Βασίλης Ρώτας

 

Ο Βασίλης Ρώτας γεννήθηκε το 1889 στο Χιλιομόδι της Κορινθίας. Σπούδασε φιλολογία. Υπηρέτησε σαν αξιωματικός στους πολέμους και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Ποιήματά του πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1908. Έχει εκδώσει τα παρακάτω βιβλία: «Τραγούδια της Κατοχής», 1952, «Τεχνολογικά Α΄» και «Τεχνολογικά Β΄», 1952, μελέτες, «Γραμματιζούμενοι», κωμωδία και «Παραμύθι της «Ανέμης», παραμυθόδραμα, 1953, «Κιθάρα και Γαρούφαλλο», ποιητική συλλογή που περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν κατά καιρούς μεταξύ 1908-1953, «Ξένα Λυρικά», έμμετρες μεταφράσεις στη νεοελληνική Άγγλων και Γάλλων ποιητών, 1955, «Παλιές Ιστορίες», διηγήματα, 1955, «Καραγκιόζικα», συλλογή σκετς για καραγκιόζη, 1956. Σε συνεργασία με τη Βούλα Δαμιανάκου εξέδωσε το «Μνημόσυνο», ποιήματα, 1961 και το «Δημοκράτες Παραδημοκρατικοί», 1965. Έχει μεταφράσει στη νεοελληνική Σαίξπηρ, Αριστοφάνη και άλλους κλασικούς. Πέθανε το 1977.

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΜΕΝΟΥ

 

            Είχε κατέβει ο Θεός κάτου, ο θαλασσόθεος και συντάραζε τη θάλασσα και σάρωνε τον τόπο ημερόνυχτα. Οι άνεμοι, ξαπολυμένοι, εδιώχνανε κι απ’ το πέλαγο κι απ’ τη στεριά και πλεούμενα και ανθρώπους και ζωντανά, ξερίζωναν δέντρα και μπαίνανε και ως και μέσα στα σπίτια και ούρλιαζαν. Κάποτε ο μαυροσύννεφος ο Νοτιάς πήρε να ξεθυμάνει, το βράδυ γλάρωσε κι όλη νύχτα μόνο η θάλασσα ανταρευότανε ακόμη και βόγγαγε.

            Οι πρώτοι άνθρωποι που βγήκανε χαράματα στο γιαλό, βρήκανε τον πνιγμένο τουμπανιασμένο πάνω στα φύκια και στα κλαριά. Τα ‘χε όλα ξεράσει το κύμα, που φούσκωνε ακόμη και ξέρναγε αφρούς, αν καλά ξελιγωμένο πια κι αποκαμωμένο.

            Ένας πνιμένος στο ακρογιάλι, σε μικρό χωριό, φέρνει μεγάλη ταραχή στους ανθρώπους. Αμέσως το μαθαίνουνε όλοι και συνάζονται γύρω στο κουφάρι, με περιέργεια, θλίψη και συμπόνια. Ετούτος φαινότανε άντρας μεσόκοπος, μα η θάλασσα τον είχε δείρει πολύ πριν τόνε πετάξει έξω και του ’χε χαλάσει τη μορφή, σε τρόπο που δεν έδειχνε πολλά σημάδια γνώρας. Κι η φαντασία τω χωριατώνε βάλθηκε αυτή να τρέξει μακριά για να πιάσει το σουλούπι, τη νιότη, την αντρειά του πνιμένου και τις σχέσεις του με τον κόσμο. Κι όπως όλοι τους ήτανε θλιμμένοι, κι από δικά του ο καθένας από το χαλασμό της κατοχής κι από την πείνα, γιατί ο πόλεμος δεν είχε αφήσει σπίτι που να μην το ’χει κάψει στην καρδιά, οι φαντασιές με πολύ μαύρα μάτια είδανε το άγνωρο κουφάρι που κειτότουνε εκεί, πάνω στα φύκια, ξεχαρβαλωμένο και φουσκωμένο σαν μεθυσμένο και αδιάντροπο. Σα να βλαστήμαγε τη ζωή. Σα να μούτζωνε και τον ουρανό τον ολογάλανο που έπιανε να τόνε χρυσώνει ο λαμπρός ανοιξιάτικος ήλιος και τη θάλασσα που καταλάγιαζε λιγοθυμισμένη, και το αγέρι που κατέβαινε από τις κορφές τις γεράνιες και τις πράσινες πλαγιές γύρω, μοσκοβολημένο από θυμάρι κι αγριοβιολέτα, και τα πουλιά που πετούσανε στο γλαρόν αθέρα, και τους ανθρώπους γύρω του, που τόνε κοιτάζανε με σκυμμένα μούτρα και μάτια ανήσυχα και φοβισμένα.

            Επί τέλους ήρθε κι ο χωροφύλακας κι όλοι του κάνανε τόπο να περάσει μπροστά. Κοίταξε πρώτα με προσοχή το κουφάρι, από το μπρουμυτισμένο κεφάλι του ως τα ανακλαδισμένα κανιά του, ύστερα πρόσταξε δυο χωριάτες να το γυρίσουν ανάποδα. Η φορεσιά του έμοιαζε με στολή.

            - Στρατιώτης ήτανε, είπε ο χωροφύλακας, κι όλοι οι παραστεκούμενοι αναστενάξανε κι οι γυναίκες πιο πίσω λουχτούκιασαν.

            - Για ψάχτε του τις τσέπες, πρόσταξε πάλι ο χωροφύλακας, κι οι δυο χωριάτες που προθυμήθηκαν να βάλουνε χέρι στον πνιμένο, αρχίσανε τώρα να τόνε ξεκουμπώνουνε, να χώνουνε τα χέρια τους μες στις τσέπες του, να τραβάνε από κει πράματα και να τα δίνουνε του χωροφύλακα.

            - Το ρολόι του, είπε ένας ξεθηλυκώνοντας ένα ρολόι απ’ τον αρμό του πνιμένου. Πάλι λουχτούκιασαν οι γυναίκες. Μα οι άντρες και τα παιδιά γέλασαν, γιατί αυτός που ξεθηλύκωσε το ρολόι, πριν το παραδώσει στο απλωμένο χέρι του χωροφύλακα, το ’βαλε στ’ αυτί του, για ιδεί αν δουλεύει.

            - Τι ώρα λέει; να βάλουμε όλοι τα ρολόγια μας!! ρώτησε φωναχτά ένας χωρατατζής και το αστείο  του δεν έμεινε αναπάντητο από γέλια.

            Δεν άργησαν οι παλάμες του χωροφύλακα να γεμίσουνε με πράματα, το ρολόι, έναν σουγιά, ένα μαντηλάκι, μια φυλλάδα διπλωμένη, ένα μολύβι, μια τσατσάρα, ένα πορτοφόλι φουσκωμένο σαν τον ιδιοχτήτη του και ξεκοιλιασμένο, που μισοφαινόντουσαν τα μέσα του χαρτιά και τα χρήματα, ένα μάτσο γράμματα.

            Ο χωροφύλακας τ’ άδειασε όλα μέσα σ’ ένα σακίδιο που ’χε κρεμασμένο στο πλευρό του. Κράτησε μόνο τα χαρτιά κι άρχισε να τα εξετάζει, ψάχνοντας για την ταυτότητα του πνιμένου. Ξεφυλλίζοντας τα μουσκεμένα γράμματα, διάβαζε κιόλας φωναχτά : «Αγαπητή μου Ελενίτσα…».

            - Γράμματα στην αγαπητικιά του, φώναξε ο χωρατατζής και γέλασαν τα παιδιά.

            Ο χωροφύλακας ξεδίπλωσε το δεύτερο γράμμα και διάβασε πάλι : «Αγαπητή μου Ελενίτσα…», ύστερα τρίτο, τέταρτο, κι όλα άρχιζαν με το «Αγαπητή μου Ελενίτσα».

            - Διάβασε και παρακάτω, ξεστόμισαν μερικοί. Ο χωροφύλακας κράτησε το τελευταίο να διαβάσει και παρακάτω. Και η δική του πια η περιέργεια και ολονώνε είχε φουντώσει. Η φαντασία του καθενού είχε πλάσει από το άφαντο χάος μια ξέχωρη μορφή γι’ αυτή την Ελενίτσα. Άλλος την έβλεπε ερωμένη, άλλος γυναίκα στεφανωτή, άλλος Ελενάρα, άλλος Ελέγκω.

            Ο χωροφύλακας διάβασε φωναχτά ως το τέλος το ακόλουθο γράμμα:

            «Αγαπητή μου Ελενίτσα

            Σου ’χω γράψει γράμματα, παιδί μου, κάθε μέρα σου γράφω, χωρίς να σου στείλω ακόμη κανένα, γιατί δεν τα κατάφερα. Κ’ η ελπίδα που είχα να σου τα στείλω, τώρα χάθηκε ολότελα, γιατί πιάστηκα. Όμως πάλι σου γράφω το τελευταίο χαρτί που έχω κ’ ίσως βρω καμιά ευκαιρία. Τώρα μας εβάλανε στο πλοίο, για να μας πάνε στα μέρια τους. Έτσι λένε πολλοί, μα κανείς δεν ξέρει για πού ταξιδεύουμε. Τα αεροπλάνα έρχονται ολοένα από πάνω μας και μας ρίχνουνε κι ολοένα οι καρδιές μας λαχταρίζουνε, τώρα θα μας βουλιάξουνε. Βλέπουμε τη στεριά να φεύγει λίγο λίγο και να χάνεται απ’ τα μάτια μας. Παιδί μου, Ελενίτσα μου, ο νους μου είναι σε σένα που έμεινες  μάνα στο σπίτι, να κοιτάξεις και τ’ αδέρφια σου κι είσαι ακόμη τόσο μικρή. Από την ημέρα που ’λαβα το γράμμα σου το πικραμένο, που μου ’γραφες τη θανή της μητέρας σου, μέρα νύχτα εσένα συλλογίζομαι και κλαίω. Μόλις είχα σκολάσει τη μάχη κι ήμουνα ζωντανός ακόμη κι άβλαβος κι έτρωγα ευχαριστημένος το ψωμί μου, ήρθε παιδάκι μου το γράμμα σου με τη μαύρην είδηση που με λάβωσε κατάκαρδα. Καλύτερα έλεγα να μ’ είχε πάρει εμένα ο χάρος, όπως τόσους και τόσους συντρόφους μας και χωριανούς μας, πάρα που πήρε τη μητέρα σου. Γιατί αυτή χρειαζότανε σε σένα και τ’ αδέρφια σου που είναι ακόμα μικρούλια και πώς να ζήσουνε. Μου ’γραφες, παιδί μου, να κάνω καρδιά και σπάραξε η ψυχή μου, που ’δινες εσύ θάρρος, εσύ το άπλερο και μικρό κοριτσάκι. Παιδάκι μου, να τηράξεις τ’ αδέρφια σου και να τους σταθείς εσύ μάνα πονετικιά. Να μη ζητήσεις τη βοήθεια κανενού χωριστά, παρά όλου του χωριού. Να μην εμπιστευθείς, παιδί μου, ούτε τον παπά, ούτε τον πρόεδρο χωριστά να σε βοηθήσουνε κι ούτε κανένα συγγενή, παρά να πέσεις στο έλεος του χωριού. Να βγεις, παιδί μου, στην εκκλησία, μες στη μέση, και να τόνε φωνάξεις τον πόνο σου. Να ’χεις μαζί σου κι όλα τ’ αδερφάκια σου, να φωνάξετε όλα μαζί και να πείτε «Χωριανοί η μάνα μας πέθανε, ο πατέρας είναι στον πόλεμο, το χωριό να μας φροντίσει και μεις εδώ του χωριού είμαστε». Μέσα στην απελπισιά σου, εσύ παιδάκι που ‘δειξες μυαλωμένο και πονετικό, εσύ είσαι το μοναχό στήριγμα της καρδιάς μου, εσύ είσαι το μοναχό φως μέσα στο σκοτάδι που βρίσκομαι. Να πολεμήσεις, παιδί μου, για τ’ αδέρφια σου. Να τηράξεις τους άλλους, να μην τηράξεις τον εαυτό σου. Να μη ζηλέψεις καθόλου τις χαρές και τις ομορφιές και τα στολίσματα για τον εαυτό σου και παρατήσεις τ’ αδέρφια σου, που από σένα κρέμονται τώρα. Σου ’πεσε μεγάλο βάρος πουλάκι μου, Ελενίτσα μου, πάνω στις τρυφερές σου πλάτες, το χρέος της μάνας μαζί και του πατέρα. Να το νιώσεις, βασανισμένο, και να σταθείς σ’ αυτό το χρέος πιστή, έτσι να ιδούμε καλήν αντάμωση. Να μη γυρίσω, παιδάκι μου, πίσω και σας βρω σκόρπια και ντροπιασμένα. Εγώ, από δω που βρίσκομαι, εσάς έχω ελπίδα για να παλέψω και κάθε πνοή μου θα παίρνει δύναμη από σένα, άπλερο πουλί μου, που θ’ αγωνίζεσαι μέσα σ’ αυτή τη συφορά για το καλό και την προκοπή. Κι όταν ανταμωθούμε όλοι μας χαρούμενα…».

            Εδώ σταμάτησε το διάβασμα, γιατί δεν είχε συνέχεια. Ο χωροφύλακας γύρισε τα μάτια του στους παραστεκάμενους κι όλοι κλαίγανε, οι γυναίκες γοερά, οι άντρες σκυφτοί και σαν ντροπιασμένοι. Ως και τα παιδιά στεκόντουσαν συλλογισμένα. Κάποιος εφώναξε κ’ είπε:

            «Αυτός ο πνιμένος είναι δικός μας, κι αυτή η Ελενίτσα και τα παιδιά τους τ’ άλλα, δικά μας είναι! Πρέπει εμείς να τα φροντίσουμε».

            «Ναι, ναι», φώναξαν όλοι «να φροντίσουμε να τα βρούμε». Κι άρχισε συζήτησε σ’ όλη τη σύναξη εκεί γύρω στον πνιγμένο. Όλοι φωνάζανε κι ο καθένας επρόσθετε κι από μια γνώμη, πώς να κάμουνε ν’ ανακαλύψουνε το χωριό και το σπίτι του πνιμένου, πώς να στείλουνε επίτηδες ανθρώπους μ’ έξοδα του χωριού τους, να ταξιδέψουνε, όλη την Ελλάδα στην ανάγκη, για να βρούνε αυτή την Ελενίτσα, να τη βοηθήσουνε. Άλλος επρόσθετε «να τα πάρουμε αυτά τα παιδιά και να τα φέρουμε εδώ στο χωριό μας, να τα κάνουμε δικά μας». Άλλος είπε : «Να τα τυπώσουμε στην εφημερίδα, τα διαβάσει όλος ο κόσμος».

            Έτσι, με ταραχή και συγκίνηση και γενική προθυμία να εχτελέσουνε τις εντολές του πνιγμένου, πέρασαν οι χωριάτες εκείνη την ημέρα τους. Όμως τι κάμανε, πώς τέλειωσε αυτή η ιστορία, αν το χωριό αυτό έβαλε σε πράξη την πρώτη ορμή που ’λαβε απ’ το γράμμα του πνιμένου, ή αν και το λείψανό του και το γράμμα του πήρανε το φυσικό τους δρόμο, εκείνο για μιαν άκρη στο νεκροταφείο, κι εκείνα για μιαν άκρη στη ντουλάπα της ανάκρισης, δε μαθεύτηκε. Πολλές είναι οι έγνοιες κ’ οι λαχτάρες της ζωής, έτσι που, ως να γίνει το ‘να περιστατικό, άλλα απανωτά έρχονται και το πλακώνουνε, σαν τα κύματα στο γιαλό, που ως να ιδείς καλά καλά το πρώτο κύμα, δεύτερο, τρίτο από κοντά έρχεται και κουκουλώνει τ’ άλλα, και το μόνο που νιώθεις βαριά είναι η αντάρα και το άφρισμα του πελάγου.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA