιτείν... απαιτείν. Ει δε τινα τέχνην των βανά... των βαναύ... των βαναύσων τούτων εκμάθοιμι...»

 

− Εξ αρχής λέγε! είπεν εντόνως ο διδάσκαλος. Είπομεν ότι το κείμενον πρέπει να το απαγγέλλητε καθαρά και ξάστερα... και όχι διαπταίοντες και βαρβαρίζοντες, καθώς η Ερμογλυφική Τέχνη, ως θα ίδωμεν παρακάτω.

 

Ο Γεωργούτσος, όστις με απηλπισμένα βλέμματα εζήτει την βοήθειαν του μαυροπίνακος, και, επειδή ίστατο νυν κατέμπροσθεν της διδασκαλικής τραπέζης, εδυσκολεύετο να την λάβει, ήρχισεν : «΄Αρτι μεν επεπαύ... επεπαύμην... φοιτών... την ηλικίαν... ο δε πατήρ... ο δε πατήρ...»

 

Τόσον πλησίον του διδασκάλου ίστατο την φοράν ταύτην, ώστε ούτος, με όλην την μυωπίαν του, δεν ηδύνατο να μη παρατηρήσει ότι το βλέμμα του μαθητού υψούτο δειλόν και τρομαλέον υπεράνω των ιδίων αυτού οφρύων και της κόμης, ως να έβλεπεν υπέρτερόν τι και αόρατον εις τους κοινούς οφθαλμούς, οπτασίαν τινά ή εμφάνειαν. Ο ευσυνείδητος ανήρ συνέλαβεν υποψίαν, ηγέρθη, έστρεψε τα νώτα προς την ομήγυριν, ηρεύνησεν επιμελώς επί του τοίχου, είτα το βλέμμα του και η χειρ του η αριστερά προσέκοψαν επί της μεγάλης τετραγώνου σανίδος. Επλησίασε την ρίνα, και ανεκάλυψεν εκεί δια κιμωλίας σημειωμένας πολλάς γραμμάς : «Άρτι μεν επεπαύμην» έως του «το γινόμενον».

 

Δι΄ ηλεκτρικού τιναγμού εστράφη με ταχύτητα σφενδόνης, ωχρός και τρέμων εξ οργής.

 

− Ποίος από σας έγραψεν εκεί το κείμενον; ηρώτησε με κεραυνώδη φωνήν.

 

Ουδείς απήντησεν.

 

Ο διδάσκαλος δεν επέμεινεν. Εγνώριζεν εκ πείρας ότι, όσας και αν ενήργει ανακρίσεις, δυσκόλως θ΄ ανεκάλυπτε τον αυτουργόν. Αλλά κατά τους νόμους της αλληλεγγύης, ο πταίστης ήτο όλη η τάξις. Και έτι μάλλον πταίστης ήτο ο Γεωργούτσος, όστις είχε φωραθεί επωφελούμενος τον τυφλοσύρτην.

 

Ήρπασε την βέργαν και ήρχισε να κλίνει το γνωστόν βαρύτονον, το πρότυπον και συμβολικόν ρήμα, επί της ράχεως του ατυχούς μαθητού.

 

Ο Γεωργούτσος προσεπάθησε να φυλαχθεί με τας χείρας, όσον ηδύνατο, και ηγωνίσθη να συλλάβει την βέργαν. Αλλ΄ ο διδάσκαλος έτι μάλλον εθύμωνεν. Ο νέος εφώναζεν ότι δεν έπταιεν αυτός, ότι και άλλοι είχον ωφεληθεί ήδη από το ίδιον βοήθημα, «επειδή το μάθημα ήταν βαρύ και δεν μπορούσαν να το μάθουν απ΄ όξου», και ότι αυτός δεν ήτο ο γράψας το κείμενον επί του πίνακος.

 

Ο διδάσκαλος δεν είχε προσέξει ότι και άλλαι γραμμαί, πλην του κειμένου, εφαίνοντο γραμμέναι εκεί. Επανήλθεν εις τον πίνακα, και προσκολλήσας την ρίνα επί της μαύρης σανίδος, ανεκάλυψε τους κανόνας της Γραμματικής αναγεγραμμένους ύπερθεν του λουκιανείου κειμένου.

 

Αφρίζων εξ οργής εστράφη προς το θρανίον, και καλέσας τον μαθητήν, τον προεξετασθέντα εις την Γραμματικήν, τον διέταξε ν΄ ανοίξει τας παλάμας, όπως λάβει «ολίγες ξυλιές διά τον κόπον του». Αλλ΄ ο μαθητίσκος εξεμαρτυρήθη πειστικώς, λέγων ότι αυτός είπε το μάθημα απ΄ έξω, χωρίς διόλου να κοιτάξει, και αν θέλει ο διδάσκαλος, ημπορεί να το ξαναειπεί, αφού εξαλειφθώσι τα γράμματα από τον μαυροπίνακα. Προσέθηκε δε ότι ηγνόει τις ήτο ο γράψας κανόνας και κείμενον εκεί, επί του πίνακος.

 

Ο διδάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής, και χωρίς να ελπίζη ευνοϊκόν αποτέλεσμα, εφώναξε λέγων ότι οι μαθηταί ώφειλον να καταγγείλωσι τον αυτουργόν του δόλου, άλλως θα ήσαν όλοι κακοήθεις, όλοι αχρείοι και ανάγωγοι. Και επειδή δεν επείθοντο, ήρχισε να κλίνει το γνωστόν ρήμα, καθ΄ όλους τους χρόνους και τας εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των ώμων και των ράχεων όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί τινα λεπτά της ώρας αντήχει ο κρότος της λεπτής και οζώδους βέργας, αναμίξ με πεπνιγμένους γέλωτας και οιμωγάς. Επί του δευτέρου και τρίτου θρανίου, οσάκις εδοκίμαζε να επεκτείνει το κράτος της βέργας, η λιγεία ράβδος ολισθαίνουσα έτυπτε σανίδα ή βιβλίον, αντί να τύψει σάρκα, διότι οι πονηροί μαθηταί των δύο τούτων θρανίων, διολισθαίνοντες, έκρυπτον την κεφαλήν και τους ώμους υπό την επικλινή σανίδα, την αποτελούσαν δι΄ αυτούς γραφείον και αναλόγιον, και ουχί σπανίως προσκεφάλαιον δι΄ ύπνον, πνίγοντες εκεί ευθύμους ή θλιβερούς καγχασμούς, και δεν ωμοίαζον με τους «επιμελείς» και «ευπειθείς» μαθητίσκους του πρώτου θρανίου, οίτινες ίσταντο ακλινείς, όμοιοι με τον παρ΄ Αριστοφάνη δούλον, και ετύπτοντο.

 

Ο διδάσκαλος είχε κλίνει ήδη όλον τον ενεστώτα του ιερού ρήματος και μετέβαινεν εις τον παρατατικόν, ότε είς των μαθητών του τρίτου θρανίου, ο μόνος όστις δεν είχε κύψει να κρυβεί υπό το αναλόγιον του θρανίου, αλλ΄ είχε μείνει σύννους και ακίνητος επ΄ ολίγα λεπτά της ώρας, ανέτεινε την χείρα κι εφώνησε :

 

− Δάσκαλε!

 

Εκαλείτο Ιωάννης Αλογάκης και ήτο εις των αμελεστέρων, ως εικός. Ευρίσκετο από τριών ετών εις την Β΄ τάξιν, εναντίον του κανονισμού. Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως απώτατα του διδασκάλου.

 

− Ποίος ωμίλησεν; ηρώτησεν ο διδάσκαλος.

 

− Δάσκαλε, επανέλαβεν ο Γιάννης Αλογάκης, εγώ το έγραψα εις τον μαυροπίνακα.

 

Είχε μάθη από δέκα ετών, εν τε τω Δημοτικώ και τω Ελληνικώ, τόσα γράμματα, όσα ήρκουν δια ν΄ αντιγράφει εκ των βιβλίων δια κιμωλίας τον τυφλοσύρτην επί του μαυροπίνακος.

 

Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.

 

− Μη με δέρνεις, γιατί μού πονούν τα κόκκαλά μου, διδάσκαλε, είπεν αφελώς. Μ΄ έδειρες πολύ τες προάλλες. Γονάτισέ με καλλίτερα.

 

Ο διδάσκαλος του κατέφερε μόνον δύο εις την ράχιν, και είπεν :

 

− Ας είναι, γονάτισε.

 

Ο Αλογάκης έλαβε την κιμωλίαν, εχάραξεν επί του δαπέδου μικρόν ελλειψοειδές σχήμα, δια να είναι όριον του τόπου της τιμωρίας του, κι εγονυπέτησεν εντός τούτου, κρατών και το βιβλίον ανοικτόν εις τας χείρας.

 

***

 

Ο Γιάννης είχε γονατίσει σύρριζα εις τον τοίχον, βλέπων προς την διδασκαλικήν έδραν, ακριβώς υπό τον μαυροπίνακα. Βιάζων τον εαυτόν του να κοιτάζει εις το βιβλίον και σφίγγων τους οδόντας, εφυλάττετο να μην κάμει σχήματα και μορφασμούς, προκαλούντας των συμμαθητών τον γέλωτα, διότι ήξευρεν ότι η ράχις του γονυπετούς είναι η μάλιστα υποκειμένη εις το κράτος της διδασκαλικής ράβδου.

 

Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους οδόντας και απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα τινός των μαθητών, φοβούμενος και μη ανταποκριθεί ακουσίως εις τους γέλωτας των ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας εποίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ΄ όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το βλέμμα τού Κώστα τού Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος αλλά και όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψει τις το πιθηκοειδές μούτρόν του δια να καγχάσει ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να πνίξει και να συγκρατήσει τον γέλωτα, αλλ΄ είς εκ του β΄ θρανίου απήντησε δια μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν ηγέρθη και ήλθεν απειλητικός προς τα θρανία.

 

− Ποίος γελά; ηρώτησε πάλλων την βέργαν.

 

− Κανείς, διδάσκαλε, απήντησεν ο Κώστας ο Αϊβαλής.

 

Ο διδάσκαλος κατέφερε μίαν εις τον αριστερόν ώμον τού Αϊβαλή, όστις περιεστάλη, εδάγκασε τα χείλη κι εξηκολούθησε να γελά σιγανώτερα.

 

− Ποίος εγέλασε; επανέλαβεν ο διδάσκαλος.

 

Ουδείς απήντησεν. Όσοι των νεωτέρων μαθητών ήσαν «μαρτυριάρικα» και «προδότικα» από του Δημοτικού σχολείου, στιγματιζόμενοι δια των επιθέτων και στενοχωρούμενοι δια τρόπων περιφρονήσεως υπό των μεγαλυτέρων την ηλικίαν συμμαθητών των, διωρθώνοντο άμα έφθαναν εις το Ελληνικόν. Έπειτα και αν ήτό τις μαρτυριάρης, εφοβείτο να εξασκήση την τοιαύτην ροπήν του εν πλήθοντι θαλάμω, εν αντιπαραστάσει διδασκάλου και μαθητών.

 

Ο διδάσκαλος εν τούτοις ίστατο σύνεγγυς, άνωθεν της κεφαλής του Πατρόκλου Καμπίδου, νεαρωτάτου μαθητού, όστις, καταχρώμενος το οφθαλμικόν ελάττωμα του διδασκάλου, ένευε με φαιδρούς μορφασμούς προς τον Γιάννην Αλογάκην. Ούτος, ως είδε τον διδάσκαλον στρέψαντα προς αυτόν τα νώτα, εστοχάσθη ότι καλόν ήτο να επωφεληθεί την ευνοϊκήν στιγμήν, και σηκωθείς όρθιος έτριβε τα γόνατά του. Ο διδάσκαλος όσον και αν ήτο μύωψ είδε τα νεύματα και τους μίμους τού ενώπιόν του καθημένου μαθητού, ενόησεν ότι απηυθύνοντο προς τον τιμωρούμενον κι εστράφη αποτόμως. Ο Γιάννης εξαφνισθείς έσπευσε να γονατίσει εκ νέου, αλλ΄ ο διδάσκαλος επρόφθασε και τον είδεν, είτε ως σκιάν, είτε ως δένδρον, όρθιον ακόμη και είτα μεταβαίνοντα εις την γονυκλινή στάσιν.

 

Ο διδάσκαλος ενόμισεν ότι εύρε την λύσιν του αινίγματος, την κλείδα του μυστηρίου. Επίστευσεν ότι ο αίτιος των γελώτων ήτο ο Αλογάκης, και υπέθεσεν ότι ο πτωχός μαθητής, εξ αρχής, και πριν αυτός ανασηκωθεί από της έδρας, είχεν εγκαταλείψει βέβαια αυθαιρέτως και ασεβώς την στάσιν του τιμωρουμένου και εντεύθεν προήρχοντο οι γέλωτες των μαθητών.

 

Ωργίσθη τότε φοβερά, και υψώσας την λεπτήν ράβδον έδειρεν ασπλάγχνως τον πτωχόν κατάδικον.

 

− Τι χτυπάς, δάσκαλε; τι χτυπάς; εγόγγυσεν αρχίσας να κλαίει, όχι τόσον από τον πόνον των ραβδισμών, όσον από άλλον ενδόμυχον πόνον αισχύνης και ταπεινώσεως και συναισθήσεως του αδίκου ο πτωχός νέος. Δε μού φταις του λόγου σου, δε μού φταίει άλλος κανείς... Φταίνε οι γονιοί μου, που δε θέλουν να με μπαρκάρουν... και μ΄ αφήνουν, κοτζάμ-γαϊδούρι, να μάθω με το στανιό γράμματα...

 

Ο διδάσκαλος εχαμήλωσε την βέργαν του.

 

− Μόνος σου ηύρες τ΄ όνομά σου, είπε μετά χαιρεκακίας... Από ιππάριον επροβιβάσθης κι έγινες όναρος.

 

Ο οίκτος επάλαιεν εις τα ενδόμυχά του με την οργήν. Εν τούτοις, ως τελευταίαν τιμωρίαν, υπεχρέωσε τον γονατισμένον να στρέψη το πρόσωπον προς τον τοίχον, δια να μη βλέπει τους συμμαθητάς του, και τους κάμνει δια μορφασμών να γελώσιν.

 

Ακολούθως, στραφείς προς τον όμιλον των μαθητών μετ΄ αυστηρότητος απήγγειλεν απροσδόκητον απόφασιν :

 

− Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώρα την κακοήθειαν τούτου ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και τον μαυροπίνακα), και δεν εκάματε το χρέος σας, να καταγγείλετε τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Όλοι θα τιμωρηθείτε!

 

Και μετ΄ επισήμου τόνου προσέθηκε :

 

− Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!

 

***

 

            Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του, κι εξηκολούθησε την τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας την οποίαν είχεν αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκοίταξε το ωρολόγιόν του, και είδεν ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου, και ήρχισε να εξηγεί το παρακάτω.

 

            Σημείον ότι το πρωϊνόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας. Αλλ΄ όσον ποθεινή ήτο άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθεί εις νηστείαν.

 

            Είναι αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος έξωθεν την θύραν και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαι εκ της αργοπορίας του περιμενομένου ή δι΄ άλλων σημάτων και δια γειτονισσών του σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και τυρού εις λευκόν ή χρωματιστόν προσόψιον, και δια των παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψώροφον δώμα ματαιούσαι το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής μεθόδου.

 

            Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία ημέρα της απόκρεω του Αγίου Φιλίππου, μεσούντος Νοεμβρίου, και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπιτταν μετά ή άνευ κρομμύων και τραχανάν μετ΄ ολίγου ζωμού κρέατος, επί τεσσαράκοντα ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος να αποζημιωθώσι.

 

            Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανά τα τρία μαθητικά βάθρα, συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του διδασκάλου, όστις μετ΄ ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των δύο σελίδων, ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτέρυγας, και άφατον εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, εν ώ ιστορείτο ακριβώς μετά των περιπαθεστέρων της σατύρας τόνων, η σκυτάλη και τα ευεργετικά αυτής αποτελέσματα.

 

            Είς των μαθητών ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά – σιγά πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχει φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον παρατηρήσει.

 

            Μετ΄ ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα, η Μόρφω η Καρούμπαινα εμάλωνε με την γειτόνισσάν της, την Διομίνα· ότι την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον σύζυγον της δευτέρας, τον μπάρμπα Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως και σπεύσαντα να λάβει μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε μ΄ ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και ολίγον έλειψε να τον κτυπήσει· ότι άμα τον έφθασε, τού έδωσε δύο γροθιές κι επιάσθη μ΄ αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι δια των χειρών ν΄ απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κι επαφής προς το επανωκόρμι των, ως ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον και εκπληκτικόν...

 

            Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλής, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν έχασε καιρόν, αλλ΄ εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα, και πατών επ΄ άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις τον πρόδομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο Γεωργούτσος.

 

            Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις εντάμωσιν των δύο. Τέταρτος μετ΄ αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του δευτέρου και τρίτου θρανίου.

 

            Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσει τα βιβλία και τετράδιά του επί του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδεί μόνον τον καυγάν και να γυρίσει εγκαίρως, πριν τελειώσει ο διδάσκαλος την ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της εξηγήσεως. Αλλ΄ ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν φροντίσει να βάλωσι τα βιβλία και τα τετράδιά των εις τους κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κι ελεύθερος ήτο να διπλασιάσει δι΄ άλλην ημέραν, οπού να μην είναι αποκριά, την ποινήν της νηστείας. Αι ημέραι μάλιστα της τεσσαρακοστής προς τούτο είχον γείνει...

 

            Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ΄ έξ, και δεν έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι «ευπειθείς» και «επιμελείς» μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου.

 

            Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη, ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς την συνήθη ερώτησιν :

 

            − Το εννοήσατε;

 

            Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τέσσαρας σκιάς επί του πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν έρημα.

 

            − Τι έγινε; πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη.

 

            Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην, όστις θεωρήσας άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γόνατα.

 

            − Τι με κοιτάζεις, δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης· τι σού φταίω εγώ; Μ΄ εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που φύγανε...

 

 

Αύγουστος του 1892

«Ημερολόγιον Σκόκου»

Τόμος 8, Αριθμός 1 (1893), σελίδες 309-320 

 

 

Έκανα αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας ακολούθησα τις περισσότερες διορθώσεις (όχι όμως όλες). Η έκδοση του Ν.Δ.Τ. εκσυγχρονίζει σε ένα βαθμό την ορθογραφία, εγώ προχώρησα περισσότερο (μονοτονικό, υποτακτική κτλ.).

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA