ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

2Η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1905

 

Ορθογραφικό σχόλιο: Παρόλο που «Το Ταξίδι μου» έχει ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, έγινε προσαρμογή της ορθογραφίας σύμφωνα με τη σημερινή γραμματική: των ρημάτων, των παραθετικών (επιθέτων και επιρρημάτων) και των λέξεων που ακολουθούν: ωςτόσο, διωρθώνω, γις, στάχι, γέλοιο, πεθαμμένος, (γύρο)τριγύρο, βραδειά. Ακόμα γράφτηκαν χωριστά τα μόρια θα, να ή τ’ άρθρα από την ακόλουθη λέξη, π.χ. τποσκότιδα - τ’ αποσκότιδα

 

 

ΠΕΡΙΕΧΑΜΕΝΑ[1]

 

. 1

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ. 2

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ. 18

Α’ Πόθος κρυφός. 20

Β’ Η γιανούλα. 24

Γ’ Ταξίδι 29

Δ’ Παρίσι 30

Ε’ Δόξα και μοναξιά. 33

Στ’ Ο Ποιητής. 35

Ζ’ Φτωχοπρόδρομος. 41

Η’ Πόλη και Πολίτες. 43

Θ’ Cabinet de lecture. 48

Ι’ Αρνί και λιοντάρι 60

ΙΑ’ Πατριαρχικά. 67

ιβ’ Καπιτάν μπουρντά γκελίορ. 71

ΙΓ’ Τα Μνηματάκια. 77

ΙΔ’ Ο Μαχμούτης. 82

ΙΕ’ Μάθημα. 86

ΙΣΤ’ Πόνοι κι αναστεναγμοί 93

ΙΖ’ Το Πυργί. 97

ΙΗ’ Αγάπη. 107

ΙΘ’ Κατάρα. 114

Κ’ Τα παλληκάρια στο περιγιάλι 116

ΚΑ’ «Συμβιβασμός». 122

ΚΒ’ Οι Αρχαίοι 139

ΚΓ’ Λόγος. 150

ΚΔ’ Ξένη γλώσσα. 163

ΚΕ’ Χαμένα λόγια. 167

ΚΣΤ’ Οικιακά κυνάρια. 169

ΚΖ’ Ελληνικός στρατός. 179

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ. 186

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ. 187

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ   ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

 

Ο ήλιος ανάτελνε τότες στη ζωή μου. Ένας ήλιος μου φαινότανε η Ελλάδα όλη. Μου φώτιζε ο ήλιος την ψυχή. Σα να τον έβλεπα πρώτη φορά, όταν κατέβηκα στην Πόλη, στα Νησιά, στην Αθήνα. Κι ωστόσο τον ήξερα κι από πρώτα εκείνο τον ήλιο, τον ήξερα καλά. Ήτανε ο ήλιος που γνώρισα στην Πόλη παιδί, ένας ήλιος φρέσκος, όχι φλογισμένος, όπως τόνε φαντάζουνται πολλοί. Την άνοιξη, κάποτες και το καλο­καίρι, στο παλιό μας το σπίτι του Γαλατά, στο πέτρινο το σπίτι, από πάνω από τ’ αψηλό το παραθύρι, πρωί πρωί, τον έβλεπα τον ήλιο στο Μπογάζι, τον έβλεπα στα κύματα μέσα να μπαίνει, να λούζεται στα νερά τα διαμαντένια, να χρυσώνει παρέκει τις κορφούλες, και κάποια παράξενη, μυρωδάτη, δρο­σάτη απαχνιά που ανέβαινε ως εμένα με τον αέρα το βελουδέ­νιο, με περέχυνε και με ξυπνούσε. Πρέπει κανείς να ’ζησε στα μέρη μας από μικρός, για να καταλάβει, για να νοιώσει, για ν’ αγαπήσει όλη τη γλύκα, όλο το νόημα το άγνωστο αλλού, που έχει το αταίριαχτο κι απλό ρήμα ξυπνώ. Ναι, ξυπνάς και χαίρεσαι αμέσως. Χαίρεσαι τη Δημιουργία, την ύπαρξη, χαίρεσαι τον ουρανό που ιδιοστιγμίς, άμα φέξει, όλα τα πράματα σού τα ξεσκεπάζει, λες μάλιστα και πρόθυμος σού τα φέρνει ως τα χείλια, σαν ποτήρι νερό, να πιεις και ν’ ανασάνεις. Γί­νεσαι και συ Δημιουργία, πάβεις να είσαι άτομο, χάνεσαι μέσα στην Πλάση, όπως χάνεται στα κύματα το κύμα, όπως χά­νεται το λούλουδο στον κάμπο. Στους άλλους τόπους αργεί να ξημερώσει· φιλάργυρος ο ουρανός, κι ένα ένα σου τα ξεφανερώνει, θολά κάποτες και σκούρα. Στην Ανατολή και στην Ελλάδα, με μιας όλα τα ξανοίγεις. Κοιτάζεις κι η ματιά σου αρπάζει τον κόσμο· αναπνές κι η αναπνοή σου τον κόσμο αναπνέει.

Κι έτσι, θωρώντας το θάμα της παντοτινής μας φεγγοβολιάς, έλεγα μέσα μου και γω πως δε γίνεται, πως το ίδιο φως θα λάμπει και στον άθρωπο, αφού λάμπει στον ουρανό. Τότες όμως κατάλαβα κάποιο πολύ περίεργο γνώρισμα τ’ ουρανού μας, δηλαδή πως δε φωτίζει και πως δε φωτίζει από το περίσσιο το φως! Ναι, τέτοιος είναι αλήθεια ο ουρανός ο δικός μας. Ο άλλος ουρανός, ο ουρανός της Δύσης, φωτίζει περισσότερο, γιατί λιγότερο φέγγει. Φέγγει λιγότερο κι έτσι έχεις ανάγκη να προσέχεις, κι άμα προσέχεις, ούτε μισή αχτιδιά δε σου ξεφέβγει. Να μην ξεχνούμε κιόλας πως κάτι αχτιδούλες κρύφτουνται κάποτες και σε κείνα τ’ αποσκότιδα και τ’ αποφέγγια που δεν είναι μήτε σκοτάδι μήτε φως. Θέλουνε μάτι γυμνα­σμένο οι αχτιδούλες, να τις δεις. Ο ουρανός μας δε μας γυμνά­ζει το μάτι· δε βλέπουμε τίποτις, επειδή τα βλέπουμε όλα. Έτρεμε, λέει κάπου ένας ποιητής, έτρεμε μια λαμπίτσα μο­νάχα, για να δείξει ακόμη καλύτερα τη νύχτα τη βαθιά που βασίλεβε σε κειο το μέρος. Τέτοιες λαμπίτσες εμείς δεν ανά­φτουμε. Δε μάθαμε να παρατηρούμε το σκοτάδι· την κατα­χνιά δεν τη συνοριζούμαστε. Ποιος θα πάει τώρα να γυρέψει αν άξαφνα δε μισοφαίνεται καμιά ασπράδα και γύρω στην καταχνιά, ή και μέσα της; Δε βαριέστε; Ωμά τ’ αγαπούμε τα χρώματα κι ανοιχτά· δε νοιώθουμε από χρωματιές. Με το μάτι συνήθισε κι ο νους· δεν ξέρουμε τίποτις, επειδή τα ξέρουμε όλα. Χρειάζεται αναθροφή, χρειάζεται πολιτισμός, για ν’ αποχτήσει δράση και το μυαλό.

Οι αρχαίοι Έλληνες σταθήκανε τόντις μεγάλοι αθρώποι. Κατορθώσανε να ’χουνε μάτια, όσο κι αν τους τύφλωνε ο ήλιος. Μα μήπως κι αφτοί δεν τη γνωρίζανε τη δύναμη την ολέθρια του Ήλιου τους; Μήπως δεν τον ονομάσανε Απόλλωνα, και ποιος θα τ’ αρνηθεί πως ο Απόλλων μοιάζει τρομαχτικά με το απολλύων, σα να ’τανε είδος μετοχή του ενεστώτα, για να χαραχτηρίσει το θεό που ολοένα σκοτώνει; Αχ! μας απώλεσε και μας, χωρίς να τονέ ξαπολύσουμε ποτέ μας. Η δόξα του μας θάμπωσε και δεν το νοιώσαμε μήτε το νοιώθουμε ακόμη πως τέτοιο θάμπωμα θα πει χαμός. Και χάσαμε τόντις πολ­λά, ώσπου κι οι ίδιοι να χαθούμε. Περίεργο πράμα! Το πιο πολύτιμο απ’ όσα χάσαμε, ήτανε ίσια ίσια η γλώσσα η αρ­χαία, που για να την κρατήσουμε κάμαμε τις περισσότερες θυσίες. Αφτή ζούσε στα χείλια του λαού. Εννοείται, αφού ο λαός τη μιλούσε και τη μιλεί. Ας την υποθέσουμε όσο πρό­στυχη, όσο βάρβαρη, όσο χαλασμένη κι αν τη λένε μερικοί, έπρεπε ιερή να μας είναι, μια κι ήτανε απομεινάρι της αρ­χαίας. Τίποτα! Την καταστρέψαμε, για να φανούμε αρχαιό­τεροι. Βυθιστήκαμε στα βιβλία. Πήραμε μια λέξη, πήραμε δυο, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη που τραβούσαμε από τ’ απόβαθα της ιστορίας, κάθε λέξη που ξεψαρέβαμε από τον πάτο του ωκεανού, γαργάλιζε το φιλότιμό μας, την καμα­ρώναμε πια σα να καμαρώναμε στην καθεμιά την αρχαιότητα όλη. Δεν παρατηρούσαμε όμως πως οι λέξες αφτές, οι ξεψαρεμένες, μοιάζανε αλήθεια με κάτι ψάρια ωγύγια, θεόχοντρα και σεβάσμια, που συνηθίσανε χρόνια και χρόνια ν’ αργοκινιούνται κάτω στης θάλασσας τους αβύσσους, και που όταν τα φέρεις στην απανωσιά του νερού, σκάνουνε αμέσως, γιατί χρειάζουνται να τα πατεί το βάρος της κατάβαθης ατμοσφαί­ρας, κι ο αέρας μας τους είναι πάρα πολύ λαφριός. Οι ψαρογνώστες και ιχτυολόγοι δηγούνται πως αφτά τα ζώα, προτού γεράσουνε, δεν κατεβαίνανε, όπως κάνουνε τώρα, στ’ αόρατα και στα σκοτεινά, παρά παίζανε με το κύμα σαν τα δερφίνια, ήτανε και πολύ μικρότερα. Κάτι ψαράκια χαριτωμένα, που κολυμπούνε αλάργα στο γιαλό, είναι παιδιά τους, εγγό­νια τους ή τρισεγγόνια· ο αέρας δεν τα πειράζει ακόμη κι έρχουνται ήσυχα και γελαστά, να σεργιανίσουνε, να γλεντίσουνε, να ζήσουνε στα πέλαγα τ’ αφρολουλουδιασμένα, που μοιάζουνε σαν απέραντα δροσάτα περιβόλια· εκεί λούζουνται τα ψαράκια, πηδούνε, κυνηγιούνται, αναγαλλιάζουνε με το φως τ’ ουρανού, ώσπου να τα πάρει, αγάλια αγάλια, στρώμα στρώμα, το ρέμα το σιγανοκατέβατο, να τ’ αποθέσει χαμηλά στις πρωτόπλαστες αμμουδιές, όπου δοξασμένα και πελώρια κοιμούνται, και φαίνεται πως μήτε νοιώθουνε τον αιώνα που περνά.

Εμείς σ’ αφτά πήγαμε, βουτήξαμε ως τα βάραθρα, μην ξεδιακρίνοντας το χάος από την αβγή. Τι λέγαμε; Ο ήλιος μας θα τα φταίει, που μας αποσκεπάζει και τα φανερά. Δεν είδαμε τα ψαράκια που χαίρουνται την ύπαρξή τους· δεν εί­δαμε τ’ απογόνια με την αληθινή προγονικιά ζωή που μέσα τους σώζεται. Δεν είδαμε τον εαφτό μας.

Κι όσο κοίταζα τα πρόσωπα, κι όσο έβλεπα τους αθρώπους, δεν ξέρω τι παράξενη έκφραση ζουγραφιζότανε απάνω τους, έκφραση σοβαρή συνάμα και ξέθαρρη, κατσουφιασμένη και γελαστή, τραγική και μαργιόλικη, έξυπνη και βουβή, σαν παιδιά που κάνουνε τους γέρους.

Κάμποσο τα κοίταξα ωστόσο τα πρόσωπα· κοίταξα κάμ­ποσο και τους αθρώπους. Τουλάχιστο προσπάθησα όλους να τους κοιτάξω κι όλα να τα δω. Βρήκα τις προάλλες στα χαρτιά μου τα σημειωματάρια που γιόμιζα τότες μέρα τη μέρα με λογιώ λογιώνε ακουστά και ειδωτά. Κατόπι, αν η Ελλάδα δείξει στο τέλος περιέργεια περισσότερη και περισσό­τερη αγάπη για την εθνική της τη γλώσσα και για τη δου­λειά που κάμαμε, ώσπου να την κανονίσουμε και κανονισμένη πια να της την καθιερώσουμε τη γλώσσα την εθνική, όσοι τύχει και διαβάσουνε κατόπι τα σημειώματά μου εκείνα, θα καταλάβουνε πως είχα τους λόγους μου όταν έγραψα το Ταξίδι μου, πως δεν καταπιάστηκα τέτοιο βιβλίο, χωρίς πρώτα να ξετάσω τα καθέκαστα κι από τα καθέκαστα να μορφώσω γνώμη που να στέκει. Την ιστορική μας γραμματική την είχα μελετημένη χρόνια πριν ξαναβγώ στο ρωμαίικο. Και στα μαθήματά μου και σε άρθρα επιστημονικά και σε αλάκαιρους τόμους είχα ξηγήσει τύπους, λέξες και κανόνες. Ο σκοπός μου, σαν ξαναπήγα κάτω, ήτανε να βεβαιωθώ για κάμποσα που από μακριά βρισκόμουνε σε ανάγκη να τα συμπεράνω μόνο και μόνο, συχνά και να τα υποθέσω. Πόσες φορές με τ’ αφτιά μου άκουσα εκείνα που όσο σπούδαζα, μάντεβα μόνο την ύπαρξή τους. Μεγαλύτερη χαρά για το γλωσσολόγο δεν έχει και την απόλαψα τότες με κάθε λέξη που μάζωνα. Πήγα στα σκολειά, ελληνικά, δημοτικά και γυμνάσια, πήγα στη Μεγάλη του Γένου Σκολή, κράτησα σημείωση για κάθε παρά­δοση, κάθε τάξη όπου πήγα. Μίλησα με τους βαρκάρηδες ή τους καϊξήδες, μίλησα με τους φτωχούς και μικρούς, μίλησα με την πιο διαλεχτή, με την καλύτερη κοινωνία. Παντού έβλεπα τους ίδιους νόμους να βασιλέβουνε, στρεβλωμένους κάπου κάπου από την καθαρέβουσα με τον ίδιο τρόπο. Καταν­τούσε λοιπόν πολύ έφκολο να ξεκαθαρίσει κανείς τους κανόνες τους αληθινούς, να βρει το σύστημα το σωστό της γραμμα­τικής, να διορθώσει τα ίδια λάθια που τα ’φταιγε πάντα η καθαρέβουσα. Τα λάθια διορθωνόντανε και μοναχά τους, γιατί κι αφτό παρατήρησα, πως κοινωνία και λαός, αγράμ­ματοι και γραμματισμένοι, διορθώνουνε παντού, ίδια κι απα­ράλλαχτα, τους δασκαλισμούς. Μια μέρα, στο βαποράκι που από το Γεφύρι της Πόλης κατεβαίνει στο Φανάρι, όπου πή­γαινα κι αντίγραφα κάτι χερόγραφα παλιά, έτυχε να καθήσω κοντά σε τρεις τελειόφοιτους της Μεγάλης του Γένου Σκολής, που σας έλεγα. Ποτέ μου θαρρώ δε χάρηκα περισσότερο. Μιλούσανε αναμεταξύ τους την καθάρια δημοτική· ακόμη και σαν κουβεντιάζανε για το σκολειό, για πολιτικά, γι’ αψηλά αντικείμενα, τύπος δεν τους ξεγλιστρούσε στην κουβέντα που ο φανατικός εγώ να μην τον παραδεχόμουνε αμέσως. Με δυο λόγια, όπου κι αν ήμουνε, τη γλώσσα του μιλούσε το έθνος.

Μου έλειπε ωστόσο κάτι να μάθω, που μου φαινότανε σαν απαραίτητο. Στην Πόλη και στην Αθήνα, στα λεγάμενα τα κέντρα και μάλιστα στις πρωτέβουσες, συνηθίζουνε την κοινή τη λαλιά. Έπρεπε τώρα να δω και τα ντόπια τι πράμα ήτανε. Θυμούμαι, και πώς να τις ξεχάσω, τις μέρες τις χαρι­σάμενες που πέρασα στο Πυργί, ένα χωριό της Χιος, το πιο σημαντικό απ’ όλα τα μαστιχόχωρα, και για το γλωσσολόγο ακόμα σημαντικότερο. Πείστηκα και τότες κι αργότερα και κάθε φορά όπου γινότανε λόγος για το περίφημο το ζήτημα, πως όποιος πάει και φωνάζει — γιατί φωνάζουνε αφτοί, δε συζητούνε — πως τάχα κοινή γλώσσα δεν έχουμε, παρά ιδιώματα και ντοπιολαλιές, μήτε το υποψιάστηκε, μήτε τ’ ονειρέφτηκε τι θα πει γλώσσα χωριού η χωριολαλιά, όσο κι αν πο­λεμά να γαλλικίζει ονομάζοντάς τηνε patois. Patois ονομάζουνε καθαφτό στους πολιτισμένους τόπους τη γλώσσα που μιλιέται σ’ ένα χωριό, και δεν την καταφρονούνε διόλου. Οι διάφορες χωριολαλιές της Γαλλίας έχουνε κι έδρα στο Παρίσι· περνούνε γι’ ανώτερα μαθήματα. Οι δικοί μας όμως είναι πάντα λιγάκι πιο πίσω από τους άλλους. Είναι ακόμη της εποχής όπου και στη Γαλλία κι αλλού δεν καταλαβαίνανε την επιστημονική και φιλολογική αξία της χωριολαλιάς. Χωριο­λαλιά ήτανε κι η αττική στον καιρό της· έτσι άρχισε κάθε γλώσσα, και σα σμίγουνε πολλές χωριολαλιές, τότες γίνεται διάλεχτο ή ντοπιολαλιά, δηλαδή γλώσσα ενός τόπου αλάκαιρου, της Αττικής ή της Βοιωτίας κτλ., γιατί δεν μπορεί παρά να πάρει κάτι το ένα χωριό από τ’ άλλο. Γλήγορα η ντοπιολαλιά, για λόγους πολιτικούς και γεωγραφικούς, καταν­τά με το ρέμα της συγκοινωνίας κοινή γλώσσα, επειδή και λίγη απόσταση να ’χουνε αναμεταξύ τους τα χωριά, το καθένα σου δείχνει δική του γλώσσα, γραμματική δική του, κάποτες με λαφριές αλλαγές, κάποτε με σπουδαίες. Την ίδια γλώσσα δε μιλούνε σ’ όλα τα χωριά της Τσακωνιάς μήτε στα εικο­σιένα μαστιχόχωρα της Χιος. Είκοσι ένα χωριά, μου έλεγε κάποιος, εικοσιένες γλώσσες. Την ίδια γλώσσα, για βέβαιο πως δε μιλούσανε σ’ όλα της Αττικής τα χωριά.

Μα τι δεν έχει να μάθει κανείς από τη γλώσσα του χωριού; Έβλεπα στα μάτια μου, άκουα στ’ αφτιά μου τον Όμηρο ζωντανό. Μάζωνα κάτι περίεργους τύπους στα δημοτικά τα τραγούδια και στα παραμύθια τα δημοτικά, τύπους λογιώ λογιώνε, τύπους διαφορετικούς από κείνους που συνηθίζανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα οι χωριανοί, τύπους πότε κοινούς και πανελλήνιους, πότε του χωριού τους, πότε του πλαγινού του χωριού, πότε χωριού πιο απόμακρου, πότε και καμιάς ντοπιολαλιάς άγνωστης στο νησί τους. Απορούσα πως δε σηκώθηκε κανένας να μελετήσει τ’ ομηρικό ζήτημα στα χωριά μας, αφού και στα ομηρικά τα ποιήματα θα σμίξανε όχι μονάχα ντοπιολαλιές αντίθετες, αιολική, δωρική και ιω­νική, μα πιθανό και κάμποσες χωριολαλιές, είτε της Αιωλίδας, είτε της Ιωνίας. Καταλάβαινα συνάμα κι ένα σπουδαίο ιστορικό, πως μορφώνεται δηλαδή, ως και στον αγράμματο λαό, μια κοινή φιλολογική γλώσσα. Κι αλήθεια, πως να μη μορφώνεται; Τα παραμύθια και τα τραγούδια δεν είναι χτήμα ενός χωριού. Πηγαίνουνε από τα ένα στ’ άλλο. Λοιπόν ποιανού χωριού γλώσσα να κρατήσουνε; Κρατούνε λιγάκι απ’ όλα. Κολνά το παραμύθι, μαζί με τον παραμυθά, δώθε κείθε. Στα Νένητα της Χιος, το μισό χωριό είχε καταστραφεί από σει­σμούς, τ’ απάνω χωριό, η απάνω Νένητα· μνήσκανε μονάχα μερικά σπίτια και μερικοί κάτοικοι, που τώρα ερχόντανε κάτω να ψουνίσουνε, κάποτες και ν’ αποκαταστηθούνε. Μου είπανε ωστόσο, μου είπε κι ο Κανελλάκης, που καταγίνεται σ’ αφτά, που είναι κι από τα Νένητα, πως πριν από το σεισμό, τ’ απάνω χωριό και το κάτω δε μιλούσανε καθαφτό την ίδια γλώσσα. Και τόντις παρατηρούσα κάτι ανωμαλίες που δεν ξηγιούνται παρά σαν υποθέσεις, πως δυο κάπως αλλόγλωσσα χωριά ανακατέψανε τις λαλιές τους. Έτσι και τα παραμύθια μοναχά τους, που να πεις, ανακατέβουνε τους τύπους, άφησε που στα ίδια τα Νένητα έτυχε ν’ ακούσω μια ονομαστική ου του ενικού αρσενικού άρθρου, ενώ τέτοιο ου, αντίς άτονο ο, δεν είναι συνήθεια σε κείνα τα χωριά. Όπως όμως και στην κοινή μας γλώσσα, η αιτιατική πληθυντική του θηλυκού τις ανάγκη να γεννήθηκε στη Θεσσαλία ή σε κανένα μέρος της Ρωμιοσύνης, όπου το άτονο ε γίνεται ι με τέτοιον τρόπο αλληλοδανείζουνται τύπους και τα χωριά. Ώστε φτάνει να είναι στη μέση γλώσσα φιλολογική — φιλολογία και τα παραμύθια — κι α­μέσως βγαίνει κοινή γλώσσα, είτε περιορισμένη σε δυο τρεις χωριολαλιές, είτε κι από ντοπιολαλιές καμωμένη, καθώς στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Είναι αναντίλεχτο πως πρέπει να ταξιδέψανε και τα ομηρικά ποιήματα, για να δείχνουνε τόσο αλλόκοτη διγλωσσία — διγλωσσία εννοείται που με τη σημερνή μας μήτε συγκρίνεται, αφού τότες την αποτελούσανε γλώσσες ζωντανές.

Είχα σκεφτεί να τα μελετήσω αφτά σε χωριστό βιβλίο, και τ’ ομηρικό το ζήτημα και τη φιλολογική δημοτική κι άλλα χίλια, επειδή μου φαινότανε πως άξαφνα γύριζα πίσω ίσα με τα παλιά, τα προϊστορικά τα χρόνια, πως την αρχαία μας τη γλώσσα, την παρακολουθούσα σε κάτι ωγύγιες αλλαγές της, γιατί όταν ερχότανε κανένας κι αντίς ακούσεις, μου το πρόφερνε ακούεις, αμέσως θαρρούσα πως βρισκόμουνε στην εποχή όπου κάποιος πρόγονός μας, στην ομιλία, μου έλεγε κι ένα γένεος, αντίς το κοινό τότες γένεσος, που μας το κοπανίζουνε στα σκολειά, μα που δε μας το δείχνουνε στη ζωή. Η δουλειά μου ήτανε άλλη, κι ήθελα να ξετάσω σε τι μοιάζουνε, σε τι δε μοιάζουνε κοινή γλώσσα και χωριολαλιά, ποια είναι της καθεμιάς τα γνωρίσματα, με τι τρόπο κι από τη γλώσσα του χωριού μπορείς να καταλάβεις τους νόμους τους γενικούς. Λούστηκα στην καθάρια γλώσσα του Πυργιού, όπου κάθησα μήνα, πότισα με τα πυργούσικα την ψυχή μου, αφού πρώτα είχα προσπαθήσει να ξεκαθαρίσω της γλώσσας μας τα ιστορικά, κι αφού κατόπι πάσκισα να την αρπάξω από τα χείλια ολωνώνε.

Κι έτσι έγινε το Ταξίδι μου.

Τον πρόλογο του Ταξιδιού, το γλωσσολογικό τον πρόλογο, άλλου τον έγραψα και θα δημοσιεφτεί πιο ύστερα στα Ρόδα και Μήλα. Εδώ, για τη γλώσσα δε θέλω να πω παρά δυο λόγια. Πρέπει κανείς κάπου κάπου να ξετάζει τον εαφτό του, για να δει σε τι βαθμό βρίσκεται, να συγκρίνει τα περασμένα του με τα παρούμενα και να καταλάβει αν άλλαξε ή δεν άλλαξε ιδέες, ποιες άλλαξε και πώς. Αφτό έκαμα στην Απολογία μου. Με είπανε πολλές φορές και με λένε ακόμη φανα­τικό. Φανατισμός στη γλώσσα, όπως το εννοούνε οι κατηγορητάδες μας, σημαίνει νόμος εθνικός. Άμα θέλεις ν’ ακούσεις το νόμο και ν’ ακολουθήσεις τη γραμματική, νομίζουνε πως είναι από πείσμα ή από καμιά υπερβολική πεποίθηση στη δύναμή σου. Πεποίθηση ανάγκη να ’χεις. Μα εγώ κι από τότες που καταπιάστηκα το Ταξίδι, έλεγα πάντα πως γλώσσα μας χρειάζεται, όχι τάχα για να γράφουμε τα βιβλία μας και σώνει, παρά για ν’ απολάψει στο τέλος μια γλώσσα και το έθνος, δηλαδή να τη μαθαίνουνε τα παιδιά στο σκολειό, επειδή συλ­λογιόμουνε το μέλλο κι αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Όταν όμως βάζεις τέτοιο πράμα με το νου σου, όταν αποβλέπεις στα παιδιά, μου φαίνεται απαραίτητο να τους δώσεις και μια γραμματική. Η γραμματική σου πάλε θα βασίζεται σε κά­ποιους κανόνες. Να λοιπόν πού γίνεσαι φανατικός. Τη γραμματική εγώ την έγραψα με κάθε λέξη, με κάθε τύπο του Ταξι­διού. Αν υπάρχει κανένα γλωσσικό προτέρημα στο Ταξίδι, θαρρώ ίσια ίσια πως είναι η γραμματική του η ορισμένη, ο φανατισμός του, σαν αγαπάς. Κατόπι παραδέχτηκα στα γρα­φτά μου και διάφορους τύπους για μια λέξη, όλους εννοείται δημοτικούς. Σήμερα ξανάρχουμαι στο σύστημα του Ταξι­διού, από τη σκέψη που σας μολογούσα για τα παιδιά. Και το Ταξίδι το ίδιο, ακόμα και κει που τ’ άλλαξα, τ’ άλλαξα για να σιάξω κάπως τη γραμματική του, ίσως για να φαρδύνω, μα συνάμα και για να χαράξω πιο στενά τα σύνορά του. Λ.χ., έβαλα παντού τελικό ε στη ρηματική την κατάληξη, ενώ πρώτα έβαζα μόνο ν, και σκοτωνόμουνε ώσπου ν’ αρχίσει με κανένα π τ κ η ακόλουθη λέξη. Αφού εγώ σκοτωνόμουνε, πως να μη δυσκολεφτούνε οι άλλοι; Πιο σωστό να τ’ αποφασίσουμε, μια και καλή, πως έχουν[2] κτλ. πια δε γράφουμε και θα το γράφουμε πάντα έχουνε κτλ., γιατί το ν αφτό, αν τ’ αφήσουμε, είναι άξιο, για λόγους που αλλού τους είπα, να μας φέρει σε μπελάδες μεγάλους, να μας χαλάσει και τη γλώσσα.

Μου κόστισε πολύ να τ’ αλλάξω, επειδή το Ταξίδι δεν ήθελα να τ’ αγγίξω, σαν είδος ντοκουμέντο που είναι. Είχα τότες και τη συνήθεια να τελειώνω με παροξύτονα τις περισσότερες φρασούλες. Το έχουνε και τα τέτοια μου καταστρέφανε το ρυθμό μου. Τι να γίνει; Συλλογίστηκα τα παιδιά, τη γραμματική, τον κανόνα, την εφκολία, και τ’ αλλαξα. Είναι η πιο σημαν­τική μου αλλαγή, τουλάχιστο στους τύπους. Μα και στο λεχτικό και στο ύφος άλλαξα λίγα. Όταν έχει κανείς την κακή συνήθεια να δημοσιέβει πολλά, δεν πρέπει να πασπατέβει με το παραπάνω τα παλιά του. Κάλλια να κάμει καινούρια.

Έπειτα δε μου φάνηκε σωστό να κάθουμαι τώρα να στολίζω το Ταξίδι με τεχνοσοφίες που δεν τις είχε πρώτα. Βέβαιο πως σήμερα θα γράφω κάπως καλύτερα τη γλώσσα. Πιο τίμιο να μη γελώ τον αναγνώστη και ν’ αφήσω στη θέση τους κάτι αδέ­ξια και νεανήσια που τότες δεν τα πρόσεχα. Τις επανάληψες, τις χασμωδίες και τα τέτοια, όση όρεξη κι αν είχα, το νόμισα περιττό να τα σιάξω. Διόρθωσα όμως άλλα μερικά. Θυμού­μαι σα βγήκε το Ταξίδι, μέσα στις φωνές, στις βρισιές και το κακό, τ’ ασήμαντα λαθάκια, μόλις πέντ’ έξι, που πήγανε να μου ξεσκαλίσουνε. Δε βρίσκανε άλλα. Εγώ τους άφηνα, όσο το κάνανε γούστο, να φωνάζουνε, κι έπαιρνα σημείωση για ένα ή δυο σωστά που τύχαινε να πούνε. Μα τα περισσότερα λάθια που ξεσηκώνανε, νόημα δεν είχανε. Το σπουδαιότερο μου το ’δειξε κάποιος που χτυπούσε κατακέφαλα τη δημοτική, την ακανόνιστη, και που ωστόσο φαίνεται πως θα την ήξερε λιγάκι, αφού με κατηγορούσε που έβαλα για στην ακόλουθη φρασούλα· για πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κά­ποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού (έκδ,, α', σ. β'), αντίς να πω πρώτη φορά, δίχως το για. Το για πρώτη φορά, το λένε, το διάβασα κιόλας σε πολλούς δικούς μας· δεν είναι και μεγάλος ξενισμός, γιατί λέμε πήγα για μισή ώρα, που μοιάζει λιγάκι. Ωστόσο θαρρώ πως ο κάποιος είχε δίκιο· πιο ρωμαίικο έτσι, δηλαδή σκέτα πρώτη φορά. Άλλοι πάλε μου δείχνανε, όχι τα δικά μου, παρά τα δικά τους τα λάθια· δεν ξέρανε και κάνανε το σοφό, καθώς το ’παθε κείνος που τ’ αναφόρια, πάει να πει τα ρέματα, τα ήθελε ανηφόρια!

Καιρός δε μου απομνήσκει να τα πάρω ένα ένα. Μήτε αξί­ζει. Εγώ είμαι και καλό παιδί. Σα δίσταζα, σα δεν ήμουνε όλους διόλου βέβαιος για καμιά λέξη, την άλλαξα και τούτη στη δέφτερη έκδοση εδώ, λ. χ. το βιος (εκδ. α', σ. 72), που και γι’ αφτό μου ριχτήκανε. Κι όμως νομίζω πως δε γίνεται, και θα τ’ άκουσα με τη σημασία που το ’χω. Δεν πειράζει. Ας λείψει μια λέξη· ο πλούτος δε μας λείπει. Φτάνουνε πια οι φιλονικίες. Για κάτι άλλα κι όχι για τα αιώνια γλωσσικά και γλωσσολογικά, θέλω σήμερα να σας μιλήσω. Με τι τρόπο και σκοπό ξαναδημοσιέβω το Ταξίδι μου, πώς με βοήθησε στο ξαναπέρασμα ο χρυσός μου ο Αργύρης, αφτά, σαν τα γυρέβετε, θα τα βρείτε στην Απολογία[3].

***

Όταν κανείς γράφει, εννοείται κι απαρχής πως πρέπει να ξέρει τη γραμματική της γλώσσας που γράφει. Μα δε φτάνει να ξέρεις τη γραμματική, για να γράψεις βιβλίο, άμα δεν είναι μόνο και μόνο επιστημονικό, αν και στην επιστήμη την ίδια χρειάζεται κάτι παραπάνω από την ξερή επιστήμη. Το κάτι αφτό χρειάζεται ακόμη περισσότερο στη φιλολογία. Τι είμαι, γλωσσολόγος ή ψυχολόγος, επιστήμονας ή ποιητής, καλά καλά δεν το κατέχω, να σας το πω. Ίσως δεν είμαι και τίποτις. Ένα πράμα νοιώθω, πως είτε λέξη πιάνω να ψιλολογήσω είτε αθρώπινη ψυχή, διαφορετική δουλειά δεν κάνω κι όσο η μια με συνεπαίρνει, τόσο με συνεπαίρνει κι η άλλη. Παλιά πρόληψη κιόλας πως η φαντασία, η δημιουργική φαν­τασία, δεν παίζει ρόλο, και ρόλο σημαντικό, στην αποκάλυψη κάθε αλήθειας. Καθώς πλέκεις ένα ρομάντζο, έτσι και τα ιστορικά τα φαινόμενα τα συνταιριάζεις. Λογική παντού θέ­λει, για να βγει το συμπέρασμα σωστό. Θέλει και αγάπη. Ωραία το ξεδιάλισε ο Παλαμάς· «ετοιμάζουμε και τ’ άρθρα μας, καθώς συνθέτουμε και τα τραγούδια μας. Με τον έρωτα και με το μεθύσι. Όπως από κάτου από το πιο ελεύτερο φτερούγισμα του ποιητή μπορεί να κρύβεται η καλομετρημένη του κριτικού παρατήρηση, έτσι κι ένα άρθρο πεζογρα­φικά δουλεμένο, και με όλη του τη δασκαλική μορφή, μπορεί να μην είναι ξένο προς κάποια δημιουργική πνοή, και προς την Ποίηση να στέκει πολύ πιο κοντά κι απ’ όσο κανείς υποψιάζεται. Πολλές φορές τυχαίνει να τα ζυγιάζουμε τα τρα­γούδια μας και να τραγουδάμε τ’ άρθρα μας.» (Νουμάς, άμ 40, 1905).

Να μη σας το κρύφτω, εγώ το Ταξίδι μου, σαν το ’γραψα, θέλησα να το τραγουδήσω. Μπορεί να γελιούμαι και να μου πείτε σεις πως η απαίτηση μεγάλη, να γυρέβω να περάσω άξαφνα και για ποιητής. Μα τι να σας κάμω που την απαί­τηση την έχω; Το δήλωσα κι από την πρώτη έκδοση· «Τα βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι (σ. δ')... αφτό τα βιβλίο μολονότι έχει βάση τη γραμματική γράφτηκε μόνο και μόνο για να μπορέσει, αν είναι δυνατό, να διασκεδάσει τον κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση» (σ. 268). Και στην αρχή λοιπό και στο τέλος αφτό έλεγα· στη μέση προ­σπάθησα μάλιστα και να το δείξω, πως ένοιωθα κάπως από ποίηση.

Έτυχε ωστόσο μια μέρα ν’ ακούσω από κάποιο φίλο μου ένα λόγο, ένανε από κείνους τους λόγους που έτσι, στα καλά καθούμενα, σου ξανοίγουνε αφανέρωτους κόσμους, είναι άξιοι να σου αλλάξουνε και την πίστη, γιατί σε κάνουνε να καταλάβεις, όχι ενός άτομου παρά ενός τόπου αλάκαιρου νου και ψυχή. Πρέπει όμως πρώτα να μάθετε πως ο φίλος μου αφτός είναι ο ίδιος ποιητής, άγνωστος ίσως στους περισσότερους, μα να μη θαρρούμε πάλε πως ο αδημοσίεφτος ή και λίγο δημοσιεμένος ποιητής δεν αξίζει κάποτες τους άλλους. Ο δικός μου μάλιστα έχει αίστημα τόσο φίνο, τόσο αψηλή και σίγουρη αντίληψη της τέχνης, που πολύ σπάνια τη βρίσκεις. Είναι και κριτής πρώτης τάξης, εννοείται και δημοτικιστής. Το Ταξίδι μου το διάβασε αμέσως, αμέσως του άρεσε, αμέσως μου έγραψε χίλια δυο να μου το παινέσει, να μου πει πως μπήκε στο νόημα, πως η μόνη γλώσσα είναι η εθνική και πως ο αγώνας είναι άγιος και μεγάλος.

Περνούνε δέκα χρόνια. Ο φίλος μου ξαναδιαβάζει το Τα­ξίδι και μου γράφει μέσα στ’ άλλα που μου έλεγε για το ζή­τημα, και τ’ ακόλουθα λόγια· «Του κάκου! Είσαι ποιητής.»

Τα συλλογίστηκα πολλές φορές από τότες τα λόγια του αφτά, κι έφτασα νομίζω σ’ ένα δυο συμπεράσματα, που ίσως αχαμνό δεν είναι να τα ξετάσουμε από πιο κοντά, γιατί έχουνε γενική σημασία, τουλάχιστο καθώς τα βλέπω τα πράματα. Το ζήτημα το γλωσσικό έχει τα ψυχολογικά του. Αφτά θα μελετήσουμε, κι έτσι μπορεί να ρίξουμε ματιά βαθύτερη και στη σημερνή ψυχολογία του Ρωμιού.

Το πιο περίεργο, το πιο απίστεφτο που ακολούθησε στο περίφημο ζήτημα, μου φαίνεται πως δεν το παρατήρησε ως τώρα κανένας. Και φυσικό να μην το παρατήρησει, αφού ο καθένας έβρισκε πως όλα ήτανε σε τάξη όπως ήτανε, όπως τα συνήθισε και δεν μπορούσε να τα φανταστεί αλλιώς. Δε θέλω να κατηγορήσω τον Κοραή· ο Κοραής είχε μάθηση, δεν του έλειπε και κάποια επιστημονική αξία ή σαν προτιμάτε, κάποιο μύρισμα της επιστήμης. Ήτανε ικανός να σου διορθώσει κι ένα κείμενο αρχαίο, να σου βρει τη σωστή διόρθωση. Στην Εβρώπη ονομάζουνε φιλόλογους[4] ή philologues, όσους παίρνουνε για βάση τω σπουδώ τους, όχι τα λόγια ούτε τους λόγους ούτε το λόγο, καθώς τάχα το δηλώνει ο κάπως αταί­ριαστος όρος, παρά ό,τι γραφτό υπάρχει, επειδή το κάτω κάτω η philologie εκεί πέφτει, όπως κι αν το γυρίσεις, κι ο φιλόλογος ή philologue τέτοια δουλειά κάνει, αφού στηρί­ζεται είτε σε κώδικα, είτε σε πάπυρο, είτε και σ’ επιγραφή, όταν τύχει. Ρωμαίικα θα τον πούμε γραφτοδίφη, και σκοπό δεν έχω να τ’ αναιρέσω πως γραφτοδίφης με όνομα στάθηκε ο Κοραής.

Ανοίξτε τώρα τα βιβλία του. Σας το λέω δίχως πάθος κανένα, κι άμα μου ρίξετε και σεις κάθε πάθος αλάργα στο γιαλό, θα μου το μολογήσετε πως στα βιβλία του Κοραή δεν πρέπει να γυρέβουμε τίποτα που να μοιάζει με τέχνη, με ποίηση, με φαντασία, τίποτα που να σου δείχνει το φιλολόγο, γιατί ο litterateur νομίζω πως ταιριάζει να ονομαστεί φιλολόγος αφού ίσια ίσια ο φιλολόγος ανάγκη καμιά δεν έχει να βασιστεί στα γραφτά, παρά η σπουδή του κι η αγάπη του είναι ο λόγος ο ζωντανός. Άλλο λοιπόν, ο γραφτοδίφης κι ο φιλολόγος άλλο.

Δε θ’ αδικήσουμε μήτε τον κ. Κόντο, λέγοντας πως και στα δικά του τα συγράμματα φιλολογία καμιά δεν υπάρχει, κα­μιά ποίηση, τέχνη καμιά. Ωστόσο ξέρουμε πως ο Κοραής όσο κι ο Κόντος θελήσανε να ταχτοποιήσουνε τη γλώσσα, μας διδάξανε ποιους τύπους πρέπει να παραδεχτούμε, ποιους όχι, μ’ ένα λόγο, πώς πρέπει να γράφουμε. Κατόπι θα τρίβουνε τα μάτια τους για να το πιστέψουνε, σαν τύχει και το διαβάσουνε, πως μια φορά κι έναν καιρό, βγήκανε αθρώποι ξένοι προς την τέχνη, ξένοι προς την ποίηση, ξένοι προς τη φαντα­σία, ξένοι προς καθετίς φιλολογικό, να μας μάθουνε τι γλώσσα χρειάζεται η φιλολογία, δηλαδή ένα πράμα που ή δε σημαίνει τίποτα ή σημαίνει τέχνη, ποίηση, φαντασία, λόγο ζωντανό. Με τι δικαίωμα, κανείς βέβαια δε θα μας το πει. Μπορεί να καφκήθηκα πιο απάνω πως είμαι ποιητής. Μα σας παρα­καλώ να το ’χετε για σίγουρο πως αν ήμουνε μόνο γλωσσολό­γος, ποτέ μου, ποτέ δε θα τολμούσα ν’ ανακατωθώ σε ζήτημα που όσο γλωσσικό κι αν είναι, είναι όμως ζήτημα φιλολογικό. Και να δείτε πως κάθε φορά που μορφώνεται γλώσσα φιλο­λογική, ο ποιητής ή κι ο απλός φιλολόγος αναγκάζεται λίγο πολύ να κάμει και το γλωσσολόγο. Θ’ ακούσει πώς μιλούνε οι συντοπίτες του, θα πάει σαν το Malherbe στο πεφτοπάζαρο ν’ αρπάξει από του πιο πρόστυχου, από του χαμάλη το στόμα την αληθινή, την καθαρή λαλιά[5], ή σαν τον Ντάντε, θα μαζώξει λέξες και τύπους από διάφορες ντοπιολαλιές, για να στήσει γλώσσα κοινή. Στην Ελλάδα, όπου το ζήτημα είναι πιο δυσκολόλυτο, ίσως θέλει γλωσσολογία περισσότερη. Όπως κι αν είναι, ο ποιητής έχει πρώτα να πει το λόγο του κι όχι άλλος, αφού για τη γλώσσα του ποιητή γίνεται ζήτημα.

Κανένας ωστόσο στην Ελλάδα δεν απόρησε που ένας Κο­ραής ή ένας Κόντος ήρθανε να μας φιλολογήσουνε. Κι από κει βλέπουμε πού μας κατάντησε ο δασκαλισμός. Στα κλασσικά τα χώματα της φιλολογίας, ο κόσμος μήτε το υποψιαζότανε πια πως υπάρχουνε τέχνη, ποίηση, φαντασία και πως ίσια ίσια δουλειά της γλώσσας της φιλολογικής αφτά ήτανε. Δεν το υποψιαζότανε, αφού τη φιλολογία του την πρόσμενε από τους αφιλολόγητους. Και τόσο κατάβαθα του στρεβλώσανε τα μυαλά, που στην Ελλάδα, πριν από τους Κοραήδες, πριν από τους Κόντους, φανήκανε φιλόλογοι, φανήκανε τεχνίτες, φανήκανε ποιητάδες, κι ωστόσο ακολουθούσε τους άλλους ο Ρωμιός, χωρίς ούτε στιμούλα να το στοχαστεί πως αφτοί δεν ήτανε ούτε ποιητάδες, ούτε τεχνίτες, ούτε φιλολόγοι. Από­λαψε η Ελλάδα ένα Σολωμό, απόλαψε η Ελλάδα ένα Βαλαω­ρίτη, απόλαψε η Ελλάδα τα τραγούδια τα δημοτικά. Τί­ποτα! Γραφτοδίφηδες προσκυνούσε. Τόσο ένοιωθε από φιλολογία.

Και τότες είδαμε κάτι πολύ παράξενο. Το ζήτημα το γλωσσικό έγινε ζήτημα μόνο και μόνο της γλώσσας. Μα ξεχά­στηκε παντάπασι πως η γλώσσα τα ’χει όλα μέσα της, ως και την τέχνη, ως και την ποίηση! Νομίσανε πως άλλο δε σημαί­νει παρά γραμματική. Όξω από τη γραμματική, δεν κοιτάξανε. Κι έτσι, για να ξανάρθουμε στο ταπεινό μου το βιβλίο, ύστερις από δέκα χρόνια, συλλογίστηκε ο φίλος μου, που διό­λου δε φταίει, πως το Ταξίδι μπορεί να ’ναι κι έργο ποιητικό, ενώ αν ο δασκαλισμός, αν η καθαρέβουσα δε μας χαλνούσανε κάθε ορθή κρίση και κάθε φιλολογικό αίστημα, έπρεπε πρώτα πρώτα να προσέξει στην ουσία, δεν τολμώ να πω την αξία τη φιλολογική του βιβλίου μου, είτε για να το παινέσει είτε για να το κατακρίνει, κι έπειτα να στοχαστεί· Να δούμε τώρα τι λέει και για τη γλώσσα.

Θα μου αποκριθείτε πως στην Ελλάδα τόσο σπουδαίο είναι το ζήτημα το γλωσσικό, που μας απορούφηξε νου και ψυχή, σε βαθμό που τ’ άλλα πια μήτε τα βλέπουμε. Μα και γω τι σας λέω; Θα με πιστέψετε καμιά μέρα και θα καταλάβετε πως με τον πόνο της καρδιάς μου κι όχι από παραξενιά, όχι από θέληση να ψεγαδιάζω και να φωνάζω — θα ’τανε αλλόκοτη θέληση, μα το ναι! — σας το είπα ίσως κάποτες, πως όταν κανείς βλέπει από δω τα πράματα, πολλά στην Ελλάδα του έρχουνται σαν παιδιάτικα, παιδιάτικη και η αντίληψη της φιλολογίας. Αφτά συλλογιούμαι, την κατάστασή μας παρα­τηρώ τη νοητική, μιλώντας για τα δικά μου, και μη θαρρείτε τάχα πως παραπονιούμαι για μένα. Έτυχε να γράψω κάμποσα, λοιπόν και κάμποσα ν’ ακούσω. Γι’ αφτό μπορώ και κρίνω. Μήπως αρκετά δε μου βγάλανε στη μέση και για το Ταξίδι; Δε λέω τις βρισιές. Λέω και τα καλά τα λόγια. Κάποιος άξαφνα, που πολύ μ’ αγαπά, μου έκαμε και την παρατήρηση, αφού δημοσίεψα τ’ Όνειρο του Γιαννίρη, πως φρόνιμα καταπιάστηκα βιβλίο μεγάλο, αλάκαιρο ρομάντζο, γιατί το Ταξίδι, όπως κι αν είναι, δεν είχε σειρά, παρά μόνο κεφάλαια, χωριστά κάπως το ένα από τ’ άλλο, κι έτσι έμοιαζε σαν κομματιασμένο.

Πού να το βάλει ο νους μου πως ένας στίχος μικρός αξίζει λιγότερο από ένα μεγάλο; Κάποτες μάλιστα πιο δύσκολα καταφέρνεις το μικρόνε. Ίσως κιόλας θέλει πολλή δουλειά, ώσπου να καταφέρεις ένα σύγραμμα που να μη συνεχίζουνται τα κεφάλαιά του, κι όμως άφαντο κι άσπαστο φάδι να τα συνεδένει ανάμεσά τους. Δεν πειράζει. Το ξέρω κι απαρχής τι θα πούνε και γι’ άλλα μου βιβλία. Το ξέρω, δηλαδή, όσο που φτάνει ο νους μου, γιατί όλα πού να τα μαντέψω; Κι ωστόσο γράφω και γράφω. Γράφω με αγάπη. Γράφω με χαρά. Γιατί γράφω για την Ιδέα.

***

Εδώ μιλούμε. Κουβεντιάζουμε ξέγνοιαστα, φιλικά, σας ανοίγω την καρδιά μου. Μα παράπονο κανένα δεν έχω. Και πώς να ’χω; Ύστερις από δεκαεφτά χρόνια σωστά, όταν ξανατυπώνει κανείς ένα βιβλίο που η δράση του, αντίς να λιγοστέψει, θαρρώ πως ξαπλώνεται και πάει, αχάριστος θα ’τανε, θα ’τανε από μέρος του αμαρτία μεγάλη, αν καθότανε άξαφνα στη γω­νιά του να πικραίνεται, να δέρνεται και να κλαίει. Έναν ένανε φιλώ τους παλιούς και τους καινούριους φίλους, που μ’ ακολουθήσανε και που συχνά μ’ οδηγήσανε στο δρόμο. Δεν είναι ο λόγος μου μονάχα για την κοινή μας την εργασία, για το σκοπό μας τον κοινό. Η φιλία, η αφοσίωση κι η αγάπη που χάρηκα στη ζωή μου απ’ αφτούς, λίγοι μπορώ να το πω, τη χαρήκανε σαν και μένα. Λίγοι γνωρίσανε τέτοια παρηγοριά. Το φιλί της ψυχής μου τους το δίνω και δω· τους το ’δωσα και στην Απολογία. Εκεί προσπάθησα να τους πλέξω το στεφάνι που το χέρι μου ίσως άξιο δεν είναι να τους πλέξει, μα που μια μέρα θα τους το πλέξουνε καλύτερα τα παιδιά μας. Εκεί χαιρετώ και τους νέους που θα συνεχίσουνε το άγιο το έργο, γιατί κι από τώρα την καρδιά μου γιομίζει και μου μαγέβει της νιότης τους η μυρωδιά. Εγώ βρίσκουμαι σε κείνο το σημείο της ηλικίας όπου νοιώθει κανείς τα γεράματα και ζυγώνουνε. Είκοσι εικοσπέντε χρόνια το πολύ πολύ, έχω ακόμη να ενερ­γήσω. Τι είναι εικοσπέντε χρόνια, τι είναι και τριάντα, για όσα σκέδια, για όσες ιδέες βάζει κανείς με το νου του; Μπο­ρεί και προτού περάσουνε, η ακατάπαφτη δουλειά να μ’ αποκάμει, μπορεί κι αρρώστια να με κόψει. Ένα μονάχα θέλω να πω στους οχτρούς μας, στους αντίπαλους και στους δασκά­λους, πως αφτοί δε θα με κουράσουνε, και του κάκου. Να με ξέρουνε για χαλκέντερο, και ν’ απορούνε, γιατί πού να το υποψιάζουνται τι δύναμη μπορεί και δίνει σ’ έναν άθρωπο μια Ιδέα; Νοιώθω μέσα μου ακόμα περισσότερο κουράγιο, τον ήλιο με ακόμα πιο αχόρταγο πλεμόνι τονέ ρουφώ, παρά στον καιρό του Ταξιδιού. Και πάντα μου φαίνεται καινούριο, πάντα φρέσκο το φως.

Η λύπη που κάποτες από την πέννα μου στάζει έχει αλ­λού την πηγή της. Ο πόλεμος δε μου τη φέρνει μήτε ο αγώ­νας, μήτε κι η δυσκολία της δουλειάς. Μου τη φέρνουνε ίσως τα χρόνια τα γοργά. Βιαζόμουνε να βγάλω τη δέφτερη έκ­δοση του Ταξιδιού, για να καταπιαστώ και τ’ άλλο το ταξίδι, που λογαριάζω να τ’ ονομάσω το ΜεγάΛο. Το μεγάλο για τον άθρωπο είναι κείνο που το λένε και το στερνό, το μεγάλο για το έθνος είναι της ιστορίας του το ρέμα, για τον πλανήτη μας είναι ο δρόμος του στον ουρανό. Για κάτι τέτοια σκοπέβω να φιλοσοφήσω στο καινούριο μου το ταξίδι, όταν το κάμω. Με τέτοιους λογισμούς ταιριάζει κιόλας να προτοιμάζεται κανέ­νας, ας είναι κι από νωρίς, για την ώρα του μισεμού που γυρισμό δεν έχει. Θέλω να κατεβώ στην Ελλάδα· θέλω να τη δω· θ’ αρχίσω από τα Εφτάνησα τα τρισάγια· έπειτα θα πάω στην Κρήτη, την ξαναγεννημένη· θα τραβήξω ύστερα ίσα με την Κύπρο, το νησί της πρωτόπλαστης Αγάπης· και τότες θα περάσω από την Αθήνα, για ν’ ανεβώ στον Παρθε­νώνα. Έναν ύμνο θέλω να ψάλω της Ιδέας. Έναν ύμνο Της χρωστώ. Τη γνώρισα ψυχή και σάρκα. Με τα μάτια μου την είδα και στο πρώτο μου ταξίδι. Της έπρεπε κι από τα χίλια οχτακόσια ογδόντα οχτώ ένα προσκύνημα, δεν ήξερα όμως ο δύστυχος και δεν το ’βαλα στο Ταξίδι μου πουθενά. Σήμερα το βάζω, για να συνεδένει όλα μου τα έργα μια Ιδέα και πάντα. «Νοιώθω μέσα μου κάτι αθάνατο που δεν μπορεί να μαραθεί. Στα χέρια του Ποιητή μου τ’ αφήνω το Έργο που τόσο τ’ αγαπήσαμε κι οι δυο μας, το Έργο το ιερό. Ακόμη και σα δε θα με βλέπετε κατόπι, εγώ θα είμαι για ολωνώ σας τον αγώνα η βοήθεια και η πίστη.» Έτσι μου μηνούσε η άδολη ψυχή, η αθώα η παρθένα, η παναιώνια που είναι αγαθοσύνη γεμάτη. Μην κλαίτε, μάτια βουρκωμένα. Όλα του κόσμου τα ωραία, όλα τα μοναδικά, έρχεται μια στιγμή που χάνουνται και πάνε. Τι πειράζει και τι χάνεται και τι πάει; Από τα σπλάχνα ενός τάφου άξαφνα περεχιέται ολόγυρα ζωή πλημμύρα. Πόσοι ζούνε που είναι κι από τώρα πεθαμένοι! Μα ύστερις από το θάνατό σου πάντα να ενεργάς, πάντα να βασιλέβεις, αφτό θα πει ζωή. Διαβατάρικα στον κόσμο ανά­φτουνε μια και σβιούνε πολλές γυναίκες, κόρες πολλές. Αθα­νασία στην Κόρη που η Ποίηση τη συνεπήρε και που έμαθε στον Ποιητή ν’ αγαπά την Ιδέα! Μια Ιδέα είναι το μόνο που δεν περνά, το μόνο που μνήσκει από μας. Τ’ άλλα τίποτα δεν είναι. Φτάνει να λάμπει μέσα στην Ιδέα ένας αψηλός λογισμός και συνάμα να γλυκοτρέμει μέσα της ένα δάκρυ. Τότες είναι αμάραντη, όπως έλεγε κι η Κόρη. Παντού και πάντα η Καρδιά θα νικήσει. Θα νικήσει μαζί της η Ιδέα. Την Ιδέα, όπου πας κι ό,τι κάμεις, πλάγι σου, μέσα σου, θα τη βρεις. Θα την ακούσεις στη μουσική που τραγουδά το θλιβερό της το τραγούδι, θ’ αντιλαλήσει στον πόνο που σε παραδέρνει, στη φαντασία που θ’ ανοίξει στο νου σου τα φτερά της. Όταν ο ήλιος βασιλέβει, στη θάλασσα ή στη στεριά, ότα γύρεις το κεφάλι σου λυπημένος, να τον αποχαιρετήσεις, την Ιδέα θα σου χαράξει ως κι η αχτίδα η στερνή που ροδίζει. Όταν ο ήλιος ανατέλνει, πάλε στα φως της Ιδέας θα λουστείς. Η ποίηση του κόσμου είναι αφτή. Με δύναμη και καλοσύνη αφτή θα σε θρέψει. Αφτή θα σε κάμει και άθρωπο και άντρα, θα καταλάβεις, άμα την καταλάβεις, και τη θυσία. Θυσία γράφει, γράφει μεγαλείο κι αφέλεια η καρδιά της. Μη λυπάσαι τον καημό, μη λυπάσαι τα δάκρυα που σου κόστισε η λατρεία της Ιδέας. Η θυσία που η Αγάπη της σου έμαθε, θα σε σώσει. Άγια μέρα είναι κείνη όπου σμίγει ο Ποιητής με την Ιδέα. Κάτι σημαντικό, κάτι πρωτόφαντο, κάτι μεγάλο ακο­λούθησε στον κόσμο. Η Αγάπη της Ιδέας, της Οδηγήτρας σου και της Εμπνέφτρας, την αρχαία την Ελλάδα θα σου αναστήσει, αφτή, και μόνη αφτή, πίστεψέ με ώσπου τα μάτια σου να το δούνε, θα μας ζωντανέψει τον ΠαρθενΟ.

Δώδεκα του Απρίλη 1896-1905, μεσημέρι.

Ψ.

 

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ

 

Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πό­λεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέ­πεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.

Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουνε το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουνε και να περάσει η ώρα — να το πω φανερά, γι’ αφτούς γράφω — δεν έχουνε ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τ’ ορθογραφικό σύστημα που ακολούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μια συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την Ιστορία μελετώ.

Όποιος πάλε θέλει να με διαβάσει για να με κατακρίνει, για να βρει λάθη, για να κάμει το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξει μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήσει, πρέπει πρώτα να διει με τι ιδέα γράφω κι αν ακολούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα μου κάμουνε παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρα­τήρηση. Δε θ’ απαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιασα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού· όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι κάμανε όλα τα έθνη του κόσμου· έτσι θα κάμουμε και μεις. Μου φαίνεται πως πρώτη φορά, σ’ αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κι ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνο­λογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.

Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, που να νομίζω πως κατόρθωσα μ’ αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά· πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάσει να μάθει με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρει, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίνεται η αληθινή μας γλώσσα, κι όχι μόνο η καθαρέβουσα, στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάσουμε καλύτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε πως μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω πως μπορεί κανείς να γράψει αφτή τη γλώσσα και στα πεζά. Το λέω φανερά και μ’ όλη μου την καρδιά· αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω· η γλώσσα μας δε φταίει.

Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Αφορμή μου στάθηκε το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουνε τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουνε και μας λένε τι κάμανε τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα φτάσανε και τι ώρα φύγανε, τι κρασί ήπιανε, πόσα κουνού­πια τους δαγκάσανε, ποιόνε είδανε κει που κατεβήκανε, τι μαλλιά είχανε η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έ­πειτα, σ’ ό,τι χώρα κι αν πατήσουνε, κάθουνται και μας δηγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ’ όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Ρωμιός για τον Τούρκο κι η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάνα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στ’ άτομα· ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουνε κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικός· εγώ τίποτα δεν είμαι· η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει· προσπάθησα να διω πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.

Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο· να διασκεδάσει ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθεί, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κι επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απ’ όλα θέλησα να μπορέσει ο καθένας να με καταλάβει.

Παρίσι, 1888.

 

Α’ Πόθος κρυφός.

 

Ένα πρωί στην έξοχη, που μυροβολούσανε οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσανε, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τ’ απόμακρα τα παράλια όπου βρισκόμουνε τότες — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ’ ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχανε ξαπλω­μένη τη λαμπρή τους πρασινάδα· μισοβρεμένα από την πρωι­νή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσανε τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα ανοίγανε τα κόκ­κινά τους φύλλα. Τ’ αγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσανε την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό· παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιόντανε τα στάχυα αγά­λια αγάλια και κάνανε την κυματιστή τους την κουβέντα· έσκυφτε το ένα στ’ άλλο, σα να χαιρετιόντανε. Ήτανε όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γης, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάσει και τη διει. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε από κει απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαινότανε, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προ­φτάσει από τα τρελά φιλιά που γύρεβε να της δώσει. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές· πες μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.

Καθόμουνε ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γινότανε η ψυχή μου. Μ’ όλη μου τη δύναμη τέν­τωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίσει ζωή. Χαιρόμουνε και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; Μια ενέργεια, τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσανε τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουνε, η καρδιά μου για να καταλάβει ακόμη καλύτερα τη γλύκα, την ομορφιά της ζήσης. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ’ αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη φεγγοβολιά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέ­ραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.

Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διω; Γιατί να μη μου τη σκεπάσουνε οι πλατάνοι, οι ιτιές και τ’ άλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πα­τρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάει. Ότι το συλ­λογίστηκα, ότι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! Δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μου έτρωγε την καρδιά και δε μου άφηνε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παρά­δες μου — να βγω στο ταξίδι.

— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διω τους ομογενείς! Τέτοια λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να μου φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διω τους δικούς μου, να διω την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Ρωμιούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα αψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους· ζούνε ακόμη με το Σωκράτη και με τον Περικλή. Από τ’ αρχαία τα χρόνια τίποτα ίσα με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήσεις· έχουνε πάντα χίλια δυο να σου πούνε για να σου τ’ αποδείξουνε— και να σε βρίσουνε, αν πεις όχι.

Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχύτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος αλήθεια είναι, και πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε μου το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μου έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσανε πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσανε οι καρδιές μας. Το φέρσιμο μας πάντα της αθρωπιάς. Γίνεται τέτοια μονοτονία; Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίσει. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου. Είναι καιρός που μου τρώει σα λιγούρα την καρδιά μου. Λαχτάρα μ’ έπιασε να ξαναδιώ τη μάνα μου — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!

Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστή­ρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφτασα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγ­κώ. Μου έκαμε σωρό τεμενάδες και μου είπε· — «Μεγάλος είσαι συ· τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγά­λους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διω; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα πού την έχει ένας που σου πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κι έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκα­λιά σου, λέγοντας· Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!

— Γυναίκα μου, να σε χαρώ, να ’χεις έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κι έτσι (πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους.» Θα σε πάω στην Ελλάδα! Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκιά μας τη γωνιά όπου καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διεις του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβεις πως μιλούσανε ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα ν’ ακούσουνε τα βάρβαρά σου τ’ αφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάνουνε οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρ­χαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουνε πώς ζούσανε οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντυνόντανε, πώς βάζανε τη φορεσιά τους, πώς πεινούσανε και πώς τρώγανε; Τι κάνουνε, όταν απαντήσουνε άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούνε; Τι κάνουνε, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουνε πια, για να φωτιστεί ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβησμένο, και προσπαθούνε, όλοι τους μαζί, να διορθώσουνε τα σακα­τεμένα χωρία ενός χερόγραφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουνε, ανοίγουνε ή σφαλνούνε τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουνε το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουνε την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιό­τητας που σωθήκανε ίσα με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θα τρέχανε αμέσως, θα φιλούσανε τα πόδια του για να τους πει την έννοια της λέξης που δεν ξέρουνε, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα πάνε όλοι στην Ελλάδα, κι είναι σα να μιλούσανε κανενός αρχαίου. Ρωτούν ένα δά­σκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό,τι θέλει ν’ ακούσει· όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύσει, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη πως άμα πατήσει στο βασίλειο, θα βρει την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.

Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγ­γελιά να σου δώσω. Μην ξεχάσεις, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλεις δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σωθήκανε κι οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρεις καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe»

 

Β’ Η γιανούλα.

 

Δεν έκαμα τίποτα στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήσω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ’ όλα της τα παιδά­κια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τ’ ακούει. Όλα της τα χάδια, όταν ήμουνε παιδί, όλες μου τις τρέλες και τα τρυφερά της μαλώματα, τα θυμόμουνε κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως πως γύρεβα να την καλο­πιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που ήτανε κείνη! Πόσες ανοησίες μ’ εμ­πόδισε να κάμω, κι ας μοιάζανε κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να μου πει! Με τι τρόπο ήξερε να μ’ αρμηνέψει! Μόνες οι γυ­ναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να τη μάθανε ποτέ τους, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ότι γεννηθεί, είναι μάνα· μάνα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζει, να μας ησυχάζει με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορεί, ξέρει να κάμει μέλι τη ζωή μας.

Μια γλύκα ξεχωριστή είχανε της γιανούλας μου τα λόγια· είχανε τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλιο έξυπνο και τρυφερό συνάμα· τέτοιο και το μίλημά της. Δεν ήμουνε γω που την έκανα κάπου κάπου να ξεχνά τις τόσες πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν τ’ αγκάθια κεντούσανε την καρδιά της· μ’ όλα της τα χρό­νια ήτανε κείνη που μ’ έσπρωχνε, που μου έδινε θάρρος, που μου έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διω την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου· — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα μου πει.»

Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της· φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι, που της σκέπαζε το ένα της τ’ αφτί· ήτανε πάντα μαβροφορεμένη κι ωστόσο την έβλεπες πάντα με τ’ αγαθό της το χαμογέλιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.

— Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Το ’χω απόφαση από χτες· θα σύρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογε­νείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγα­πούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη· άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσ­μένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.

— Ο ίδιος είσαι που ήσουνε πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Σωστό ν’ αγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα· η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις πως κάνεις τρέλα; Πρώτα πρώτα δε μου λες, από πότε σ’ έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις ν’ ακούσεις τέτοια λέξη;

— Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, το ’χω αφτό το κακό· σιχαίνουμαι τα λόγια, και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμει κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Σιχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουνε πως λένε όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Σιχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ’ αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.

— Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμεις με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες αντίθετες· έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτέ σου δε θέλησες να το πιστέψεις πως έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίωνε το αίμα. Λες πως και σε μας, όπως και σ’ ό­λους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατωθήκανε και στο τέλος γενήκαν ένα.

— Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;

— Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα έθνος. Ας πα να είναι και καθώς το θέλεις, δε σου λέω· αν είναι, πώς μπορούμε κιόλας να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό· ο άλλος σου παππούς ήτανε Χιώ­της και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρα­καλώ, να φανερώσεις ποτέ σου τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθείς. Η Εβρώπη, που σ’ έχει για απόγονο του Περικλή, τι θα πει, άμα τα μάθει; Αμέσως ξεπέφτεις.

— Όχι μόνο δεν ξεπέφτω· μου φαίνεται μάλιστα πως ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξει να ντραπώ για την αλή­θεια· πιότερο από καθετίς η αλήθεια μάς τιμά. Πήραμε αί­ματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα πως και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουνε πατημένη, πως μας χύσανε ο ένας ή ο άλλος μια σταλιά αίμα στη φλέβα μας τη ρωμαίικη; Ρωμιός είναι, Ρωμιός λέγεται ο καθέ­νας, η καρδιά του φωνάζει Ρωμιός. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κι έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και με νέα ζωή.

— Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμα. Θέλεις να συφωνούνε οι άλλοι με την ιδέα σου; Πρέ­πει πρώτα να πάρεις εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουνε πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουνε και κολακέβουνε τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουνε. Έτσι να το κάμεις και συ. Ό,τι σου πούνε, ποτέ σου να μην πεις όχι. Αν ακούσεις μάλιστα τίποτα για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρεις; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείσει, πως δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατά να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά· θα πειράξεις και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγούνε τώρα στη μέση κι οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε στους Γάλλους πως δε μιλούνε σήμερις απαράλλαχτα σαν που μιλούσανε ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουνε πως τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που ήτανε και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάνεις;

— Τον αφήνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πει πως δεν ήταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμένοι μονάχα δεν αλλάζουνε. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κι από κει φαίνεται πως είναι ο ίδιος λαός. Έτσι μας δείχνει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι τ’ αφτιά μου χαλα­σμένα· μα τέτοια ακούω να μου λέει σιγά σιγά ο πατριωτι­σμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γί­νεται στον κόσμο, τι λένε και τι κάνουνε οι αληθινοί σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνει τέτοια ζητήματα· έμαθε να ξεχωρίζει πράματα που μαζί δεν ταιριάζουνε· άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στ’ άλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, πως με τις ιδέες μας, με το μπόσικο μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.

— Εμένα, θα με ξεχνιάσεις με τα λόγια σου; Σε κατά­λαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρεις. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψεις. Και ποιόνα ελπί­ζεις να ’χεις με τα μέρος σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη· εσύ λες πως να μην την ξέρουμε είναι βάρβαρο. Εμείς φωνάζουμε πως διόρθωση θέλει· εσύ γράφεις πως διόρ­θωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθεί κανένας να σε πιστέψει; Ο καθένας νομίζει πως γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουνε; Τι να σου πω; Αφού μου λένε πως με ξεβγενίζει η καθαρέ­βουσα, άρχισε πιάνα μ’ αρέσει τω δασκάλωνε το σύστημα.

— Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας που πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κι η εβγένεια αφτή δεν κάθεται στα στό­μα· βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή· δεν την κάνουνε τα λόγια· γεννιέται με τον άθρωπο και μεγαλώνει με το νου του. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγει παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάνας μας τη γλώσσα και μάλιστα να τα θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που μου μιλήσατε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάνουνε και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές πως με παίρνατε στα γόνατά σας και πως μου λέγατε παιδί μου; Πώς να τολ­μήσω λοιπό, το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να τα κάμω τέκνον μου;

— Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπο­ρείς να με πιάσεις. Κάμε καλύτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξεις με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.

— Το κρασί, μάνα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κι είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί· πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατέβουμε· καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζει το νου.

Το κρασί, λέω μάλιστα να τ’ αφήσουμε όλους διόλου· το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το ρωμαίικο φιλό­τιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξει πως δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πει πως δεν τιμά, πως δε σέβεται τον εαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαινότανε πως δεν του φτάνουνε τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει να ’χουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλύτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντρεπούμαστε να φανούμε κείνο που είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιότερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτιασίδια και προτερήματα που δεν τα ’χουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θα ’χουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε για τα δικά μας μοναχά.

— Κάλλια, παιδί μου, να ’πιανες να ’γραφες κινέζικα, κάλ­λια να καταγινόσουνε — είναι καιρός ακόμη — με καμία γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να μελετάς τα ρωμαίικα· Μη σε μέλει· οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουνε και συ άδικα θα χολοσκάνεις. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάσει. Ή θα σε βρίσουνε ή θα κάμουνε πως δε σε ξέρουνε. Τουλάχιστο να μου τα λες εμένα· μην τα λες εκεινούς.

— Το χρέος του πρέπει να κάμει ο καθένας, όσο ζει, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούει. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κι η φωνή της, άμα βροντήσει μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγει!

— Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιά­νει; Μια χάρη μόνο θα σου γυρέψω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξεις. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.

Άκουσε κι ένα άλλο που θα σου πω, να σε βρίζουνε, μα εσύ να μη βρίζεις· τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλει. Τρόπους καλούς μπορούμε να ’χουμε πάντα· έχε τους και συ. Ό,τι κι α σου πούνε στην ομιλία, πάντοτες να λες ναι· όταν πιάσεις την πέννα, τότες αλλάζει· όσο θέλεις, το όχι σου να το χτυπάς. Οι καβγάδες δε φελούνε· οι αθρώποι πιάνουνται με τα γλυκά τα λόγια. Για να το θυμηθείς ακόμη καλύτερα, φύλαγε στο νου σου κι αφτή μου την παραγγελιά·

 

Μ’ όλους όμορφα, παιδί μου,

Να φερθείς μη λησμονήσεις

— Και στον Κόντο να μην κάμεις

Γλωσσικάς Παρατηρήσεις.

 

 

Γ’ Ταξίδι

 

Μήνα Γιούλη, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι με τα σεντούκια και με τα σακιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά.

Άμα φτάσαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα μπαγάλια, πή­ραμε την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, να μην τη χάσω. Μπήκαμε τότες πια στο ξενοδοχείο του σταθμού. Ήπιαμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας φέρανε καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Δώσαμε και πέντε σολδιά μπαξίσι στο γκαρσόνι.

Ανεβήκαμε στο βαγόνι, στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά ξεκίνησε τα τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μο­ναδικό· δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώσει — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάσαμε στη Μαρσίλια.

Κάμαμε σ’ ενός θειου μου πρόγεμα λαμπρό· είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κι έτσι ήρθε πια κι η ώρα να μπαρκαριστούμε.

Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύ­γαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες· η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάσουμε στην Πόλη, περνούσε λαμπρά με τις κουβέντες ο καιρός. Δε ζαλιστήκαμε διόλου.

Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! Στα σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» ήτανε τ’ όνομα του βαποριού.

 

 

Δ’ Παρίσι

 

Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουνε. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ωστόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε η καρδιά μου να χαρεί. Προβαίνει το βαπόρι και μου δείχνει νέα θάλασσα, νέο κόσμο· σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται· ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια καλοσύνη τ’ ουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπει­ρες λαμπάδες που τρέμουνε κει απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.

Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφήνει. Του κάκου συλλογιούμαι πως σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, πως η ώρα κοντέβει όπου τα μάτια μου θα χαρούνε την πανώρια θέα της Ελλάδας, πως θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου πως γλήγορα θα διω την Άγια Σοφιά, μοναδικό κατόρ­θωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!

Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντα εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντα η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ μου γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ’ αξίζει; Ποιος σε γνώρισε ποτές και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαριά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ου­ρανό, με τον ψυχρό σου τον αέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη· — «Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλει! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει ν’ ανοίξεις το στόμα σου κι όλα μαζί τ’ αναπνές.» Για διες τις, καλέ, τις ιδέες πώς πετούνε τριγύρω σου στον αέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτω­μένη· από παντού σου τριγερνούνε το κεφάλι, ποια να πρωτομπεί.

Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάνει, δείχνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παι­διά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους.

Δεν πρέπει να τα πειράξεις· ξέρεις να τα πιάσεις, σαν πρό­βατα σ’ ακολουθούνε· ορμούνε σαν το θεριό, άμα τ’ αγγίξεις. Δε θέλουνε σκλαβιά· τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούνε, απλώνουνε το χέρι και τους σπάνουνε σαν τα παιχνίδια. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μο­ναχές τους· η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει· τ’ αμάξια που περνούνε, στέκουνται κι εφτύς γίνουνται πύργοι· τα κάγκελα τα κάνουνε κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Ώσπου να γυρίσεις να διεις, βρεθήκανε μπάλες, πιστόλια και τουφέ­ικα· δεν ξέρεις από πού βγήκανε. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελάρια, μαζώνουνται, πηδούνε, ξεφυτρώνουνε καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα, μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουνε, άξαφνα γί­νουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρεις εσύ αφτά; — λέει στους τυράννους· — «Ίσαμε δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»

Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσεις. Όλα σε σένα τα χρω­στούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πει. Δε σου έμελε μόνο για σένα· την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιόσουνε. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σου έφτασε όξω να τους πετάξεις· είχες στο νου σου την οικουμένη· τη γης θέλησες να γλυτώσεις. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κι έχουν ένα νόμο.» Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, τρέμανε μπροστά σου και σκύφτανε το κεφάλι. «Λεφτεριά. Ισότη. Αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέ­λει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερις ο κόσμος να περάσει. Οι βάρβαροι δε θα βαστάξουνε πολλή ώρα. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοθρεφτεί η βασιλεία του κι ας αφανιστεί τ’ όνομά του!

Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω· με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρυα σε θυμούμαι. Άντρα μ’ έκαμες εσύ· μου έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ν’ αγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς — να τα σέβουμαι, γιατί κυνηγούνε το καλό και ξέρουνε να μας δείξουνε πού θα το βρούμε και μεις — να τ’ αγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρ­ρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουνε·— «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανείς, την πατρίδα σου να δουλέψεις.» Εσύ μου έθρεψες το νου· έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.

Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουνε τ’ άστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατά­στρωμα, ακουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοι­μάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα μου δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές όπως εκείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα ήτανε και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαριά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μου είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιότερο ακόμη απ’ όλα τα λόγια που μου έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

 

 

Ε’ Δόξα και μοναξιά.

 

Προτού να τον πάρει για πάντα η μάβρη γης και η πλάκα να σκεπάσει το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήσει τον ποιητή του, να γονατίσει στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθεί μια μέρα και μια νύχτα στην άκρη της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος όπου είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, βάλανε τους τίτλους του άλλου του νικητή, γράψανε των εργώνε του τα ονόματα. Έτυχε κιόλας, το μάβρο σκέπασμα που είχανε κρεμάσει στην αψίδα, εκείνη την ήμερα, και που έπεφτε από πάνω ίσα με τη μέση, πέφτοντας ν’ αγγίξει με την άκρη του τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στ’ ανάγλυφα της πόρτας. Έμοιαζε τώρα και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, ήτανε να φέρουνε το λείψανο για να τ’ απιθώσουνε από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στεκότανε πολύς λαός, τον πρόσμενε κόσμος πολύς μαζωμένος. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδανε ξεσκεπαστήκανε όλα τα κεφάλια. Πρι να ’ρθει ίσα με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακολουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιόμεστα το λαό που μας περίμενε· μόνο γεμίζανε τα μάτια, μας δά­κρυα, γιατί ξέραμε πως δε θα ξαναδιούμε τα καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, πως ποτέ μας δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι, είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προ­σκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη· είχε δίκιο ο λαός να δοξάζει τ’ όνομά  του· βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέ­παμε; Κλαίγαμε τον άθρωπο κι όχι μόνο τον ποιητή. Ό,τι κι αν του έκανε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ’ αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριανα­στέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατά­λαβες τώρα που κείτεται πεθαμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούνε;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κοιμότανε έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, μου φαινότανε πως ήτανε ολομόναχος και ξενιτεμένος. Φύ­γανε οι φίλοι· γυρίσανε οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι· γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέσει κρυφά να γονατίσει, ίσως κάτι να του πει. Του κάκου! Μπο­ρεί τώρα ν’ ακουμπήσει πουθενά τ’ ορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουνε και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; Πού θα πέσει, να τον προσκυνήσει; Σε ποιο μέρος θα τραβηχτεί να χύσει όσα δάκρυα έχει μέσα του η καρδιά του; Πώς θ’ αναστενάξει, δίχως να τον ακούσει κανείς; Πώς θα πάει να πει σιγά σιγά στ’ αφτί του περίφημου γέρου· «Παππού μου, παππού μου, έτσι μ’ αφήνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, τέτοια ώρα, για τους πεθαμένους!

Κι ωστόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουνε τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κι έκρυ­φτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ρά­γιζε την καρδιά· πιανότανε η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμει σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξει κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβει κανένας. Όσο ήτανε τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, όπου δεν ήτανε κείνα μπροστά, σηκωνότανε όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυ­πούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούνε τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφηνε τον πόνο να του τρώει κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Ήτανε πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει... Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

 

 

Στ’ Ο Ποιητής

 

Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά ν’ ανασάνει η καρδιά μου. Κι ωστόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ’ έσπρωχνε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Πάντα στεκότανε το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάσει. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ’ είχε καρφωμένο σε κείνο τα μέρος — σα να πρόσμενα, κάτι να διω, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, με γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σερνόμουνε, κυλιόμουνε από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κι η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Λάμπανε αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, καίγανε τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε τα Παρίσι να ξενυχτίσει, να μείνει μπροστά στα μνήμα του ποιητή, ώσπου να σηκώσουνε το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ’ ένα δρόμο σκοτεινό, με τρόπο ν’ αποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

Δεν ξέρω τι μου κατέβηκε τότες· από την κούραση ήτανε, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μόνος, μου φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απ’ όσα είχα διει όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στεκόμουνε ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, σε μια ταπείνωση που μήτε γινότανε πιο μεγάλη, και φαρμάκωνε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στεκόμουνε όρθιος και κοίταζα αψηλά αψηλά κατά τον ου­ρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε να ’χω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στα νου μου τόσες ελπίδες, ποτές δεν ένοιωσα τόσες χαρές. Σαν τ’ ανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θε μου, Θε μου παντοδύναμε, τι νυχτιά ήτανε κείνη! Τι ήτανε, Θε μου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου· — «Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θά­φτουνε; Τώρα μόλις γεννήθηκε, και τώρα πρέπει να πεθάνει; Θε μου παντοδύναμε, μην το θελήσεις! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήσει ένας λαός, για να γίνει έθνος; Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουνε και γιατί καίνε; Ίσως για να μας δείξουνε τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές να ’χουμε και μεις τέτοιους άντρες; Αφτό εδώ το μνήμα παρασταίνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέ­πει να τραβήξει ένας λαός για να φτάσει στο σημάδι όπου έφτασε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερις ανάγκη τους προγόνους του— τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζει δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί μια μέρα και τον ίδιο άλλοι να τον καφκηθούνε.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάνα του δεν μπορεί ν’ αφήσει, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατή­σουμε τη γης· άντρες δε γενήκαμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κι ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήσει ο χαμός μας. Δε μας αφήνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε· προγόνους εκείνοι δεν είχανε! Εμείς, δε θα τ’ αξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε.

Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κι έ­βλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τ’ άλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν ήτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία· ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κι η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε· «Όσο μεγάλη ήσουνε συ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκανε τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούνε από μέσα από τα σπλάχνα της γης, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτω, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειαστήκανε τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Άναψε η μια σπίθα την άλλη, διαδοθήκανε ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε του αλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγ­κοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιώ της την αμάθεια, την περηφάνια και την τρέλα, να μπορέσει και κείνη να ζήσει το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι μου μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη μου θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ωστόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτέ του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Ρωμιός με τους προγόνους του, νομίζει πως τους μοιάζει, και πειδή σαν τον αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσ­σα, θαρρώντας πως τη διόρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανεί Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κι Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξει. Ας του μοιάξουνε κεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξει κανένας από μας, αν μπορέσει να το καταφέρει. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανεί, κοιμότανε η ποίηση στη Γαλ­λία. Σα μούμια την είχανε οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεν­τόνι. Από μέσα της, με το σμιλάρι και με το ψαλίδι, της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουνε άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνησκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της βάζανε από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια, μαργαριτάρια και φτιασίδι στο μάγουλο. Κειτότανε η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.

Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες καθόντανε αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοιτάζανε από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Φτιάνανε σωρό νόμους δικούς τους, κάνανε κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ’ εβγένεια με­γάλη. Ζωή καμιά! Είχανε πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσιτσιές. Ποιος να καμαρώσει τον άλλονε. Ποιος να πει τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβει κανένας. Ποιος να μη μιλήσει σαν που μιλεί όλος ο κόσμος. Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πει, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειαζότανε αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχανε κάμει τη γλώσσα κι έμοιαζε σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο πα­λάτι, ζούσανε και βασιλέβανε.

Βγήκες τότες εσύ· με μιας άλλαξες τον κόσμο. Όρμησες κι έπεσες μέσα στο παλάτι. Πέταξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζεις· — «Αλήθεια ζητούμε, διψούμε ζωή· μούμιες μας κάνουνε.» Τι θόρυβος και τι κακό έγινε τότες! Μια σκουντιά κι άνοιξες παράθυρα, άπλωσες χέρι κι έσπασες πόρτες· μπήκε μέσα ο ζωντανός αέρας τ’ ουρανού, πλημμύρισε το φως κι είπες στο λαό που στεκότανε όξω· — «Όρσε, αφεντικό μου· δικό σου το παλάτι· δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου· δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»

... Θα το παρατήρησε ο καθένας· αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθει φόβος πως μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει, ή να πάρει κακή ιδέα για μας — μάλιστα όταν τύχει κανείς να φανεί μεγάλος μπροστά μας, να παινεθεί ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουνε — κάτι μέσα μας σπρώ­χνει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δεί­ξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότου μας πλακώσανε οι σκολαστικοί, τόσες φορές βρίσανε όλο το έθνος, τόσες φορές είπανε τη γλώσσα μας βάρ­βαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψει. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τ’ ακούσει κι ο πεθαμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το δρόμο εκείνονε όπου καθόμουνε απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσα με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φλόγες, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στεκότανε κόσμος τριγύρω κι ίσως μπορούσε να μ’ ακούσει·

— Όχι! μην τα πιστέψεις πως γενήκαμε βάρβαροι· μην το πιστέψεις πως έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για πέταμα δεν είναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί να ’χει μόνο μια πρόστυχη ψυχή κι οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σηκώσανε τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουνε· είναι οι χερότεροί μας οχτροί, και γυρέβουνε τώρα να μας βγάλουνε τιποτένιους σ’ όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούνε του λόγου τους κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις αφτά, μην τ’ αψηφήσεις το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσα με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλει. Σου μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψεις, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!

Με τρομάξανε τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γλήγορα και κρυφτόμουνε πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ωστόσο μ’ όλη μου τη θλίψη, μου ερχότανε κάποτες και να γελάσω. Άμα ήθελα να σφουγγίσω τα δάκρυα που μου καίγανε τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχει η γραμματική σας, και στη στιγμή όπου η καρδιά μας πονεί! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώσει από τέτοιο βάσανο — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) — και να πει το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!

Όσο δερνόμουνε και σερνόμουνε και συλλογιόμουνε τέτοια με το νου μου, η νύχτα προχωρούσε, και στους απέραντους κάμπους του κόσμου γλιστρούσε η γης μας σιγά σιγά, να κάμει την καθεμερνή της βόλτα (τον καθημερνό της δρόμο, ύστερα από τη διόρθωση του Ψυχάρη που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου) γύρω στον ήλιο. Καίγανε πάντοτες τα φώσια· με το θολό τους φέξιμο, κάνανε και φαινότανε ακόμη καλύτερα τα σκοτάδι. Κάπου κάπου άκουγες μια βοή κι ανατρίχιαζες· ήτανε τα κανόνια που βροντούσανε. Έλεγες πως αστροπελέκια σειούσανε τη γης και θέλανε να σπάσουνε πέτρα. Ήτανε για να προσκυνήσουνε το λείψανο. Σάλεβε, κουνιότανε το πλήθος, μουρμούριζε σα θάλασσα που βράζει. Μ’ αρέσει να περπατώ μέσα στο λαό, δίχως να με ξέρει κανείς και γω να συλλογιούμαι τα δικά μου. Η φαντασία μου παίρ­νει φωτιά· στράφτει ο νους μου, χιλιάδες ιδέες, σα χαλάζι και σα βροντή, μου δέρνουνε το μυαλό. Στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες.

Δεν ξέρω γιατί μήτε πώς, μα δεν ένοιωθα πια κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα και πόνους. Μου φάνηκε πως ξανά­νιωνα ξαφνικά. Αθάνατες ελπίδες μου περεχούσανε την ψυχή. Άξαφνα γύρισα να διω, και κει που κοίταζα, κάτω κάτω, σαν ασημένια γραμμή, στα μέρη της ανατολής, έβλεπα τον ορίζοντα ν’ ασπρίζει· φάνηκε σα μια χαραμάδα στον ουρανό. Ήτανε η αβγή.

Φως! Το φως! Να και το φως που ζητούσα. Όχι, όνειρο δεν ήτανε! Ήτανε αλήθεια που ΤΟΝ είδα και το θυμούμαι καλά τώρα που σας το δηγούμαι. Κάποιος ερχότανε, κάποιος φαινότανε κει κάτω. Όσο ξάπλωνε η αβγή την κάτασπρη της φορεσιά, τόσο και κείνος προχωρούσε. Έλαμπε στα χαράματα μέσα· μαζί με τον ήλιο ανέβαινε, και το πρόσωπό του έπλεχε μέσα στις ολόχρυσες αχτίδες σα σε μια θάλασσα φως. Το ποδάρι του βαριά χτυπά τη γης· τα μάτια του καίνε σαν τ’ αστέρια. Να ΤΟΣ εκείνος που προσμένω. Άπειρος λαός τον ακολουθά και κατόπι του τρέχει, φοβερός σαν το κύμα που πα να σηκωθεί. Αφτός είναι ο ποιητής, ο λυτρωτής μας. Παλάτια θα γκρεμίσει και θα στήσει γλώσσα. Έλα, έλα και μην αργείς. Σ’ αφτό τον αιώνα όπου ζούμε, βασιλέβουνε οι λαοί και ρίχνουνε κάτω τους τυράννους. Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν του στρέγει να βρίζουνε ατιμώρητα την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθεί κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του· είναι ανάγκη κι η γλώσσα του τώρα να νικήσει.

 

 

Ζ’ Φτωχοπρόδρομος

 

Πότε, πότε θα μας έρθεις, πότε θα σε διούνε τα μάτια μας και θα σε χαρούνε οι καρδιές μας, Χριστέ μου και σωτήρα, νέε δημιουργέ, νέε πλάστη της γλώσσας μας της νέας; Το χορτάρι μοναχό του θα φυτρώσει όπου πατήσεις. Η γης θα σε χαιρετήσει· θα σκύψουνε τ’ αστέρια να σε προσκυνήσουνε κι αφτά. Στο δρόμο που θα πηγαίνεις, η φύση θα στολίζεται και θα ξαπλώνει όλες τις ομορφιές της. Τα πουλιά θα ζουλέψουνε τη φωνή σου. Θα κυριέψεις τις καρδιές και θα τις κάμεις να σ’ αγαπούνε και να γλυκοτρέμουνε κάθε φορά που θ’ ακούνε τ’ όνομά  σου, γιατί στην ποίησή σου θα βρούνε όσα μέσα τους έχουνε και δεν ξέρουνε να τα πούνε. Ένα λόγο θα ’χεις για κάθε ψυχή, μια παρηγοριά για κάθε δάκρυ, μιαν αλήθεια για κάθε νου. Ό,τι ποθεί ο καθένας, ό,τι συλλογιέται κι ό,τι νοιώθει, θα τ’ απαντήσει στη γραφή σου. Ολωνώνε τα φρονήματα θα τα κάμεις δικά σου· όλα τα καρδιοχτύπια θα τ’ αντηχήσεις. Σαν καθρέφτης μας θα σταθείς και σε σένα θα γυρέβει το έθνος να διει τη μορφή του, γιατί μ’ ένα που θα πεις, ο καθένας θα καταλάβει πρώτη φορά τον εαφτό του. Τα φαινόμενα της φύσης, των αθρώπωνε τα πάθη και τα πάθια θα μας ξανοίξεις. Θα μας δώσεις ύψος και θάρρος και παντού θα σκορπίσεις τους θησαβρούς σου.

Εσύ θα γίνεις άλλος Ορφές. Θα μαλακώσεις τις πέτρες· θα σέρνεις κατόπι σου τα θεριά. Με τους αψηλούς σου λογι­σμούς, με τις τολμητερές σου ελπίδες, με την καινούρια σου τη φράση, όπου περάσεις θα νικήσεις. Θα πλουτίσεις τη γλώσσα και θα σε πλουτίσει. Θα περπατείς και θα ψέλνεις την ξανα­γέννηση της πατρίδας, τη λεφτεριά και τον καινούριο μας κόσμο. Έθνος τότες μόνο θα φανούμε· θα ’χουμε και μεις τον ποιητή μας. Για τούτο κι από τώρα σε χαιρετώ, με νου τα­πεινό, με καρδιά μέλι γεμάτη, γιατί με γλυκαίνει ο ερχομός σου πιότερο από μέλι κι από ρόδα.

Δε θα σε προφτάσω· θα με σκεπάζει το χώμα όταν εσύ θα το πατείς. Μη με καταφρονείς που δε σ’ αξίζω. Τα λόγια μου μπορείς να τ’ ακούσεις, δίχως να ξεπέσεις, γιατί ο καθένας δεν μπορεί να σου μιλήσει σαν που σου μιλώ. Θα μάθεις και συ τ’ όνομά μου. Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα· η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κι η μνήμη μου μαζί μου να χαθεί, δε με πειράζει· φτάνει ο κόπος μου να μείνει, η ιδέα μου να ζήσει. Και θα ζήσει! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρει το δρόμο που της είπαμε να πάρει, γιατί αφτός είναι ο δρόμος ο σωστός, ο ίσιος, ο μόνος ο δρόμος.

Να με λυπηθείς που δεν μπόρεσα να της δείξω σαν και σένα το μεγάλο το δρόμο. Να είσαι καλός και γενναίος. Μη φανείς με το παραπάνω σκληρός για τις κακορίζικές μου αφτές τις δοκιμές, για την προσπάθεια και τον κόπο μου, γιατί, να σου πω, ό,τι δε μου έδωσε η φύση, δεν το φταίει η καρδιά μου. Είχα προαίρεση καλή, αν και δεν πέτυχα σαν που θα πετύχεις. Σ’ αγάπησα πριν ακόμη σε γνωρίσω· κι αφτό κάτι θα πει. Για σένα δουλέβουμε όλοι· για σένα μ’ εφκολία χαρίζω τη ζωή μου. Κάπου κάπου λοιπό να με θυμάσαι δίχως κάκητα καμιά, να θυμάσαι και να συχωρνάς τον καη­μένο σου τον πρόδρομο — το Φτωχοπρόδρομό σου.

 

 

Η’ Πόλη και Πολίτες

 

Ό,τι κι αν είπα, ό,τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν αράδιασα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρυα, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περίπατους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω· κάλ­λια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνε που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν το ’παθα ποτές. Και μη νομίζετε πως είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουνε οι ταξιδιώ­τες και βγάζουνε κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουνε πια τι να πούνε, κι άξαφνα σας γράφουνε καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουνε. Όχι! Άλλα ήτανε τα δικά μου τα βά­σανα. Θα σας το μαρτυρήσουνε όσοι με γνωρίσανε τότες, όσοι με τα μάτια τους είδανε το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμένος· είχα χλωμιάσει, ασπρί­σει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τα ’φταιγε η φοβερή αγρυπνία της νύχτας εκείνης.

Του κάκου, πέφτοντας στο κρεβάτι, προσπαθούσα να κοι­μηθώ. Ώσπου να χαράξει, δεν μπόρεσα μάτι να σφαλίξω. Ένοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα πως σή­κωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαριά. Κοβό­τανε η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περέχυνε, το στομάχι μου ανεβοκατέβαινε σαν τη θάλασσα, και κόντεβε ν’ αγγίξει τη ράχη μου· το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, κι όλη τη νύχτα, πήγα να βγάλω τ’ άντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω· κειτόμουνε κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.

Το πρωί φέρανε το γιατρό κι άδικα τονέ φέρανε. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτα να μου κάμει. Είπε πως είχα λίγη ζάλη, πως ήμουνε κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να μου το ξηγήσει ο γιατρός, ένοιωσα μέσα μου τι γινότανε, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδανε τα μάτια μου Τουρκιά. Καθόντανε οι μιναρέδες στην ψυχή μου· αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα μου πλακώνανε το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου ήτανε ανεβασμένη αψηλά απάνω στον Κουλά. Μου έτρωγε το συκώτι, το αίμα μου ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! Μου σκάνανε τη χολή. Παλάτια, τζαμιά, τουρμπέδες, τίποτις απ’ αφτά να μη διω! Το αίμα μου βράζει· τετρακόσιω χρονώ μίσος μου πνίγει την καρδιά! Δώστε μου, φέρτε μου ό,τι κι αν είναι, ότι κι αν τύχει· κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διω, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθεί, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυρίσω, δε θέλω να ξέρω πως είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω ν’ ακούσω...

Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους πρόσωπα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος. — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — «Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — «Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα!» — «Έλα, να σε τρατάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ, διέστε που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ’ άρεζε να τ’ ακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτα! Μπορεί μέσα τους να βράζανε οι καρδιές· βέβαια όμως δεν το δείχνανε. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτα, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει πως το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώνει σιγά σιγά τα πάθη και τους θυμούς ο γλυκός αέρας τ’ ουρανού και σου τα κάνει όλα γαλήνη.

Οι Πολίτες έχουνε άλλο σύστημα. Οι Πολίτες ζούνε, όσο μπορούνε, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουνε — ή μ’ άλλα λόγια να τον κάμουνε του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατωρθώνανε το πράμα· να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανα­κατεύεται σήμερα κι η Εβρώπη στις δουλειές τους και θέλει και κείνη να πει το λόγο της. Τι να κάμουνε οι δυστυχισμένοι μας οι Ρωμιοί; Τι να κάμει κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα μου πείτε· — «Αγοράζει.» Ναι, τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουνε οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουνε κι αγοράσουνε τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; Σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίσει κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο Πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πει λέξη. Μα λογαριάστε πως μπορούσε κιόλας να μην απομείνει Πολίτης ζωντανός.

Έτσι φαίνεται το καταλάβανε οι Πολίτες, και φαίνεται πως τα καταλάβανε περίφημα, γιατί ποτέ τους δε σαλέψανε. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μαζί σας και δε μ’ αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι πως τα μισά σας τα ψεγάδια δεν τα ’βγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πείτε πως σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνει; Δικός σας ήμουνε και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θελήσαν, έτσι το κάμαν, έτσι το σήκωνε τα αίμα τους. Φιλο­νικίες, μικρολογίες και θεολογίες όσες θέλετε· φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ωστόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουνε ταπείνωση πιότερη απ’ ότι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνησή τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, το κατορθώσανε, ο Τούρκος να τους ακούει, να τους σέβεται, κάποτε, κιόλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βαστάξανε τον ελλη­νισμό. Κάτι πάθανε, κάτι είδανε κι αφτοί στο μεγάλο το Σηκωμό· εδώ κόρωσε η φωτιά· η σπίθα ήτανε κρυμμένη σ’ όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε, να μη σβήσει.

Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέσει ο αφέντης του. Ξέρει πως ο Ρωμιός, και μόνο ο Ρω­μιός, πάντα στον τόπο του θα μείνει και πως ποτέ του από την Πόλη του δε θα το κουνήσει. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη, μου έλεγε ένας γέρος καϊξής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακιστήκανε οι Τούρκοι.» — «Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιότερο θα τσακιστούνε· καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διεις, που θα τους πετάξουνε κιόλας στη θάλασσα. Μα τι κατά­λαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουνε σένα — μήτε μένα. Θα σου έρθει άλλος νοικοκύρης.» — «Παραφέντη μου, μη σε μέλει· θα τσακιστεί κι αφτός!»

Ό,τι έχουνε όλοι μέσα τους μου έλεγε ο καλός μου ο καϊξής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέ­πεις και σιγά σιγά κάνουνε τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι· έχουνε τη μεγαλύτερη δύναμη του κό­σμου, τον παρά. Καλλιεργούνε και τα γράμματα· μαθαίνουνε κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά· χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουνε πως τα ξέρουνε. Αγαπούνε τη μάθηση· χτίζουνε σωρό σκολειά· τα θέλουνε πλούσια και καλά. Ξοδέβουνε παράδες αμέτρητους για να χτίσουνε τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλει να δώσει και κείνος.

Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθαίνουνε. Κάπου κάπου σου λένε· — «Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή «τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λένε αλλού, και θα τα λένε ακόμη χρόνια. Και σ’ αφτό έχουνε άδικο οι καλοί μας οι Πολίτες και κακά το λένε. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, μα και τον ξολοθρέφει· κόντεψε και τον έφαγε όλονε. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό· δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία· αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κι οι Πολίτες κάθουνται και διαβάζουνε κι έχουνε από πάνω από το κεφάλι τους τον Τούρκο. Όποιος μάθει γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση ήτανε αγράμματος ο κόσμος, μα ήτανε αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί ήτανε οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιότερα ο Ρωμιός, σκούριασε το σπαθί· η πέννα βασιλέβει.

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε να ’χει ακουστά ο στρατιώτης πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, πως ήταν έθνος λέφτερο, πως το λέγαν Ελλάδα, πως οι Έλληνες δα αφτοί ήτανε προγόνοι μας και πως καταντήσανε τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε ομπρός, πήγαμε πίσω. Ας έχει γεια ο Αλέξαντρος ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! Μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα, άρματα και καλό στρατό», άκουσα πως είπε μια μέρα, «έπειτα βλέπουμε για πανεπι­στήμια και μάθηση.»

Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγανε του κάκου, κι αντίς να σπάσουνε κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουνε τι θα πει σκλαβιά, μέσα τους θα το ’χουνε καημό. Ένα χοντρό σί­δερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διω, χωρίς να δακρύσουνε τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώσει... Ας τ’ αφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούνε και πέρασε η ώρα. Ας χαρούνε άλλοι την Πόλη! Ας την έχουνε, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που το ’λεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θε μου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθεί. Ας μας γλυτώσουνε άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμει. Τότες βλέπουμε τι λογης ζυγαριά θα πάρει, για να μη σπάσουνε τους δίσκους από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τ’ άλλο η Κωσταντινούπολη.

Οι Πολίτες δεν την πολυθέλουνε αφτή τη ζυγαριά. Μήτε γω δεν τη θέλω, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακίσια· — «Ας την κρατούνε οι Τούρκοι την Πόλη, ώσπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώσει το χέρι, πρέπει να δίνει όλο γροθιές· άμα φορέσει γάντι, μουδιάζει. Αμέ, σ’ αφτό το διάστημα, οι Ρούσσοι τι θα κάμουνε; Εκείνοι δε θα δυναμώσουνε; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουνε, που μήτε πιστολιά δεν ξέρουνε να τραβήξουνε; Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι τα πιστέβουνε και για τούτο ζούνε ήσυχα με το φονιά τους.

Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος να φύγει, που μου χαλνά το κέφι και δε μ’ αφήνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψει· μόνο να καταστραφεί! Πρώτα εί­χανε και το μεγαλείο τους· τώρα καταντήσανε καραγκιό­ζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πατήσανε τούτο το χώμα, φέρανε την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει· σφάζει και στέκεται· πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του οχτρός· δεν τον αφήνει να πάει ομπρός, γιατί του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Ρωμιό που δεν το νοιώθει!

Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτα να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίσει πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο. Από πού ξεσπάσανε, από πού μας ήρθανε τέτοιοι βαρβάροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νικήσανε και νικηθήκανε οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας κάμανε, δείξανε τι λίγο μυαλό που είχανε. Παντού στην ιστο­ρία βλέπουμε και διαβάζουμε πως ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρει έναν τόπο, παρά να τον πιάσει καλά· γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να ξεδιακρίνεις τον έναν από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του ντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπορέσανε ποτέ τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ’ όλους. Δε συντρόφιασε με κανένανε και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένας κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που ήτανε κείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε ούτε γάτα.

Τέτοια συλλογιόμουνε κι έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμόμουνε τη Σύρα όπου είχα κατεβεί δυο μέρες πρι φτάσω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα μου φαρμάκεψε την ατμό­σφαιρα της Πόλης και μου χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη μου φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώρα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σου πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ου­ρανός γλυκογελά· η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ν’ αξίζει τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι· όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.

Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ’ όσους ήτανε πρι, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι· γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι· δεν έβλεπα τα πρόσωπό του. Ένας Ρωμιός, από πάνω του, στεκότανε όρθιος κι έσπρωχνε το ποδάρι του στου Τούρκου τη μύτη. Μου φάνηκε μια στιγμή πως ο Τούρκος προσκυνούσε το Ρωμιό. Ύστερα κατάλαβα· ο Τούρκος είχε γίνει λουστρατζής! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνε τον Τούρκο κοντέψανε οι Συριανοί να τον πνίξουνε. Ή πρέπει ο Τούρκος, να πατεί του αλλουνού τα κεφάλι ή πόδι να φιλεί. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, όπου φιλούσε πόδι.

 

 

Θ’ Cabinet de lecture

 

Όπου κι αν πάει κανείς, σ’ ό,τι μέρος κι αν κατασταλάξει, είναι φρόνιμο και σωστό να βολέβεται με το καθετίς. Καλά κάνει να ζει σαν που συνηθίζουνε και ζούνε όσοι ζούνε στον τόπο που βρίσκεται — να τρώει το φαγί τους, να στρώνει το κρεβάτι του σαν που το στρώνουνε και να ρουχαλίζει με τον ίδιο κρότο. Πρέπει να πίνει το κρασί τους, να ’χει τη μάθησή τους (αν μπορεί!), να διαβάζει τις φημερίδες τους και να του φαίνουνται καλογραμμένες. Τόσο καιρό που είχα κάμει στη θάλασσα, δεν ήξερα πια τι γινότανε ο κόσμος. Θέλησα λοιπό να μάθω και γω τι τρέχει, να διω τουλάχιστο κανένα ελλη­νικό φύλλο.

Την άλλη μέρα, με πήγε ο πατέρας μου στη λέσκη όπου συνηθίζει και πηγαίνει. Τραβήξαμε στα Σταβροδρόμι (είναι το σπίτι μας στο Γαλατά), μπήκαμε στο κλούμπι (οι κυρίες κάπου κάπου θα το λένε και κλουβί για τους άντρες), ανεβή­καμε ένα πάτωμα και βρεθήκαμε στην «αίθουσαν της ανα­γνώσεως.» (Έτσι, νομίζω, θα πει το cabinet de lecture ένας προκομμένος που ξέρει και σέβεται τη γλώσσα του· να μιλούσαμε ρωμαίικα, ίσως ήτανε τρόπος να το πούμε κι αναγνωστήρι ή μάλιστα καλύτερα διαβαστήρι, που το καταλαβαί­νει όλος ο κόσμος, μα τι να γίνει;…). Το διαβαστήρι όπου κάτσαμε ήτανε μια μεγάλη κάμαρα, μακρουλή και στενούτσικη· είχε στη μέση ένα τραπέζι, με πράσινη τσόχα στρωμένο, που πήγαινε από τη μιαν άκρη της κάμαρας στην άλλη. Κάτι παράθυρα, αψηλά ίσα με το ταβάνι, κόφτανε τους τοίχους· άσπροι μπερντέδες κρεμασμένοι μισοσκεπάζανε τα τζάμια. Τα παραθυρόφυλλα δεν ήτανε όλους διόλου σφαλισμένα κι είχανε στη μέση μια χαραμάδα από πάνω ίσα με κάτω. Γύρω γύρω στο τραπέζι ήτανε αραδιασμένες μια μια οι φημερίδες, με το ξύλο που από τη μέση βαστά την καθεμιά, έτοιμες για να τις πιάσεις στο χέρι και να διαβάσεις.

Έτυχε κείνη τη βραδιά να μην είναι στο διαβαστήρι ψυχή. Όλοι οι Πολίτες βρισκόντανε όξω στο Κατάστενο ή στα Νησιά· ήτανε μεγάλη μοναξιά· μόνο ο πατέρας μου και γω. Σε κάθε γωνιά, οι δούλοι με τις άσπρες ποδιές και τα κοντόμαβρο σουρτουκάκι, καθόντανε απάνω σ’ ένα σκαμνάκι και σκύφτανε το κεφάλι από τη νύστα. Ο καιρός όξω ήτανε ωραίος μια βραδιά μοναδική, ένας καιρός μαλακός, όλος γλύκα, που σα βελούδο σου χάδεβε το πρόσωπο. Τέτοιο καιρό δε θα διεις παρά στην Πόλη. Φυσούσε αγεράκι σιγαλό, σα λουλουδιώ πνοή. Από των παραθυριώ τη χαραμάδα έβλεπες πέρα πέρα σαν ασημένιο λάκκο που άσπριζε κάτω κάτω. Ήτανε το Κατάστενο που γυάλιζε με το φεγγάρι. Χαιρόμουνε την τόση ησυχία. Δεν άκουγες φωνή. Ήτανε μια από κείνες τις καλοκαιρινές βραδιές που σου κάνουνε την ψυχή σου να μοιάζει γαλήνη. Όλο σου το κορμί σου φαίνεται πως μαλακώνει, πως γίνεσαι γάλα. Θαρρείς και βρίσκεσαι μέσα σε κούνια, ενώ τ’ αγέρι σε γλυκονανουρίζει και φυσά. Η ατμό­σφαιρα και κείνη σα να νυστάζει· λίγο λίγο λες και στάζει ύπνο· όσο κειτόμουν έτσι, βαθιά χωμένος στην πολτρόνα μου μέσα, μου φαινότανε πως ήμουνε στον παράδεισο. Είναι ώρα για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζεις — να βλέπεις όνειρα, μισό ξυπνητός μισό κοιμισμένος — κι η φαντασία σου να παίρνει δρόμο.

Σε κομμάτι, ο πατέρας αποκοιμήθηκε. Στρώθηκα με την ησυχία μου στην πολτρόνα μου, και πήρα μια γαζέτα. Με περεχούσε χαρά που τέλος πάντα πήγαινα να διαβάσω καλά ελληνικά, ύστερις από τόσες φράγκικες φημερίδες που ήμουνε αναγκασμένος να διαβάζω κάθε μέρα στο Παρίσι. Τώρα που το γράφω, θυμούμαι πολύ καλά πως, άμα άπλωσα το χέρι στο τραπέζι κι άγγιξα το πρώτο φύλλο που ήθελα να πιάσω, την ίδια στιγμή άκουσα να τρίζει κατιτίς — σα να γινότανε κάπου μακριά καμιά ταραχή, σα να σηκωνότανε βοή πουθενά. Έτσι τουλάχιστο μου φάνηκε. Μα δεν πρόσεξα πολύ. Νό­μισα πως ήτανε το τσαλάκωμα του χαρτιού και το ξέχασα.

Δε συλλογιόμουνε παρά την καλή μου τύχη. Κάτι θα πει να γεννηθείς Ρωμιός· σ’ αξιώνει ο Θεός και βλέπεις στον αιώνα όπου ζεις, τη γλώσσα που μιλούσες είναι τώρα δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούνε οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. Η μόνη διαφορά είναι που τότες τυπογραφεία δεν είχε και που σήμερα τυπώνεται κιόλας. Όμως τόσο δεν άλλαξε! Πάρε ένα βιβλίο να το καταλάβεις. Θα διεις το ίδιο τυπικό· ένα ν δε λείπει· πάντα βάζουνε το ν όπου πρέπει. Κύρια και κοινά ονόματα κλίνουνται σαν και πρι· τα ρήματα έχουνε τις ίδιες συζυγίες. Κι αφτό είναι ίσια ίσια που μας δίνει τόση εβγένεια, που μας υψώνει το νου και μας ξανοίγει τις ιδέες. Κολακε­βότανε και μένα το φιλότιμό μου με το παραπάνω· και ποιος δε θέλει να μοιάξει τον Περικλή; Ήξερα μάλιστα πως οι φημερίδες το βαστούνε πολύ αψηλά. Πρόσμενα να διαβάσω του Ξενοφώντα ή τουλάχιστο του Πλούταρχου τη γλώσσα. Αφτή η ελπίδα μ’ έκανε να τρέμω. Έπαιρνα τις φημερίδες μια μια· μόνο μπροστά μου να τις βλέπω, μου άνοιγε την όρεξη. Ήμουνε σαν τον άθρωπο που πάει να βάλει στο στόμα του κανένα νόστιμο μεζεδάκι, που το χαίρεται, και μόλις τολμά να τσιμπήσει.

Άρχισα τέλος να διαβάζω. Μα διες τι παράξενο πράμα! Δεν ξέρω να πω πώς το ’παθα κι αν ήτανε από το ταξίδι ή από τη νύστα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τα γαλλικά μου· δε μου βγαίνανε από το νου. Άμα διάβαζα μια λέξη γραμμένη ελληνικά, νόμιζα την ίδια στιγμή πως τη διάβαζα γαλ­λικά· ο τύπος ήταν ελληνικός, γαλλικά τα λόγια, το νόημα γαλλικό. Μου ερχόντανε όλα σα φράγκικα. Τι δυσάρεστη δου­λειά! Θύμωνα μέσα μου κι ανυπομονούσα· αδύνατο, όπως κι αν το ’πιανα, να μη θυμηθώ τα γαλλικά μου· σα φάντασμα, σαν πεισματάρικο δαιμόνιο με κυνηγούσανε. Έλεγα· — «Μετάφραση βλέπω, ή τόντις τη γλώσσα μου διαβάζω; Φταίω γω ή φταίνε οι φημερίδες;» Τρομερό ζήτημα! Δεν τολμούσα, δεν μπορούσα να το λύσω! Όσο προχωρούσα, τόσο μ’ έπιανε πλήξη· χωρίς να το θέλω, χωρίς να το κάμω πίτηδες, τα μάτια μου ξεσκεπάζανε από κάτω από τα ελληνικά γράμματα φράση γαλλική, άλλη γλώσσα! Έμοιαζε σα να ήτανε τα γαλλικά φωλιασμένα μέσα στο χαρτί.

Θα σου έτυχε κάποτες να πάρεις ψιλό χαρτί, να το βάλεις απάνω σε καμιά ζουγραφιά ή σε κανένα γράμμα, για να σηκώσεις του γραμμάτου το γράψιμο ή τα χαρακώματα και την κάθε γραμμή της ζουγραφιάς, απαράλλαχτα όπως είναι. Τεντώνεις το χαρτί, το βαστάς δυνατά με το δάχτυλο για να μη φύγει, πιάνεις μια πέννα κι αντιγράφεις. Όσο αντι­γράφεις, κάθε γραμμή που κάνει το κοντύλι σου, σκεπάζει τη γραμμή του πρωτότυπου. Φτάνει όμως λίγο να γλιστρήσει το χαρτί και φαίνεται. Και να μη γλιστρήσει, πάντα κάτι θα φανεί. Τ’ αντίγραφο που παίρνουμε δε θα κρύψει ποτές όλους διόλου τα παλιά τα ψηφιά ή τη ζουγραφιά· ή πιο ψιλό θα βγει το χαράκωμα το δικό μας ή πιο χοντρό. Να προσέξει κανείς, θα τα διει και τα δυο μαζί, το ένα απάνω στ’ άλλο. Έτσι το πάθαινα και γω· κατάντησα να τα βλέπω όλα διπλά. Αν απαντούσα, ας πούμε, τη φράση «ελάμβανε τον κόπον», την ίδια ώρα θυμόμουνε και το «il prenait la peine» Αφτό το «il prenait la peine» ξετρύπωνε ξαφνικά από κάτω από τα ελληνικά που προσπαθούσα να διαβάσω. Αν είναι τρόπος να σας το παραστήσω με τον τύπο, ήτανε απάνω κάτω σα να διάβαζα όπως σας το σημειώνω εδώ·

 

εΙλLάΡμRβΕαΝνΑεΙτΤόLνΑκΡόΕπΙοΝνΕ

 

Στην ίδια γραμμή έβλεπα δυο ψηφιά και πάντοτες τα γαλ­λικά ξεπερνούσανε τα ελληνικά, με τρόπο που φαινόντανε και καλύτερα. Κάμποσες φράσες διάβασα έτσι, φράγκικα όλο μαζί κι ελληνικά· σας τις αραδιάζω κοντά κοντά τη μια με την άλλη·

 

Αι δυνάμεις προτίθενται να ακολουθήσωσι το επόμενον πρόγραμμα προς λύσιν του βουλγαρικού ζητήματος

Les puissances se proposent de suivre le programme suivant pour la solution de la question bulgare.

Αι διακοπείσαι σχέσεις θα επαναληφθώσι.

Les relations interrompues vont être reprises.

Συγκέντρωσεν εις εαυτόν άπασαν την προσοχήν των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Il a concentré sur lui l’attention de tous les gouvernements de l’Europe.

Εν δεδομένη τινί στιγμή.

Dans un moment donné.

Την ιδίαν αυτών ατομικότητα

Leur propre individualité.

Επελόγησαν επί της διαφοράς του χαρακτήρος.

Ils ont compté sur la difference de caractère

Αναλόγως των περιστάσεων.

Selon les circonstances

Τάσις της εθνικότητος

Tendance de la nationalite

Παρασκευάζει υπόμνημα

Il prépare un mémoire.

Αι πανταχόθεν διαβιβαζόμεναι ειδήσεις.

Les nouvelles qui se transmettent de toutes parts.

Η λύσις εγγίζει.

La solution approche.

Σπουδαίον διάβημα προς λύσιν των περιπλοκών.

Un pas décisif vers la solution des difficultés.

Η συνεννόησις των δυνάμεων.

L’entente des puissances.

Δεν έχουσιν διάθεσιν

Ils ne sont pas disposés.

Ν’ αποθέσει το καταπληκτικό ηθικόν κύρος της ροπαλοφορικής ετυμηγορίας.

(Δε μεταφράζεται σε καμιά γλώσσα – μήτε στην καθαρέβουσα).

Άλλοι εισέρχονται εις αναλυτικωτέρας πληροφορίας.

D’autres entrent dans de plus amples renseignements (?)

Εξανίσταται κατά των τοιούτων προσβλητικών μομφών.

Il s’élève contre ces injurieuses accusations.

Ελάμβανε τον κόπον.

Il prenait la peine.

Ενσάρκωσις της ιδέας οριστικής λύσεως του βουλγαρικού ζητήματος.

Incarnation de l’idée d’une solution définitive de la question bulgare.

Πολιτική ατμοσφαίρα πεπληρωμένη ηλεκτρισμού.

Atmosphère politique chargée d’ électricité.

Αποτέλεσμα του συντάγματος.

Résultat de la constitution.

Αληθές στήριγμα του νέου ηγεμόνος.

Véritable appui du nouveau souverain.

Μη μεμολυσμένος υπό φιλελευθέρων θεωριών.

Point corrompu par les théories du libéralisme.

Υπό συνταγματικήν σχολήν διαπαιδαγωγηθείς.

Élevé dans l’école du constitutionalisme.

Δύναται να παρουσιασθώσι γεγονότα υποχρεούντα…

Il peut se présenter des faits nous obligeant a…

Ρήξις διπλωματικών σχέσεων.

Rupture de relations diplomatiques.

Αι απειλαί βαίνουσιν έτι περαιτέρω.

Les menaces vont encore plus loin.

Δύναται να υπολογίση τας συνεπείας.

Il peut supputer les conséquences.

Επαρκώς απέδειξεν

Il a suffisamment démontré.

Θίγει χορδήν ευαίσθητον .

Il touche à une corde sensible.

Να παράσχη διασαφήσεις.

Fournir des explications.

… όπερ δεν θα ήτο ιπποτικόν.

… ce qui ne serait pas chevaleresque.

 

Αντίς γαλλικά κι ελληνικά, μου φαινότανε πάλε κάποτες πως διάβαζα ελληνικά και γερμανικά, σαν που τα βάζω τώρα·

 

Θεωρούμεν όχι ανάξιον του κόπου να ερευνήσωμεν εις τι έγκεινται αυταί αι δικαιολογίαι.

Wir betrachten es nicht der Muhe unwerth zu untersuchen, worin diese Rechtfertigungen liegen.

Να ασκή σοβαρόν έλεγχον.;

Ernsten Tadel zu Üben.

 

Κάποτε  πάλε δε φτάνανε τα γερμανικά ή τα γαλλικά, ξεχωριστά το καθένα· τα ’βλεπα μισό γερμανικά, μισό γαλ­λικά, μέσα στα ελληνικά, σα να είχε στο νου του ο συντάχτης, όταν έγραφε, και τις δυο γλώσσες·

 

Αρμονίαν θελήσεως παρ’ αυταίς ταις μεγάλαις δυνάμεσιν.

Uebereinstimmung des Willens selbst bei den grandes puissances.

Κέκτηται όλη την μόρφωσιν και την παίδευσιν ευ ηγμένου Ευρωπαίου.

Il possède toute la Bildung et toute l’ instruction d’un wohl erzogenen Européen.

 

 

Κρίμας που δεν έμαθα παιδί τ’ αγγλικά! Είχα πάρει για δυστυχία μου μια δασκάλισσα, όταν ήμουνε πια παλληκάρι, κι αντίς να με σπουδάσει, μου έμαθε... κάλλια να μη σας το πω. Τώρα το μετάνιωνα. Θα μου ξεφύγανε πολλά απ’ όσα διάβαζα, που μόνο τ’ αγγλικά θα μου τα ξηγούσανε. Τι καλά ήτανε τουλάχιστο που ήξερα γαλλικά και γερμανικά! Α δεν τα ήξερα, δε θα μπορούσα να καταλάβω λέξη απ’ όσα γράφανε οι φημερίδες. Νόημα δε θα μπορούσα να βγάλω και του κάκου θα ’σπανα το κεφάλι μου. Άμα τα ’βαζα στο γαλλικό, αμέσως έβλεπα τι θα πει. Είχα διαβάσει τη φράση· — «Δεν ηδύνατο να αρθρώσει λέξιν.» Τι μπορούσε να σημαίνει τέτοιο πράμα; Γύρεβα, σκάλιζα στην αρχαία· αδύνατο να βρω τίποτα που να μοιάζει. Βέβαια πως ο Ξενοφώντας, αν ήτανε ποτές να «αρθρώσει λέξιν», θα ’μνησκε βουβός όλη του τη ζωή. Την ίδια δυσκολία είχα και με κάτι άλλες φράσες· — «Εν δεδομένη τινί στιγμή.» Ποιος, έλεγα μέσα μου, να δώσει τούτη τη στιγμή και ποιος να την πάρει; Ή και — «Η λύσις εγγίζει.» Άγγιξε, συλλογιόμουνε, κανέναν και τον πείραξε; Του κάκου θυμόμουνε τους αρχαίους πεζογρά­φους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη! Δεν έβγαινε τίποτις. Αφτό το «εγγίζει» με βασάνιζε, και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήθελε να πει «πλησιάζω.» Αν έγραφε την αρχαία, έλεγα, θα το ’βαζε «εγγύς» ή «πέλας ημίν έστι», κι αν το ’γραφε στη γλώσσα μας, έπρεπε να πει «κοντέβειΆμα ξεχνούσα την αρχαία και τη νέα, με τη γαλλική μετά­φραση καταντούσε το νόημα πολύ έφκολο· «Il ne pouvait articuler une parole.» - «Dans un moment donné» «La solution aprroche» — Είναι κάτι συνηθισμένα και κακορίζικα γαλλικά, που τ’ ακούμε στο Παρίσι κάθε μέρα. Τα λέει κανείς, άμα δεν ξέρει τι να πει.

Κατάλαβα τότες πως έπρεπε να διαβάζω ανάποδα· αντίς πρώτα να τα διαβάζω ελληνικά, ήτανε πολύ πιο σωστό να τα λέω μέσα μου γαλλικά κι έπειτα να κοιτάζω τα τυπωμένα γράμματα. Και χωρίς να το θέλω, τόντις έτσι το ’παθα. Τώρα τα ’βλεπα πρώτα πρώτα όλα φράγκικα, σα να ήτανε τα φράγ­κικα πρωτότυπα·

 

N’est soumis à aucune restriction

Εις ουδένα υπόκειται περιορισμόν.

A première vue

Εκ πρώτης απόψεως.

Il s est vu forcé

Είδεν (!) εαυτόν ηναγκασμένον.

L usage éclairé et opportun de ce droit

Η πεφωτισμένη και επίκαιρος χρήσις του δικαιώματος τούτου.

L opinion publique s est élevée contre ce votre par ses manifestations

Η κοινή γνώμη δια διαδηλώσεων ηξεγέρθη κατά της ψηφοφορίας ταύτης.

Il se trouvait dans son droit.

Ευρίσκετο εν τω δικαίω αυτού.

L’opinion publique qui se forme d’ après la pleine conscience de la force, des besoins et de la situation générale du peuple et de la nation.

Η κοινή γνώμη ήτις μορφούται εκ της πλήρους συναισθήσεως της δυνάμεως, των αναγκών και της εν γένει καταστάσεως του λαού και του έθνους.

Il a soulevé l’indignation universelle.

Εξήγειρε την γενικήν αγανάκτησιν.

Cette question touché sérieusement aux intérêts nationaux et prives du people.

Το ζήτημα τούτο σπουδαίως θίγει τα τε εθνικά και ιδιωτικά συμφέροντα του λαού.

L’opinion publique qui s’est vivement manifestée.

Η ζωηρώς εκδηλωθείσα κοινή γνώμη.

Ces mesures devaient être prises.

Τα μέτρα ταύτα έδει να ληφθώσι.

Cela dépasse vraiment les bornes permises!

Υπερβαίνει αληθώς του επιτρεπομένου τα όρια!

Le phénomène caractéristique.

Το φαινόμενον το οποίον χαρακτηρίζει.

Il les a tous surpassés par son ignominie!

Υπερέβη πάντας κατά την αθλιότητα!

Elle a donné la dernière impulsion généreuse.

Η δούσα την τελευταίαν γενναίαν ώθησιν.

Le 16 Mai.

Η 7 Απριλίου.

La nuit des tempes et la poussière des bibliothèques.

Ο ζόφος των αιώνων και ο κονιορτός των βιβλιοθηκών.

Il a eu le courage d’exposer.

Έσχε το θάρρος να εκθέση.

Il est en situation.

Είναι εις θέσιν.

Vous arriverez à la même conclusion

Θα φθάσητε εις το αυτό συμπέρασμα.

De ceux qui ont la meilleure volonté d’apprendre.

Την βελτίστην προς μάθησιν θέλησιν εχόντων.

 

Στο τέλος ήτανε κι αφτός ο λόγος που μου φάνηκε πολύ σωστός·

 

Nous apprécions sa connaissance de la langue grecque où il excella comme poète: c’est la une qualité des plus sérieuses, car on peut compter sur les doigts dans notre pays les personnes qui savant le grec.

Εκτιμώμεν και την γνώσιν της ελληνίδος φωνής εν η και ως ποιητής διέπρεψε· θεωρούμεν δε τούτο σπουδαιότατον προσόν, διότι εν δακτύλοις μετρούνται οι παρ’ ημίν τοιούτοι.

 

Εκείνος ο κρότος που είχα ακούσει στην αρχή, όταν πήρα να διαβάσω τις φημερίδες, να που μεγάλωνε τώρα και γινό­τανε πιο δυνατός. Τρόμαξα μια στιγμή, γιατί στη μοναξιά αγριέβει κανείς ν’ ακούει θόρυβο και να μην ξέρει από που έρ­χεται. Και πάλε όμως δεν πολυπρόσεξα. Ήτανε ο νους μου βυθισμένος ακόμη σε τόσα και τόσα που διάβασα. Χαιρόμουνε που τα καταλάβαινα· μάλιστα με κολάκεβε που είχα βρει με τι τρόπο έπρεπε να τα καταλάβω. Όταν κανείς μελετήσει χρόνια κανένα φιλοσοφικό σύστημα, κι ύστερις από πολλούς κόπους και κάμποση σπουδή, τέλος μπει στο νόημα, ξανοίγει ο νους του. Έτσι και γω περηφανεβόμουνε που μοναχός μου είχα σταθεί άξιος να μαντέψω τη μεγάλη σοφία που φώτιζε τα ελληνικά μας φύλλα. Ναι, τώρα πρώτη φορά, ένοιωσα τι σύστημα έχουνε οι φημεριδογράφοι μας και μου φάνηκε το σύστημά τους χρήσιμο κι απλό. «Ξέχασε τα ελληνικά σου, τ’ αρχαία και τα νέα· κοίταξε μόνο να προσέχεις στο τυπικό τ’ αρχαίο. Άμα έμαθες πως η ονομαστική μούσα έχει γενική μούσης κι όχι μούσας, πως ο ενεστώτας ακούω κάνει αό­ριστο ήκουσα και παρακείμενο ακήκοα, παίρνεις αμέσως ξένες φημερίδες, τις μεταφράζεις μάνι μάνι. Έτσι ξεβγενίζεις τη γλώσσα. Δεν πειράζει να γράφεις φράγκικα, φτάνει να τα τυπώνεις ελληνικά. Με τέτοιο τρόπο, οι λέξες σου φαντάζουν ελληνικές· μέσα σου είσαι όλος φράγκος. Το τυπικό, μην τ’ αμελήσεις στη ζωή σου. Τα χάλασες όλα, α δεν πρόσεξες στο τυπικό!»

Και μη νομίζετε πως στα μπόσικα το πιάσανε οι δικοί μας μ’ αφτό τον τρόπο. Οι φημεριδογράφοι μας κουτοί δεν είναι· είναι μάλιστα φοβεροί διπλωμάτες. Γράφοντας γερμα­νικά, γαλλικά κι αγγλικά, καλοπιάνουνε την Εβρώπη· άμα διει η Εβρώπη πως ξέρουμε και γράφουμε τη γλώσσα της, δεν μπορεί παρά να μας αγαπήσει. Έτσι καμιά μέρα θα μας δώσει και την Πόλη. Για να μην κακοφανεί άξαφνα της Εβρώπης, που μας βλέπει ν’ αποφέβγουμε σαν τη ψώρα τις ξένες λέξες, και να λέμε πως η γλώσσα μας και το έθνος μαζί ξεπέφτουνε, άμα πούμε πόρτα αντίς θύρα, κατορθώσαμε του­λάχιστο, οι λέξες να μοιάζουν ελληνικές, το ύφος και το νόη­μα να είναι φράγκικα.

Έτσι, μιλώντας φράγκικα, μιλούμε την αρχαία. Και τι θέλει, τι γυρέβει όλο το έθνος; Ο καθένας «βαθμηδόν» να μοιάξει τον Περικλή. Θα το κατορθώσουμε λαμπρά με τις φημερίδες. Θ’ αναγκαστεί μάλιστα καμιά μέρα η Εβρώπη να το πιστέψει. Χαρά με περέχυνε που μας κατέβηκε τέτοια ιδέα. Μου αρέζανε κιόλας όσα διάβαζα· τι φρονήματα γενναία, τι μεγάλοι λογισμοί! Κάπου κάπου γράφανε και για τους Βουργάρους που είναι παιδιά, για τους Σλάβους που είναι σωρό βάρβαροι, για τους Έλληνες που είναι Έλληνες, για τη γλώσσα την αρχαία, που έρχουνται πίτηδες ξένοι σε μας να τη μάθουνε. Κάπου μάλιστα χτύπησε το μάτι μου κι αφτή τη φράση που πολύ κολακέφτηκα· «Αι από των ευκλεών προγόνων μας κληρονομηθείσαι πολιτικαί αρεταί...»

Όσο καλά, όσο φρόνιμα, όσο σωστά κι αν ήτανε τα λόγια που διάβαζα, πρέπει να το μολογήσω, είχα λίγη ζάλη· ήμουνε κουρασμένος από τη ζέστη και το πολύ το διάβασμα. Να το πούμε παστρικά, με πήρε ο ύπνος. Σαν ψιλό ψιλό συν­νεφάκι, σα λεφτούτσικη καταχνιά, ξαπλωνότανε ο ύπνος σιγά σιγά απάνω στα ματόφυλλά μου. Εκεί που πήγαινα να πιάσω άλλη μια φημερίδα, στάθηκε το χέρι μου κι έγυρα το κεφάλι. Κοιμόμουνε πια. Άμα σφάλιξα τα μάτια, τρόμαξα στον ύπνο μου μέσα. Άρχισα να τρέμω κι όμως πάντα κοιμόμουνε. Ο κρότος εκείνος ο προτερινός μεγάλωνε μεγάλωνε κι ακουγό­τανε πια τώρα σαν τη θάλασσα, όταν πάει φουρτούνα να ξεσπάσει. Είδα τι έτρεχε. Κατάλαβα την ταραχή, από πού και γιατί ήτανε. Τόντις παράξενο πράμα θωρούσα!

Μπροστά μου έβλεπα ξεδιπλωμένο το χάρτη της Εβρώπης. Δεν ήτανε κανένας μικρός χάρτης, σαν τους γεωγραφι­κούς πίνακες που κρέμουνται στους τοίχους, μέσα στα σκολειά. Μου φάνηκε μεγάλος σαν την Εβρώπη την ίδια. Ήτανε και κείνος χρωματισμένος σαν τους συνηθισμένους χάρτες. Ο κάθε τόπος είχε ξεχωριστό χρώμα και μπορούσες να διακρίνεις τον έναν από τον άλλο. Ήτανε ο καθένας ζουγραφισμένος πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μαβιά, άσπρα, μουντά ή ανοιχτά. Απάνω στο χάρτη στεκόντανε οι Εβρωπαίοι, όλοι με την αράδα, ο Γάλλος στη Γαλλία, στη Γερμανία ο Γερ­μανός, ο Ιταλός στην Ιταλία· ο καθένας χωριστά στον τόπο του, κι ο κάθε λαός φορούσε ρούχα ή πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα, κατά το χρώμα που είχε στο χάρτη η κάθε χώρα. Όλο μαζί, παράξενο το θέαμα και σαν αποκριάτικο.

Το περίεργο ήτανε που δεν έβλεπες μήτε σπίτι, μήτε δρόμο, μήτε τίποτα· οι αθρώποι μοναχά — κι ο χάρτης. Όλοι τους εμάς κοιτάζανε, μιλλιούνια μάτια κολλημένα στην Ελλάδα! Δεν ήτανε όμως όρθιοι· μα δεν μπορούσα να πω κιόλας πως ήτανε καθισμένοι. Στεκόντανε κει σαν καμπούρηδες, με σκυφτή ράχη, με το κεφάλι αψηλά· κάθε άθρωπος — και τους ξεχώ­ριζες έναν ένανε — είχε τα δυο χέρια ακουμπισμένα στα γό­νατα, σα να βαστιότανε για να μην πέσει κατακέφαλα και κάμει κουτρουβάλα. Το πιγούνι του καθενός πήγαινε ν’ αγγίξει τα ποδάρια του κι η ράχη τους γινότανε καμάρα. Το στόμα τους ήτανε ανοιχτό, ολωνώνε κι έχασκε φοβερά — σαν τρύπα μάβρη. Φέρνανε αηδία. Και γιατί, παρακαλώ, στεκόνταν έτσι; Γιατί ξεκαρδιζόντανε από τα γέλια. Κι ήταν ένα γέλιο δυνατό, άνοστο, χάχικο, πληχτικό γέλιο, ένα γέλιο σιχα­μένο, που σε πιάνανε τα νέβρα και σου ερχότανε απελπισία να τ’ ακούς. Έκοφτε σαν ξουράφι. Μιλλιούνια και μιλλιούνια αθρώποι γελούσανε κι όλο γελούσανε και τελειωμό το γέλιο τους δεν είχε. Αχ! αναθεματισμένοι Εβρωπαίοι, μούγγριζα μέσα μου, τι έχετε και γελάτε με τέτοιο τρόπο; Γιατί μου παίρνετε τ’ αφτιά και μου κεντάτε την καρδιά με σουβλιές; Κόντεβα να κλάψω από τη σκάση. Όλοι τους με κοιτάζανε και κοιτάζανε το τραπέζι όπου καθόμουνε και τις φημερίδες που διάβαζα. Ήτανε η Εβρώπη μαζωμένη· φαντάζεσαι λοιπόν τι βοή, τι κρότο που τον έκανε το γέλιο τόσωνε αθρώπω. Άξαφνα σταθήκανε και καθαρά καθαρά— σα να τους άκουγα και τώρα — είπανε όλοι τους μαζί με μια φωνή που έμοιαζε να σφυρίζει·

«Απόγονοι του Περικλή, αφτά είναι τα ελληνικά σας;! Μ’ αφτά είναι που θα μας πιάσετε; Με την ψεφτοκαθαρέβουσα που μιλείτε, καλά την κουρελιάσατε τη γλώσσα του Περικλή! Αλήθεια καταντήσατε βάρβαροι, σαν που το λέτε κάποτες οι ίδιοι. Κάτω το κοντύλι! Πήρατε άσκημο δρόμο. Δεν έχει τόπο για σας μέσα στον πανάγιο, το σοβαρό ναό της εβρωπαϊκής επιστήμης.»

Και σαν ωκεανός φουρκισμένος, σα μάνητα τρικυμιάς, βροντούσε η φωνή τους κι όσα μέσα τους είχανε, τα βγάζανε όξω με μιας·

«Κάθεστε και μας λέτε πως δεν ξέρουμε τη γλώσσα σας, πως έχουμε κακή προφορά, πως θα μας τα μάθετε όλα. Μάς μάθατε μόνο τα γέλια. Φτάνουνε οι κωμωδίες· θαρρείτε πως γράφετε τάχατις ελληνικά; Όχι, βέβαια. Για να το καταλάβετε, εμείς πρέπει να σας το πούμε. Φραγκέψατε! Μιλήστε γλώσσα δική σας, για να σας ακούσει ο κόσμος.»

Καλό πράμα κανείς να ’χει πομονή — μα ως πού θα πάει; Εγώ να κατηγορώ τους δικούς μου, γίνεται· ίσως είναι και χρέος μου· αλλάζει η δουλειά, άμα τους κατηγορήσουνε άλ­λοι. Αφτό δεν το σηκώνω. Όταν περγελώ τον εαφτό μου, μ’ αρέσει μόνος μου να γελώ. Κόρωσα λοιπόν και γω τότες, ακούοντας τέτοια λόγια. Έγινα μέσα μου όλος θυμός κι από τη σκάση την περίσσια πήγαινα να πνιγώ. Θέλησα να τους αποκριθώ, μα χάθηκε η φωνή μου. Τι, τι να τους πω; Τι απάντηση να τους δώσω, που ήτανε τα λόγια τους αλήθεια; Τουλάχιστο να μην τους βλέπω μπροστά μου, να μην τους ακούω πια τους Εβρωπαίους! Φεβγιό, φεβγιό! Σηκώθηκα στη στιγμή και καταντροπιασμένος, ζεματισμένος γύρισα σπίτι.

 

 

Ι’ Αρνί και λιοντάρι

 

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

 

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,

Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

 

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιάς — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα«Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά  του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα... ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά  του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

 

ΙΑ’ Πατριαρχικά

 

Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβει. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Τώρα όμως είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα ένα πρωί να πάω στο Πα­τριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μου δείξανε την πόρτα όπου είχανε κρεμάσει τον Πατριάρχη. Μάλιστα μου είπανε πως αφού τον κρεμάσανε και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρεμάσανε και τονέ ρίξανε όξω στη θάλασσα. Δεν μπο­ρούσα να το πιστέψω κι ακόμη δεν το πιστέβω. Βέβαια δε μου λέγανε την αλήθεια και δε θα ήταν έτσι το ιστορικό. Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρεμάσανε· τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην πόρτα, σα να κρεμότανε ακόμα και τώρα, με το μάβρο τα ράσο και με τ’ άσπρα τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του ήτανε γραμμένα όλα μας τα βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διω στην ίδια θέση το Σουλτάνο.

Τρέμοντας και μ’ αλάλητο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ’ ένα μικρό καμαράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια, με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, μου μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς μου, και για μένα. Εγώ στεκόμουνε κει σα βουβός. Δεν μπορούσα ν’ ανοίξω το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να του απαντήσω. Φαντάζουμαι πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε κι έτρεμε, σα να την έσφιγγε κανένα χέρι δυνατά και σα να γύρεβε η καρδιά μου να γλυτώσει από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κι έφυγα.

Ας αφήσουμε τα παιχνίδια· εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με το παραπάνω δεν είμαι· Μα ποιος μπο­ρεί να διει Πατριαρχείο και Πατριάρχη, δίχως να ταραχτεί; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε αφτός ο μικρούτσικος τόπος — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο — το μόνο μας καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιότανε το έθνος.

Ξέρω τι θα μου πείτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκα­λίζουμε όλα. Θα μου δείξετε πως όλοι οι πατριάρχηδες δεν ήτανε άγιοι· θα ξετάσετε την ιστορία τους· θα βρείτε μέσα λεκέδες σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό και του έβαζε άδικα φόρους· ο άλλος έπαιρνε χρήματα· ένας τρίτος δε ζούσε σαν καλόγερος που ήτανε. Αφήστε τα αφτά και δε με μέλει· δε θέλω να τ’ ακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες· μα σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διω; Αν τους αθρώπους τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τ’ άτομα· ας διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτα για το Φανάρι, ας έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν ένανε, μα το Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.

Οι καλοί μας οι Πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κά­μουνε άλλο πατριάρχη. Άμα τον κάμουνε, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχανε πρώτα κανένα βάρος στο στομάχι και τώρα το βγάλανε από πάνω τους. Τους ακούς να λένε· — «Καλά που τον ξεφορτωθήκαμε! Όλα τα ’φταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε. Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος— και με νου· όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουνε τα πράματα περίφημα.»

Οι καλοί μας οι Πολίτες έτσι μιλούνε — κάθε δυο χρόνια· για κάθε καινούριο πατριάρχη λένε τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω Λατίνωνε, της Ρώμης που κατόρθωσε απά­νω σε βασίλεια να βασιλέψει και την Εβρώπη να κυβερνήσει; Εμείς, τίποτις απ’ αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί κάνουνε και ξεκάνουνε τους παπάδες· οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλει, σαν που λένε, κι ενός δεσπότη. Ο καθένας ανακατώνεται στα θρησκε­υτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει. Το ξέρετε πως κι ο αδερ­φός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σου φαίνουνται κωμωδία. Κι ωστόσο ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνήσκει αντίπαλος της Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα — είναι καιρός κι αιώνες όπου ο πατριάρχης κι ο πάπας χωριστήκανε ο ένας από τον άλλο· έτσι το ’φερνε, όχι η θρησκεία, όχι το «Πιστεύω», όχι ένα «και», σαν που το νομίζει ο κόσμος· έτσι το ’φερνε η ιστορία και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να μην ακούσει κανένα και να μην έχει στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον αφτοκράτορα της Ανατο­λής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούσει. Ο Καρλομά­γνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο· οι άρχοντες της Δύσης είχανε την υλική εξουσία, θελήσανε όμως να ’χουνε και την πνεματική. Κι έτσι κάμανε το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο από το βασιλέα της νέας Ρώμης.

Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιραστήκανε τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερις έχει κάποια σημα­σία και δύναμη. Τίποτα περισσότερο όμως δε θα κατορθώσει· εκεί θα σταθεί· άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμει δικούς της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Ρωμιός δεν έχει μέσα του μεγάλη τρέλα για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν έχει την πυρκαγιά. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι· έχει εβλάβεια, η φωτιά όμως του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά· κάθεται όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραντζέ­σκοι της Ασίζας στα χώματα μας δε γεννιούνται. Ο Ρωμιός δε φροντίζει να καταπείσει τους άλλους, να τους κάμει ορθό­δοξους· θρησκεία για το Ρωμιό άλλο τίποτα δε θα πει παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους· τη θέλει για λόγου του μόνο.

Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνει σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαιώνα ήτανε από κάτω από τό βασιλιά· τονέ λέγανε πρόβληση αφτοκρατορική. Μια φορά μόνο μπόρεσε ν’ ακουστεί η φωνή του· πρώτο πρό­σωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το σύ­στημά μας έχει τα καλά του· δεν του λείπουνε όμως και τα κακά. Έχει μάλιστα για την ώρα ο πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει ν’ ακούσει ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούσει τον άλλονε. Κοντέβει πάλε να χωριστεί καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γλήγορα θα μας ξεφύγουνε οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξει ποτές — ο Ρούσ­σος που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του — πού να το βαστάξει, άλλος στα ξένα να ’χει πνεματική εξουσία μεγαλύτερη από τη δική του και να μπορεί να τον προστάζει; Ό,τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνει πάλε με τη Ρουσσία. Θα βρεθεί τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα ως και στο βασίλειο το ελληνικό να μου λένε· «Ο πατριάρχης είναι πατριάρχης τω ραγιάδω. Ας πα να βασιλέβει στην Πόλη, όχι σε μας. Τι γυρέβει στην Ελλάδα ή στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»

Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουνε καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το φταίξει η θρησκεία· έτσι πάλε θα το φέρει κανένας λόγος της ιστορίας, έτσι θα το θελήσει καμιά πολι­τική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κι οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο πολεμούνε τον πατριάρχη· ό,τι θέλουνε πρέπει να το κάμνει. Οι Ρούσσοι κι οι Ρωμιοί μαζί τού φιλούνε το χέρι, μα του έχουνε το χέρι δεμένο. Του το φίλησα και γω κι έλεγα μέσα μου· — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούνε οι Τούρκοι!»

Όπου πάω, ό,τι κάμω, ό,τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον Τούρκο. Φτάνει ν’ ανοίξω τα μάτια, φτά­νει να γυρίσω να διω, κι όλα μου θυμίζουνε τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά Σοφιά κι έπρεπε να φορέσω τούρκικα παπούτσια, για να μπω σ’ ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοι­τάξω να διω τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μου καίγανε τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου· μου ερχότανε όλο να τα πετάξω στου πορτιέρη το μούτρο.

Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στεκόμουνε, είδα έναν αφανισμένο, άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περ­νούσε βιαστικά· ήτανε ο Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιω­ματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κι έλεγα μέσα μου· — «Να κι η βαρβαριά που ροβολά.» Κι όσο τους έβλεπα, σήκωνα τα μάτια μου, για να διω τάχα α δεν πέσουνε ξαφνικά φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.

Πήγα με τον καλό μας τον Ω να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και τ’ αρχαίο το Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μου έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι· — «Εδώ ήταν εκκλησιά και την κάμανε τζαμί· εδώ ήτανε παλάτι κι έγινε αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας.» Εγώ, όσο τον άκουγα, μ’ έπιανε φοβερή σταναχώρια. Με τρώγανε τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το αίμα μου και θυμόμουνε την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη· έσκανα. Έ­πρεπε κάπου να ξεσπάσω.

 

 

ιβ’ Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

 

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια... κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα  — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά  μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

 

 

ΙΓ’ Τα Μνηματάκια

 

Κόντεβε να φτάσει τα βαπόρι. Ήτανε η ώρα που μισοφέγγουνε ακόμη τα βουνά και που αρχινούνε οι κοιλάδες να μαβρίζουνε. Η μέρα πήγαινε να σωθεί κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψει. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώσει. Το Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσανε και ψέλνανε το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κι έσερνε λες απάνω στους λόφους τις στερνές του εκείνες τις αχτίδες, που φαίνουνται σα βαρε­μένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά φιλούνε τη γης.

Όταν αράξαμε στο γεφύρι, ήτανε νύχτα. Σαν της θά­λασσας τα ρέματα που ανεβοκατεβαίνουνε, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές, κύματα κι αναφόρια μού πολεμούσανε την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο, μ’ αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στο πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πα­τούσε για να περάσει. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι — τη νύχτα που σερνόμουνε τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη Καμάρα — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνει, καμιά μεγάλη δουλειά να ξεσπάσει. Και να πάλε, καθώς στο Παρίσι, να που μ’ άρεζε να περπατώ μέσα στο λαό, ήσυχος κι άγνωστος εγώ. Η φαντα­σία μου αμέσως παίρνει δρόμο· στράφτει ο νους μου· στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους δικούς μας, μου έρχεται μια δύναμη ξεχω­ριστή· κάτι θέλω να φανώ, κάτι θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ’ όλα, μα δε με μέλει! Ό,τι έχω μέσα μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους πολε­μήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχει ανάγκη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γης. Τέτοιες ώρες πλατάνους ξεριζώνω.

Κι ωστόσο άλλα συλλογιόμουνε. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθεί η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμόμουνε τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε στην Πόλη μαζί. Με τη γλυ­κιά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μου έλεγε κι όλο μου ξανάλεγε· «Εγώ γυναίκα σου θα γίνω· εσένα θα πάρω κι άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ’ άρεζε να την ακούω· πόσο με κολακέβανε τα λόγια της παιδί!

Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τρα­γούδια, πόσες μελωδίες ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα και το ’κανε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα μου φαινότανε η νιότη, χαρούμενη και λαφριά σαν το πουλί... Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι, βγήκαμε στο παράθυρο κι ακουμπήσαμε στο κάγκελο κι οι δυο μας. Με γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και τ’ αγαπημένο μου το ταίρι μου έπιασε το χέρι και μου είπε ήσυχα και σιγά· «Τι καλά έκαμες και γύρισες στην Πόλη! Όταν άκουσα πως θα μας έρθεις, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα σου τα λέω. Θέλω να μάθεις το κρυφό μου. Ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψει. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Μου λένε πως είναι πλούσιος· εμένα μ’ αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα όμως να τον πάρω, χωρίς να σου το πω...»

Τέτοια συλλογιόμουνε, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές της. Κι όσο τη θυμόμουνε, κι όσο συλλογιόμουνε τα παλιά μας, τα παιδιακήσια μας τα παι­χνίδια, τόσο πιότερο με τρέλαινε η αγάπη που της είχα· αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να μου πιάσει το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να μου πει όσα μου έλεγε τότες — τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ’ ένα τους λόγο ίσα με τον ουρανό σε σηκώνουνε· κι οι γυναίκες πάλε γίνουνται μο­λύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο, σε τραβούνε.

Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα μέσα στο νου μου. Δεν είχα όρεξη άθρωπο να διω μήτε να μι­λήσω με κανένα· όλο πήγαινα ομπρός. Γύρεβα μοναξιά κι ήτανε η ψυχή μου με τους πεθαμένους. Τι να συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Μου φαινότανε πως ανοίγανε μπροστά μου όλα τα μνήματα που είχα διει στη ζωή μου. Βγαίνανε όξω οι πεθαμένοι φίλοι κι αργοκουνούσανε το χέρι. Η γλυκιά μου η μανούλα με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ’ αποχαιρετούσε· κειτόντανε οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού τα νιάτα κι οι χαρές; Πού τα δέντρα όπου παίζαμε μαζί, πού οι σκά­λες όπου τρέχαμε με τα γέλια; Πουλήσανε και το σπίτι όπου την αγάπησα παιδί. Το πουλήσανε και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες. Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πουλήσανε και κείνη; Σπίτι και καρ­διά, όλα θα μας τα πάρουνε! Όπου γυρίσεις να διεις, πίσω ή μπροστά, παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαριά· μας πικραίνουνε τα παλιά μας τα βάσανα, και σήμερα πάλε άλλο τριγύρω σου δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.

Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά πού με πηγαίνανε τα ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ’ έμελε πού θα καταντήσω. Πάντοτες ομπρός! Από την κού­ραση τη μεγάλη, ένοιωθα μόνο πως ήτανε ανήφορος, γιατί ήτανε τα γόνατα μου κομμένα. Άξαφνα, σκούνταψα και κόν­τεψα να πέσω. Κόντεψα να πέσω μπρούμυτα. Είχα σκουντάψει σε μια πέτρα που στεκότανε ολόρθια και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω είχα πάει ως το Σταβροδρόμι, και βρισκόμουνε ίσια ίσια στα Μνηματάκια.

Κάθησα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Ήμουνε ανάμεσα στα τούρκικα μνήματα. Ήτανε πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι από το λόφο που κειτόμουνε, τριγύρω μου οι τάφοι μού φαινόντανε πως κατεβαίνανε ίσα με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπεί η σειρά τους. Ολό­φωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε· φυσούσε αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιόντανε τα κύματα, σα να ’παιζε το φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι αψηλά κυπαρίσσια, σειούσανε την κορφή τους, σα να κάνανε πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια μού μισοσκεπάζανε αντίκρυ την Πόλη· μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβιά δυο μιναρέδες της Αγιά Σοφιάς· παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.

Ένα σύννεφο μικρό, κάπου κάπου, σκέπαζε το φεγγάρι· όσο πήγαινε κι ερχότανε το συννεφάκι, τα σαρίκια ξαπλώνανε ή μαζώνανε τον ίσκιο τους· νόμιζες πως ήτανε χέρια και σαλέβανε· κονταίνανε και μεγαλώνανε κάθε ώρα. Πολύ πολύ δε μ’ αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να του τύχει. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα να σε τραβήξει, μια φωνή ν’ ακούσεις στ’ αφτί σου κοντά και να μην καταλάβεις από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται.

Πίσω μου μου φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του, σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως ήτανε ο αδερφός μου ο Γιάννης που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί ο νους μου ήτανε αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχανε οι μουσικάντηδες κι έμοιαζε άξαφνα σα να τους έπιασε τρέλα; Τι είχανε μέσα τους, που τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις νότες που πηδούσανε και χορέβαν ένα χορό τρομερό, κι η μια με την άλλη, ενωμέ­νες, σα σφιχταγκαλιασμένες, γοργά γοργά στους ουρανούς πε­τούσανε. Τίποτα δεν ξέρω που να ξανοίγει, που ν’ ανάφτει την ψυχή σαν τη μουσική. Σου παίρνει νου και καρδιά, σε κάνει να γυρέβεις πράματα μεγάλα, να συλλογιέσαι αγάπη και δόξα. Με τρέλαινε αφτή η μελωδία· έμοιαζε σα να ’μπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξει λύπες και πίκρες, για να βγάλει όξω βάσανα και θλίψη, να μου πάρει τους πόνους και να πετάξει αψηλά αψηλά· — «Έλα, μου έλεγε, έλα μαζί μου. Στ’ άστρα τ’ ουρανού που τα χαδέβουνε τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή μου, έλα έλα και συ μαζί μου ν’ ανεβείς.»

Αλήθεια μου έδινε θάρρος η μουσική.  Ένοιωθα μέσα μου πως γινόμουνε άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ κατά την Πόλη, κοίταζα κατά τα μέρη της Αγιά Σοφιάς, όπου φαινόντανε τα τούρκικα τζα­μιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνωνε. Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και μου ερχότανε όλο να φωνάξω· — «Εδώ είμαι· κανένα σας δε φοβούμαι. Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές οι ματιές μου, οι γροθιές μου σηκωμένες και γινόμουνε όλος μέσα μου θεριό.

Εκεί που κοίταζα κι έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω, μέσα στα βάθια της Πόλης, μια παράξενη ασπράδα. Με πήρε ανατριχίλα, σαν που σε παίρνει την ώρα όπου κανένα πράμα μεγάλο πα να γίνει. Η ασπράδα ερχό­τανε από κει που είναι η Αγιά Σοφιά, έβγαινε μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το χόντρος της σκέπαζε όλη τη Μέση Οδό του Βυζάντιου. Πρώτα δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήτανε. Έμοιαζε σαν τεντωμένο κάτασπρο σεντόνι που πετούσε. Έπειτα είδα πως είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε. Κατάλαβα πως εμένα γύρεβε, γιατί ερχότανε ίσια στον τόπο που καθόμουνε. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διω πως βαστούσε στο χέρι σκυρτό τούρκικο σπαθί. Τα σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.

Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διά­θεση βρισκότανε η ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσανε. Ήμουνε όλο μαζί γεμάτος όχτρητα, σεκλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Τα φάντασμα κόντεβε να με φτάσει — γιατί ήτανε τόντις φάντασμα. Φαινό­τανε τώρα και το πρόσωπο· είχε μάβρα γένια κι ολόχλωμο, κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα ήτανε τα μάτια του. Έκαμε ένα σάλτο και βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Ήτανε ο Σουλτά Μαχμούτης. Στεκότανε από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ ήμουνε πάντα ξαπλωμένος κατά γης· σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διω καλύτερα τα πρό­σωπό του. Πρόσμενα τι θα μου πει.

 

 

ΙΔ’ Ο Μαχμούτης

 

Ο Σουλτά Μαχμούτης πολύ κέφι δεν είχε. Πιότερο έμοιαζε Μαχμούρης παρά Μαχμούτης. Αγριοκοίταζε και με θυμό είχε τα μάτια του απάνω μου στυλωμένα. Άρχισε τότες και μου έβγαλε λόγο — ένα λόγο που βάσταξε κάμποση ώρα, γιατί είχε φαίνεται πολλά να μου πει ο σουλτά Μαχμούτης. Ο βάρβαρος είναι μωρόλογος και δεν έμαθε να συμμαζέβει μήτε να συγκεντρώνει το νου του. Έλεγα μέσα μου και γω· — «Άμα πιάσει ο Τούρκος τις κουβέντες, θα πει πως δε θα παίξει το σπαθί. Ας διούμε τι μας θέλει και βλέπουμε.»

Σοβαρά, αραδιαστά και μάλιστα με κάποια βαρύτητα, μι­λούσε ο σουλτά Μαχμούτης. Μα όσο κι αν ήθελε να το κρύψει, έτρεμε η φωνή του κι ο θυμός του άναφτε και μεγάλωνε με κάθε λέξη που έβγαζε από το στόμα του.

«Καιρός είναι να τα πούμε. Αφότου μας ήρθες στην Πόλη, σε γυρέβω να σου μιλήσω. Δε μου λες; Τι τρόπος είναι ο δικός σου; Τι φερσίματα είναι τούτα; Τον μπελά μου βρήκα μαζί σου. Πού τα ’μαθες αφτά που μας βγάζεις κάθε ώρα στη μέση; Παραπονιέσαι που δεν κοιμάσαι. Περπατείς στους δρόμους και φωνάζεις πως το αίμα σου βράζει. Μπαρούτι πνες και φωτιά... Μπαρούτι; Πρόσεξε καμιά μέρα να μη σε τινάξω γω στον αέρα... Λεφτεριά λες όλο πως θέλεις και πως δε μας θέλεις εμάς! Από την Εβρώπη μας τις έφερες αφτές σου τις ιδέες; Τι μιλείς για σκλαβιά; Σιχτίρ, σιχτίρ γκιαούρ! Μή­πως ξέχασες, τσελεμπάκι μου, πως είσαι ραγιάς, πως είσαι σκυλί και τίποτις άλλο; Μήπως δεν το ξέρεις πως όλοι σας μαζί, όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει αψηλά τη μύτη, δεν είσαστε μια φορά κι έναν καιρό παρά σκυλιά που μας γλύφανε τα πόδια; Κάτι με κοιτάζεις; Ο αφέντης σου είμαι γω, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Τι κάθεσαι ήσυχα, τι χουζουρέβεις, και δε σηκώνεσαι, που σου μιλεί ο βασιλιάς της Ανατολής, ο αφτοκράτορας της Πόλης; Για διες καλύτερα τους «ομογενείς», τι αγάπη που μου έχουνε τώρα! Πάρε παράδειγμα και συ. Όλο με κολακέβουνε και με καλοπιάνουνε. Ο μεγαλύτερός τους φίλος έγινα σή­μερα. Κάμε και συ σαν και κείνους. Φτάνουνε τα μπόσικα λόγια. Τίποτις απ’ αφτά δε βγαίνει. Έλα μαζί μου. Δε βλέ­πεις πως ξεχάσανε το παλιό το μίσος και την πρώτη σκλαβιά κι όλα τα δάκρυα; Γιατί τάχα δεν έρχεσαι σε μένα; Μήπως εσύ θυμάσαι και δε συχωρνάς; Τι; Δεν το ξέχασες άραγες ακόμη πως οι δικοί σου δεν μπορούσανε πρώτα στο δρόμο να βγούνε, α δεν τους έδινα την άδεια, πως οι μανάδες σας έπρεπε σα χανούμισσες να σκεπάζουνε το πρόσωπό τους, πως μια εκκλησιά δεν είχατε να πάτε, πως τους πλούσιους τους έσφαζα σαν τα πρόβατα, και πως τις χριστιανές σαν πατσαβαύρες τις πατούσα; Μήπως έχεις υποψία πως αν μπορούσα, θα ξανάκανα πάλε τα ίδια; Δεν κατάλαβες πως κανείς πια δεν τα θυμάται τα τέτοια; Σκλάβοι, σκλάβοι γεννηθήκατε στην Πόλη και θα πεθάνετε σκλάβοι!

Να σου πω το κάτω κάτω, δε με μέλει πολύ για τα λόγια σου. Ρίξε πέτρα στη θάλασσα, και πες μου αν μπορείς να μετρήσεις τι βάθος έχει. Έτσι και μαζί μου. Ποτέ σου δε θα καταλάβεις, κι αν πέτρες χιλιάδες ρίξεις μέσα, ως πού πάει το μίσος μου για σένα. Όχι! Δεν το λέω σωστά. Πού να σε μισήσω; Μήτε σε ψηφώ. Φαφλατάς και συ σαν τους άλλους. Βέρος Ρωμιός. Με τις φωνές και με τις ρητορικές δε θα κάμεις δουλειά. Αφτά ξέρετε σήμερα· μα τα λόγια δε φελούνε. Έτσι δε μας πιάνεις. Το λιοντάρι πολεμάς να φοβερίσεις;

Εμείς άλλα θέλουμε. Οι γονιοί σας ξέρανε την τέχνη. Ας ήσουνε και συ σαν το Μισέ Γιάννη! Να άθρωπος! Λόγια πολλά δε συνήθιζε· ωστόσο φτάνει να ζητούσε κατιτίς, κι αμέσως του το ’κανα. Τονέ λέγανε το μάτι της Χιος και το στόμα του βασιλιά. Μη σε μέλει! Όλοι οι Ρωμιοί δε φιλούσανε πόδι. Μια μέρα πήγε στου βεζίρη μου, θύμωσε για ένα λόγο που του είπε ο βεζίρης, και του πέταξε το φέσι του στο πρόσωπο. Τέτοιοι ήτανε κάποτες οι ραγιάδες, οι παλιοί. Μου άρεζε πολύ εκείνος ο άθρωπος. Του έδωσα τη Χιο, να την έχει· τόντις την είχε, γιατί δεν άφηνε, Τούρκος να πατήσει στη Χιο, αν πρώτα δεν του ζητούσε άδεια. «Γιατί μας σφάξατε και μας γδείρατε, έλεγε, γίνεται τάχα πάντα να μας σφάζετε και να μας γδέρνετε;» Τι να τ