ΓΙΑΝΝΗ ΨΥΧΑΡΗ

 

ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ

 

Ορθογραφικό σχόλιο: Έγινε προσαρμογή της ορθογραφίας σύμφωνα με τη σημερινή γραμματική: των ρημάτων, των παραθετικών (επιθέτων και επιρρημάτων) και των λέξεων που ακολουθούν: ωςτόσο, διωρθώνω, γέλοιο, πεθαμμένος, (γύρο)τριγύρο, βραδειά. Ακόμα γράφτηκαν χωριστά τα μόρια θα, να ή τ’ άρθρα από την ακόλουθη λέξη, π.χ. τγια - τ’ άγια. Κάποιες από τις σημειώσεις εντάχθηκαν στο κείμενο μέσα σε αγκύλες και με μπλε γράμματα. Τέλος, οι πλάγιοι χαρακτήρες μετατράπηκαν σε έντονους.

 

. 1

. 1

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.. 4

Α. Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ.. 4

Β. ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ   11

Γ. ΟΜΟΡΦΙΑ ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ.. 16

Δ. ΤΕΧΝΗΤΗ... 17

Ε. ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;  24

ΣΤ. ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ   29

Ζ. ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ.. 39

Η. ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ    41

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ   53

AVANT-PROPOS.. 57

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ   83

Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ ΚΙ Η ΣΚΛΑΒΙΑ   164

ΖΟΥΛΙΑ.. 179

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ.. 222

Ο μουσαφίρης.. 224

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ    238

ΟΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ.. 241

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ.. 245

ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ  247

ΑΘΗΝΑΙΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ.. 259

ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ.. 276

I. Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ... 276

II. ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ... 281

III. ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ.. 285

ΙV. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ. 291

V. ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ.. 297

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Α. Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κι έβαλα στο καθένα κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό, τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους ήτανε δασκάλοι· τώρα πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανεί· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε να μας φέρει πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάει μήτε πίσω, παρά στέκεται αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμένους· τώρα πολεμούμε τους αγέννητους.

Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή ν’ αττικίσει την Ελλάδα. Σήμερις βλέπω και καμιάν αρχή δε θέλουν «Εμείς, λέει, ν’ ακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις; Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβεί, χωρίς λόγο κα­νένα!» Κι έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνει της μόδας μια κάποια μισή γλώσσα, που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε.

Η μισή γλώσσα τι πράμα είναι ωστόσο; Για να δούμε.

Η μισή γλώσσα είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη λένε πως είναι απλή· γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμμα­τική δεν έχει — και πώς να μην είναι απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον αφήνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισ­μένο, στην Εβρώπη, ο ποιητής, ένας Hugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους περάσει υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή, τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλύτερα τον ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχει σε τίποτις, ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζει μια λέξη αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ’ έναν αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέει όπως το λέει ο δάσκαλος, κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του ν’ ανακατέβει καθαρέβουσα και δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα.

Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε μου λέτε, σας παρα­καλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνει; Πόση δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από τους λεγάμενους δε θα ορίσει το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίσει. Δεν είναι δουλειά του, θα σας πει. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω - ή το άνω κάτω - τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θ’ ανακατέβει, όπως τύχει, όπως του φανεί, όπως ξέρει - δηλαδή πως ο καθένας θα ’χει σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός, που έχει φιλότιμο περίσσιο, θ’ ακούσει άραγες ποτέ του τον έναν πιο πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θ’ ακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο Θεός φυλάξει! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοι­πόν τι βγαίνει; Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλει πέρα, που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμει να είναι σύφωνοι, το μόνο είναι το απρόσωπο σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η γλώσσα του λαού.

Φοβούμαι μήπως κι οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν κατάλαβαν ακόμη τι θα πει αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κι η σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντα­σία ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κι είναι μάλιστα σα να μην τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαυτό σου, αφού μέσα σ’ όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός.

Μα δεν πιστέβω η μισή γλώσσα να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να βγήκε στους δρόμους να φωνάζει από τόσο μεγάλο έρωτα για την ανεξαρτησία. Θα ’χει άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί περίφημα να βαστάξει ακόμα χρόνια, να κάμει και κάμποσους οπαδούς, γιατί θαρρώ πως βασίζεται η μισή γλώσσα σε βάση ακλόνιστη, τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει να τη χαλάσει, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να την πείτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι, πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάει στο χαρτί ό,τι του κατέβει, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, - δίχως να ψάχνει, δίχως να ιδρώνει. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε βλέπετε, καλέ, πως τα ’χουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το σερβίρω; Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κι έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ’ το αφτό, και μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τα ’χει.

Το σύστημα, για να σκοτώσει κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι πρώτης. Καλύτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος, κι όχι να τα γράφεις μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πεις ρωμαίικα, φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζει κι η ψυχή σου, ώσπου να ξενίσεις ή να ξυνίσεις κι ο ίδιος. – «Ε! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι’ αφτό, παιδί μου, προτού να μιλείς, προτού να μας κάμεις τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει να γυρέψεις να δεις τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβεις αν από το λαό το δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξει ο νους, να πολλαπλασιαστεί, που λες, κι η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!»

Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και στην ψυχή του - το ίδιο είναι - έχει ανυπό­ψιαστους θησαβρούς. Εσύ όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να παίρνεις από τους ξένους, χωρίς να τους δίνεις τίποτα. Κι αφτό θα το κάνεις, γιατί δεν έπιασες να μελετήσεις τι τους λείπει και τι έχεις εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν το συλλογίστηκες να ξετάσεις τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα γενικά σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες όμως που κάθε μέρα τις λες - ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσεις το νόημά τους. Ωστόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να παρατηρήσει τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρ­διά; Όπως για να πούμε τα χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, πράσινο και μαβί. Μα πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε; Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες! Μα κοιτάξτε και πόσες χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για να πάει απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να πάει άνοιωθα κι η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι το μίσος και πού αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ’ ένα φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα φιλία; Είναι πάντα αγάπη: Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η ίδια που ήτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πει; θα πει πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κι η αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κι είναι μίσος; Μα το μίσος το καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που καταντάει πια να γίνει ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να σκοτώσει. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωστόσο ένα είναι από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήσει ή στο μίσος, απόδειξη που αν τύχει και φιλονικήσεις με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από την πρώτη φιλονικία να ριζώσει στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις, θ’ αποξεχάσεις τη φιλονικία, θ’ αλλάξεις και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξει. Κι αν αλλάξεις κι αν αλλάξει, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τ’ άλλαξε η αγάπη, διες όμως πως άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλύτερη, κι έγινε μεγαλύτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε περισσό­τερο, να ’χετε σ’ όλα τις ίδιες ιδέες.

Λοιπόν από την απλή φιλονικία θα ’ρθουμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρει κανείς, το κάτω κάτω, η φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη. Κι ίσα ίσα βλέπουμε τι ανίκα­νες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τ’ ανύπαρχτο, ίσια με το μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το μίσος στην αγάπη κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα.

Τα ονόματα ποιος θα τα βρει; Και ποιος θα πει πως εκείνος που τα βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους; Για να τα βρει όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψει. Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι’ αφτά που είπαμε και για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη - σήμερις είναι πια και γνωστό - έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη, μ’ ένα ζεβγάρωμα, μ’ ένα προσκόλλημα, μ’ ένα χαδεφτικό, να σου πλουτίσει, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα λεξικό της καρδιάς μας. Κι έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κι η αθρώπινη ψυχή σ’ όλη την οικουμένη.

Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η μισή γλώσσα μας έβγαλε τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει κι η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κι η φιλοσοφία τους είναι μισή όσο είναι κι η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσεις το χέρι, δίχως ο νους πρώτα πρώτα να κάμει το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί να προσέξει στην ποίηση, να προσέξει την ιδέα, να προσέξει στην τέχνη, να προσέξει και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξει, στη γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε την ένοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για δικές τους ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές.

Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία!

 

αρχή

 

Β. ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

 

Η μισή γλώσσα σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το βλέπω. Ένα βλέπω κι ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος ν’ αληθέψει. Δε φτάνει που ζει, πρέπει κι οι άλλοι να το δούνε και για να το δούνε, πρέπει το έθνος να φανεί εκείνο που είναι, να μην περνάει σαν τ’ όνειρο, παρά να γίνει αλήθεια, δηλαδή να κάμει αλήθεια και την ψυχή του και το νου του και τα όνειρά του, μ’ ένα λόγο, ζει μόνο σαν αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή.

Δεν πιστέβω ούτε η μισή γλώσσα ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό να ’χει, σκοπό να μας ξυπνήσει από τον ύπνο το βαρύ που κοιμάται σήμερις η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξεις την ουσία της ουσίας, θα καταλάβεις πως καθα­ρέβουσα και μισή γλώσσα το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα βασίλειο κι ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η μισή γλώσσα ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κι οι δυο τους θα σου το πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς.

Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το ν, όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε όμως πως ένα κακόμοιρο ν μπορεί και να μην μπει σε λογαριασμό. Τα δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το βασιλεύς. Τι λέξη είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει βασιλιάς. Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό.

Ο βασιλεύς τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς να ’­μαθε δυο ελληνικά στο σκολειό, για να δει αμέσως πως τέτοια κατάληξη - εφς - γιατί έτσι το λένε - δεν έχει κα­μιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα, πως φ και ς πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και μας δείχνει αραδιαστά φ και ς σήμερις η γλώσσα μας πουθενά; Διό­λου. Μήτε κατάληξη - εφς στην ονομαστική, μήτε φς σε καμιά λέξη δεν έχει! Κι έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο. Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλ­ληνα.

Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλύτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε τριτόκλιτη· η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα. Ο λαός όμως τ’ αρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει. Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πει πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθει και του κάκου.- «Να σου πάλε κι οι φαντασίες του Ψυχάρη!» -Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κι έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος[1]· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνει τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρείτε πως φταίνε τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πως τότες, όσο Κολοκοτρώνης κι αν ήσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμεις τέτοιο λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κι έτσι τα ίδια λάθια, ίσως μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό, σα μισομάθει δασκαλικούς τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους, στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα. Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ. 2, στ. 5)· «ελάχιστοι θυσίαι»· στ’ Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ. 549)· «ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ. 549, «θα δύνηται». σελ. 574, κτλ. κτλ. Πιο απάνω (σελ. 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «...λαλείται υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644) καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ. Χατζη­δάκη κατηγορούμε. Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και μεις λάθια στη δημο­τική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λα­λιά μας· ωστόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ.χ., να συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα η καλός γυναίκα, όπως είδαμε να λένε αίτινες... καταλαβώντες, ελάχιστοι θυσίαι δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η καθαρέβουσα.

Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και καλή ως πού μας κατάντησε η καθα­ρέβουσα κι η μισή γλώσσα. Για να το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα ν’ αποκριθείτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο αγράμματος, να πει τ’ όνομα του τόπου του, χωρίς να κάμει λάθος; Βέβαια! Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πει και να κλίνει αλάθεφτα του τόπου του δικού του τ’ όνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα εθνικό. Κι η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η Ελλάδα όνομα δεν έχει.

Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η μισή γλώσσα. Αν ήτανε τόντις μισή, αν ίδια της κατα­λάβαινε τι θέλει και τι θα πει σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφει κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την καθαρέβουσα, Ελλάς και βασιλεύς, θα προσπαθούσε τουλάχιστο, δε λέω πια να γράφει Το ρωμαίικο, δε λέω να γράφει Ρωμιοσύνη, μα να γράφει η Ελλάδα, δε λέω να γράφει βασιλιάς, αφού δεν έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφει ο βασιλέας. Όσο δε γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε κι όλα του βρόντου.

Κι έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί, που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης - «από την Πόλι», με ι - και κάτι άλλοι. Δε λέω πια τίποτις για το Διόνυσο. Είναι τόντις σα λύσσα, ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κι η τρέλα· ο τρελός πάλε πώς να βαρεθεί; Διασ­κεδάζει με την τρέλα του, μοναχός του, και μάλιστα καμαρώνει.

Παρατήρησα όμως πως κι ο Διόνυσος, και το Περιοδικό τους, και τα Παναθήναια, κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε, χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως φαντάζουνται πως αλήθεια διαφω­νούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του γειτόνου και γι’ αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψει κανένας πως το λέω από θυμό, από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα παίρνουνε τώρα ήσυχα κι ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω·

Στο θεό σας, είναι αφτά πράματα που γράφουνται; Δεν τα βλέπετε; Δεν τα σιχαίνεστε; Αλήθεια, το φαντά­ζεστε πως είναι γράμματα, πως είναι φιλολογία, πως είναι ύφος, πως είναι γλώσσα; Καλέ, μαζώξτε τα γλήγορα, μην τύχει και τα δει ο κόσμος, που είναι όλα σας γελοία και παιδιακήσια!»

 

αρχή

 

Γ. ΟΜΟΡΦΙΑ ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ

 

Τέτοια γλώσσα, παιδιά μου, άσκημη γλώσσα, γλώσσα μισή, γλώσσα του εγωισμού, ανύπαρχτη γλώσσα, η Ομορφιά δεν τη θέλει, δεν τη θέλει η Καλοσύνη, δεν τη θέλει η Αγάπη.

Μα μήτε η ορθή κρίση δεν τη θέλει.

Για να το συλλογιστούμε και μια στιγμή. Εδώ δε χρειάζουνται και τόσα λόγια. Ποιος θα ’ρθει ποτέ να μας πει με τα σωστά του, πως μια κι είναι το ζήτημα να γράφει κανείς τη γλώσσα του, δεν πρέπει να τη γράφει ορθά;

Και θαρρούνε πως ο Ρωμιός, που είναι περήφανος κιόλας κι από σόι, θα γυρίσει ποτέ του να τα κοιτάξει τα μισά τους, τα ψέφτικά τους τα συστήματα; Ελάτε ν’ ακούσετε τι λέει ένας Ρωμιός που νοιώθει, κ ύστερα να μου πείτε·

«Τότε, μου γράφει ένας φίλος, ο Π. Βλαστός, νόμιζα ακόμη σωστή την περίφημη θεωρία «της μέσης οδού»... Έπειτα μελέτησα κι είδα την Αλήθεια από πιο κοντά και κατάλαβα πως είναι κι αυτή - σαν όλες τις μεγάλες θεές - πολύ πιο όμορφη με τη μαρμαρένια της γύμνα - χωρίς τους πέπλους και τα φακιόλια και τους κορσέδες του συβιβασμού.

Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πείτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κι Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ν’ αδράξουμε, Αθηναίοι της Ακρόπολης κι Αθη­ναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κι ένα θέλουμε -το ίδιο - την απόλυτη Ομορφιά.»

Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θ’ ακουστεί κατόπι τ’ όνομά του[2]. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά, που του ζήτησα την άδεια ν’ αντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει, αφού την απόλυτη ομορφιά ως κι η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι να ’ρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλείτε για μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελή, αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πει, και να φωνάζετε πως βαστάτε την Ομορφιά, βαστώντας κουρελιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία.

 

αρχή

 

Δ. ΤΕΧΝΗΤΗ

 

Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσεις και γράψεις ακέρια τη δημοτική, όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψεις τεχνητή γλώσσα, και τότες τι καταλάβαμε;

Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι, γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε συζητούμε διόλου με τους δασκάλους.

Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνει κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.

Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην είναι τεχνητή. Τεχνητή ως κι η γλώσσα των παιδιώνε, σαν πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ πιο έφκολα. Για να πούνε ρ χρειά­ζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν πως δεν τους είναι φυσικό.

Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα, κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι, πως με το κάθε άτομο κι η λαλιά θ’ αλλάξει, αφού δεν έχουμε ο καθένας μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα κτλ., κι ωστόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ., μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άμα μιλούνε μαζί ας είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρει κάτι από τον άλλονε, πάντα θα πασκίσει στην κουβέντα κάπως ν’ απομιμηθεί και ξένη λαλιά.

Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πει πως είναι τεχνητή λαλιά.

Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;

Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρει το ρ, ο άθρωπος που άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώσει την προφορά του, να μιλήσει σαν τον Αθη­ναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου, γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα που άμα σκαλίξεις σε χάρτη γεω­γραφικό, θα πεις· Στον τάδε ή στον τάδε τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.

Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθεί; Θα μιμηθεί γλώσσα, ήχους, γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.

Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κι είναι διαφορά που δε χωρατέβει. Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε - όπως τα παιδιά, όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθεί μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.

Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσ­σία, που εδώ και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ’ όλους τους τόπους του κόσμου και σ’ όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε τάχα πως κι αλλού, πως και σ’ άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωστόσο γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.

Είναι τόντις ν’ απορήσει κανένας πως έρχουνται και μας λένε τέτοια πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανι­κά που γράφει ο Ίπσεν, είναι ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ’ ένα μέρος του κόσμου γνωστό, δη­λαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί στους χορούς τους ήτανε ή δεν ήτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα δωρικά που ίσως ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα, ήτανε ή δεν ήτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα - πολλή της η τιμή! - τον Ίπσεν και τους τρα­γικούς: Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα γράφουμε αγαπούμε και σα γράφουμε αγαπάμε. Αγαπώμεν όμως δε γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό που­θενά δεν είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κι οι τραγικοί, όπως κι άλλοι σ’ άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την καθαρέβουσα.

Κι έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασ­καλισμού.

Κι έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή, μα ζωντανή γλώσσα.

Κι η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάσει η καθαρέβουσα, είναι ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και λυπητερό πως η κα­θαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή γλώσσα, ένα είδος μειξολαλιά, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς έχουμε τώρα να την ξαναφτιάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμμα­τική, προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα - ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε, και τεχνητή - τη γλώσσα που ζει και που μιλιέται.

Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε μέρα την ήμερα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου χάρη, τα Λόγια της Πλώρης, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα που μιμιέται τη ζωντανή· ανεχτίμητος, σελ. 44, σταύρωσες, σελ. 54, 62, ο τάπητας, σελ. 81, ανάτειλε (στο νου μου μια ιδέα), σελ. 87, του Σω­τήρα, σελ. 93, κατάχρησες, σελ. 107, φύλακας, σελ. 141, ο έλικας βαποριού, σελ. 144 συθέμελα, σελ. 145, αγανάχτηση, σελ. 150, ακροατές, σελ. 151, χαραχτήρα, σελ. 234, παράκλησες, σελ. 265, πρόληψες, σελ. 270, χερονομιόντας, σελ. 272, συφοράς, σελ. 276. το κεφάλι της Μέδουσας, σελ. 280, κτλ. κτλ.

Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κι οι γραμμα­τισμένοι μαζί του, ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε, κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές, χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συφοράς, Μέδουσας, - ή δεν τα λένε.

Αν τα λένε, θα πει πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθει ο λαός, αμέσως τους ζωντανέβει.

Α δεν τους λένε, θα πει πως τους έφτιαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα του ήτανε δυνατό να τους φτιάξει, χωρίς να μιμηθεί τύπους ζωντανούς; Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας Μέδουσας ή ελάχιστη (σελ. 170)[3]. Μα μπορούσε καθένας να τα πει, και για τούτο μας φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της μάλιστα η καθαρέβουσα, ό,τι κι αν κάμει, δε θα κατορθώσει να ’χει το φυ­σικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.

Λοιπόν, όπως κι αν το πάρεις, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.

Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αφτά ο Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθεί τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί... δεν του μέλει. Τι να του μέλει για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεού­μενα και τα πέλαγα. Τ’ άλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, τ’ αφήνει σε μας τους μικρούς, τους δασ­κάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;

Ωστόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε. Σ’ ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη μάθουμε και σ’ όλα τ’ άλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε τ’ άλλο, και να τονέ ρωτήξεις, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρει να σου πει. Γιατί άξαφνα, σελ. 66, σου λέει πασχίζοντας (πασκίζοντας με κ, είναι το δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ. 66, θα σου το πει πάσχουν να σελ. 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρει με κάποια τέχνη και μια λέξη δασ­καλική - τα είπαμε κι αλλού - μα τυχαίνει κάποτε να σου φέρει κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλει κι ένα δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ. 132, γράφει επροσκαλούσε, και στην ακόλουθη αράδα, επαρακάλει, γιατί θέ­λησε ν’ αποφύγει δυο φορές αραδιαστά την κατάληξη -ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε· κι ίσα ίσα, με το να θέλησε να την αποφύγει, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε πομονή να το σιάξει, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κι έτσι κανένας να μη νοιώσει τίποτις.

Μα τι ν’ απελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουρ­γός ο Καρκαβίτσας, και θα καταλάβει. Έπειτα, μια κι ένοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το σωστό, ποιο τ’ ωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θα ’χει, ως όπου το καταφέρει. Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω! Πιστέβω πως το ρωμαίικο - ή σαν αγαπάτε κι έτσι να το πείτε, δε με πειράζει - πιστέβω πως ο ελληνισ­μός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω, πρόσωπο να παίξει και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνει η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισ­μού είναι γλώσσα, κι όχι γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα.

 

αρχή

 

Ε. ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;

 

Είπα τ’ όνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τ’ όνομα του Παλαμά. Οπαδοί κι οι δυο τους - ή μισοί οπα­δοί - της μισής γλώσσας. Δεν τους ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα... ξύλο θέλουνε κι οι δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψει, και να συγκρίνεις τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζεις πως ο Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωστόσο ακόμα θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφει αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνει έφκολο κατόπι. Ο Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κι η υπόθεσή τους είναι μισή, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πεις και να το λες με τρόπο, που να είναι αδύνατο να το πει κανείς αλλιώς.

Η εντέλεια, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα ξέρει. Ο Παλαμάς... Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το κάτω κάτω; για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια μέρα ένας κάμποσο ανάττικος Αττικός, και του λέει πως καμιά δια­φορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει; Στο ίδιο τ’ άρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του ρεπορτέρη και μας τον κάνει πευθήν, «εν συνεντεύξει μετά πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για σαιζόν, «την έναρξιν της χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πείτε, αχ να μου το πείτε με τα σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθεί ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλει να γίνει και περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτεί στη ζωή του να γράψει τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες!

Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει, όσο κι αν του αρέσει ν’ ανακατέβει περιττοσύλλαβα κι ισοσύλλαβα, ψυχρή καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ν’ αραδιάζω φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά! Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το Γιαννίρη ένα άρθρο, και που τον είπε πως ήτανε το μυθιστόρημα της ελληνικής ψυχής, άμεσους βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα για το Θάνατο Παλληκαριού και το είπα πως ήταν αριστούργημα, και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας, είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να διαβάσει, να καταλάβει από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και πάντα προσωπικά.

Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε; Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ η φαντασία του ποιητή θάματα κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλύτερος ο ποιητής ο δε φαντάζεται ως πού μπορεί να πάει η ρωμαίικη μανία, που ό,τι κι αν τύχει να κάμεις, πάντα θα πει πως το ’καμες για λόγους προσωπικούς. Φαί­νεται πως ο Ρωμιός ο ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός. Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θα ’χεις.

Ο φίλος ο Ξενόπουλος - αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και κριτικός με κάποια κρίση[4]-γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ. 29· «Αφ’ ου [να ξέρετε πως το αφ’ ου δεν είναι χυδαίο σαν το αφού] αι λέξεις· περηφάνεια θεοφάνεια και Επίσ­κοπος είνε πλέον δημοτικώταται, - δεν πιστεύω να το αρνείται κανείς, - δεν βλέπω τον λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνει Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει· «αι μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινότερων και δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι’ άλλων λέξεων, όλως δι’ όλου εξαφνικών» κτλ. κτλ. …

Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα συλλογιστεί, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν ένοιωσε ποιο είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ν’ αφήσουμε ήσυχο τον επίσκοπο, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά επίσκοπο, άμα θέλησε για επίσκοπο να μιλήσει. Την περηφάνεια και τη θεοφάνεια δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την επιφάνεια· νομίζω πως και δημοτικό να ’γινε τ’ όνομα, δεν έχει να κάμει, επειδή μπορεί ένας επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωστόσο να μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το ψωμί και το νερό, σαν το χτικιό ή τ’ αστέρια, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον αλλάξεις. Ποιος θα πιστέψει όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν κάτι μπορεί να γίνει στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να κατορθωθεί, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέχτημα· ένας λαός που σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ’ επιστημονικά, είναι τυχερός, γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να φτιάξει καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους.

Να δείτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους επιστημονικούς, που να ’χουν αμέσως ένα νόημα για τον καθένα, που κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνει. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ και χρόνια, ήτανε συνή­θεια τη φτογγολογία να τη λένε Phonetik. Μα τι θα πει Phonetik; Για να το νοιώσει κανείς, πρέπει να ξέρει τα ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθει πως φωνή θα πει λαλιά. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρό­νιμα και πολύ μεθοδικά, τον άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει αμέσως νόημα για τον καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με λόγο πραχτικό, μα είναι κι η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της φθογγολογίας, είναι να σπουδάζει τους ήχους, κι έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να τη λέμε Ηχολογία από δω κι ομπρός.

Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει πολύ πιο κοινή από την επιφάνεια ή τη φτογγολογία στην Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα, που κάθε κλάδος της επιστή­μης μόλις άρχισε να πρασινίζει; Πολύ πιο έφκολα θ’ αλλάξεις τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγότερος κόσμος. Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να μεταφράζει και να κλέφτει από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της με την ακούραστη δύναμή της. Η απανωσιά μπορεί να μην είναι και καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο απανωτός, που το νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσεις να ξηγήσεις την απανωσιά πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την επιφάνεια. Αν πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχει χωρίς άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώ­σουμε την κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως είναι μάταια και πεισματικά, γιατί κατάντησε πια σωστή αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει σπουδαία ζητήματα με το νου του, να ’ρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ μας κοι­τάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλου­τίσουμε τη γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους!

Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μεις, τουλάχιστο θα μας κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό,τι τους κατεβεί, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί το δόντι, γιατί ένα μο­νάχα μπορώ να πω κι είναι αλήθεια, δηλαδή πως άμα μου ξεφύγει και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθα­ρέβουσα, συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή, το γράφω από τεμπελιά! Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου είναι κι η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε τη μισή γλώσσα, δε θα πει διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πει πως ραχατέβετε και πως σας τρόμαξε η δουλειά.

 

αρχή

 

ΣΤ. ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ

 

Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα;

Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρύ και πολύ περίεργο άρθρο του κ. Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου. Είναι, λέει, φίλος στενός της δημοτικής, και του φαίνεται η καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία να ’χει μήτε για μένα μήτε για τον Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Κα το λυπούμαι πολύ, γιατί τόσο έρωτα πάλε να ’χει μέσα του κανείς νια τη δημοτική και τόσο να πολεμά εκεινούς που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο δε μαλώνουν. Εμάς, ο κ. Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί για το θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας («καταδίκην θανατικήν του συστήματος»), για την αηδία που του φέρνει το ιδίωμα το δικό μας το χυδαιοφραγκορωμανικό (;;). Και κοιτάξτε τώρα πόσο συφέρνει να λέγε­ται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα, εννοείται, κάτι αρπάζει κι η δημοτική.

Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα, μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πει. Τον Εφταλιώτη και μένα, μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τ’ όνομά μας. Για έναν άλλονα όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνει «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τ’ όνομά μας, και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίσ­τηκε; Δεν τόλμησε να τον πειράξει; Έχει μαζί του λιγότερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τ’ όνομά του, αφού μάλιστα λέει πως το «μαρτύριον» θ’ απομείνει αιώνιο, πράμα που πάντα είναι πολύ κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τ’ άρθρο του κ. Σωτηριάδη απομείνει για μας μαρτύριο, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ.

Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήσει πρώτα πρώτα τους αντίπαλούς του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλύτερος τρόπος για να τους μισήσει και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το καταλάβεις.

Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνει κι αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του... κ. Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πει πως κι ο πατριω­τισμός ο δικός του είναι λίγο... προσωπικός.

«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής - ή όπερ εν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης - να ευρίσκει υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βε­βαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την αμεροληψία - και τη μαργιολιά;), αλλά προς ους δυσπίστως διατίθεται το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι νόστιμα που στάζει.) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο αφτό το μικρούτσικο επίρρη­μα;) ετοποθέτησεν εαυτόν έξω του ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να απομάθει μεν την ελληνικήν γλώσσαν, ν’ αποξενωθεί δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνει Γάλλος υπήκοος (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό· γάλλος πολίτης, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε υπήκοοι. Δημοκρα­τία.), να συνταυτισθεί μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας (θέλει να πει το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες, με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να απαλλαγεί της χρήσεως της ελληνικής γλώσ­σης εντός του οίκου του ολοτελώς (από πού το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου.) Δια να γράψει τα ελληνικά του κατόπιν ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείας από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το ψηφιδωτόν των γλωσσικών του γυμνασμάτων. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είναι μέγα και τα γραφόμενά του δεν κατόρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν· έμειναν χωρίς ζωήν (κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγ­γραφέως, κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς να ’γινε όμως τέτοια συνωνυμία; μην τρέχει κάτι;), όπερ και τους δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι) τους στενούς - χωρίς καμίαν προσωπικήν γνωριμίαν - (λυπούμαι) φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.»

Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθεί ένας στε­νός μου φίλος σε τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω - μα να δείτε που βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολότερη. Εμένα, οι ψηφίδες με βασανίζουνε και τα ψηφιδωτά του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θα ’ναι οι μωζάικες. Οι μωζάικες είναι κάτι κύβοι η κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομ­ματάκια, που σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κά­νουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές. Τέτοιες μωζάικες έφτιαναν πολλές πολλές στο Βυζάντιο και τις έφτιαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και που­θενά στην Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελαίνουνται για τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιω­νικά της ιστορικά στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική Εφημερίδα», 18941. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσεις και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά, στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή πως σφαντάζει[5].

Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην Ελλάδα, η λέξη ψηφίς να είναι πολύ συνηθισ­μένη, βέβαια όχι όπως η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ θαρρώ πως κι ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια τ’ αθηναίικα δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου όμως που τη διαβάζω στ’ άρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και με ποια έννοια; Για να πει, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή, δηλαδή να το πει με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη. Και τώρα πείτε μου· δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες - ούτε για ψηφίδες - και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνει τη γλώσσα του σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνει τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης - και πολλοί δασκάλοι μαζί του - εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε; Μήπως τοποθέτησε τον εαφτό του όξω από το ελλη­νικό έδαφος;

Ο εβλογημένος! Να ’λεγε τουλάχιστο την ψηφίδα, του μω­ζάικα! Θα ’τανε πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενι­σμός έχει κάτι πιο άνοστο, κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου, αφού ξένο θα μας φανεί όχι το πράμα μονάχα, μα ως κι η λέξη. Κι έτσι νομίζω πως το φραγκορωμανικό και μάλιστα το χυδαίο, γιατί ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θ’ αποφύγει τέτοιους όρους, είναι η ψηφίδα του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη ρωμαίικη.

Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, απόμαθα και τη γλώσσα την ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το είπε! Ναι, την από­μαθα, γιατί εγώ ξέρω πως απομαθαίνω ρωμαίικα θα πει μα­θαίνω κατάβαθα, όπως και το αποτελειώνω τελειώνω ολό­τελα, όπως το αποβράζω έβρασε πια και σώνει. Αφτό που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν και την ξεμάθαινε τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την απομάθαινα στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις.

Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθει ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμει την προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου - στο μάθημά μου, λόγου χάρη - έπειτα, ίσως, για να καταλάβει πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις ψηφίδες, γιατί εδώ προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάσει στο Παρίσι για να μάθει και τα ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να γίνω υφηγητής - agrege που λέμε δω -, άκουα τα μαθήματα ενός καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του Ε. Benoist, που ήτανε άθρωπος λιγάκι παρά­ξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα, θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ’ αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παρά­δοσή του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά λατινική λέξη, το συγύριζα, το ’στρωνα, μην τύχει και μου ξεφύγει κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση, ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα συνη­θίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφραση σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» - «Καλά, και πώς να την κάμω; Χωρίς λεξικό;» - «Έπρε­πε να το συλλογιστείς πρώτα λατινικά, ύστερα να το γράψεις. Τότες, θα το ’γραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ δε χρειάζουνται.»

Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε. Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυ­μήθηκα τον καλό μου τον καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψεις μια γλώσσα, θέλει πρώτα, ο νους σου να συλλογέται κι η ψυχή σου να γράφει, όχι τα λεξικά να ξεφυλλίζεις. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου.

Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες να ’τανε οι ιδέες μας, και σωστή να ήταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά. Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλ­λιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά του. Γιατί δεν άρχισε προτού ν’ αρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι; Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφει την καθαρέβουσα. Μπορεί να πιστέβει πως έτσι θα λυθεί το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πως πρέπει να γράφουμε τη δημοτική.

Μάς φοβερίζει πως γρήγορα θα φανεί κανένας «Παύ­λος», που να μας φέρει στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πει. Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πως θα γράφει τον πατέρα; Θα τον κάμει ο πα­τερός, του πατερού, ή θα τον αφήσει ο πατέρας, του πατέρα, δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήσει. Τότες, τι καταλάβαμε;

Τι καταλάβαμε, κι η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τα ’λεγε αφτά «εις εκ των αρίστων συγγραφέων δημοτικών (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως να μας δηλώσει τ’ όνομά του. Κι είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο - αφού νόημα δεν έχει.

— Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρ­χίζεις πάλε και φωνάζεις. - Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; - Τίποτα, φίλε μου. Άσκημα, πολύ άσκημα το ’πιασες το ζήτημα, και συ κι οι φίλοι σου. Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; - Τέτοια μας λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ. Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το ήθελε ο Κοραής να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα - δίχως πόλεμο!

Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ’ όλο το κέφι. Τους αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο Χριστός, θα το ’λεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θα ’τανε Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την Ιδέα, φαίνε­ται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον ακούσεις, «δεν κατόρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι «ενθουσιάστηκε», τρελάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλει όλο το Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα του άρθρο, να του βάλει καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη, αλάκαιρο βιβλίο.

Γελώ, κι ωστόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός. Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν πολύ άτοπο μου φαίνεται να ’ρχεται κανείς να χτυπάει, από λόγους προ­σωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας τα λέει εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κι είναι χρέος του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατόρθωσε ως τώρα για να κάνει τον περήφανο, να μας κρίνει εμάς και να μας κατακρίνει. Το πιο γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)», που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλει τότες, σαν τη δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήσει, και μίλησε με κάμποσους επαίνους για τη μελέτη. Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη γερμανικά. Λοιπόν, τι φωνάζει;

Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω, μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωστόσο δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλο­γισμένα για την Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο Ταξίδι· αμύνεσθαι περί πάτρης, το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ. Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δει μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα. Μπο­ρεί μάλιστα να δει πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι, χρωστούνε κάποιο σέβας σ’ έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζει στην Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα.

 

αρχή

 

Ζ. ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ

 

Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρ­λός, ό,τι θέλεις, πες με. Τα ’γραφα όσα διάβασες, ανα­γνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πως είχε γίνει ένα κάποιο άρθρο στη Revue critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τ’ άρθρο δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τ’ όνομα του περιοδικού, κι είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό.

Ψάχνω, βρίσκω τ’ άρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση δική μου - όπως συνηθίζουμε στη Revue critique, ύστερις από τους επαίνους, να δείχνουμε κι ένα, δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα πολυλογώ; Ιδού κι η σημειωσούλα·

Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas, témoigne d'un sentiment très fin du grec an­cien et de connaissances grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques inexactitudes d'autant plus regrettables que M. Sotiriadis est Grec. L’expression neugriechisch qu’il emploie est obscure dans sa pensée : entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?) ou le grec moderne? C’est ce dernier qu’il semble viser et, dans ce cas, la plupart des formes qu’il cite sont erronnées: p. 61, il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; -p.66, on lit: neugr... παίρνω, Aorist immer (!) επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, ibid., de voir κονταρεά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes, alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge; auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La pré­cision scientifique exige une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques.

Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του, το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και τίποτα πολύ σπουδαίο· να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική, καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι αφτό; Τίποτις. Ωστόσο έφταξε για να μας τα ψάλει, ο κ. Σωτηριάδης, να τα ψάλει και της δη­μοτικής, όσο λίγο κι αν την απόμαθε.

Προσωπικά! Προσωπικά!

 

αρχή

 

Η. ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

 

... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώ­στη, που είναι Έλληνας, δυο φοβερά πράματα: ν’ αρνηθεί τ’ όνομά του και την πίστη του. Πρέπει να υποθέσουμε ή πως δεν ξέρει πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, ή πως το ξέρει κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος. Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή έννοια της λέξης, παρά με την παλιά ρωμανοκαθολική, που η τάση της ήτανε κατεφτείας να διακόψει κάθε είδος εθνική παράδοση, για να κατασκεβάσει με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή...

Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μο­ναχός σου, αναγνώστη μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο φίλος, γιατί δεν του φτά­νει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας, χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο Ιστορία της Ρωμιοσύνης, που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθεί τα ιστορικά της Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό.

Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα· σα μιλεί κανείς για Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α’) σου αλλά­ζει τ’ όνομα και την πίστη· β’) κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε λιγάκι.

Ρωμιός θα πει Ρωμαίος. Το αι, με κατοπινό ο, έγινε ι, όπως ο παλαιός έγινε παλιός, το δίκαιο δίκιο, το και κι πριν από λέξη που αρχίζει με α, ο, ου, λ. χ. ο τάδες κι ο τάδες, και όλα, κιόλα, κιόλας κτλ. κτλ.

Μα ποιος τους το ’δωσε στους Έλληνες τ’ όνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως είναι και γνωστό; Τρο­μερός λοιπόν προπαγαντίστας αφτός! Τους άλλαξε τ’ όνομα, να δείτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια! Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθο­λικούς! Να με συμπαθάτε και γελάστηκα, γιατί τότες κα­θολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από τον Κωσταν­τίνο, δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστια­νούς! Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί λέγουνταν όλοι, όσοι δεν ήταν ειδωλολάτρες ή εθνικοί. Φταίει ο κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα ήσουνα ρωμιός, ήσουνα και καθολικός. Να σου όμως που υπάρχουνε και Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Με­γάλος.

Αφτός γρυ από ελληνικά δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα· «πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει.» [Ζωσ. (Mendelssohn) 87, 2 (Β, 95; 18)]

Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (νέα Ρώμη) και τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το Σκούταρι, λ.χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες η πρωτέβουσα· δεν άλ­λαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου έκαναν την προσεφκή τους λατινικά[6]. Το κομμάντο κι αφτό στη λατινική, τα λατινικά ήταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι μιλούσανε λατινικά[7]. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ’ επισκόπους που ήταν ελληνόγλωσσοι[8]. Με τα ελληνικά δεν τα ’βγαζες πέρα· δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ’ εκείνων δυνάμεις τε και πλούτους.» [Λιβ. 133, 16]

Ίσως όμως, θα μου πείτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι τάχατες απ’ αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη λατινική πως ήτανε «η πά­τριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να καταλά­βετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον διά το πρόχειρον της ερμηνείας», [Νεαρ. Διατ. ζ, 1] απα­ράλλαχτα δηλαδή με το ύφος που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει κατάλληλον» Διάτ. ξστ’, α’ § 2, γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για να μιλεί κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πει λατι­νικά, κοίτ. Ν., Διάτ. ιε’, Πρ.· «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.» Το δια τούτο σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξστ’, α § 2. Μα σε κείνα τα χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· ήτανε της καλής αναθροφής να ξέρει κανείς τα λατινικά, κι ένας προκομμένος νέος το είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει κι ο Χρυσόστομος· «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε Ελλήνων.» [Προς τους πολεμούντας τοις επί το μονάζειν ενάγουσιν, Migne, 51, III, 1, σελ. 357.]

 Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι. [Θεοφ. Χρονογρ. (de Boor) 24. 20. Αποφθέγμ. των αγ. γερ. 89Α] Ίδια η λέξη ελληνισμός δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των εμών πατέρων και γονέων». [Κοίταξε τ’ ωραίο άρθρο ελληνισμός, στο Λεξικό του Ερρίκου Στεφάνου.] Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα ελληνικά το κάτω κάτω - φαίνεται κι από το ύφος του - τα καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα πια, που ήταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε, διάλυσε και το Πανεπιστήμιο. [Ch. Diehl, Justinien, Pariw, 1901, σελ. 553. Κοίταξε όλο το κεφάλαιο· Athenes et le paganisme, 547-566.] Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τ’ όνομα «Γραικός» ήτανε τότες όνομα μισητό και σιχαμένο, [Προκ. Ανέκδ. 134, 2] τ’ όνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πει παρά ειδωλολατρία. [Κοίτ. Ch. Diehl, σελ. 551, και Προκ. Ιστ. (Α’, α’) π. II. II. 104, 15· 131,10-11] Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός· «επειδή τινες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη» κτλ. κτλ. [Κωδ. Α', 11, 10] Τι δια­βολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός, που όχι μόνο μας άλλαξε τ’ όνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε κάνε να τ’ ακούσει!

Τ’ όνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του ήταν «η δόξα των Ρωμαίων», όπως γράφει κι ένα νόμισμα4. [Κοίτ. Ch. Diehl, σελ. 177, σημ. 6· Babelon, Mem. de la Soc. des Antiq. de France, τ. 57, σ. 310, 321 (ο λόγος για το Βελισάριο)]

 Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνει καίσαρας σωστός, να πάρει όλη την Ιταλία, να βασιλέψει πιότερο μάλιστα στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήσει κα­νένας που είχε το νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχει στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψει τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστεί τους ασιατικούς βαρ­βάρους, αντίς να τους αφήσει να δυναμώσουν κι ίσως έτσι κατόπι να μας φέρει και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό,τι κι αν πει κανένας, άδικα θα το πει, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα ήξερε, έτσι τα ’βλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που ήτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που ήταν η αληθινή τους, η μόνη τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος να τον πει «βασιλέα των Ρωμαίων.» [Revue critique, 1901, αρ. 36, σελ. 195, σημ. 1]

Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το Φωκά, «τον τρέμει η γης κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη λατινική της Ιταλίας, «νόμι­μη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της αρχαίας» [Κοίτ. Ch. Diehl, Justinien, Παρίσι, 1901, σελ. 666] - κι έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυ­πούν εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ωστόσο λέγεται κι είναι αναγκασμένος να λέγεται «Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.»

Αφτά ο κ. Σωτηριάδης ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει. Α δεν τα ξέρει, θ’ απορήσω πως τ’ αψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να μιλάει με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να κατηγορήσει τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταν­τίνος ο Μεγάλος; Ή μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξει φαρμάκι περισσότερο, κι έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμει όλα φαρμάκι, ως και τα ζήτημα; Τότες - δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα καμιά - τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμει να το συλλογιστεί ο κ. Σωτηριάδης.

Μα, θα μας πει - αχ! το λένε κι άλλοι! - ο Ρωμιός, ό,τι κι αν ήτανε πρώτα, σήμερις κατάντησε να ’χει σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια. Δηλαδή, πιο σωστό να παρα­τήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, ρωμαίικα. Με κακή σημασία. Μα δε μιλεί ρωμαίικα, που θα είχε ση­μασία καλή, αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πει κανείς με κακή σημασία, μίλα ρωμαίικα, δηλαδή παστρικά. Μή­πως όμως η φράση βγήκε στο ρωμαίικο είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίσει στην Ελλάδα; Στα χω­ριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι καημένοι να μάθουνε τι γίνε­ται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη ελληνισμός. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε ενός χωρικού αν ήταν «Έλλην» - πάει να πει έλληνας υπήκοος, γιατί τέτοιο νόημα έχει - και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα, σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.»

Κι έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσεις, να δεις. Θυμούμαι τη χαρά τους, κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. - «Είδες πως τα ξέρει τα ρωμαίικα!» - Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική - δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτη­ριάδη. Μα γιατί πάλε να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τ’ ακούσετε κάθε ώρα, και να το καλοξετάσετε το πράμα, θα δείτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην ξέρει που να μη συνηθίζει τη λέξη. Θα σου πει μάλιστα πολλές φορές· α Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημα­σία να το λέει, που δεν του μοιάζει κιόλας να ’χει τόσο άσκη­μη ιδέα για λόγου του.

Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσε­ξίες της καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής, κι αφτά είναι που η λέξη Ρωμιός και Ρωμιοσύνη μας έκοψε την εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι, πρέ­πει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να κόφτει άραγες την παράδοση, αφού η παρά­δοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις στ’ αναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου που να χαντακώνεται σαν το ρω­μαίικο, που από την πρόληψη, από το δασκαλισμό, να καταστρέφει τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα μελετά.

Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο το ’χαψε μια μορφιά, ώσπου να γίνει άφαντο, και πως τους Λα­τίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το Ρωμαίο τον έκαμε Ρωμιό, πάει να πει Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του ιστο­ριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να καταχτήσει το ρωμαίικο, που σήμαινε πρώτα το λατινικό - μην το ξεχνούμε - να σημαίνει σήμερις παντού ελληνισμό, και μάλιστα ελληνισμό κι ορθοδοξία συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη, έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το Ρω­μαίο, με τρόπο που να του πάρει ως και τη δόξα την καμα­ρωμένη του, τ’ όνομά του. [Κοίτ. De Mytilene en Bretagne, Grande Revue 1er fevrier 1902, σελ 297 και Krumbacher, Byz. Lit. g., 2 έκδ. σελ. 3]

Είπαμε άλλου[9] πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυ­ζάντιο, έμαθε τον εθνισμό της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη, έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την Ελλάδα θα ήτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας πως μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβει ένωση, γιατί στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνει κράτος χωριστό, να πολεμήσει κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώσει αφτό.

Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρ­νει το μάτι αμέσως, γιατί πρέπει να ψάξεις κατάβαθα στην ψυχή, να τα δεις μέσα της; Μήπως δε θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι πολέμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί, ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα στο αίμα, το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώσει, σα φάει κόκαλα αντρειωμένου. Το ίδιο κι ένα έθνος θα δυναμώσει, σαν το θρέψεις με τα κό­καλα τα ιερά της ιστορίας.

Και τι βγαίνει απ’ αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο Θεός φυλάξει! Ο αγα­πητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του Λαμπρίδη, [Κοίτ. τον Αγώνα, Ιούλιο, 1901] πως τ’ όνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ» [Κοίτ. το Άστυ, Ιούλιο, 1901] πως ο Ρωμιός ήτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και τιμημένο. Τόσο το καλύτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο σκο­πός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελ­λάδα, να την κάμουμε βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κα­νένας ν’ αρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοί του κατόπι, σφιχτοκράτησε και σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει ν’ αποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή - και γω λιγότερο από κάθε άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και κυριολεξία, στο βι­βλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαν­τινή την ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά, που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίσει ο Αργύρης.

Πρέπει να πάψει το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα μας το ’μαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τ’ όνομα το ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλύτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι Έλληνες κι οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πει, ένας λαός να φυλάξει και τα δυο αφτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον Παρθενώνα, μας άφησε την Αγιά Σοφιά ο Ιουστινιανός, που ήτανε Ρωμαίος - και για τούτο πρέπει να ’χουμε σέβας για το Ρωμιό.

Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκιά μας την κου­βέντα, το ύφος μας αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζει πάντα, γιατί κι ο Πλά­τωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το κουβεντιάρικο, τ’ απλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτέ της να τ’ αρπάξει τόσο ταιριαχτά που να το κάμει και δικό της. Μας είπαν ωστόσο πως εμείς το ’χουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα, γιατί δεν ξέρουμε ποιες λέξες μπορεί κανείς να πει στο θέατρο, ποιες άλλες στον κα­φενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι’ αφτό, νομίζω, βλέπουμε καλύτερα πώς κρίνουνε τους αρ­χαίους αλλού, πώς νοιώθουνε την ομορφιά τους, πώς πολε­μούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να κάνει και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πως παίζει φιλοσοφώντας. Μα και στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλύτερα παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κι έναν καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα, όχι μόνο σε βιβλία, επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κι η λέξη μαντίλι καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κι οι Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι. Τα χυδαία μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως τύχει, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν τ’ αποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε - από τον καιρό που κατέ­βηκε ο ρομαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα Παλάτια όλα.

 

Εσένα, κανείς να μη σ’ αγγίξει! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό. Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλει να σε χτυπήσει, ένας ένας θα τσακιστεί και θα πέσει, τι να κάμει; Εσύ έπαθες πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρυ, που μέσα του να είναι όλα τα δάκρυα της καρδιάς μου, που με το δάκρυ μου αφτό να κλά­ψω τα βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κι αιώνες ζεις, πολεμάς, κι αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κι οι μεγάλες σου οι λαχτάρες, εσένα κι οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κι η ορμή σου πάντα θα πεταχτεί στα πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς, κά­ποτε δεν το ξεδιακρίνεις τα καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει, μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα πονώ, τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστείς. Εσύ το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννή­θηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κι η πομονή σου, τα γενναία θα σε κάμει ν’ απολάψεις. Περεχυμένη στους κάμπους και στα βου­νά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω, αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης.

Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ’ Άη Δημήτρη, 1901.

 

αρχή

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ[10]

 

Όπως το ’χω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη, μου αφτή γράφηκε Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα, όχι μόνο προτού γράψω Το Ταξίδι μου, μα προτού ακόμα κάνω το ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που ήτανε τότες να γίνει. Δεν έγινε όμως κι έτσι δεν έγινε μήτε τ’ ανάγνωσμά μου.

Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια, μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίσει το Συνέδριο. Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz, περπατούσε στο ριχτίμι κι έλεγε πως του κά­κου ήρθαμε και δε θα δούμε Συνέδριο. Μ’ άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε δώσει την άδεια, μα ο φί­λος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο βασιλιάς ήτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες ήταν επαναστάτες, κι οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνει κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο Τούρκος ήτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα σηκωθούνε κι οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα 1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα να ’τανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά του, πάει να πει με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο λοιπόν η Γερμανία να κολακέβει τον Τούρκο, μα να μην αφήνει διόλου το ρωμαίικο να παίρνει απάνω του. Κι έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και τον καλό Σύλλογο να κάμει τ’ αθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν και το πρόσμεναν όλοι.

Δεν έβγαλα το λόγο μου κι ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θ’ άκουα ο ίδιος, - μόνο που θ’ άκουαν τη γλώσσα μου οι Πολί­τες. Ωστόσο δεν το πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε· σαν τους τα διαβάζω, λένε πως μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· τ’ αφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια και χρόνια, αφού γλώσ­σα τους είναι.

Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό, γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπά­θησα να κάμω κάτι που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν ήτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ’ ένα είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κι αιώνες και σα να ήτανε πια συνήθεια να μιλεί κανείς, να παίζει, να χαμογελάει, να συζητά για τα πιο σπουδαία τ’ αντικείμενα σ’ αφτή μας τη γλώσσα, τη δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι’ αφτούς που τους έλεγα, τους τα ’λεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τα ’λεγε κανένας σε μιαν εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε και πολύ πολύ στο ψιλό.

Δημοσίεψε ωστόσο τη μελέτη μου ο Σύλλογος, και θέλει δε θέ­λει, βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του Συλλόγου. Χαίρουμαι πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο Σπανέας. Θα ’τανε αδικία να μην είχε κι η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ’ ένα πολιτικό περιοδικό, σ’ ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η καθαρέβουσα μόνη.

Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διόρθωσα τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού. Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάσει πως είναι τα πρώτο μου και πως ο ίδιος δεν έχω και τόσο με­γάλη ιδέα γι’ αφτό μου το δοκίμιο· θα δει και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα πο, τ’ ανυπόφορο το πο, εκεί πο, κατόπι, και στο Ταξίδι το ίδιο, έβαλα πς. Έχω και κάτι αλλά, για να πω το μα της δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο σώσετε αντίς σώσατε. Είναι και κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική με λέτε κτλ., που υστερότερα την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· μου λέτε κτλ. Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος τον εμαφτό μου είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον εαφτό μου. Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο Ρωμιός ονομάζεται πάντα Γραικός. Ο Ρωμιός, σε κείνα τα χρόνια, δε χτυπούσε όμορφα στ’ αφτί· γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυ­χή της Ρωμιοσύνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το μεγαλείο του.

Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την έγραφα· ως και την εικόνα του ποταμού, στα τέλος της μελέ­της, κάπως θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θ’ άλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδεί­ξουν πως σωστά δεν είναι. Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ’ ένα μου άρθρο γαλλικό1, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος τα νόμιζα κι οι άλλοι τα είπανε πως ήτανε καινούρια, κι ωστόσο θα τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους μας κόλ­λησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε να κάνουμε ώσπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά, για τη γραμματική που πρέπει να γίνει, για την επιστημονική και σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα, τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχει και γίνουν ποτέ τους, όπως το ελπίζω και το ’χω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας μερονυχτίς, πιστέβω να ’μαθα τη γλώσσα μας κάπως καλύτερα παρά που την ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώσπου να καταλάβω πως ο τίτλος· Ιστορικά και γλωσσολογικά ζητήματα ήτανε ξενισμός, και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα το ’λεγαν κι οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. Ιστορικά και γλωσσολογικά να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει όλα.

Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα τα προοίμιο το γαλλικό και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός οιωνός να φαίνουνται αδερφωμένες η Γαλλία κι η Ελλάδα.

27 του Τρυγητή, 1901.

 

QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE

AVANT-PROPOS

 

Lorsque M. le Ministre de l'Instruction publique et des Beaux-Arts voulut bien me confier une mission auprès du Congrès du Syllogue philologique hellénique de Constantinople, qui devait avoir lieu en septembre 1886, j'ai longtemps hésité sur la langue dont j'aurais à me servir dans la communication que je me proposais de lire au Congrès. Le français était tout indiqué, et, je dois faire ici cet aveu, il m'eût été plus facile d'écrire cette courte étude en fran­çais. Je ne l'ai cependant pas fait. Il me parut plus juste de parler grec devant une assemblée grecque: c'était une marque de sympathie de plus à donner au Syllogue. D'autre part, je voulus rendre hommage à ma langue ma­ternelle et je résolus d'écrire mon discours eu grec.

On voudra bien excuser l'audace de cette tentative, en faveur même du sentiment qui Fa inspirée. J'ai rencontré auprès du Syllogue, et particulièrement dans la personne de son honorable Président, tant de bienveillance, on m'a témoigné tant d'amitié durant mon court séjour à Constantinople, que j'ai appris à compter sur l'indulgence de cette savante Compagnie et des amis qui m'ont reçu. Mais je crains bien, hélas! de ne pas retrouver les mêmes dispositions auprès d'un autre public. On me fera un crime " d'une chose pourtant naturelle: c'est d'avoir écrit, à l'heure où nous vivons et pour des Grecs qui no sont plus anciens, une langue moderne comme nous tous et non pas une langue ancienne. Le Syllogue n'est composé que des membres les plus éclairés de la société grecque, et aucun d'eux ne croit plus sans doute, suivant un préjugé bien démodé, que la langue populaire est une langue barbare. D'autres sont, aujourd'hui encore, dans cette idée. Il ne faut pas s'en étonner outre mesure. Tout le monde n'est pas obligé d'être grammairien, nul surtout n'est tenu d'être linguiste en naissant. Il est tout naturel qu'on traite de bizarre ou d'anomal tel phénomène phonétique ou morphologique dont on ne s'est pas suffisamment rendu compte. Les hommes déclarent souvent absurde ce qu'ils ne comprennent pas encore. Qu'on me permette de le dire, il y a encore en Grèce, comme à Constantinople, bien des progrès à faire dans la science du langage. Quand on en est réduit à juger d'un point en litige sans connaissance de cause, on est bien obligé de formuler des jugements a priori. Peu de nos compatriotes se sont probablement demandé la façon dont a pu se former le nominatif moderne πατέρας: j'ajoute que peu de nos compatriotes avaient à se poser cette question, dont l'examen constitue le travail des spécialistes. Cela n'empêche personne de décréter que πατέρας est une forme incorrecte. Cette solution du problème paraît, en effet, plus commode. Il est vrai qu'avant de se prononcer en semblable matière, il serait peut-être plus sage de réfléchir. Nous pourrions prier nos juges de vouloir bien se rendre compte, au préalable, ne fut-ce que de la formation du paradigme ancien de πατήρ et de la genèse du paradigme moderne. Leur avis, après cette courte étude, aurait probablement plus de poids. Mais il ne faut pas exiger des hommes la logique. Chacun dira son opinion, sans examen, et il n'y aura même guère moyen de lui faire changer d'avis. Cet état de choses tient à des causes purement historiques: les études grammaticales étant encore trop peu avancées en Grèce, il fallait s'attendre à voir surgir au hasard toutes les opi­nions.

Je ne veux pas insister sur ce point. Mais on en arrive par­fois à de singulières contradictions! La forme ancienne est rétablie presque toujours au détriment de la forme moderne normale. Ainsi au lieu de έτοιμη, on dira ετοίμη (η τράπεζα είναι ετοίμη), au lieu de καταλαβαίνω, et εμβαίνω au lieu de μπαίνω. Or, il se trouve que μπαίνω (béno) est une prononciation plus ancienne que è εμβαίνω et que cette forme constitue, au point de vue phonétique, une violation de règle élémentaire pour le grec ancien aussi bien que pour le grec moderne [C'est ce que j'ai essayé d'établir dans la Revue Critique, 1887, p. 461-468, N°14.]: elle est incorrecte de toutes façons. Ετοίμη ne contrarie pas moins l'accen­tuation ancienne elle-même qui veut qu'on recule l'accent, toutes les fois que la quantité le permet et on sait que le η de ετοίμη est aujourd'hui devenu bref. Έτοιμη est donc aussi légitime aujourd'hui que l'était έτοιμος dans l'an­cienne langue; la règle est la même: elle ne varie que dans son application. En disant ετοίμη, nous faisons la même faute qu'auraient faite les anciens, si, par exemple, ils avaient prononcé εδιδόσο, διδόμαι, etc.: loin de nous conformer à leur exemple, nous leur mettons une erreur sur les lèvres, sans compter que le grec ancien disait plutôt έτοιμος au féminin. Καταλαμβάνω, à cause de la combinaison moderne μβ, est tout aussi choquant que εμβαίνω. [Voyez Revue Critique, loç cit] On ne s'aperçoit pas beaucoup de ces anomalies qui, pour un helléniste, ont quelque chose de déconcertant, et l'on prend volontiers pour le fond ce qui n'est que l'innocente apparence: on juge d'après ce qu'on voit imprimé sur le papier et il est toujours plus facile de se conformer à la lettre qu'à l'esprit. Ετοίμη, καταλαμβάνω, εμβαίνω ont dans les livres un air d'antiquité et il reste convenu que les formes anciennes seules sont les formes nobles.

Voilà un principe qu'il serait peut-être dangereux de proclamer trop haut! On laisserait croire que la noblesse, c'est la forme, non le fond. Des gens malintentionnés nous prendraient au mot et pourraient prétendre qu'on se rejette sur le canon grammatical, à défaut d'idées. Hélas! si le fait d'écrire la langue ancienne pouvait nous assurer du même coup que nous n'aurions à exprimer que des pensées élevées et que de beaux sentiments, ce serait une joie pour le monde. Tous les peuples renonceraient à leur propre langue pour se consacrer à l'usage des formes anciennes. Le français serait bien vite abandonné. Y a-t-il, en effet, des langues plus incorrectes, formées de plus de fautes que le français, que l'allemand, que l'an­glais, que toutes les langues modernes? Si la perfection avait dû être cherchée dans l'imitation des types classi­ques, Voltaire aurait certainement écrit Candide en grec et Gœthe aurait composé son Faust en hexamètres dactyliques. Mais je crains qu'il ne faille encore d'autres quailités pour former l'écrivain. La connaissance de la grammaire ne lui suffit pas. Il lui faut d'abord une forte conviction, une pensée toujours sérieuse; il lui faut l'ori­ginalité de l'expression et la nouveauté de l'esprit. L'im­portant, c'est d'avoir quelque chose à dire: la façon de le dire vient d'elle-même. L'amour de la vérité devient le but dominant; l'idée porte en elle son expression. Il faut aussi que l'écrivain sache plaire. Il lui est défendu d'être ennuyeux. L'exposition sèche et nue ne lui convient pas davantage. Qu'il y mette un peu de son âme. Une légère ironie, un certain enjouement ne dépareront jamais le discours le plus sévère. Combien on doit se garder d'énoncer d'un ton d'oracle les vérités même les plus transcendantes! Un artiste évitera jusqu'aux mots recherchés, jusqu'aux termes un peu rares, qui ne sont pas dans le domaine commun. C'est avec les mots les plus connus, les plus vulgaires, qu'il bâtira son œuvre. L'af­fectation lui fait horreur, parce qu'elle exclut la précision. La vertu la plus difficile chez l'écrivain, est par-dessus tout la teneur toujours égale, toujours soutenue du style, la constance de l'effort artistique. Les défaillances sont interdites. Tout doit sortir d'un seul jet, avec une conti­nuité perpétuellement variée par la justesse inattendue de l'expression et la richesse d'un fonds inépuisé. C'est là ce qui fait la véritable noblesse d'une langue littéraire. Mais, à priori, toutes ces qualités peuvent se rencontrer aussi bien dans la langue moderne que dans l'ancienne, puisqu'elles tiennent à l'homme même. Le principe fon­damental, est d'être compris. Un grand écrivain parlera toujours pour le monde entier. Il y a d'ailleurs un crité­rium très sûr et d'application bien commode, pour juger des meilleures œuvres: dans l'ordre des productions de l'esprit, ce que comprennent sans effort les femmes les plus simples, peut être, sans autre examen, déclaré ex­cellent.[11] Ce qu'elles ne comprennent pas est inférieur. C'est là le principe, on peut le dire, qui a fondé la litté­rature française; c'est par là qu'elle est arrivée à cette qualité essentielle: la précision.

Il ne faut pas non plus confondre la langue et le style: c'est une distinction que j'ai essayé d'établir ailleurs [Essais de gramm. hist. néo-grecque. Paris, Leroux, 1886, tome I, p. 268-274.] et qui me semble avoir la plus grande importance. De la confusion entre la langue et le style résulte, à mon sens, le malentendu qui est au fond de toutes les discussions sur la langue moderne. Un des arguments les plus fréquemment invoqués en faveur de l'usage de la langue ancienne consiste à dire: «Nous soutiendrez-vous que Racine ou que Gœthe parlaient la langue du peuple?» Sans doute. Je pense que cela n'a jamais été mis en question. Il y a là une nuance qui paraît insignifiante et qui est des plus profondes. Assurément, Racine ne parlait pas en vers comme le peuple, mais c'est bien la langue du peuple qu'il écrivait. Je ne crois pas que le faubourien se serve jour­nellement d'un style aussi solennel que celui d'Athalie:

 

Oui, je viens dans son temple adorer l'Éternel!

 

Mais chacun de ces mots est populaire encore aujour­d'hui. On objectera peut-être que ce n'est pas communé­ment l'usage d'appeler Dieu l'Éternel. C'est encore là un détail de style. Le mot éternel se retrouve dans le lan­gage le plus familier, qui crée même la forme sempi­ternel: un sempiternel bavard. [Éternel, qui est aujourd'hui un si beau mot, Vient lui-même non pas du latin classique, mais du latin barbare aeternalis.] On sait, en revanche, que ce n'est pas ce qui se passe en grec: la comparaison cesse par conséquent d'être exacte. En grec, c'est le contraire du français qui a lieu: on parle la plupart du temps comme le peuple; mais ce n'est pas de la langue du peuple qu'on se sert. Si je veux exprimer cette idée fort simple: ma fille est malade, je dirai: η κόρη μου είναι άρρωστη. D'autre part, si je dis: η θυγάτηρ μου ασ­θενεί, je ne parle plus la langue du peuple, cela est certain; mais je n'exprime pas pour cela une idée d'ordre plus relevé: je parle comme le peuple dans une autre langue.

Cette confusion entre la langue et le style n'est pour­tant pas la raison unique du mépris dans lequel certaines personnes tiennent la langue moderne. Je ne crois pas davantage qu'il y ait dans le purisme, comme on le prétend quelquefois, un vain désir de paraître, de faire étalage do savoir, ni que l'emploi des formes anciennes repose en dernière analyse sur un sentiment de vanité ou d'orgueil. Quel mérite y aurait-il à montrer qu'on sait décliner et conjuguer suivant un paradigme, que tout le monde peut trouver dans sa grammaire? Ce n'est pas là une connaissance bien difficile à acquérir et, de mon temps du moins, tous nos élèves de quatrième étaient arrivés à ce degré do culture, Je crois que la raison de ce mépris est à la fois plus simple et plus profonde; c'est une pure question de vocabulaire.

Lorsque les éludes linguistiques ne sont pas encore très avancées, ce qui frappe avant tout dans une langue, ce sont les mots: on croit volontiers que ce que caracté­rise principalement une langue, ce qui la distingue d'une autre, c'est le vocabulaire, C'est pourquoi, et cette obser­vation a déjà été faite plusieurs fois, la linguistique com­mence partout avec l'étymologie. La meilleure illustra­tion de ce fait, ce sont les auteurs anciens, tant latins que grecs. Ils ne voyaient rien au delà de l'étymologie, je parle surtout des époques classiques; ils ne saisissaient pas la véritable nature du langage. Mais le vocabulaire est chose complètement secondaire et rentre aujourd'hui tout à fait au second plan. On ne s'occupe plus d'étymologie, que lorsque l'on a établi sur des bases solides la grammaire d'une langue. On a compris que ce qui carac­térise une langue, ce ne sont pas les mots, c'est le système grammatical tout entier, ce sont, entre autres, les désinences dans la conjugaison des verbes ou la déclinai­son des substantifs. Une langue peut être uniquement composée de mots étrangers, même de mots appartenant, à d'autres familles de langues, sans pour cela perdre son caractère distinctif. Il y a même plus: c'est par­fois aux mots étrangers que se reconnaît le plus sûre­ment la continuité d'un système grammatical en vigueur depuis des siècles: le grec modern en est un exem­ple bien remarquable. En effet, tout mot étranger qui entre aujourd'hui dans le français, y entre tel quel, sans subir aucune modification de désinence, parce que les Français ont perdu tout sentiment des flexions casuelles. En grec, au contraire, encore de nos jours, tout mot étranger doit forcément se modeler sur le patron des flexions existantes. Prenons le mot café; en grec on déclinera ο καφές, pluriel oι καφέ-δ-ες: une forme ο καφέ, οι καφέ serait absolument inouïe: elle ne peut pas se produire. Mémo règle pour les féminins: on dira η κουβέντα, της κουβέντας. Ce ς du génitif est tout à fait frappant. C'est le même ς que nous avons dans ο λόγο-ς οι πατέρε-ς, της μούση-ς. Ainsi les mots étrangers nous prouvent ici de la façon la plus évidente la persistance de la langue ancienne et de son système grammatical.

Un observateur superficiel ne reconnaît pas facilement ce principe. Il s'irrite de voir des racines étrangères: il ne sait pas qu'ici comme partout ailleurs l'esprit seul compte et que la lettre n'est rien. Seulement, quand il s'agit de séparer un radical de sa désinence et de consi­dérer ces deux éléments indépendamment l'un de l'autre, il y a déjà à faire un petit travail d'abstraction bien sim­ple, qui paraît difficile au premier abord. C'est pourquoi plusieurs personnes traitent le grec moderne de langue bâtarde, corrompue, souillée de xénismes. Elles disent: ce n'est pas une langue! Elles entendent par là que ce n'est pas une langue originale, parce qu'elle est remplie d'éléments étrangers. Il reste d'ailleurs bien entendu que la classification méthodique de ces éléments n'a jamais été tentée et qu'où en parle un peu au hasard. Us sont fort peu nombreux; mais fussent-ils à compter par mil­liers, la langue n'en serait pas pour cela devenue étran­gère: au contraire, elle aura prouvé sa vitalité de la façon la plus inattendue. Qu'on ne me reproche pas d'in­sister ici sur des vérités trop évidentes. J'ai vu plusieurs personnes s'arrêter surtout aux mots étrangers: c'est ce qui les choque le plus. Les mots les frappent, parce qu'en effet c'est, ce qu'il y a de plus facilement observable. C'est la surface de la langue. En soi-même, le vocabulaire est d’une importance qui, pour l'analyse scientifique, se réduit proprement à zéro.

En revanche, on croit très naïvement qu'écrire la lan­gue moderne revient à se servir uniquement du vocabulaire populaire. Cet axiome est soutenu avec sérieux par plusieurs bons esprits. Rien n'est plus faux. Ceux qui veulent introduire la langue moderne dans l'usage cou­rant, n'ont jamais soutenu autre chose que ce principe rudimentaire: respecter le système grammatical moderne et n'y pas faire passer tout crûment les déclinaisons ou les conjugaisons de l'ancienne langue; en effet, ce serait créer un mélange des plus disparates dans l'emploi des formes. Personne n'a raisonnablement prétendu ni môme songé à prétendre qu'il ne fallait pas recourir, dans tous les cas où un mot ancien n'avait pas d'équivalent mo­derne, aux richesses que met entre nos mains la lexico­logie de la vieille langue. Si un écrivain est amené à se servir, à coté de mots comme μάτι, σπίτι, άντρας, λό­γος, d'une expression telle que παλαίφατος, par exemple, il ne cessera pas d'écrire en langue moderne. Un critique a vivement reproché à Solomos d'avoir employé, dans une pièce célèbre, le mot κόμη, chevelure: και στην κόμη, στε­φάνι φορεί. Le même critique prend texte de ce vers pour déclarer que la langue moderne ne saurait guère devenir une langue littéraire, et pour nous apprendre que l'indi­gence du vocabulaire populaire ne peut suffire à l'expres­sion des mille nuances de la pensée. C'est là assurément une glorieuse découverte! Mais elle n'avait pas besoin d'être faite: personne ne l'ignorait. La seule chose à faire, dans l'espèce, eût été de rechercher si, en disant à l'accusatif, le poète s'était servi de la forme an­cienne κόμην ou de la forme moderne κόμη. Du moment qu'il s'est arrêté à cette dernière, tout débat est clos et la critique reste sans objet.

En ce qui concerne les emprunts mêmes qu'on peut faire au lexique ancien, nous pouvons reconnaître deux catégories de mots. Nous avons d'abord des termes comme άτομος, je suppose, qui ne contrarient en rien ni la phonétique ni la morphologie modernes. Ceux-là, on pourrait les employer par milliers, qu'on ne romprait pas le système grammatical de la langue vivante.[12] L'em­ploi des mots de ce genre dépend uniquement des exigen­ces du style. Mais il y a aussi les mots qui se trouvent en opposition directe avec les lois phonétiques ou morpholo­giques actuelles. Les mots qui sont dans ce cas, quand ils sont indispensables à l'expression d'une idée, n'en ont pas moins le droit de passer dans le vocabulaire courant, sous condition expresse de revêtir les flexions de la lan­gue vivante: η κλίσις, της κλίσεως ne peut guère se dé­cliner autrement que η κλίση, της κλίσης, du moment qu'on a l'intention de se servir de la langue moderne. S'il fallait relever en français tous les mots du voca­bulaire qui rentrent dans cette catégorie, c'est-à-dire qui ont pénétré dans la langue par voie savante et non par voie populaire, on en serait réduit à copier la moitié du dictionnaire de l'Académie. Le peuple ne connaît cer­tainement pas des termes tels que nominatif, phoné­tique, syntaxe, impératif catégorique, etc., etc. Ceux qui emploient ces mots, par écrit ou dans la conversation, parlent toujours français.

On doit môme aller beaucoup plus loin dans cette voie. Les mots savants contrarient souvent en français la pho­nétique, non pas seulement de l'époque de la formation du français, comme le mot livre (au lieu de loivre, qui eût été la forme régulière), mais encore la phonétique courante. Tel est, par exemple, le mot substantif. Il faut néanmoins remarquer que le français en cas pareil ne dira pas substantivum ou substantivus; il modèlera la dési­nence du mot latin sur la désinence populaire et depuis longtemps reçue if pour ivus, comme eût fait en grec la langue littéraire, si, au lieu de persister à écrire βασιλεύς, forme qui n'est ni ancienne [On prononce aujourd'hui βασιλέφς. La combinaison φς consti­tue un barbarisme appoint do vue ancien.] ni moderne, elle avait sim­plement consenti à dire βασιλιάς ou même βασιλέας. Mais tous les termes du vocabulaire ancien, dont nous avons besoin aujourd'hui, ne sauraient être, eu passant dans le grec moderne, d'une morphologie aussi facile ni aussi simple que βασιλέας ou βασιλιάς Le mot ουσία, qui est un mot bien nécessaire, comme tant d'autres termes abstraits, ne serait grammaticalement correct que sous la forme σιά, ou tout au moins ουσιά. Néanmoins, celte forme aurait un grand inconvénient: elle serait incom­préhensible. En pareil cas, on ne peut donc guère toucher à la phonétique; mais la morphologie subira néces­sairement toutes les modifications exigées par les règles de la grammaire moderne et se moulera sur les paradig­mes existants: on déclinera την ουσία, οι ουσίες parce que le peuple, s'il venait à se servir de ce mot, le décline­rait ainsi. D'autre part, la flexion et le terme seraient sous ce nouvel aspect compris de tout le monde. Ecrire une langue moderne, c'est se conformer à l'ensemble du sys­tème grammatical de la langue populaire, c'est-à-dire de la langue vivante.

La règle dominante, en pareille occurrence, est d'être clair. Le mot emprunté se plie autant que possible aux exigences actuelles de la langue. C'est pour lui le seul moyen de devenir populaire. Si le peuple vient à appren­dre un mot tel que άτομος, il n'y changera jamais rien: il le laissera subsister tel quel. Au contraire, il ne pourra jamais admettre une forme comme βασιλεύς, parce que celle-ci est devenue de nos jours une forme complètement anomale: il peut la répéter sur le moment même où il l'entend, mais il ne sera pas long à la rejeter. La langue savante ne tient pas compte de cet état de choses, parce qu'elle opère sans la connaissance et sans la prise en con­sidération des règles grammaticales modernes: malheu­reusement, quelque ardeur qu'on y mette, on ne pourra pas aller contre ces règles: elles sont historiques; elles ont donc leur raison d'être en dehors de notre vo­lonté. Nous sommes tout aussi impuissants à détruire ces règles et à nier la réalité de la grammaire populaire, que nous sommes impuissants à vivre en un autre siècle que celui où nous sommes nés.

Nous sommes donc bien obligés de compter avec ces règles et de les enfreindre dans la mesure seulement où elles peuvent être tournées. Nous n'avons ici qu'à suivre l'exemple de toutes les langues modernes, dont le vocabu­laire s'est toujours trouvé en défaut et s'est vu forcé de puiser dans un vocabulaire ancien. Les mots anciens ont toujours subi une transformation préparatoire qui les rhabillait en quelque sorte à la mode du temps. Mais la question de vocabulaire importe si peu en elle-même, que plusieurs mots d'origine uniquement savante ont pu passer dans le français le plus populaire, dès l'instant où ils ne violaient pas la grammaire vivante. Le mot idée en est l'exemple le plus frappant. Le gamin de Paris, quand il se frappe le front en disant: Idée! ne parle pas une langue ancienne ou étrangère. Idée est aujourd'hui un mot français.

Disons plus. Un écrivain peut avoir à se servir, dans ces conditions, d'un mot rare ou appartenant uniquement à la langue poétique ancienne, quant il s'agit d'un effet parti­culier à produire. C'est affaire de style. Des mots comme δίος[13] peuvent devenir nécessaires à un certain moment, suivant la couleur que l'on veut donner à sa pensée, et c'est de cette façon que Solomos n'a pas craint d'appeler xôpi une chevelure. Ces emprunts ne rompent en rien l'unité de la langue moderne. La seule mesure en pareil cas, c'est le talent de l'écrivain et les besoins de sa pensée.

Toute langue littéraire s'est vue forcée à un moment donné d'enrichir son vocabulaire. Le grec, à sa plus belle époque, n'a pas échappé à cette loi générale. A mesure que l'esprit humain se développe, que ses connaissances s'étendent et que les nuances de la pensée se multiplient, l'écrivain s'ingénie à trouver des termes qui serviront, soit à désigner un objet jusqu'alors inconnu, soit à rendre d'une façon plus précise les mille aspects du monde intellectuel et moral. On peut maintenant se demander comment s'y prenaient les langues anciennes elles-mêmes quand elles se trouvaient dans l'obligation d'employer des mots encore absents du vocabulaire et nécessaires à l'ex­pression d'idées nouvelles. Plusieurs personnes se font à ce sujet les représentations les plus fausses: elles croient très sérieusement que Platon on Thucydide créaient et mettaient en circulation des formes grammaticales de leur invention. Il n'y a pas d'opinion plus contraire à la vérité historique. Thucydide et Platon n'ont jamais rien inventé. Les mots nouveaux dans le grec ancien se formaient à l'aide de désinences, de propositions, comme dans les verbes composés, et surtout de suffixes déjà existants dans la langue parlée, c'est-à-dire dans la langue popu­laire et dont celle-ci fournissait seule le modèle. Thucy­dide, par exemple, emploie pour la première fois les substantifs τολμητής, κινδυνευτής, εικαστής, etc., etc. (voyez Thucydide, par A. Croiset, Paris, 1886, p. 111). Mais les éléments mêmes dont ces substantifs sont formés, se trouvaient déjà dans la langue bien avant Thucydide, puisqu'ils sont antérieurs même à l'époque où le grec s'est séparé des langues indo-européennes congénères et a vécu d'une vie indépendante. Le suffixe -τα-, servant à désigner les noms d'agents, est plus vieux qu'Homère et que tous les Hellènes. Quand Thucydide disait τολμητής, etc., il prenait tout simplement ce suffi ce -τα-, (en ionien et attique -τη-) dans les substantifs tels que ποι-η-τή-ς, νικ-η-τή-ς, etc., etc.

Plus tard, de ces formations et d'autres semblables comme δεσ-μώ-τη-ς, πολ-ί-τη-ς, etc., etc., se sont détachés de nouveaux suffixes -ητη-, -ώτη-, -ίτη-, que les anciens ont formés par erreur, parce que dans δεσμώτης et πολίτης ils ne reconnaissaient plus le vieux suffixe -τα-, -τη, et qu'ils croyaient avoir affaire à un suffixe -ώτι-, -ίτη-, qu'ils séparaient de πολ-ίτη-ς, δεσμ-ώτη-ς, au lieu d'y sentir la composition primitive πολ-ί-τη-ς, δεσμ-ώ-τη-ς, etc. C'est ainsi qu'ils ont pu dire, contre toute étymologie et contre toute règle, οδίτης, στρατιώτης, νησιώ­της, etc., etc., etc. Les écrivains grecs n'ont jamais inventé ni créé de toutes pièces aucune forme grammaticale nou­velle; ils ont toujours opéré sur les formes grammaticales existantes. Ce travail se faisait par le peuple et d'une façon inconsciente; c'étaient aussi quelquefois les écri­vains, comme nous venons de le voir pour Thucydide, qui puisaient dans le vieux fond de la langue. Mais les écri­vains eux-mêmes suivaient absolument les voies de l'analogie populaire. Peuple et écrivains agissaient exac­tement de la même manière que l'on agit aujourd'hui, soit en français, quand on dit os-eur, sur os-er, d'après le modèle fourni par la corrélation qui s'observe entre pen­seur et pen-ser; soit en grec moderne, quand on étend ce même suffixe -ώτη-, demeuré toujours vivant dans la langue, à des substantifs tels que Χιώτης, etc., etc. Les anciens, s'ils étaient à notre place, n'auraient jamais pu dire Xίος ni recourir à une formation de ce genre: le mot et la forme ont disparu de la langue vivante de nos jours, et les anciens n'ont jamais pris leurs modèles que dans la langue vivante, par la simple raison qu'ils n'avaient pas de grammaires pouvant les renseigner sur les formes tombées hors d'usage, de leur temps. Il ne faut jamais perdre de vue cette vérité, il ne faut jamais oublier, quand on raisonne sur la langue ancienne, que celle-ci est de formation purement populaire. C'est pour avoir méconnu ce principe élémentaire et devenu presque banal à l'heure qu'il est, qu'on s'est mépris si souvent sur le caractère et sur la valeur de la langue moderne.[14] J'ai essayé d'exposer tout au long quelques-unes des observations qui précèdent dans le dernier chapitre des Essais de grammaire historique. S'il m'est permis de parler même du morceau que j'offre aujourd'hui au Syllogue, j'ai fait mon possible pour conformer la langue de ce discours à des principes qui ne me sont pas parti­culiers, mais aux principes généraux suivis dans toutes les langues modernes. Je prierai donc toutes les personnes qui voudront bien me faire des critiques au sujet de cette étude, de se reporter à mes Essais de grammaire, car je crois bien y avoir dit tout ce que je pense en ma­tière de langue littéraire: je m'y suis également efforcé de répondre d'avance aux objections courantes. Je pren­drai la liberté de prévenir le public d'une autre difficulté qu'il rencontrera dans le cours de cette lecture. Ce n'est pas ici le lieu et je n'ai guère le temps de développer cette thèse.[15] Mais deux mots suffiront. On peut obser­ver, — et cette observation s'applique à tous les pays et à toutes les langues du monde, — que toutes les fois qu'une langue parlée n'est pas écrite, n'est pas fixée sur le papier de manière à frapper les yeux, il se produit deux phénomènes curieux: d'abord, on ne reconnaît plus les formes usuelles, qu'on emploie journellement soi-même, dès qu'on les voit imprimées. D'autre part, peu de gens se rendent compte de la façon dont ils parlent et il arrive à bien des personnes de nier l'existence de telle forme, qu'elles viennent de jeter dans la conversation cinq minutes auparavant. En général, on fait comme le bourgeois gentilhomme, de la phonétique sans le savoir.

Cela tient à ce que l'observation par les yeux est plus à portée de nos sens, tandis que l'observation par l'oreille est chose d'infinie délicatesse et demande un exercice constant, et, si je puis dire, un dressage spécial. J'ai eu souvent l'occasion d'en faire la remarque durant mon voyage. Un ami me soutenait un jour de la meilleure foi du monde que la forme σχωρνώ (συγχωρέω-) n'existait pas, tandis que non seulement elle existe, mais que, d'après ce que nous savons aujourd'hui des lois phoné­tiques de la langue moderne, cotte forme doit forcément exister et qu'elle existe par le fait. Il est facile de com­prendre cependant que le public, qui ne se rend pas compte de la légitimité de cette forme et qui ne s'est pas attaché à suivre les degrés intermédiaires par les­quels συγχωρώ doit fatalement aboutir à σχωρνώ, nie l'exis­tence de ce verbe. Il serait encore plus surpris, si on lui disait que σχωρνώ lui-même arrivera par la force des choses à σκωρνώ, à moins que cette forme ne se soit déjà produite dans quelque pays grec, ce qui est fort à pré­sumer.

Durant mon court séjour en Orient, je me suis livré à ce sujet à une série d'expériences qui m'ont souvent beau­coup amusé. Comme les voyages d'exploration scienti­fique ne me sont pas toujours loisibles, j'en suis réduit bien des fois à conjecturer l'existence de telle forme que souvent je n'ai pas encore eu l'occasion de recueillir de mes propres oreilles, me réservant de la vérifier sur place. Je m'étais dit, entre autres, que φκαριστώ (ευχαριστώ) devait se dire à coup sûr à Constantinople. Cepen­dant, toutes les fois que j'interrogeais directement une personne sur cette forme, elle me répondait négativement, par l'unique raison que cette forme lui semblait bizarre: elle lui semblait bizarre, parce qu'elle ne l'avait jamais vue écrite. J'ai eu un jour le bonheur d'entendre dire ce verbe φκαριστώ, devant l'ami même qui se refusait à en admettre la possibilité. Il était pourtant facile de pré­voir φκαριστώ, par le seul examen d'autres lois pho­nétiques, d'ailleurs fort simples, qui rendent cette forme nécessaire. Mais je no veux pas chercher très loin mes exemples. Nous étonnerons beaucoup de nos com­patriotes en leur apprenant que tout le monde pro­nonce καλόζ δούλος et non pas καλός δούλος. Rien n'est plus vrai cependant. Ce qui serait extraordinaire, ce serait d'entendre dire καλός δούλος. C'est pourtant ainsi que les mots sont imprimés sur le papier: ce ζ paraît une véritable monstruosité, tant est fort le respect superstitieux de l'écriture. Ajoutons (pie l'on considère en soi-même et indépendamment d'autres phénomè­nes phonétiques, la combinaison καλός δούλος; on ne sait pas que le ς se prononcera de la même façon devant γ, β, μ, ν, ρ, λ (ainsi que devant g, d, b), parce que tous ces phonèmes sont des sonores et que par conséquent ils attirent la sonore ζ, σ étant une sourde; qu'en re­vanche devant κ, π, τ, qui sont des sourdes, on n'enten­dra jamais autre chose qu'un ς (καλός κόπος) et que même — tant la phonétique populaire est délicate et consé­quente avec elle-même — devant χ, θ, φ, le σ final du mot précédent se fera à peine percevoir, par la simple raison que la combinaison de deux spirantes sourdes est antipathique à la physiologie de la langue moderne. Comme ces détails échappent nécessairement à la plu­part, le ζ au lieu du ς surprend; on n'en comprend pas la légitimité et on ne l'admet pas. Si on considérait ce groupe de consonnes en corrélation avec les phénomènes congénères, la combinaison ζδ paraîtrait toute naturelle: il deviendrait même évident que toute autre combinaison serait fautive et, par conséquent, impossible.

C'est que tout se tient dans le langage: un mot suffit souvent pour la déduction en linguistique, parce qu'un seul phénomène révèle à lui seul la présence d'autres phénomènes connexes. De la seule prononciation πάντα,, par exemple (panda, non panla; la sourde τ se change en sonore d, sous l'influence du ν qui est sonore), on peut conjecturer en toute sûreté l'existence d'une quantité d'autres prononciations, qui au premier abord ne parais­sent avoir aucun rapport avec le mot πάντα, telles que σβήνω (ζβήνω et non σβ.), βγαίνω (εκβαίνω), γδύνω, etc., toujours en vertu de cette loi de l'attraction des sonores, qui éclate dans panda; à l'aide de quelques indices seule­ment, on peut presque reconstruire tout le système d'une langue ou d'un dialecte. En revanche, un linguiste se per­suadera facilement qu'une langue, où l'on entend la pro­nonciation πάντα (panda), ne peut guère souffrir des combinaisons de consonnes telles que εκβαίνω, εκδίκησις, ενθυμούμαι, etc., etc., où la loi de l'attraction des sonores est violée. Du premier coup, le linguiste comprendra que ce sont là des prononciations factices.

Aussi, tant qu'une prononciation panda restera dans quelque coin de la Grèce que ce soit, il sera impossible de faire croire au monde que le grec ancien n'a pas changé, justement parce que ce panda à lui tout seul suppose des phénomènes analogues. Je me permets de signa­ler le fait aux personnes qui introduisent dans un style, du reste rempli de formes anciennes, ces particules vα, θα, δεν, με (μετά), εδώ. N'y eût-il dans la langue litté­raire que ces particules seules, dût-on expulser toutes les autres formes modernes, celles-là suffiront aux philolo­gues futurs pour reconstituer la langue populaire de nos jours. Les formes en apparence les plus éloignées se com­mandent: ces petits mots θα, δεν, να, montrent abondam­ment à des yeux exercés que la langue a subi une trans­formation radicale. Du moment, qu'on donne accueil à ces formes-là, rien ne sert de rejeter dans l'ombre et de dissi­muler des phénomènes tels que ξέρω, ακόμη, καταλα­βαίνω, έτσι, etc., etc. Ceux-ci ne supposent pas des trans­formations moins foncières que celles qui ont amené θα pour θέλω ίνα. D'ailleurs, même si on parvenait à refou­ler ces formes, la prononciation moderne resterait tou­jours, comme dans panda. Or, la prononciation à elle seule serait un guide des plus sûrs dans celte voie de reconstruction de la langue populaire, si tant est que celle-ci puisse jamais disparaître.

Mais, en réalité, il n'est guère possible qu'elle dispa­raisse. On ne sait pas très bien à quoi l'on s'attaque, quand on parle de ramener la langue ancienne et, de faire oublier graduellement la langue moderne. Les difficultés apparaîtraient innombrables, si, au lieu de faire ce rêve d'une façon vague et trop générale, on voulait entrer dans le détail. Prenons deux exemples, pour fixer les idées. Le δ est devenu aujourd'hui une spirante (ημίφωνο) et n'est plus une explosive (άφωνο). Cette transformation en amène une autre: ν ne peut plus subsister devant δ spi­rante, de même qu'en grec ancien il ne subsiste pas de­vant σ spirante: il tombe ou s'assimile, ce qui, pour le principe, revient au même. C'est pourquoi on dit aujour­d'hui το δούλο, non τον δουλον, δε δίνω, non δεν δί­νω, etc., etc.: dans l'intérieur du mot, en revanche, l'an­cienne explosive s'est maintenue, parce qu'elle était pro­tégée par le v, qui en était inséparable: aussi pronon­çons nous άντρας, έντεκα, etc., etc. Cette prononciation vient directement de l'antiquité, transmise de bouche en bouche par voie populaire. Or, au lieu de άντρας, το δούλο, on cherche à introduire les prononciations savan­tes ένδεκα, τον δούλον. Cela est impossible. Le peuple, s'il apprend à dire ένδεκα pour έντεκα, ne pourra jamais en faire autre chose que έδεκα, en laissant régulièrement tomber le v, comme dans το δούλο. Ainsi, au lieu de ramener l'ancien grec, on détruira au contraire la forme ancienne heu­reusement conservée dans έντεκα. Pour réussir dans une pareille entreprise, il faudrait rendre au δ sa valeur d'explo­sive, c'est-à-dire aller contre les faits accomplis. La ten­tative échouera donc forcément, puisqu'il est impossible de changer les conditions physiologiques où la langue se développe aujourd'hui et de promulguer un décret, sui­vant lequel tout δ devra cesser d'être spirante dans tout pays parlant grec.

Le second exemple est d'ordre morphologique: il nous est fourni par les nominatifs modernes ράχη, πόλη, βρύση, qui doivent leur existence à la coïncidence phoné­tique des désinences -ιv et-ην; celles-ci, à une certaine époque, se sont prononcées -in l'une et l'autre: voilà pourquoi, sur le modèle de μνήμην, μνήμη, et de nom­breux substantifs de cette catégorie, on a décliné πόλην, πόλη (phonétiquement: mninin = pôlin, d'où poli. nmimi). Le peuple refera perpétuellement le même travail, parce que le changement de déclinaison est commandé par la nature même des choses. Πόλις ne pourrait reprendre place dans la langue vivante, je veux dire être communément employé dans tout pays parlant grec, que si la distinction entre πόλιν et μνήμην était toujours maintenue à l'accusatif. Mais ce serait encore aller contre l'histoire et contre la nature que chercher à réta­blir cette distinction. On est toujours impuissant contre le fait accompli. Ici ce sont; les conditions psychologiques nouvelles qui sont impossibles à modifier: on n'a pas plus de prise sur l'analogie que sur l'âme humaine.

Ce à quoi il faut surtout, veiller, c'est à ne pas gâter la langue du peuple par des efforts mal dirigés; ces efforts ne peuvent aboutir qu'à la formation de types hybrides tels que έδεκα et bien d'autres. La liste en serait longue et j'ai essayé d'en donner quelques exemples dans le dis­cours qu'on va lire. Personne en Grèce ou dans l'Orient grec, n'a certainement le désir d'entraver le développe­ment d'une langue nationale ni de provoquer la création d'une langue informe, sans unité et sans règles. C'est pourtant à quoi l'on marche, sans s'en apercevoir. Les intentions peuvent être excellentes; la voie qu'on suit n'est pas la bonne. Les théories ont beau être séduisantes et tenter beaucoup d'esprits: il importe de descendre de ces hauteurs pour envisager de sang froid la réalité des choses. Il y a, dans ces tentatives constantes de retour vers la langue ancienne, un danger sérieux, qu'il ne con­vient plus de dissimuler; le devoir de chacun est de l'écarter, car de trop graves intérêts sont enjeu. Il s'agit, ou bien d'arriver à la formation d'une langue littéraire vraiment nationale, ou de s'en passer à tout jamais.

Une dernière observation. Les personnes qui voudront, bien me faire l'honneur de me lire m'objecteront, je les en préviens d'avance, que j'emploie des formes qui 'n'exis­tent pas. Si elles veulent bien pousser la complaisance jusqu'à se faire lire, au lieu de lire elles-mêmes, telle page qui leur semblera suspecte, le résultat de cette petite expérience ne sera guère douteux. Une l'orme, qui cho­que à la lecture, passera inaperçue à l'audition. Je ne citerai que la forme άθρωπος pour άνθρωπος, dont le ν serait aujourd'hui phonétiquement incorrect. Le peuple et les personnes instruites elles-mêmes, quand elles ne se surveillent pas, prononcent άθρωπος. Mais, sur le papier, cette orthographe arrête l'œil. C'est cependant la seule prononciation régulière et usuelle de la langue moderne.

Il ne me reste plus qu'à dire un mot du système ortho­graphique que j'ai suivi dans ces pages. J'ai maintenu l'orthographe conventionnelle, qui est l'orlhographe ancienne. C'est ce que tout le monde l'ait et il serait dangereux d'y rien changer. De plus, j'écris η πόλη, της πόλης, et non η πόλι της πόλις, qui ne répond à aucun paradigme de la vieille grammaire: πόλη, décliné sur μνήμη. doit s'écrire de même, puisque nous gardons le η de la première déclinaison. Pour l'orthographe des formes de la déclinaison de l'article et des substantifs, on voudra bien se reporter à ce que j'en ai dit dans les Es­sais de grammaire historique néo-grecque. Il n'y a pas dans le dialecte attique et, par suite, dans la xoivr, an­cienne, qui sont en pareil cas les seuls modèles à sui­vre, un accusatif pluriel τιμαίς. Il y a des nominatifs pluriels λαμπάδες, μητέρες, etc. Or, comme cette dési­nence -ες est le seul point de départ des formes τες λαμπάδες, τες ώρες, οι ώρες, c'est encore se conformer aux principes de la vieille orthographe que d'écrire par un ε et non par un αι. J'en dirai autant de oι fém. plur. et de τις acc. fém. plur. Η et της constituent des barbarismes et, comme tels, doivent être écartés. Je ne me suis permis d'innover que sur un seul point; j'ai partout écrit αφ, αβ, εφ, εβ, pour αυ, ευ. Il est impossible d'écrire υρίσκω pour βρίσκω. Mais du moment qu'on admet ici le β pour υ, il est plus logique d'analyser partout la diphtongue ancienne de la même façon: cette orthographe aura de plus le privilège de nous donner la vraie prononciation moderne, sans rien de conventionnel.

Je sais bien qu'avec le maintien de l'orthographe an­cienne pour des formes modernes, on tombe dans un océan de contradictions, mais il est difficile, pour ne pas dire impraticable, d'innover sur ce point. Il est, d'ail­leurs, bien entendu que partout où l'orthographe mo­derne est consacrée, il ne nous reste qu'à l'adopter, sur­tout quand il s'agit d'indiquer par là des différences ca­ractéristiques. Nous ne pouvons écrire autrement que φτάνει, άντρας, πεθερός, Κωστής, κόμπος, σεντούκι, πουλώ, βγάζω, μπαίνω, etc. C'est ce que l'ait tout le monde, et c'est aussi ce que je me suis par là cru autorisé à faire.

Dans l'essai qu'on va lire, j'ai simplement voulu traiter quelques questions historiques. Le Syllogue a pris une excellente initiative avec ses publications de documents populaires. Il n'y a qu'à persévérer dans cette bonne voie, Je me suis proposé de mon côté de signaler l'importance que les études linguistiques pourraient acquérir dans le modeste domaine du néo-grec et la difficulté que présente l'examen d'un dialecte sur place. La confection d'une grammaire et d'un dictionnaire modernes sont la grande œuvre à poursuivre. Toute l'attention devrait être tournée de ce côté: ce serait faire acte de patriotisme et bien mé­riter de la science contemporaine, que de mener à bonne fin une pareille entreprise.

Je veux, en terminant cette préface assez longue, trans­mettre au Syllogue philologique hellénique l'expression de la haute sympathie que M. le ministre m'avait parti­culièrement chargé de témoigner de sa part à cette asso­ciation si laborieuse, si sincère et vouée à un travail scien­tifique qui lui fait tant d'honneur. Elle peut être certaine que la France est toujours avec elle.

Parts, septembre 1886.

 

αρχή

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ. ΛΕΞΙΚΟ

 

ΑΞΙΟΤΙΜΟΙ ΚΥΡΙΟΙ,

Δεν είναι συνήθεια, το ξέρω, στα φιλολογικά συνέδρια, να κάμνει κανείς τη βιογραφία του και να μιλεί για τον εμαφτό του. Μόλον τούτο πρέπει να σας ανοίξω την καρ­διά μου. Δεν μπορώ να ξεχάσω που είμαι παιδί σας, που είμαι του τόπου παιδί και που μικρός άφησα την Πόλη. Τι άλλο θέλετε να σας πω πρώτα πρώτα παρά τη χαρά μου, τώρα που βρίσκουμαι μεταξύ σας, τώρα που ξαναβλέπω την πατρίδα; Της πατρίδας η αγάπη είναι ριζωμένη μέσα στη μέση της καρδιάς. Γεννιέται με την ψυχή μας, σ’ ολωνών τα στήθια φυτρώνει, και για να φυτρώσει, φτάνει να γεννηθούμε.

Δεν άσπρισαν ακόμη τα μαλλιά μου κι ωστόσο, τι να σας πω; Άμα ξαναείδα την Πόλη, με φάνηκε σα να ξαναχαίρουμουν της νιότης μου τα πρώτα χρόνια. Μπορεί να με γέλασαν τα μάτια μου, μα σαν μπήκα στο παλιό μας το σπίτι, θαρρούσα που με γλυκοκοίταζαν οι τοίχοι. Τα δέντρα του περιβολιού που πήγαινα συχνά με το βιβλίο στο χέρι - τι καλά που το θυμούμαι τώρα! — κουνιούνταν και ψιθύριζαν αγάλια στ’ αφτιά μου· «Καλώς ώρισες, παιδί μου!» Ναι! κι οι πέτρες στο δρόμο με χαιρετούσαν, και μ’ έρχουνταν όλο να τις πω· «Πετρίτσες μου αγαπημένες, κακοστρωμένα μου σοκάκια, με τι καρδιοχτύπι σας ξαναπατώ!»

Βλέπετε που είχα κάμποσους λόγους να μην αρχίσουμε με μιας τα γλωσσολογικά. Όταν ο σοφός μας κι αξιότιμος Πρόεδρος με συλλογίστηκε και μ’ έστειλε την πρόσκλησή σας, δεν ήτανε μόνο μια τιμή ξεχωριστή να πέσει τέτοιο κάλεσμα σε μένα· ήταν και μια μεγάλη χαρά που σας χρωστούσα στη ζωή μου· έπρεπε να σας το δείξω. Κατα­λάβετε ποιος ήταν ο κρυφός πόθος της καρδιάς μου. Ας το πούμε φανερά· ένα συνέδριο στην Πόλη είναι μια γιορτή για τα μάτια και για το νου. Δεν μπορεί να μοιάξει με κα­νένα άλλο συνέδριο στον κόσμο. Εδώ δεν έχει κανείς μόνο ν’ ακούσει και να μάθει, έχει να διει και ν’ απορήσει. Να το ’χετε για βέβαιο· όλοι μας εδώ μαζί σας συμπαθούμε, και για την ιδέα που είχετε να μας δείξετε την πρόοδο της ελληνικής επιστήμης, και γιατί βλέπουμε σε τι τόπο προδέβει. Καλά κάμετε να μας καλέσετε. Όσο έλειπα από την Πόλη, θυμούμαι που διάβαζα συχνά στα δημοτικά μας παραμύθια για βασιλοπούλες που φορούσαν τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα ψάρια και τη γης με τα λουλούδια. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αφτές οι τρεις φορεσιές. Σαν είδα τις γαλανές πεδιάδες τ’ ουρανού μας, τη μαβειά θάλασσα που αφρίζει και μοιάζει κάμπος ασπρολούλουδα γεμάτος, σαν πάτησα τούτη την περίφημη γης και βρέθηκα μέσα σε τέτοια φύση, κατάλαβα το παραμύθι. Θαρρούσα τώρα και γω που φορούσα τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τους αφρούς της, τη χαρούμενη γης με τα χορτάρια.

Όταν ακούτε και σας μιλώ με τέτοιο τρόπο, μήτε σας κολακέβω, μήτε φαίνουμαι αχάριστος για τη Γαλλία που μ’ έκαμε παιδί της. Έγινε πατρίδα μου και μητέρα. Εκεινής είναι η ζωή μου. Εκείνη με σπούδαξε, εκείνη με μόρφωσε νου και ψυχή. Την ώρα που σας το λέω, θυμούμαι που κάτω κάτω στα δυτικά της παράλια, άφησα τα παιδιά μου και της γυναίκας μου τον πατέρα. Βλέπετε που πρέπει διπλά να σας αγαπώ, και σα Γραικός, και σα Γάλλος. Η Γαλλία στάθηκε πάντοτες ο πιο πιστός φίλος του Γραικού, συχνά μάλιστα φανερώθηκε ο μόνος μας φίλος. Ξέρετε που στην αρχή αφτουνού μας του αιώνα, με τον dAnsse de Villoison και με τον Hase, η Γαλλία θέλησε πρώτη να διδάξει τη γλώσσα που μιλούμε. Και σήμερα πάλε μας έδωσε αφορμή, σε δημόσια μαθήματα, να μελετήσουμε της γλώσσας μας την ιστορία. Μην κοιτάζετε που με διάλεξε για τόσο μεγάλο έργο· με πήρε μόνο και μόνο για να δείξει στους άλλους Γραικούς την αιώνια της αγάπη για την Ελλάδα και για τα ελληνικά γράμματα. Για τον ίδιο λόγο με στέλνει σε σας ο κ. Υπουργός της γενικής Παιδείας. Εμένα τίμησε· εσάς θέλησε να δοξάσει. Ήρθα να σας φέρω τους φιλικούς του χαιρετισμούς. Έτσι βρέθηκα και γω μέσα σ’ αφτό το Συνέδριο. Τη σημερνή μου τη χαρά τη χρωστώ και κείνηνα στη Γαλλία. Δεν έχω δίκιο να σας λέω που την αγαπώ σα μητέρα; Τώρα όμως μπορώ να πω που αγαπώ την Πόλη σαν πολυλατρεμένη μου γιαγιά.

Μην έχετε φόβο κανένα! Ο σκοπός μου σήμερα δεν είναι να σας μιλήσω για το «ζήτημα της γλώσσης»! «Ζήτημα της γλώσσης» λέμε μεις, όταν πιάνει κανείς και ξετάζει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Τι γλώσσα πρέπει να γράφει, κανείς, δεν μπορεί να είναι ζήτημα. Όλοι οι λαοί του κόσμου κι οι Αρχαίοι μέσα σ’ αφτούς, έγραψαν τη γλώσσα του καιρού τους, τη δημοτική γλώσσα. Όταν έλεγε ο Πλάτωνας ειμί και πατήρ ο πρόστυχος ο Αθηναίος δεν το ’λεγε διαφορετικά· δε γνώριζε τύπους πατέρας ή είμαι. Το ειμί και το πατήρ ήταν οι δημοτικές, οι χυδαίες λέξες εκείνης της εποχής. Αφτό το ξέρετε και σεις πολύ καλύτερα από μένα, και δεν είναι ανάγκη να σας λέω πράματα, που θα τα μάθει κάθε παιδί, άμα πατήσει, στο σκολειό. Το ζήτημα είναι, τι γλώσσα γράφει κανείς, με τι τρόπο τη γράφει, κι αν η γλώσσα που γράφει είναι ή δεν είναι σωστή. Μα μείντε ήσυχοι. Μήτε γι’ αφτό το ζήτημα δε θέλω να σας πω τίποτις. Προσπαθώ να σας μιλήσω γραικικά, γιατί θωρώ χρέος του καθενός, όσο μπορεί και με τα μικρά του μέσα, να σπουδάξει, να καλλιεργήσει, αν είναι δυνατό μάλιστα, και να γράψει, την εθνική του γλώσσα, τη γλώσσα που του έμαθε η μάνα του. Πολύ σέβουμαι το λαό. Λαός είμαι και γω. Να τον ξεπέσω, με φαίνεται που κι ο ίδιος ξεπέφτω. Ξέρω που πάντα θα βρεθεί κανένας άλλος - κανένας φίλος πιστός - να με κατηγορήσει. Ας αφήσουμε τους φίλους μας να λένε για μας όσα θέλουν. Τι σας φαίνεται; Όταν έχει κανείς πολλές αμαρτίες - ο λόγος μου είναι για μένα - σαν πιο φρόνιμο μ’ έρχεται να μην τις φωνάζει πολύ δυνατά. Με τέτοιο τρόπο κάποτες στέκουνται κι οι άλλοι και δε λεν τίποτις. Να πω βάρβαρο το έθνος, θα με πουν και μένα βάρβαρο. Δεν καταδέχουμαι τέτοιο πράμα. Πολύ πιο σωστό είναι να μην αρνηθώ τη γενιά μου· τότες με σέβεται κι ο κόσμος.

Εμένα με φτάνει που με δείχνετε τόση καλοσύνη, με φτάνει που καταδέχεστε και μ’ ακούτε. Δεν είναι δουλειά μου να βγάλω σήμερα στη μέση τέτοια ζητήματα. Ήθελα μόνο και μόνο να σας μιλήσω για κάτι ζητήματα της γλωσσικής μας ιστορίας. Ήθελα να διούμε μαζί τι μπορεί να μας μάθουν τα μεσαιωνικά κείμενα, τι αξία έχουν αφτά τα κείμενα, και να συλλογιστούμε αν είναι τρόπος να γίνει, πρώτα καμιά Γραμματική, ύστερα κανένα Λεξικό της νεοελληνικής.

Αν είχε κανείς να γράψει, την ιστορία της γλώσσας μας, έπρεπε να καθήσει να τη γράψει, στην Πόλη. Καλύτερος τόπος δεν υπάρχει για τέτοιο έργο. Να μιλήσει κανένας εδώ για την ιστορία της γλώσσας, είναι σα να σας μιλούσε για την ίδια σας την ιστορία. Μέσα σε τόσες άλλες δόξες, δυο δόξες μεγάλες κατόρθωσε να ’χει, η Πόλη. Εσάς χρωστά ο κόσμος την αρχαιότητα. Εσείς σώσετε τα παλιά τα χερόγραφα και τ’ αριστουργήματα των Ελλήνων. Από σας η Εβρώπη τα πήρε και τα ’μαθε. Χάρη σε σας, για δέφτερη φορά ξαναγεννήθηκε ο αθρώπινος νους και φωτίστηκε η επιστήμη. Μα δε σας έφταξε μόνο αφτό· την αρχαία τη γλώσσα δεν τη φυλάξετε μόνο στο χαρτί· έμεινε στα χείλια σας απάνω. Εκεί, ακόμη και σήμερα, βασιλέβει. Όταν κανείς συλλογιέται τέτοιο πράμα, μόλις του φαίνεται δυνατό, κι όταν το λέει, μόλις μπορεί ο ίδιος να πιστέψει τα λόγια του. Φανταστείτε τι είναι, μια γλώσσα να ζει τόσους αιώνες και να μιλιέται τρεις χιλιάδες χρόνια και παραπάνω! Ίσως είναι μεγαλύτερη δόξα, παρά να την έχει, κανείς μόνο γραμμένη στα βιβλία.

Κι ωστόσο είναι αλήθεια. Δεν κόπηκε η σειρά. Ο λαός πάντα σώζει και βαστά την παράδοση την αρχαία. Τη γλώσσα που σήμερα λαλεί, την έχει από τα χρόνια τα παλιά, από τους αρχαίους την άκουσε, την πήρε, μπορώ να πω, μέσα από των αρχαίων το στόμα. Κι από πού το βλέπουμε; Από τους τύπους που συνηθίζει η γλώσσα μας ακόμη και σήμερα. Ο καθένας διάβασε στη γραμματική, μερικοί μάλιστα έμαθαν απ’ όξω τα συνηρημένα ρήματα και κλίνουν το φιλέ-ω, φιλώ, φιλέ-εις, φιλείς, φιλέ-ει, φιλεί. Ξέρετε όλοι σας που το φιλέω είναι της ιωνικής και το φιλώ της αττικής. Πώς από το φιλέω μπόρεσε να βγει το φιλώ, πώς χάθηκε ο τόνος στο ε, πως πήρε περισπωμένη το ω, είναι πολύ δύσκολο ζήτημα κι ο σκοπός μου δεν είναι να το ξετάσουμε τώρα. Το βέβαιο όμως είναι που ο πρώτος άθρωπος που είπε φιλώ αντίς φιλέω, ή μουσών αντίς μουσάων, έπρεπε πρώτα να είχε ακουσμένο τον τύπο φιλέω ή μουσάων. Αν ο ίδιος δεν είχε μάθει τον ασυναίρετο τύπο, δε θα συναιρούσε ποτές μήτε το μουσάων μήτε το φιλέω. Τους συνηρημένους τύπους δεν τους ήβρε στη γραμματική, γιατί πρι γίνει γραμματική, πρέπει να γίνει γλώσσα. Άκουσε μοναχός του τα φιλέω και τότες το ’καμε φιλώ. Για τούτο σήμερα λέμε που η αττική άλλο δεν είναι παρά μεταπλασμός της ιωνικής. Το συνηρημένο το φιλώ έχει μέσα του και βαστά τ’ αρχαιότερο το φιλέω. Με το ίδιο σύστημα, μέσα στο νεότερο το μουσών κάθεται η παλιά γενική μουσάων. Η αττική έσωσε την ιωνική όταν πια δε μιλούσε κανείς ιωνικά. Την πήρε, την έκρυψε και τη φύλαξε μέσα της.

Ακούστε τώρα και το δικό μας το λαό. Ο λαός δε θα σας πει ποτές τας ώρας. Ο τύπος της κοινής είναι τις ώρες· σε μερικά χωριά λεν όμως ακόμη και σήμερα τες ώρες, μάλιστα και τας ώρες. Αφτό το τες από πού έρχεται; Πώς έγινε; Δε θέλω τώρα να σας διαβάσω όσα έγραψα αλλού για το τες. Ένα μόνο ήθελα να σας θυμίσω. Ο πρώ­τος Γραικός που είπε τες αντίς τας, δε θα ’λεγε στη ζωή του το τες, αν πρώτα δεν ήξερε το τας. Και το τας από πού το πήρε; Το είχε ακούσει από τους αρχαίους κι από τότες το γνώριζε. Σαν που σώζεται το φιλέω μέσα στο φιλώ, έτσι σώζεται και το τας μέσα στο τες. Η καινούρια μας αφτή αιτιατική είναι παιδί της παλιάς αιτιατικής τας· από μέσα της βγήκε. Αναμεταξύ στο τας και το τες δεν είναι κανένας άλλος τύπος, κι άμεσα πήρε η μια αιτιατική τον τόπο της αλληνής. Έτσι και το τις μπήκε λίγο λίγο στη θέση του τες. Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, που ο λαός δεν μπορεί να πει τας ώρας. Αν το ’λεγε, δεν θα βαστούσε την παράδοση την αρχαία. Μια φορά που το τας έγινε τες κι έπειτα τις, είναι αδύνατο πια ο λαός να ξέρει το τας. Δεν το ’χει καμιά ανάγκη· Μπορεί να το μάθει μόνο στα βιβλία, σαν που το μάθαμε όλοι μας· μ’ άλλα λόγια, αν τύχει και το πει σήμερα ο λαός, δεν το λέει γιατί τ’ άκουσε κατεφτείας από τους αρχαίους· το διάβασε τυπωμένο και το λέει. Μα στα βιβλία ό,τι θέλει κανείς κι όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει. Κι ένας ξένος είναι άξιος να βρει μέσα στη γραμματική τον τύπο τας· την αιτιατική τες ή τις μόνο ένας Γραικός μπορεί να τη γνωρίζει, χωρίς να τη διει γραμμένη στα βιβλία. Στην Εβρώπη, όλος ο κόσμος μαθαίνει τα ελληνικά στο σκολειό· κανένας Εβρωπαίος όμως δε θα πει πού βάσταξε τ’ αρχαίο το τας, σαν που το βαστά σήμερα ο λαός, λέγοντας τες ή τις. Την παράδοση μόνος εκείνος την έχει· η αρχαία γλώσσα, για να πέσει στου λαού το στόμα, κατέβηκε ίσια το δρόμο της, ή για να το πούμε πιο σωστά, τύπους άλλαξε, δεν άλλαξε στόμα· Το στόμα πάντα ελληνικά λαλούσε.

Βλέπετε λοιπό με τι τρόπο πρέπει να κρίνουμε τα πρά­ματα και να καταλάβουμε τα ιστορικά φαινόμενα. Ίσια ίσια γιατί μεταμορφώνει τη γλώσσα του ο λαός, τη φυλάει, κι ίσια ίσια γιατί άλλαξε η γλώσσα, έμεινε πάντοτες η ίδια. Αλλάζοντας τη γλώσσα τη βαστούσετε και σεις. Σώσετε μάλιστα πολλούς νόμους που, αν κανείς δεν προσέξει, καλά, φαίνουνται κατάλληλοι μόνο για την αρχαία γλωσσική κατάσταση της ελληνικής. Ξέρετε που σήμερα κάθε Πολί­της θα πει άκουσα αντίς ήκουσα κι έτοιμη αντίς ετοίμη. Αν έλεγε ήκουσα ή ετοίμη, θα παράβαινε κι ίδιας της αρχαίας τον κανόνα. Ο τόνος στην αρχαία κατεβαίνει μόνο όταν η υστερνή συλλαβή της λέξης είναι διπλόχρονη. Τ’ αρσενικό έτοιμος μπορεί λοιπό στην αττική να μείνει προπαροξύτονο· η γενική ετοίμου, η δοτική ετοίμω, η θηλυκή ονομαστική ετοίμη δεν μπορούν όμως να βαστάξουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα, γιατί το η, το ω και το ου ήταν τότες διπλόχρονα. Τώρα που είναι απλόχρονα, είναι ανάγκη να λέμε έτοιμη, για τον ίδιο λόγο που έλεγαν οι αρχαίοι έτοιμος. Όσο απλόχρονο είναι το οι, τόσο απλόχρονο είναι σήμερα και το η· πολύ σωστά προφέρνετε όλοι σας έτοιμ κι όχι έτοιμ, ακόμη κι αν τύχει να πείτε ετοίμ. Ετοίμ δεν το κάμνετε ποτές. Μιλώντας έτσι, προσέχει ο λαός τον ίδιο νόμο, γιατί αν τόνιζε ετοίμη, θα ήτανε σα να ’βαζε τους αρχαίους να τονίσουν ανθρώπος αντίς άνθρωπος. Ποτές όμως ο λαός δε θα βγάλει προπροπαραξύτονα, αφού τέτοια δε γνώριζε μήτε η αρχαία[16]. Εκεί που δε χάθηκαν οι συλλα­βές, δεν μπορούσε να χαθεί ο κανόνας. Εκεί που χάθηκαν τα διπλόχρονα, ο κανόνας έμεινε.

Τα ίδια και με το η του παρατατικού ήκουσα. Το η είχε το λόγο του, όταν ήταν το η διπλόχρονο. Αφού δεν είναι, η άφξηση δεν έχει πια κανένα νόημα. Για να καταλάβουμε τι θα πει, πρέπει να πιάσουμε βιβλίο και να διούμε πού γράφει η κι όχι ι, γιατί στην προφορά δε διακρίνεται. Η ζωντανή προφορά είναι ωστόσο η μόνη αλήθεια. Με τη γραμματική δε γίνουνται οι γλώσσες και νια να τις μιλήσει κανείς, δεν έχει ανάγκη να τις διαβάζει. Ο παρατατικός ήκουσα για τους αρχαίους ήταν ο φυσι­κός τύπος· δεν τους έρχουνταν ποτές να το πουν αλλιώς. Προτού να μάθουν τι θα πει γράψιμο, ήξεραν κι έλεγαν ήκουσα. Στον καιρό του Περικλή δεν είχαν οι Αθηναίοι δασκάλους να τους διδάξουν τα ρήματα. Μόλις γνώριζαν τι θα πει γραμματική. Γραμματικές δε σώθηκαν από κείνα τα χρόνια και πολύ πιο ύστερα αρχίσανε στην Ελλάδα να γράφουνται γραμματικές. Η μόνη γραμματική ήταν η δημοτική γλώσσα.

Μια γλώσσα, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι μια γέννα παντοτεινή. Ο ένας τύπος γεννά τον άλλονα, ο καινούριος ο τύπος μας παριστάνει τον τύπο τον αρχαίο, σαν τα παιδιά που χωρίς να μοιάζουν ποτές απαράλλαχτα τον πατέρα τους, μόλον τούτο έχουν το ίδιο αίμα και μας δείχτουνε μια εικόνα καινούρια κάθε γιος του πατρός του. Οι γλώσσες είναι σαν τους αθρώπους· Ο άθρωπος στέκεται πάντοτες ο ίδιος, τ’ άτομα αλλάζουν και παν. Ένα παιδί δεν ξεπέφτει, γιατί δε μοιάζει όλους διόλου τον πατέρα του στο πρόσωπο και στην ψυχή. Φτάνει με το πρόσωπό του και με την ψυχή του, με την καινούρια του τη μορφή, να φανεί άξιος, καλός, αν είναι δυνατό, και περίφημος άντρας. Η αλλαγή είναι ο μεγάλος φυσικός νόμος, ο μόνος ίσως που βλέπουμε καθαρά και που σε κάθε πράμα, στ’ άστρο που φέγγει, στο λουλούδι που φυτρώνει και στη λέξη που γεννιέται, μας φανερώνει την ύπαρξή του. Έχω πολύ σέβας για τους προγόνους μας και μεγάλη ιδέα για τον Αδάμ, αφού του χρωστούμε όλοι μας τη ζωή. Αλλά φανταστείτε, αξιότιμοι Κύριοι, αν από τον καιρό του Αδάμ δεν άλλαζε ο κόσμος κι αν έμοιαζε κάθε γιος απαράλλαχτα τον πατέρα του, τι θα είμαστε σήμερα! Ας το πούμε σιγά σιγά, να μη μας ακούσουν ο ίδιος ο Αδάμ θα βαριούνταν τη ζωή, κι όλοι μας εμείς που βρεθήκαμε τώρα στην Πόλη, δε θα γιορτάζαμε ίσως αφτό το Συνέδριο, μήτε θα είχαμε Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο! Και θα ήταν τόντις κρίμα.

Αφτή της γλώσσας μας η αλλαγή δεν έγινε μόνο στην Πόλη, και μπορεί να με πείτε πού, αν έμεινε η γλώσσα, δεν είναι, σαν που σας το ’λεγα, η δόξα μόνο δική σας. Έχετε δίκιο. Παντού στην Ελλάδα μεταμορφώνουνταν η αρχαία. Πρέπει όμως να συλλογιστούμε που για τη μόρφωση μιας κοινής γλώσσας, πολύ μεγάλη σημασία έχουν τα λεγάμενα κέντρα, μ’ άλλα λόγια οι πρωτέβουσες. Εκεί γίνουνται οι εθνικές γλώσσες, που όλος ο κόσμος τις μιλεί, που καταντούν κοινή συνήθεια και που μέσα τους μαζέβουν και συγκεντρώνουν όλους τους άλλους ιδιωτισμούς. Στις πρωτέβουσες μέσα έχουν την αρχή τους· οι πρωτέβουσες είναι ρίζα τους και φύτρα. Τόσο είναι αλήθεια αφτό που λέμε, που μόλον ότι σ’ όλη την Ελλάδα μιλούσαν τα γραικικά, μόνο στην Πόλη πρωτογράφηκε η γλώσσα κι άρχισε να φαίνεται μια καινούρια φιλολογία. Εσείς μας δώσετε το πρώτο μας φιλολογικό μνημείο. Ο Σπανέας και του Πρόδρομου οι στίχοι από δω βγήκαν. Η κοινή γλώσσα άρεζε μάλιστα και στο παλάτι. Ο Πρόδρομος έγραφε για τους Κομνηνούς και τον άκουγαν Κομνηνοί. Είχε τον αφτοκράτορα προστάτη. Τέτοιο πράμα μόνο σε πρωτέβουσα θα το διείτε· σαν το Φραγκίσκο τον Α’ στη Γαλλία, πάντα ένας φρόνιμος βασιλέας, με κεφάλι πολιτικό και με νου, θα διαφεντέψει, και θα προστατέψει την κοινή, την εθνική τη γλώσσα του λαού, γιατί απάνω στο λαό στηρίζεται κι ο ίδιος.

Ο Σπανέας (λέω την παραλλαγή που δημοσίευε ο Legrand [Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, Paris, 1880, Tome I, p. 1-10], γιατί οι άλλες [Melagnes Renier, Paris, 1886, 252-283. Le poème a Spaneas.] δεν έχουν την ίδια αξία), ο Σπανέας και κείνος γράφηκε για κανένα βασιλόπουλο ή τουλάχιστο για κανένα πρόσωπο σημαντικό[17]. Τ’ όνομα του Σπανέα ήθελα προ πάντα να σας θυμίσω, γιατί αφτό και μόνο θα μας δείξει πόσα κάμετε για τη γλώσσα. Ο Σπα­νέας στο ποίημά του μετάφραζε τον Ισοκράτη. Είπα με­τάφραζε, γιατί δε γύρεβε να κλέψει μια ή δυο λέξες αρχαίες, χωρίς να τις καταλάβει καλά. Έβαζε τον Ισοκράτη στην κοινή γλώσσα εκείνης της εποχής, για να μπορέσει ο καθέ­νας να τον ακούσει. Κι αφτό τι θα πει; Θα πει που στα χίλια εκατό και τόσα - γιατί τότες συμπεραίνω να στιχουργήθηκε αφτό το ποίημα - δεν τους έφτανε μόνο ν’ αντιγράφουν τον Ισοκράτη· ήταν και μερικοί που διάβαζαν τα ελληνικά, για να τα μεταφράσουν. Ο Σπανέας με τον παραι­νετικό του λόγο βαστά τη σειρά του κι έχει την ιστορική του σημασία. Μας δείχτει πλάγι πλάγι το μεσαιώνα με τα παλιά τα χρόνια. Ό,τι παίρνει, από τους αρχαίους το κάνει καινούριο· η γλώσσα του, με τέτοιο τρόπο, βρίσκε­ται ίσια ίσια στη μέση, στην αρχαία μεταξύ και στη νέα, σαν ένα γεφύρι που περνά τους αθρώπους από τη μια μεριά του ποταμού στην άλλη μεριά. Έτσι δεν πεθνήσκει το έθνος· δε χάνει την αιώνια παράδοση ο λαός. Τέτοια είναι κι η δική σας η δόξα. Δε φυλάξετε μόνο το χάρτινο θησαβρό, των αρχαίων τα γράμματα· μέσα μέσα στη γλώσσα τη σημερνή βαστάξετε την αρχαία την ίδια, το ζωντανό θησαβρό. Εσείς είστε η αλυσίδα που μας ενώνει με την αρχαιότητα, με την αθάνατη μας μητέρα.

Φανταστείτε τι χαρά θα περεχούσε σήμερα την καρδιά της Εβρώπης, αν άξαφνα βρίσκουνταν κανένας στίχος προομηρικός! Δε θα ήταν ανάγκη να είναι ο στίχος ωραίος. Όσο λιγότερη ποιητική ή φιλολογική αξία έχει ένα κεί­μενο αρχαίο, τόσο πιότερο βάρος έχει για τον ιστοριο­γράφο, γιατί τότες μας δείχτει καλύτερα την απλή φύση, χωρίς στολίδι κανένα, μας ξεσκεπάζει αθώα και παστρικά την ιστορία και την αλήθεια. Ο στίχος ο ωγύγιος θα ήταν ατίμητος στίχος, γιατί θα μας έδειχτε την αρχαία κατάσ­ταση, το παλιότερο γραμματολογικό σύστημα της ελλη­νικής. Θα βλέπαμε μια γλώσσα ακόμη πιο αρχαία από τη γλώσσα που έγραψαν Όμηρος και Πλάτωνας. Όμηρος και Πλάτωνας δε θα ξαναγίνουν ποτές· τα ίδιο κεφάλι δε φαίνεται στον κόσμο δυο φορές, γιατί και να φαίνουνταν, άμα αλλάξουν τα περιστατικά, θ’ αλλάξει και κείνο[18]. Μπορεί να ’ρθουν άλλοι που να τους αξίζουν και να κάμουν πάλε στον καιρό τους ό,τι κάμανε στο δικό τους εκείνοι, σαν που είδαμε στην Εβρώπη να βγουν τόσα φώτα. Δάντε, Σαικσπείρο, Γκέτε, Βολταίρο, που δε φοβούνται σύγκριση με κανέναν. Ας μη χάσουμε την ελπίδα που θα ’χουμε και μεις καμιά μέρα άντρες μεγάλους. Ένα έθνος πρέπει πάντα να βάζει την ιδέα του αψηλά. Στο μεσαιώνα αρχινούσε η φιλολογία μας να λουλουδιάζει· αν της αρ­χαίας η μίμηση δεν την είχε πλακώσει κατόπι, - θέλω να πω στα δικά μας τα χρόνια-, από του Πρόδρομου και του Σπανέα τους στίχους θα ’βγαινε μια ποίηση νέα, σαν που βγήκαν από την άμορφη γλώσσα της μεσαιωνικής Γαλλίας τόσα έργα που απορεί σήμερα ο νους μας. Η Cantilène de Sainte Eulalie, τα Serments de Strasbourg έχουνε χίλιες φορές πιότερη αξία, όταν τα συγκρίνουμε με τη γλώσσα του Ρασίνα. Κοντά στο μικρό παιδί βλέπουμε και τον άντρα.

Τώρα παρατηρείτε τι σημασία μπορεί να ’χει μια μέρα ένας στίχος του Πρόδρομου ή του Σπανέα. Πολλή ποίηση δεν έχουν, πρέπει να το πούμε παστρικά, μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Μα κι ο προομηρικός στίχος που λέγαμε, είμαι βέβαιος που πολλή ποίηση δε θα είχε. Ας ελπίζουμε που κι ο Πρόδρομος κατόπι, - σαν το στίχο τούτο ή ας είναι και σαν τα Serments de Strasbourg, - θα γεννήσει καμιά ποίηση μεγαλύτερη. Όταν τρέχει ο ποταμός, ο κα­θένας μπορεί να διει τα νερά του· το δύσκολο είναι να βρει την πηγή του. Άμα μορφωθεί, η καινούρια μας φιλολογία, θα σας δοξάσουν τότες και σας, όχι μόνο γιατί σώσετε τον Πλάτωνα τον αρχαίο, αλλά και γιατί δώσετε πρώτοι σας ζωή στον πατέρα του Πλάτωνα που θα μας έρθει.

Η περιέργεια του αθρώπου είναι διπλή. Είναι σαν τα βιβλία που σπουδάζει. Των αρχαίων τα έργα που σήμερα μελετούμε έχουνε για μας δυο λογιώ σημασία· ή στην ιστορική τους, στην επιστημονική τους αξία θα προσέξουμε, ή στη φιλολογική[19]. Ή θα κοιτάξουμε να διούμε τι μπορεί να μάθουμε απ’ αφτά τα έργα για τα έθιμα, για τους νόμους, για τη θρησκεία, για τη γλώσσα, ας είναι και για την τοπογραφία της Αθήνας ή της Ρώμης, ή μας φτάνει να πιάσουμε το βιβλίο στο χέρι, να διαβάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή, μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει τέτοια συντροφιά, γιατί γυρέβουμε να βρούμε στους αρχαίους ή κα­νένα όμορφο στίχο, ή καμιά σκέψη μεγάλη, ή καμιά ιδέα που μας υψώνει το νου. Ήσυχα και γλυκά περνούν οι ώρες, όσο φαιδραίνεται η ψυχή μας και ξεκουράζεται ο νους μας με τα λόγια που μας λεν τόσοι και τέτοιοι άντρες. Απο­ρούμε με την τέχνη τους, με τη χάρη της γλώσσας, με το ύφος και τη γνώση τους. Κάποτες μάλιστα τυχαίνει ν’ απορήσουμε με την ίδια μας τη γνώση, που ξέρουμε και βρίσ­κουμε στα συγράμματά τους τόσες ωραιότητες.

Η επιστήμη άλλα γυρέβει. Πριν απορήσει με την τέχνη του Σοφοκλή, θα πάει πρώτα να διει πως γράφουν τα διάφορα χερόγραφα το στίχο που μας αρέσει· έπειτα θα πάρει να ξετάσει κάθε λέξη, για να βγάλει το νόημα πασ­τρικά. Τότες θα μελετήσει την τραγωδία αλάκαιρη του ποιητή· θα κάμει ανάλυση και χυμία. Θέλει να μάθει· δεν της φτάνει να θαμάζει, και να χαίρεται. Ο Σο­φοκλής καταντά να είναι ιστορικό, όχι μόνο φιλολογικό μνημείο. Η επιστήμη θα μας πει, μελετώντας το Σοφο­κλή, σε τι κατάσταση, σε τι περίοδο βρίσκουνταν τότες η θρησκεία, η φιλοσοφία, η γλώσσα του αθρώπου. Δεν της μέλει για τη χαρά που μπορεί να της προμηθέψει ένας όμορφος στίχος. Ο φιλολόγος έχει πιότερη τύχη. Είναι σαν τον πλούσιο που κάθεται στο τραπέζι και ξέρει να ξετιμήσει κάθε νόστιμο φαγητό που θα του φέρουν. Η επιστήμη όλο δουλέβει· σπάνια κάθεται η ίδια στο τραπέζι· το στρώνει μόνο και φέβγει, γιατί θέλει να προδέψει και να βρει κάθε μέρα τίποτις καινούριο, κάθε μέρα καινούρια θροφή.

Για τούτο βλέπετε που σήμερα δε χορταίνουμε με τ’ αριστουργήματα μοναχά· μας χρειάζεται κι άλλη μελέτη. Δο­θήκαμε στην επιγραφική τέχνη, και σηκώνουμε κάθε γραμμή που μπορεί κάτι να μας μάθει, για την ιστορία την αρχαία. Όλες οι επιγραφές, αν τις βάλετε μαζί τη μια με την άλλη, ίσως δεν αξίζουν ένα στίχο της Ιλιάδας ή μια φράση του Δημοστένη. Αδιάφορο είναι! Ο σκοπός είναι να διούμε τι γίνεται, με τα χρόνια που περνούν και με τους αιώνες που σπρώχτουν ο ένας τον άλλο, η αθρώπινη ψυχή κι ο αθρώπινος νους. Την ιστορία του πολεμούμε να κατα­λάβουμε· το μεγαλύτερο μυστήριο είναι ο άθρωπος ο ίδιος. Μπροστά στον άθρωπο, τολμώ να το πω, κι ο Σοφοκλής φαίνεται μικρός. Τ’ άτομα δε λογαριάζουν, όταν είναι τέτοιο αντικείμενο στη μέση. Και δεν έχει να κάμει αν η εποχή που μελετούμε είναι μεγάλη και ξακουστή, ή παρακατιανή κι άγνωστη. Σ’ όλη τη σειρά της μακρινής του ζωής, ο άθρω­πος μνήσκει άθρωπος. Το λουλούδι, άμα ξανοίξει, δείχτει στον καθέναν την ομορφιά του, κι ο κόσμος δεν έχει παρά να το κοιτάξει για να χαρεί. Όταν είναι κρυμμένο κάτω στη γης, όταν ακόμη δε βγήκε και κάθεται όλο μαζί στο σπόρο του μαζωμένο, τότες είναι που αξίζει να διούμε με τι τρόπο γεννιέται και πώς μεγαλώνει.

Ό,τι από μέσα της βγάζει του αθρώπου η ψυχή, ό,τι μας φανερώνει την αθρώπινη ύπαρξη κι ενέργεια, μοιάζει με το λουλούδι. Η επιστήμη θα προσπαθήσει να μά­θει, από πού πήραν τα φύλλα τ’ ωραίο τους χρώμα, πώς αναπνέουν τα ρόδα και πώς αγαπούν· της ζωής των το μυστικά πολεμά να καταλάβει, και να μας πει. Μέσα σ’ αφτά τα λουλούδια, ίσως το πιο περίεργο είναι το λου­λούδι που φυτρώνει μέσα στην ψυχή και που ξανοίγει στο στόμα κάθε αθρώπου - η γλώσσα. Ας βάλουμε με το νου μας πόσες μυριάδες χρόνια είναι τώρα που ακούστηκε στον κόσμο η πρώτη μας λαλιά. Δεν έφεξε μέρα, δεν πέρασε ώρα μήτε στιγμή από τότες, πού να μη βγάλουμε καινούριους τύπους, καινούριες γλώσσες. Αφτό είναι σ’ όλους γνωστό. Ο λόγος όμως είναι να μάθουμε όχι πού έγινε έτσι το πράμα μα γιατί έγινε και γιατί είναι έτσι. Πώς κι από πού μπορούμε αδιάκοπα κι αιώνια να δημιουργούμε με τέτοιο τρόπο; Πού βρίσκουμε τη δύναμη να φτιάνουμε κάθε μέρα πλάσματα νέα; Γιατί αλλάζουμε μερικούς τύπους, και γιατί άλλοι πάλε χρόνια περνούν και δεν αλλάζουν; Πώς ξαπλώνεται λίγο λίγο, πώς από μέσα από τα χωριά βγαίνει μια γλώσσα και καταντά γλώσσα κοινή; Πώς χάνεται μια γλώσσα και πώς αρχίζει μια άλλη να διαδίδεται και να μι­λιέται: Πώς κάθε κούνημα των οργάνων, πώς κάθε λογισμός του μυαλού μπορεί να φέρει μια καινούρια αλλαγή; Μελέτη κι ιστορία μιας γλώσσας άλλο δεν είναι παρά σπουδή κι ιστο­ρία της αθρώπινης ψυχής.

Οι γλωσσολόγοι δεν έχουν πολλή πέραση στον κόσμο, θα διείτε να τους κατηγορήσουν ή τουλάχιστο να μην τους πολυσυνοριστούν. Τους έχουν πού και πού για κοντομάτηδες και μικρόλογους αθρώπους. Μην πιστέψετε τέτοιο πράμα. Η γλωσσολογία σήμερα, μπορούμε να το πούμε, τέλειωσε με την περίοδο της σκολαστικής, σαν που το ’καμαν κι άλλες επισ­τήμες· μπήκε τώρα στη φιλοσοφική της σειρά. Και κείνη θέλει σ’ όλα να μάθει την αρχή, την πρώτη αιτία. Ήταν ένας και­ρός που ο μόνος της σκοπός στάθηκε να μαζέβει ύλη. Έλεγε, παραδείματος χάρη, που η γαλλική λέξη vie, ζωή, βγήκε από τη λατινική vita. Έπεσε το τ, το α έγινε ε· τέλος έπεσε κι αφτό το ε, γιατί σήμερα κανείς πια δεν το προφέρνει. Όλα αφτά είναι σωστά. Μα θέλουμε άλλα. Γιατί να πέσει, σαν που λεν, το τ κι όχι το β (ν): Γιατί το α να γίνει ε και πώς συνέβηκε τέτοιο πράμα; Το διπλόχρονο λατινικό ι γιατί άξαφνα να καταντήσει απλό ι; Μικρολογία δεν είναι να κάμνουμε τέτοιο ρώτημα. Το κάτω κάτω τι μας μέλει να ξέρουμε πού το vita έφερε τον τύπο vie; Πιότερο μας συφέρνει να διούμε αν το φαινόμενο αφτό μπορεί να μας δώσει μια ιδέα πιο σωστή για την ψυχική κατάσταση που βρίσκουνταν ο άθρωπος, όταν από το vita έβγαλε λίγο λίγο το vie. Έτσι βλέπουμε τον τρόπο που μπορεί και γίνεται ένα πράμα, εκεί που πρώτα δεν ήταν. Η ψυχή μας φανερώνει την ενέργεια που μέσα της έχει, και προσπαθούμε να διούμε πώς φανερώνεται αφτή η ενέργεια.

Μια λέξη μοναχή δε θα μας το μάθει. Η γλωσσολογία μόλις άρχισε σήμερα να σπουδάζει τέτοια ζητήματα. Να λύσει κανείς ένα πρόβλημα, τόσο σπουδαίο πράμα δεν είναι· κάτι κατόρθωσε, μόνο όταν κατάλαβε πού το πρόβλημα υπάρχει. Άμα προκόψει η επιστήμη, άμα τελειοποιηθεί, θα μπορέσει, βέβαια να μας ξεσκεπάσει, καμιά μέρα τον κρυφό μηχανισμό της γλωσσικής ενέργειας του αθρώπου. Η ενέρ­γεια αφτή είναι διπλή, είναι ψυχική και φυσιολογική, γιατί σήμερα μάθαμε και κοιτάζουμε το φυσιολογικό λόγο κάθε αλλαγής. Τότες η επιστήμη θα μας κάμει, να βλέπουμε, σα σ’ έναν καθρέφτη, το μέσα της γλωσσικής μας ζωής, την εσωτερική ενέργεια του αθρώπου, τα όργανά του και το νου του.

Για την ώρα φτάνει να προτοιμάζουμε την πρόοδο της επιστήμης, να της στρώσουμε, να της σιάξουμε το δρόμο. Για τέτοια δουλειά χρειάζουνται μελέτες πολλές. Ένα ένα πρέπει να πάρουμε τα γλωσσικά φαινόμενα και να διούμε το νόημά τους, πρέπει να μελετούμε τα κείμενα. Είναι βέβαιο που μήτε στου Πουλολόγου τους στίχους, μήτε στην ψεφτο­λειτουργία του Σπανού μπορεί ν’ απαντήσουμε του Αριστο­φάνη τη χάρη ή του Πλάτωνα τη σοφία. Αλλά μήτε γυρέ­βει κανείς τέτοια πράματα. Όσο πιο κακογραμμένα είναι, όσο λιγότερη τέχνη μάς φανερώνουν τα ιστορικά μνημεία, τόσο θέλουν πιότερη προσοχή από μέρος μας και πιότερο σέ­βας. Σε κάθε γλώσσα τα κείμενα είναι τα πρώτα θεμέλια της επιστήμης. Εκεί βλέπουμε πώς μορφώνουνται, πώς χάνουνται και πώς γίνουνται γλώσσες. Καταλαβαίνουμε τον τρόπο που ζούσαν, που συλλογιούνταν και που μιλούσαν οι πεθαμένοι. Μελετούμε τους γενικούς νόμους της ιστορίας. Τέτοια σημασία πρέπει να ’χουν και για μας τα μεσαιωνικά στιχουργήματα. Ο Ντάντες είναι μεγάλος ποιητής. Τα Serments de Strasbourg ποίηση καμιά δεν έχουν. Ωστόσο για το γλωσσολόγο ή τον ιστοριογράφο αξίζουν την Divina Comedia και μάλιστα ίσως την ξεπερνούν.

Πολλοί δικοί μας κατάλαβαν πόσο σπουδαία είναι τα κείμενα για τέτοια μελέτη. Είναι τιμή για την Ελλάδα που βγήκαν τόσοι σοφοί να βρουν και να τυπώσουν τα μεσαιωνικά μας μνημεία. Ταιριάζει ν’ αναφέρουμε τ’ όνομα του μεγάλου μου και περίφημου φίλου και δασκάλου Κ. Σάθα. Ο κ. Σ. Λάμπρος, με πολλή ακρίβεια και κριτική μέθοδο, μας έδωσε κάμποσα βυζαντινά ποιήματα σε μια συλλογή [Collection de romans grecs en langue vulgaire et en vers. Paris, 1880, par S. Lambros] που είναι δόξα και για τον εγδότη τον ίδιο και για τη γραικική επιστήμη. Έπρεπε να σας πω κι άλλα μερικά ονόματα· μα ίσως μας έρθουν περισσότερα στο νου, αν κοιτάξουμε στην Έβρώπη[20]. Ο Σύλλογος κατάλαβε πολύ καλά πόσο πολύτιμη μπορεί να είναι τέτοια εργασία. Με χαρά μας είδαμε τον κατάλογο που δημοσιέβει ο κ. Παπαδόπουλος Κεραμέας με τόσο κόπο και τόση τέχνη. Και πριν ήταν τ’ όνομά του γνωστό στην Εβρώπη και τώρα θα γίνει, ακόμη πιο γνωστό. Πολύ σας τιμούν τέτοιες μελέτες. Για να τυπώσει κανείς τα χερόγραφα, πρέπει πρώτα να ξέρει σε τι βιβλιοθήκη βρίσκουνται και τι γράφουν. Αφτό ίσια ίσια θέλει να μας μάθει ο κ. Παπαδόπουλος. Ένας μεθοδικός κατάλογος είναι σήμερα η πιο δύσκολη εργασία που μπορεί να γίνει κι η πιο χρήσιμη.

Όλοι σας εσείς που πιάσετε τέτοια δουλειά, πήρετε το δρόμο που σας έδειξε ένας περίφημος Γραικός, ο μεγάλος ο Κοραής[21]. Ξέρετε που σήμερα οι ιδέες του Κοραή δεν μπο­ρούν πολύ να μας χρησιμέψουν. Όσα είπε για τη γλώσσα μήτε σωστά μας φαίνουνται, μήτε έχουν καμιά σοβαρή ιστορική βάση. Ο Κοραής αγαπούσε να βάζει, το ένα με τ’ άλλο συστήματα αντίθετα· αφτή ήταν η χαρά του και πολύ του άρεζε να μην έχει σύστημα. Ποιητής δεν ήταν, και για τούτο, όσο έζησε, δεν άφησε την εθνική μας, τη δημοτική μας φιλολογία να μεγαλώσει· ίσως το νόμισε χρέος του να την πνίξει στα σπάργανά της. Είχε πάντα προαί­ρεση καλή. Από τότες χάλασε η αρχαία μας η γλώσσα κι η νέα μας η δημοτική. Ο Κοραής δε θέλησε ποτές - ή δεν μπόρεσε! - να ξεχωρίσει τη μια από την άλλη και να διει που η καθεμιά έχει την ιστορία και τη γραμματική της. Τόσο μακριά δεν του έμελε να πάει ο νους του. Ήταν πα­τριώτης μεγαλόκαρδος, γενναίος, κι ίσως κανένας από μας δεν έχει τόσο αθώα, τόσο ωραία ψυχή· αγωνίζουνταν πάντα για το καλό με πόθο κι άπειρο κόπο, και βέβαια πιότερο με πόθο παρά με σκέψη. Και για τον καιρό που ζούσε, - ήταν ο καιρός του Humbolt, του I. Grimm και του Bopp! - καλός γλωσσολόγος δεν ήταν[22]. Αν όμως και δεν ήξερε μέθοδο κι επιστήμη, αν κι οι ετυμολογίες του μας κάμνουν πού και πού να χαμογελούμε, ο νους του συχνά, έβλεπε την αλήθεια, και χωρίς ίσως ο ίδιος να το διει καλά καλά, έβρισκε το σωστό. Κατάλαβε λαμπρά τι αξίζουν τα εθνικά μας αφτά τ’ αρχεία, κι όταν κατόπι γίνει λόγος για τον Κοραή, όταν ξεχαστεί, σαν που ταιριάζει, η γλωσσολογία του και διούμε που οι ιδέες του δεν είχαν και δεν έχουν αξία αληθινή - ο μεγαλύτερός του έπαινος θα είναι που διάβασε και σπούδαξε δυο τρία μεσαιωνικά ποιήματα, τον Πρόδρομο και το Γεωργιλλά.

Η ιδέα του Κοραή ήταν πολύ φρόνιμη. Είδε τι θέλει η Εβρώπη από μας. Δεν προσμένει να της δώσουμε μήτε Όμηρο μήτε Πλάτωνα. Τους Λατίνους και τους αρχαίους Έλληνες τους σπούδαξαν πολλοί σοφοί άντρες της Δύσης με περισσότερη τύχη ή με περισσότερη γνώση παρά που μπορούμε να ’χουμε ποτές. Ο σκοπός είναι η επιστήμη να προδέψει. Ό,τι έγινε μια φορά δεν είναι ανάγκη να ξαναγίνει. Δεν πειράζει να μην έχει ένας τόπος μια καλή έγδοση του Βεργίλιου, αν την έχει ένας άλλος. Τίποτις καινούριο δεν μπορεί πια σήμερα να βγει, από τη μελέτη ή του Σοφο­κλή ή του Θουκυδίδη. Όσα είπαν οι άλλοι, πρέπει να πιάσει να συνάξει κανείς και να ξαναπεί. Η κλασσική φιλο­λογία είναι σήμερα γνωστή. Ένας νέος εγδότης μόλις θα μπορέσει ή να διαβάσει, μια λέξη καλύτερα παρά που τη διάβασαν ίσια με τώρα, ή να ξεδιαλίσει με πιότερη ακρί­βεια το νόημα ενός στίχου που είχε ξεφύγει στους άλλους. Αφτή τη δουλειά κάμνουν ίσια ίσια στην Εβρώπη με μάθηση πολλή και τέχνη μεγάλη. Βρίσκουνται κάπου κάπου και μερικοί πιο προκομμένοι, πιο ξυπνοί, που φωτίζουν τη σπουδή της αρχαιότητας με καινούριες ιδέες. Μα δεν είναι καλό να χάνεται ο κόπος που έγινε μια φορά. Δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε τους σοφούς που κόπιασαν ίσια με τώρα για την αρχαιότητα. Όταν πρέπει να κάμουμε καμιά έγδο­ση για τα σκολειά, μας είναι έφκολο το πράμα. Ας πάρουμε κι ας μεταφράσουμε τόσα καλά βιβλία που γράφηκαν ή στη Γερμανία ή στη Γαλλία ή στην Αγγλία. Δε λέω που ο μεταφραστής ή ο εγδότης δεν μπορεί να βάλει πού και πού τίποτις δικό του, να διορθώσει, ένα κόμμα ή να δώσει ερμηνεία πιο σωστή για μια λέξη, κι έτσι να μας βγάλει στη μέση, για το κοινό, καμιά καινούρια νοστιμάδα. Όσο θερισμένος κι αν είναι ένας κάμπος πάντα κατορθώνει κα­νείς να μαζέψει, δυο τρία στάχυα που έπεσαν καταγής. Απομεινάρια βρίσκουνται παντού. Μα δεν έχουμε ελπίδα ή να σπείρουμε πολλά ή να πλουτίσουμε, γιατί μεγάλοι θερισ­τάδες πέρασαν και περνούν ακόμη κάθε μέρα μέσα στον κάμπο[23].

Η πρώτη μας δουλειά είναι το λοιπό να δημοσιέβουμε μνημεία μεσαιωνικά. Γι’ αφτά τα μνημεία είναι που τόντις αξίζει να γίνει μια ξεχωριστή Βιβλιοθήκη και να μας τα σκολιάσουν οι λόγιοι με την ίδια κριτική μέθοδο που μελε­τούν και σημειώνουν τους αρχαίους. Τέτοια εργασία δεν έγινε και πρέπει να γίνει. Μάλιστα για τις γλωσσολογικές μελέτες, ή, να το πούμε καλύτερα, για τη γλωσσολογική φιλοσοφία, τα μεσαιωνικά κείμενα, σε κάθε γλώσσα - ας είναι γαλλικά, γερμανικά, γραικικά, - έχουν πολύ πιότερη, αξία για την επιστήμη παρά τα κείμενα τ’ αρχαία. Μοναχό του φαίνεται το πράμα. Μόνο στις μεταγενέστερες γλώσσες μπορεί να μας δείξει ένας τύπος καινούριος την ιστορική σειρά που έπρεπε να βαστάξει για ν’ αφήσει την παλιά του μορφή και να πάρει άλλη. Εδώ είναι που βλέπουμε την αρχή και το τέλος, και για να σπουδάξει κανείς ένα φαινόμενο ιστορικό, θέλει ίσια ίσια να ξέρει πού και πώς αρχίζει, ύστερα πώς και πού τελειώνει. Οι αρχαίες οι γλώσσες είναι αδύνατο να μας δείξουν ένα τέτοιο πράμα. Μάθαμε που η γενική μουσών έχει πρωτότυπο μουσάων και το μουσάων πρωτότυπο μουσασων. Όμως εκεί πρέπει να σταθούμε. Παρέκει δε φτάνουμε. Βάλτε μάλιστα που ο τύ­πος μουσασων πουθενά δεν υπάρχει [Για να το πούμε πιο σωστά, σώθηκε στο λατινικό murarum] κι αναγκάζεται η επι­στήμη να συμπεραίνει πού ύπαρξε. Σ’ άλλα πολλά μήτε τόσο μακριά δεν μπορεί να προχωρήσει. Την πρώτη αρχή της προσωπικής κατάληξης της -μι συζυγίας, δίδωμι, τίθημι, ίστημι είναι πολύ πιθανό που θα πεθάνουμε δίχως να τη διούμε. Η ονομαστική βασιλεύς (με το θέμα -ευ-=-ηυ-) θα μείνει μυστήριο για τους γλωσσολόγους. Δεν ξέρουμε ποιο είναι το πρωτότυπο. Αν όμως θέλουμε να διούμε πώς η ονομαστική βασιλεύς κατάντησε στον τύπο βασιλιάς ή βασιλές, μας είναι πολύ έφκολο· ίσια ίσια γιατί έχουμε το πρωτότυπο.

Έχουμε και κάτι παραπάνω. Ξέρουμε από πόσα διάφορα στάδια πέρασε μια λέξη για ν’ αλλάξει μορφή. Σήμερα δεν πιστέβει κανείς που το λατινικό vita έγινε με μιας vie, μήτε που το μουσάων έγινε μουσών από το πρωί στο βράδυ. Μόνο στα βιβλία βλέπουμε τέτοια θαματουργήματα· οι γραμματικές δεν το ’χουν τίποτις να βάλουν κοντά κοντά το μουσάων και το μουσών· τραβούνε μια γραμμή μεταξύ στους δυο τύπους, έπειτα νομίζει ο καθένας που τα πράματα συνέβηκαν ξαφνικά, σαν που τα είδε γραμμένα, και σ’ αφτή την ιδέα κοιμάται ήσυχος. Για να βγει όμως τόντις ένας τύπος μουσών ή vie, χρειάστηκε ενέργεια αδιάκοπη, χρειάστηκε, για να το πούμε πιο σωστά, μάσημα καθη­μερνό. Έπρεπε το t του vita ν’ ακουστεί πρώτα σαν dh, ίσως σα δικό μας δ, έπειτα σα h ή δασεία, κι έτσι λίγο λίγο ν’ αφανιστεί. Το a, για να καταντήσει να λέγεται e, θέλει διάφορους μεσιανούς τύπους. Το άω πρέπει να πάρει, λίγο λίγο, τουλάχιστο δυο τρεις προφορές, για να το πουν ώ. Όποιος μιλεί για συναίρεση δε μας έμαθε τίποτις· μας λέει πού έγινε το πράμα, δε μας λέει πώς γίνεται. Ο λόγος είναι να μας δείξει πόσες φορές ήταν ανάγκη, η γλώσσα να κουνήσει, και ν’ αλλάξει η αναπνοή τον ίσιο της δρόμο, για να χαθεί το α, για να περάσει ο τόνος στο ω και με τέτοιο τρόπο να πάρει περισπωμένη τ’ άτονο το ω, μ’ άλλα λόγια να χωνέψει την οξεία του α, γιατί η οξεία ακούγουνταν ακόμη και με την περισπωμένη που είχε το ω[24]. Ό,τι λέμε για την αρχαία, μπορούμε να το πούμε πολύ καλύτερα για τις μεταγενέστερες γλώσσες. Παντού ζητούμε τη σειρά αλάκαιρη. Πρώτα, όταν απαντούσαν έναν τύπο ψη αντίς ψυχή, έλεγαν αμέσως πού χάθηκε το χ, κι έτσι έγινε η ψυχή, ψη. Δε μιλώ για όσους νομίζουν και μας διδάσκουν που η ψυχή έγινε ψη, «κατά παραφθοράν», γιατί μ’ αφτό το λόγο δεν ξηγούν τίποτις κι έπρεπε τουλάχιστο να μας πουν πώς και με τι τρόπο έγινε αφτή η παραφθορά. Τόσο έφκολα τα πράματα δεν είναι. Για να χαθεί το χ, έπρεπε πρώτα να προφέρουν το χ σα δασεία, έπειτα κι η δασεία ξεψύχησε· τότες βρέθηκαν τα δυο ι κοντά το ένα στ’ άλλο, και τα ’λεγαν και τα δυο μαζί· το πρώτο λιγόστεβε με τον καιρό, ώσπου να μην ακουστεί, κι έμεινε το δέφτερο μοναχό του. Χρειάστηκαν κάμποσα χρόνια για να φανεί τέτοιος τύπος, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πού τα διάφορα στάδια, οι διάφοροι αφτοί χρωματισμοί ψυ’ή, ψυή, ψχη, ψυη, ψη [Essais de gram. hist. t. II, Εισαγωγή, σελ. LVI κι ακόλουθες] σώζουνται ακόμη και σήμερα, ξεχωριστά ο κάθε χρωματισμός σε διάφορα χωριά.

Natura saltus non facit, λέει ένα ρητό. Lingua saltus non facit, μπορούμε να πούμε και μεις. Για να περάσουν από τον ένα στον άλλο βαθμό κι έτσι να προχωρήσουν, τα φυσικά φαινόμενα δεν κάμνουν πήδημα. Η γλωσσολογία μας δείχτει που ο γενικός αφτός ο νόμος είναι αλήθεια και για τη μέσα ενέργεια του αθρώπου. Μπορούμε να συγ­κρίνουμε κάθε μεταβολή που γίνεται στη γλώσσα με μια γραμμή· στη μιαν άκρη βλέπουμε το πρωτότυπο, ας πούμε την ονομαστική βασιλεύς· στην άλλη άκρη βρίσκουμε το σημερνό μας βασιλιάς. Πρέπει τώρα να κατορθώσουμε να βάλουμε κοντά τον ένα στον άλλο όλους τους βαθμούς της γραμμής, όσο μικροί, όσο άφαντοι κι αν είναι. Τέτοια δουλειά δεν μπορεί να γίνει, για το μουσάων και μουσών· μας λείπουν τα κείμενα για να μας δείξουν τη σειρά. Αλλάζει το ζήτημα, άμα θέλουμε να διούμε με τι τρόπο απόθεσαν κι είπαν την ονομαστική βασιλιάς αντίς βασιλεύς. Εδώ έχουμε τη γραμμή αλάκαιρη. Δε θέλω ν’ αραδιάσω όλους τους βαθμούς, γιατί θα μας χρειάζουνταν κάμποσος καιρός και δεν κάμνουμε μάθημα. Φτάνει να σας θυμίσω έναν απ’ αφτούς τους βαθμούς. Για να γίνει, βασιλιά η αι­τιατική βασιλέα, έπρεπε πρώτα να φανεί ένας τύπος βασι­λεά, που κι αφτός λίγο λίγο βγαίνει από τον τύπο βασιλέα. Η αιτιατική βασιλεά βρίσκεται στα κείμενα (διες το Σπανέα Α’, στ 12), πριν ακόμη βγει κανένας τύπος βασιλιά.

Τον βασιλεάν αγάπα τον και τίμα και φοβού τον.

Έναν τύπο μουσαών, ας είναι και μουσαν, πουθενά δε βλέπουμε στην αρχαία. Ξεναντίας, γιατί ξέρουμε τον τύπο βασιλεά, συμπεραίνουμε που ύπαρξε και για το μουσάων κάποιος τέτοιος μεσιανός τύπος στην αρχαία.

Ακούω τι θα με πείτε. Για να πιάσει ένας λαός να μελετήσει τη γλώσσα του, δεν είναι ανάγκη αφτή η γλώσσα να ’χει, γενική επιστημονική αξία. Του φτάνει που είναι γλώσσα του. Μάλιστα όταν αφτή η γλώσσα είναι η γραικική, ο καθένας, κι ας μην είναι Γραικός, θα θελήσει, να τη μάθει. Ποιος δε θ’ ανοίξει τα μάτια του για να διει τι απόγινε μια γλώσσα που τη μιλούσαν ο Περικλής κι ο Σω­κράτης στη μικρούτσικη τη χώρα που γέμισε τον κόσμο; Τόντις αξίζει τον κόπο να πέσει κανείς κατακέφαλα σε τέ­τοια σπουδή. Τόσο το καλύτερο αν μπορεί να βγει από κει μέσα κανένα όφελος για τα ιστορικά, εθνολογικά, ή φιλοσοφικά ζητήματα, που σήμερα κυριέβουν ολωνών την προσοχή στην Εβρώπη. Η επιστήμη δεν έχει καμιά έννοια να μάθει αν κατορθώσουμε ποτές ή όχι να φέρουμε πίσω τους αρχαίους τους τύπους· μ’ αφτό δε θα προκόψει. Άμα θελήσει να τους μελετήσει, πάει ίσια στους αρχαίους και τους βρίσκει. Ο σκοπός της είναι να καταλάβει ποιοι τύποι καινούριοι βγήκαν από τους αρχαίους μέσα.

Είναι αλήθεια - και μπορεί να με κάμετε την παρα­τήρηση - που η γλώσσα μας σήμερα βρίσκεται σε μια περίοδο ξεχωριστή. Δεν έχει για το γλωσσολόγο την αξία της γαλλικής. Τόσο προχωρημένη δεν είναι η γραικική· δεν είναι, για να μιλήσουμε σαν που μιλούν κάποτες, τόσο χαλασμένη. Βέβαια θα προτιμούσαν οι γλωσσολόγοι να τη διουν και κείνηνα στον ίδιο βαθμό που βλέπουν τις νεολατι­νικές γλώσσες. Όσο πιότερο διαφέρει ένας τύπος καινούριος από έναν αρχαίο, τόσο μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η με­λέτη του για την επιστήμη. Είναι πολύ πιο περίεργο να δείξει κανείς πως από ένα diurnum, αντίς dies, βγήκε το γαλλικό jour, παρά να διει πως έγινε μέρα ο τύπος ημέρα, μόλον ότι κι αφτό έχει τη δυσκολία του.

Η γλώσσα μας δεν άλλαξε αρκετά. Κοιτάξτε την κλίση· έχουμε ακόμη ονομαστική, γενική, αιτιατική, μάλιστα και κλητική! Η ονομαστική, η γενική, στη δέφτερη κλίση, κι η αιτιατική, σώζουν την κατάληξη τους. Η κοινή λέει πάντα ο κόπος, του κόπου, τον κόπο, σαν την αρχαία, πάντα κλίνει η γλώσσα, της γλώσσα-ς[25]. Αν πάρετε κι άλλες πολλές λέξες, θα διείτε μόλις διαφορά. Ας συγκρίνουμε το σημερνό μας κόπος με τ’ αρχαίο. Μπορεί να πει κανείς που λίγο άλλαξε. Ξέρω που η οξεία χάθηκε και που μια τέτοια διαφορά κάτι σημαίνει· μα είναι γενική διαφορά κι έγινε σ’ όλη μας τη γλώσσα· κανείς πια δε μιλεί μ’ οξείες· μ’ άλλα λόγια κανείς δεν υψώνει τη φωνή βάζοντας τον τόνο[26]. Το ο και κείνο, μάλιστα στο τέλος της λέξης, θα το προφέρει ο καθένας σήμερα μ’ ανοιχτό στόμα (ο ouvert), μόλον ότι το ’λεγε η αρχαία κλειστά[27], πάει να πει με το στόμα πάντα στρογγυλωμένο, μα λιγότερο ανοιχτό. Θα συφωνήσετε όμως μαζί μου πο