Γιάννης Ρίτσος - Σούρουπο στη συνοικία

 

Άνοιξη. Λαχανιάζει το φως γύρω και μέσα μας. Μια βαθιά ανάσα. Λιγάκι πιότερος αγέρας. Λαχταρίζει ένα φτερό πάνου μας, σκουντάει τους τοίχους. Μια πασχαλιά σκύβει πάνου απ’ τη μάντρα. Σε κοιτάει καλά. Την ξέρεις. Ξέρεις τη μυρουδιά της, φυλαγμένη κατάβαθα, εκεί πλάι-πλάι με την εικόνα της μητέρας, με το χαμόγελό της το βραδινό που σάλευε στη μορφή της σαν ένα μικρό, καρτερικό άστρο… Τότες που γυρνούσαμε σκονισμένοι, παιδιά, με γδαρμένα γόνατα, απ’ τις τάπιες του νησιού, πέρα στη Μονοβάσια, με την πίκρα του σύθαμπου πάνω στην ψυχή, σαν ένα στεγνό βότσαλο πάνω στην παλιά εταζέρα, σαν ένα ξεροκόμματο ψωμί πάνου στο εργατικό τραπέζι μετά το δείπνο. Η πασχαλιά, η μαβιά μυρωδιά της στη συνοικία της Αθήνας. Λες: ευχαριστώ. Ένας κόμπος στο λαρύγγι. Είναι όμορφα… Η μάντρα, τα δεντράκια, οι πέτρες εδώ. Η λάμψη του δειλινού πάνου στις καλτσοβελόνες καθώς πλέκει στο παράθυρο η κοπέλα τού μπαρμπα-Στάθη. Η φωνή του εφημεριδοπώλη «τελευταίο παράρτημα…» Είναι όμορφα… Το ξέρεις, και πικραίνεσαι γιατί το ξέρεις. Προχτές ακόμη, πότε; -να, ένα-δυο μέρες πριν, Νοέμβρης-Δεκέμβρης, α, ναι, δεν ήξερες: ήταν δεν ήταν όμορφα. Μονάχα ήταν. Κι όλα βρισκόνταν μέσα του. Τα σπίτια κι οι άνθρωποι και τα δέντρα, όλο το φως, η λευτεριά…

Τώρα λιγόστεψε ο αγέρας, χωρίστηκαν πάλι τα πράματα, καθένα με τ’ όνομά του: το σπίτι, το δέντρο, ο μπαρμπα-Στάθης, η Μαρία, ο εφημεριδοπώλης, το δειλινό, η μνήμη, το παρόν… Ζητάς να πάρεις μια βαθιά ανάσα. Κάτι μποδάει. Μα, κει πιο μέσα, πιο βαθιά, το σμίξιμο, η λαχτάρα μια: λευτεριά… Το δειλινό στη συνοικία της Αθήνας μας. Ένα μελαχρινό παλικάρι στέκεται μπροστά στο μουτζουρωμένο τοίχο. Έχει τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού σφιγμένα σε γροθιές. Κοιτάει τον τοίχο με τα κόκκινα σβησμένα γράμματα.

Μια γριά περνάει δίπλα του. Κοντοστέκει. Κοιτάζει σα μάννα:

-- Μας τα σβήσανε, γιε μου, έτσι λέει. Μας τα σβήσανε.

Το μελαχρινό παλικάρι δε μιλάει. Μόνο που σφίγγει λίγο τα χείλια του. Η γριούλα πηγαίνει πιο σιμά του:

-- Μη χολοσκάς, μάτια μου. Κι αν σβήσανε, μαθές, τα γράμματα απ’ τους τοίχους, μη δα σβηστήκανε κι απ’ την καρδιά μας;

Χαμογελάει το παλικάρι, χαμογελάει κι η γριούλα μπροστά στον τοίχο, εκεί, με τα σβησμένα γράμματα. Όλα σμίγουν ξανά: το δειλινό, τα σπίτια, η πασχαλιά, οι καρδιές… Ένα όνομα…

Κι η φωνή του εφημεριδοπώλη μέσα στη συνοικία της Αθήνας, στο τριανταφυλλένιο σούρουπο. Η φωνή του: «Οι Ρώσοι στο Βερολίνο».

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (12.5.1945)

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA