Αθέμιτη κριτική

του Δημήτρη Ψαθά

 

 

— Γιάννης Σκαρίμπας.

 

— Παρών.


            — Δημήτρης Γιαννουκάκης.

 

            — Απών.

 

            — Λιλή Ιακωβίδου.

 

            — Παρούσα.

 

            — Ηλίας Ηλιού.

 

      Παρών.

 

— Καρθαίος.

 

            — Παρών.

 

            Κι άλλοι πολλοί παρόντες. Και μερικοί απόντες. Ονόματα κατά το μάλλον ή ήττον γνωστά στα γράμματα, τας καλάς και τας κακάς τέχνας. Το ακροατήριο γέρνει το κεφάλι προς το εδώλιο, που όμως μένει κενό. Κατηγορούμενος είναι ο ευθυμογράφος κ. Δημήτρης Γιαννουκάκης, διότι… ετυφέκισε τον ποιητήν κ. Γιάννην Σκαρίμπαν με γιαούρτι! Άκουσον! Άκουσον εγκλήματα της ευθυμογραφίας! Και όμως ο κακούργος δεν θεώρησε απαραίτητο να προσέλθει, για να λογοδοτήσει ενώπιον της Θέμιδος!

 

            Καλείται ο… τυφεκισθείς.

 

            — Ονομάζεσαι;

 

            — Γιάννης Σκαρίμπας.

 

            — Ετών;

 

            — Τριάντα πέντε.

           

            — Εγεννήθης;

 

            — Εν Χαλκίδι.

 

            — Επαγγέλλεσαι;

 

            — Τον ποιητήν.

 

            — Ορίστε, λέγε.

 

            Αλλά προτού τα πει, ο ποιητής τραβά από την πισινή του τσέπη το σώμα του εγκλήματος, ήγουν φύλλο του σατιρικού περιοδικού «Η Αθήνα μας» όπου παραπονείται ότι εκρίθη «κατά τρόπον υπερβαίνοντα παν όριον θεμιτής κριτικής».

 

            — Από ποίον;

 

            — Από τον κ. Γιαννουκάκην.

 

            — Τι σου έγραψε;

 

            — Εχαρακτήρισεν έν των ποιημάτων μου ως «ανοσιούργημα» εις το υπ΄ αυτού εκδιδόμενον περιοδικόν της 3ης Δεκεμβρίου του 1938. Και δεν αρκέσθηκε μονάχα σ΄ αυτό, αλλά παρεποίησε και το ποίημά μου, εδημοσίευσε, δηλαδή, ένα μέρος του μόνο, ώστε να χάνεται η αρμονική εντύπωσις εκ του συνόλου και να παρουσιάζεται ως παρουσιάσθηκε, ακρωτηριασμένο, οικτρόν και απαίσιον.

 

            — Δηλαδή ανοσιούργημα.

           

      Ακριβώς.

 

— Μετά το κουτσούρεμα.

 

            — Φυσικά.

 

            Πράγματι, τα πράγματα κάπως έτσι έγιναν. Δεν πρόκειται, βέβαια, εδώ να κριτικάρουμε το ποίημα —ω επιπολαία και ελαφρά θεά της ευθυμογραφίας, φύλαγε τον δούλον σου από παρόμοια ολισθήματα! Το επίδικο ποίημα, άσχετα με την εντύπωση που προκαλεί στον αναγνώστη —λένε οι μάρτυρες— είναι πρώτης τάξεως, δημιουργεί δε στον καθένα εντυπώσεις ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και την μόρφωσή του. Ο Οσκάρ Ουάιλδ —γαίαν έχοι ελαφράν— είπε για κάποιο έργο του, νομίζω την Σαλώμη, ότι είναι σαν ένα είδος καθρέφτης, όπου ο καθένας βλέπει τον εαυτό του. Δηλαδή ο ποιητής βλέπει ποίηση, ο ηλίθιος ηλιθιότητα και, κατ΄ επέκτασιν, ο μπακάλης σαρδέλες και ούτω καθ΄ εξής. Αν το ίδιο συμβαίνει και με το ποίημα του συμπαθούς κατά τα άλλα ποιητού κ. Σκαρίμπα, τότε ο κατηγορούμενος, σαν ευθυμογράφος, είδε μονάχα ευθυμίαν μέσα εκεί και έκαψε τον άνθρωπο.

 

            Με πολλή περιέργεια παίρνουν στα χέρια τους οι δικασταί το έντυπο και διαβάζουν τους στίχους, όπως καταχωρήθηκαν στο περιοδικό :

 

            Ανοσιουργήματα

 

 

Ο καμπούρης

 

Θα της άρεζα φαίνεται και μ΄ είχε πάρει

Για τις ιδέες μου που έχω τις μπρούσκες

Έτσι με των γλουτών μου (ως είμαι) τις φούσκες

Ζευγάρι!

Μα εγώ πιάστηκα στου έρωτά της την πιάκα

Με τα (έως τα γόνατά μου) παντζάκια

Και —αχ— για δαύτη μου, πόσα πίνω φαρμάκια

Τη μπάκα!…

 

 

            Και δεν αρκέσθηκε ο φιλοπαίγμων χιουμορίστας στο ότι έκοψε το ποίημα στη «μπάκα», αλλά πιασθείς κι ο ίδιος στης ιλαρότητος την «πιάκα» και ανοσιουργών κατά του «ανοσιουργήματος» προσέθεσε κάτω απ΄ τα κομμένα παντζάκια του ποιήματος τα εξής επί λέξει… φαρμάκια :

 

            «Σημ. Συντάξεως. — Εδώ σοβαρολογούμεν. Δεν πρόκειται περί σατίρας ούτε ειρωνείας. Είναι στίχοι, αυθεντικοί και πραγματικοί του κ. Γιάννη Σκαρίμπα, νεοέλληνος ποιητού — μεγαλοφυΐας! — Τουφέκισμα θέλετε, κ. Σκαρίμπα, και τουφέκισμα με γιαούρτι!…»

 

            Τουφέκισμα με γιαούρτι δεν είναι, βέβαια, ο ηρωικός θάνατος για έναν ποιητή ούτε κι όταν γίνεται από ένα θαυμάσιο, κατά τα άλλα, εν τη ποιήσει συνάδελφόν του. Ευτυχώς όμως ο καλός Χαλκιδαίος ποιητής, όχι μονάχα σώθηκε απ΄ τον γιαουρτοθάνατον, αλλά και σαν άνθρωπος που έχει λευκό το πρόσωπό του, μετά την περιπέτειά του ζητά το δίκιο του.

 

            — Είναι δικό σας αυτό το ποίημα;

 

            — Μάλιστα!

 

            — Ά!

 

            — Δηλαδή, κ. πρόεδρε, δεν εδημοσιεύθηκε όλο, γι΄ αυτό δεν μπορεί να σχηματίσει κανείς σαφή γνώμην. Η εντύπωση ολοκληρώνεται, φυσικά, μόνο με ολόκληρο το ποίημα.

 

            — Υπάρχει κι άλλο;

 

            — Υπάρχει.

 

            — Μετά την μπάκα;

 

            — Μάλιστα.

 

            — Να το ακούσουμε.

 

            Διαβάζεται κι η συνέχεια :

 

Του κάκου μέσ’ στ’ άλλα μου της τσέπης τσουμπλέκια

Είχα γω —να τα βλέπης— σουγιά και σφυρίχτρα

Η φωνή μου (σαρμόνικα) ηχούσε —η μπήχτρα—

Γυναίκεια!

Το λοιπόν; Να, τούτης μου κακό ‘χω της μούρης

Της σπανής να μπορώ ν΄ αγαπώ χωρίς γένεια

Και με γάμπες γυμνές να είμαι —μ΄ ευγένεια—

Καμπούρης…

Ώωω…  Τ΄ άνθος, τ΄ αγκάθια, όλα ερχόνται στη φύση

Κι όλα φεύγουν στην ώρα τους (την τύχη τους νάχα).

Εγώ τι; Στη ζωή, έχω βιαστεί νάρθω τάχα

Ή αργήσει;

 

            Ακούνε το ποίημα οι δικασταί. Κοιτάζονται. Ξύνουν τη φαλάκρα — όσοι έχουν. Κι η φωνή του προέδρου (σαρμόνικα) ήχησε — η μπήχτρα!

           

            — Λιλή Ιακωβίδου.

 

            — Παρούσα.

 

            Ρωτά την μάρτυρα :

 

            — Είναι κριτική αυτό;

 

            — Το γιαούρτι, κ. πρόεδρε!

 

            — Τελοσπάντων. Πώς το κρίνετε;

 

            — Φρικτό.

 

            — Θίγεται ο ποιητής;

 

            — Και βέβαια θίγεται.

 

            Καλείται κι ο κ. Καρθαίος και λέει ότι το δημοσιευθέν σχόλιο επί του μισοδημοσιευμένου ποιήματος ξεπερνά κάθε όριο κριτικής. Με την άποψη αυτή συμφωνούν κι οι άλλοι μάρτυρες κατηγορίας.

 

            Για την αξία του ποιήματος δεν γίνεται καμιά συζήτηση. Ευτυχώς για τον ποιητή και δυστυχώς για τον ευθυμογράφο, το δικαστήριο δεν μπαίνει στην ουσία. Γι΄ αυτό και καταδικάζει ερήμην τον κ. Γιαννουκάκην σε 400 δραχμές χρηματική ποινή, 3.000 δρχ. αποζημίωση για ψυχική οδύνη του ποιητού και 25 ημερών φυλάκιση.

 

            Έγινε και ανακοπή; Νομίζω. Αλλά αυτή δεν ενδιαφέρει πλέον, γιατί από… ευθυμογραφικής πλευράς το θέμα θεωρείται εξαντλημένο.-

 

 

Από το «Η Θέμις έχει κέφια», σελίδες 25-29  

 

 

Κατά πάσα πιθανότητα, το επεισόδιο είναι πραγματικό. Θα άξιζε να γίνει φιλολογική έρευνα του επεισοδίου αλλά αυτή τη στιγμή δεν αδειάζω. Πάντως, το ποίημα είναι υπαρκτό και έχει ακριβώς όπως το δημοσιεύει (έστω και σε δύο δόσεις) ο Ψαθάς.

 

Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA