Διονύσου πλους

του Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892)

 

1

Η έκτασις του αχανούς
Αιγαίου εκοιμάτο,
κ΄ έβλεπες δυο ουρανούς·
ο είς ην άνω κυανούς
γλαυκός ο άλλος κάτω.

2
Αι διαλείπουσαι πνοαί
του έαρος εφύσων
αμφίβολοι και αραιαί·
μακράν δ΄εφαίνοντ΄ ως σκιαί
αι κορυφαί των νήσων.

3
Η δύσις, πύλη φλογερά,
λαμπράς αντανακλάσεις
ηκόντιζεν εις τα νερά,
ως αν ενέμοντο πυρά
την πλάκα της θαλάσσης.

4
Αλλ΄ όπου νότος εις γλαυκάς
ταινίας την ερρίκνου,
τι ήτον; όρνις ή ολκάς,
η τις ετάνυεν λευκάς
τας πτέρυγας ως κύκνου.

5
Ητο ολκάς ουχί πτηνόν·
ως δ΄ έφτασε πλησίον,
μέλαν εφαίνετο βουνόν,
και τον ιστόν του Τυρρηνών
εκόσμει επισείων.

6
Μόλις επήνθουν αργυροί

αφροί περί την τρόπιν,

κ΄ ενόεις ότι προχωρεί,

διότι έσχιζεν ευρύ

το ίχνος του κατόπιν.

 

7

Οι ναύται, ηλιοκαείς

κινούντες μυς ευτόνους,

διήρμοζον μετά βοής

το ακροκέραιον ο εις

ο άλλος τας προτόνους.

 

8

Άλλος ορθός εις τον ιστόν

τον πόντον κατεσπόπει·

κ΄ εις την φωνήν των κελευστών

έπληττεν άργυρον ρευστόν

μετά ρυθμού η κώπη.

 

9

Ην το κατάστρωμα ευρύ,
πλήρης ανδρών η πρύμνη·
βήμα την έκρουε βαρύ·
αντήχουν άγριοι χοροί
και εναλίων ύμνοι.

10
Εις δε την πρώραν απαλώς
εις δέρματα Πανθήρων
νεος κατέκειτο καλός,
εις τον βραχίον΄ αμελώς
τα σώμα υπεγείρων.

11

Χιτώνα είχε κροκωτόν

μετά χρυσών αμμάτων.

Πλην καταρρέων ο χιτών,

γυμνόν κατέλιπεν αυτόν

επάνω των γονάτων.

 

12

Σπανία ην η καλονή
αυτου του νεανίου.
μαλλον εφαίνετο γυνή,
έχουσα όψιν ευγενή
και πλήρη μεγαλείου.

13
Χρυσούν εκράτει αφ΄ ενός
περίγλυφον κρατήρα,
και με θωπεύματα κυνός
ωραία τίγρις ταπεινώς
τω έλειχε την χείρα.

14
Επι της άλλης δε χειρός
προσέκλινεν ηρέμα
νεάνις, κρίνος ανθηρός,
και εις το βλέμα της πυρός
αυτός προσήλου βλέμμα.

15
Ποία εντέλεια! Εικών
εφαίνετο μαρμάρου,
θαύμα της τέχνης γλυπτικόν,
αλλ΄ ως αυτή δεν ην λευκόν
το μάρμαρον της Πάρου.

16

Των δροσερών της παρειών

ωμοίαζον τα κάλλη

το ρόδον το ερυθριών,

όταν στιβάζεται χιών

κ΄ εις την χιόνα θάλλη.

 

17

Επί τους ώμους της χυτή

κατέρρεεν η κόμη·

ως η σελήνη δ΄ ορατή

εις χρυσά νέφη, εν αυτή

υπέλαμπον οι ώμοι.

 

18

Πλούσιαι πόρπαι προς στολήν

διάλιθον συνείχον

της κόρης την αναβολήν,

κ΄ εις την χρυσήν της κεφαλήν

τον πλούτον των βοστρύχων.

 

19

Οι εύγλωττοί της οφθαλμοί

όταν χαράν εδήλουν,

απήντων καρδιών παλμοί,

και ήσαν έρωτος ψαλμοί

εκείνα που ωμίλουν.

 

20

Τ΄ απαλά χείλη της καλά

ως κάλυξ ανεμώνης,

μικρόν προείχον τρυφηλά,

και ότ΄ εγέλων, πώς γελά

ο ουρανός εφρόνεις.

 

21

Τότε δ΄ ως έκειτο εκεί,
διέστειλε τα χείλη,
κι εξήλθον τόνοι μουσικοί,
και μειδιάσασα γλυκύ,
η νεανίς ωμίλει.

22
- «Όταν σε βλέπω, δειλιών
το σώμα μου πώς τρέμει;
Εισαι ανώτερόν τι ον;
Αν άνθρωπον ή αν Θεόν
ακολουθώ, ειπέ μοι.

 

23

»Εις σε προσπλέκει η Κλωθώ

του βίου μου το νήμα,

Σε μόνον, μόνον σε ποθώ

και ως δεσμί΄ ακολουθώ

το προσφιλές σου βήμα.

24

»Πλανώμαι όπου με πλανάς,

μετά πνοών ανέμων,

εις κορυφάς, εις σκοτεινάς,

κοιλάδας, εις ληστών σκηνάς·

κατόπιν σου ευδαίμων!

 

25

»Και εις τον άδην μετά σου,

εις άδου αν ηγήσαι!

Ω! του ονείρου του χρυσού

μη με στερήσης, μέχρις ου

ακούσω ποίος είσαι.»


26
Κ΄ εκείνος είπε μειδιών·
-«Θεώρει με ω κόρη,
Θεον πλησίον σου, Θεόν,
και πρώτην των ευτυχιών
την μετά σού θεώρει.»

27
-«Θεόν μη λέγης· οι θεοί
τον ΄Ολυμπον οικούσι.
Και αν μοι φύγη η ζωή
εις στεναγμόν διακαή,
τις θελει τον ακούσει;

28
»Θεός αν ήσαι, θα ζητής
καπνόν ευώδους κνίσσης
και εκατόμβας τελετής,
αλλ΄όχι έρωτα θνητής,
κ’ εμέ θα λησμονήσης.»

29
Εν ώ δε ούτοι τρυφερώς
τοιαύτα συνωμίλουν
των ναυτών έστη ο χορός,
κ’ επί το ζεύγος βλοσυρώς
τα βλέμματα προσήλουν.

30
Και δια λόγων αναιδών
ο είς τον άλλον πείθων,
λείας ωρέγετο, ιδών
τον πλούτον των πολυειδών
και πολυτίμων λίθων.

31

Άλλους διήγειρε πολλούς

η όψις των θελγήτρων

της κόρης της περικαλλούς,

και ενεψύχου τους δειλούς

ελπίς πλουσίων λύτρων.

 

32

Φωνή διέρρει σιγαλή

ως ψίθυρος το πρώτον.

Αλλ΄ εθρασύνοντο πολλοί,

και εξερράγ΄ η απειλή

μετά κραυγών και κρότων.

 

33

Των απαισίων οφθαλμών

το μέλαν πυρ ιδέτε.

Εγείρεται πας ο τολμών.

Την κώπην επί των σκαλμών

αφήκαν οι ερέται.


34
Ήρπασαν όπλα παρευθύς
από των προσπιπτόντων,
λίθους τινες χειροπληθείς,
και ό,τι εύρισκε καθείς
τις κώπην και τις κόντον.

35

Τα βλέμματα πλήρη φλογών

ηκόντιζον οργίλα,

κ΄ ερρίφθησαν, ως αν αγών

δεινών επέκειτο σφαγών,

και έπαλλον τα ξύλα.

 

36

Ο ανδραποδιστής λαός

τους οπαδούς των ξένων

πρώτους λαβών ανηλεώς,

τους έρριψεν εις της νηός

το στόμιον το χαίνον.

 

37

Φύλακες έστησαν τακτοί

εις την οπήν του σκάφους·

κ΄ εκλείσθη η καταπακτή,

κ΄ ην εις τα σπλάγχνα του φρικτή

η νυξ, ως είν΄ εις τάφους.


38
Είδε την πράξιν των ναυτών
ο ξένος νεανίας·
τον νουν ενόησεν αυτών,
αλλ΄ έμεινεν ακινητών
μεθ΄ υπερηφανείας.

39

Εν ω δ΄ ορμώσιν οι κακοί

κ΄ εκείνον να προσβάλουν

δύο βραχίονες λευκοί

ως περιδέραιον γλυκύ

τον νέον περιβάλλουν.

 

40

Η κόρη βλέπ΄ η τρυφερά

την απειλούσαν πάλην,

και ως δειλή περιστερά

προς την προστάτιν αφορά

του εραστού αγκάλην.

 

41

Αυτός δε κύπτει, την φιλεί,

κ΄ εγείρεται οργίλος.

Το βλέμμα σπινθηροβολεί,

προτεταμένον προκαλεί

το ευγενές του χείλος.

 

42
-«Τι θέλετε;» τους ερωτά·
και εις αυθάδης ναύτης
τω λέγει «θέλομεν αυτά
τα ψέλλια τα τορρευτά
μετά της κόρης ταύτης.

43
»Σε δε τον νέον τον καλόν
ταλάντου θα πωλήσω
εις τας φυλάς των Σικελών».
-Ο δ΄ απεκρίθη απειλών.
- «Παράφρονες οπισω!

44

»Ληστών αγέλη είσθε σείς!»
Κ΄ εκάγχασαν εκείνοι,
κ΄ εχώρει έκαστος θρασύς,
κ’  επί την κόρην τους δασείς
βραχίονας εκίνει.

45

Αίφνης επήδησεν εκτός

της πρώρας μεταξύ των.

Ήτο την έκφρασιν φρικτός,

και σκοτεινότερον νυκτός

το μέτωπόν του ήτον.

 

46
Κτυπά τον πόδα του βοών·
και δι΄ αρμών και κάλων
τρίζει το πλοίο φρικιών
από των άκρων κεραιών
ως άκρων των υφάλων.

47
Ιδού, εξ έω και δυσμών,
ω θαύμα και ω φρίκη!
Ως εις δεινόν κατακλυσμόν
τα κύματα μετά βρασμών
ορμούν ουρανομήκη.

48
Νυξ ήλθε μέλαινα. Περά
η αστραπή το σκότος,
κ΄ εις τα πυργούμενα νερά
κατά λυσσώντος του Βορρά
λυσσών παλαίει νότος.

 

49

Ως ωρυόμεναι κυνών

ηκούοντο αγέλαι

εις τον ευρύν ωκεανόν

και πελιδναί τον ουρανόν

διέτρεχον νεφέλαι.

 

50

Το πνεύμα των τρικυμιών

το πλοίον αναπνέει,

και, καθώς έμψυχόν τι ον

ορθούται πίπτει πνευστιών

γογγύζει και παλαίει.

51
Ως λίκνον βρέφους σαλευτόν
η λαίλαψ το κυλίει.
Σφάλλουσ΄ οι πόδες των ναυτών
και πάσαν δύναμιν αυτών
σκοτιδινία λύει.

52
Πίπτουσιν ύπτιοι πρηνείς
και εξησθενημένοι·
πνοής στερούνται και φωνής
και ο βραχίων αδρανής
ο σιδηρούς των μένει.

53
Αλλ΄εμαράνθη κ΄ η καλή
παρθένος ως το ίον.
Κλίν΄ η χρυσή της κεφαλή
και εις βοήθειαν καλεί
ο οφθαλμός της δύων.

54
Τας ανθηράς της παρειάς
ο νεος ελυπήθη
να τας ιδή χωρίς χροιάς.
-«Μη, φίλη, είπεν, ωχριάς,
ανάβλεψον και ζήθι».

55
Κ΄ ήνοιξ΄ εκείνη ασθενώς
τους γαλανούς αστέρας,
κ’ εγέλασεν ο ουρανός,
κ΄ έλαμψε πάλιν φωτεινός
ο δίσκος της ημέρας.

56

Μετέωρον φλογών μεστών

φανέν προς τον Αρκτούρον,

κατήλθεν επί τον ιστόν,

το άστρον ήτο το γνωστόν

αυτό των Διοσκούρων.


57
Η λαίλαψ παύει να λυσσά,
το πελαγος ν΄αφρίζη.
πάλιν ο ζέφυρος φυσά,
πάλιν η θάλασσα χρυσά
τα κύματα κοιμίζει.

58
Ο φλοίσβος μουσικους λαλεί
περί την τρόπιν ήχους.
Γελά γαλήνη, και δειλή
η αύρα παίζουσα φιλεί
της κόρης τους βοστρύχους.

59
Αήρ και θάλασσα ζωήν
καινήν ηκτινοβόλει
υπο του θέρους την πνοήν.
Το παν ην κίνησις, και ην
χαρά η φύσις όλη.

60
Αίφνης ωγκώθη, ως μεστός
εαρινής ικμάδος,
κι ερράγη τρίζων ο ιστός,
κι εξέφυ εύρωστος βλαστός
κομών αμπέλου κλάδος.

61
Στεφάνας πλέκουσας πολλάς,
ηρτήθ΄ εις τας κεραίας,
κ΄ εις πυκνόν θόλον η φυλλάς
εκάμπτετο και σταφυλάς
εβλάστησεν γενναίας.

 

62
Βριθύς τους κλάδους περικλών
καρπός το βλέμμα τέρπει.
Εις κλώνα πλέκεται ο κλών·
και τον ιστόν περικυκλών
χλωρός κισσός ανέρπει.

63
Και άνθη δια των κισσών

ποικίλα διεγέλων

ή κηπευτά ή των δασών

αρώματ΄ από των χρυσών

εκπέμποντα κυπέλων.

 

64

Εξαίφνης ρέει εκραγείς
εκ των ακροκεραίων
ευώδης ρύαξ διαυγής
δεν ήτον ύδωρ εκ πηγής
αλλ΄ανθοσμίας ρέων.

65
Τους ανδραποδιστάς σιγή

νεκρών καταλαμβάνει.

Ω! ποία πάλιν αλλαγή!

Πόθεν εβλάστησεν η γη,

ήτις εμπρός εφάνη;

 

66

Ο βαθύς όρμος μειδιά

και νεύει φιληδόνως.

Πάσα γωνία και σκιά,

και εις παν δένδρον φωλεά

ευλάλου αηδόνος.

 

67

Της παραλίας μαλακή

προκύπτει η αγκάλη.

Εκεί γαλήνη κατοικεί,

εκεί ο ζέφυρος γλυκύ

δια των φύλλων ψάλλει.

 

68

Ο ρύαξ, όφις αργυρούς

τους πολυκάμπτους γύρους

ελίσσ΄ εις τάπητας χλωρούς,

και άδων απαντά ο ρους

προς άδοντας ζεφύρους.

 

69

Βέλους οξύτερον χωρεί

το πλοίον προς τον κόλπον

και το προπέμπουσι χοροί

νηχόμενοι και ζωηροί,

μετ΄ ιαχών ευμόλπων.

 

70

Εγγύς, μακράν, εις τ΄ ανοικτά,

εκ σκοτεινού πυθμένος,

όντ΄ αναδύονται φρικτά,

όσα πλωτά, όσα νηκτά

και παν ενύδρων γένος.

 

71

Το κύμ΄ αφρίζον η ουρά

της ιπποκάμπης πλήττει.

Φυσώσ΄ εις ύψος τα νερά,

και, βαρείς όγκοι, σοβαρά

προβαίνουσι τα κήτη.

 

72

Βάλλουσιν έρωτες ο εις

τον άλλον με κογχύλας·

και παίζουσαι μετά βοής,

η Ναϊάς κ΄ η Νηρηίς

διώκουσιν αλλήλας.

 

73

Σειρήνα φέρων, ο δελφίν

ορμά εκ των αδύτων

και προκαλεί την αδελφήν

εις του αφρού την κορυφήν

ορχούμενος ο Τρίτων.

 

74

Σεμνός ο θίασος σοβεί,

ως φέρεται ο κέλης,

εις συνοδίαν ευσεβή·

και ύμνος αντηχεί, «Ευοί

ευάν, υιέ Σεμέλης!»

 

75

Η τρόπις ήγγισε την γην,

και οι θαλασσομάχοι,

τρόμου εκπέμψαντες κραυγήν,

επήδησαν και εις φυγήν

ερρίφθησαν εν τάχει.

 

76

Φεύγουσ΄ εις βράχους, εις κλειστάς

δασώδεις νάπας, ότε...

ω! τας αλύσσεις ως κλωστάς

συντρίβουσι και τους ληστάς

διώκουσ΄ οι δεσμώται.

 

77

Φθάνουσι, ρίπτουσι πρηνείς

εις γην τους ατιθάσσους

εργάται φοβεράς ποινής·

και σχίζουσιν ευθυτενείς

σκυτάλας εκ του δάσους.

 

78

Πάσα πληγή αιματηρά

ως ξίφους καταβαίνει.

Έχουσι νεύρα σιδηρά.

Δεν είναι άνθρωποι, ουρά

το νώτον τους περαίνει.

 

79

Και εκαθέσθ΄ υπό φηγόν

πυκνήν ο νεανίας,

απαθής μάρτυς των πληγών,

και αποστρέφων των κραυγών

το ους της ευσπλαγχνίας.

 

80

Το δράμα το προ των ποδών

μετ΄ οφθαλμού οργίλου

στιγμήν και μόνην προσιδών,

εις  την γλυκείαν συνοδόν

τα βλέμματα προσήλου.

 

81

Αλλ΄ ως την είδε να θρηνή

κατακειμέν΄ εις άνθη,

και η ευαίσθητος γυνή

προς ξένους πόνους να πονή

το βλέμμα του υγράνθη.

 

82

Και ένευσε, και ευμενής

παρέδειξεν η χειρ του

όπου η ράβδος της ποινής,

ραγδαία πίπτουσ΄ απηνής,

τα νώτα των εκύρτου.

 

83

Εξαίφνης τι μεταβολήν

η κόρη πάλιν βλέπει

εις των κακούργων την φυλήν!

Έχουσ΄ ιχθύων κεφαλήν,

και εις το σώμα λέπη.

 

84

Έχουν ουράν αντί ποδών,

και εις δελφίνων σχήμα

μεταποιούνται βαθμηδόν,

και σώζετ΄ έκαστος πηδών

εις το παφλάζον κύμα.

 

85

Άστατον χρήμα η γυνή

ως ο αήρ ο πνέων.

Αντί ευγνώμων να φανή,

τι έχει αύτη να θρηνή

προσβλέπουσα τον νέον;

 

86

«Ω! λέγει, ο θαυματουργός

συμπλήρωσον το θαύμα.

Φευ! βλέπω, βλέπω εναργώς!

Δος μοι το ύδωρ της Στυγός,

θανάτου δος μοι τραύμα.

 

87

»Συ ο τα πλάσματ΄ αλλοιών,

την πλάσιν μεταπείθων,

σε ικετεύω ως Θεόν,

το στήθος τούτο, ελεών,

μετάβαλον εις λίθον.

 

88

»Και έστω μοι καταφυγή

ο τελευταίος ύπνος,

και της καρδίας η σιγή·

ή δος να γίνω η πηγή

η κλαίουσα αγρύπνως.

 

89

»Θεν΄ αναβής εις ουρανόν,

και μόνη θα πλανώμαι

εις το απέραντον κενόν

τον ήλιον τον σκοτεινόν

δια να καταρώμαι.

 

90

»Ήλθες, σε είδα, και χαράς

κατεπληρώθ΄ η φύσις.

Άστρον του βίου μου, περάς.

Πριν δύσης μη με παροράς.

Δος θάνατον πριν δύσης.

 

91

»Ερρόφησα ό,τι γλυκύ

της κύλικος του βίου,

σταγόνα έρωτος· αρκεί.

Τι αν βίος διαρκεί

αιώνας μαρτυρίου;

 

92

»Συ ο Θεός, θα κατοικής

επάνω του αιθέρος,

όπου ο βίος ο γλυκύς,

αι τέρψεις αι διηνεκείς,

των θεαινών ο έρως.

 

93

»Ταχύς δε τάφος εις εμέ

και αιωνία λήθη».

- «Εις σε αθάνατοι στιγμαί

και επουράνιοι τιμαί»,

εκείνος απεκρίθη.

 

94

«Τι προς εμέ και οι θεοί

και η αθανασία;

Αθανασία μοι συ ει.

Μακράν σου η μακρά ζωή

μακρά απελπισία.

 

95
-«Ή θεν΄ ανέλθης μετ΄εμού
πλησίον των Μακάρων,
ή εις του μαύρου ποταμού
το ρεύμα πλέοντας ομού
θα μας δεχθή ο Χάρων.

96
»Πλήν θάρρει. Μετά των θεών,
όπου το θάλλον θέρος,
όπου ο άδυτος αιών,
και όπου φως χωρίς σκιών,
χωρίς δακρύων έρως.

97
»Εκεί το κάλλος σου θ΄ανθή
μετά των λαμπροτέρων
κ΄ η κόμη αύτη η ξανθή
εις τους αιθέρας θ΄απλωθή
ως πλόκαμος αστέρων».

98

Γη, ουρανός, το παν γελά

ενόσω τη ωμίλει·

και εις τα χείλη τ΄ απαλά

εις μέθην έρωτος κολλά

τ΄ αμβρόσιά του χείλη.

 

99

Η νέα κόρη ιλιγγιά,
Της γής εκλείσ΄ η θέα
την περιέβαλεν σκιά,
και εις τον Όλυμπον Θεά
ενεθρονίσθη νέα.

 

100

Φωνή ηκούσθη ν΄ αναβή

εκ λόφων και θαλάσσης,

και έψαλλεν· «Ευάν ευοί!

Τοιαύτ΄ η θεία αμοιβή

κ΄ αι των θεών κολάσεις!»

 

Περιοδικό Απόλλων, Τόμος 8, τεύχος 85 (1892), σ. 2-9.

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA