Το διήγημα αυτό περιλαμβάνεται στην πρώτη έκδοση της συλλογής «Το θείο τραγί» (1931) αλλά δεν ξέρω αν έχει συμπεριληφθεί σε επόμενες εκδόσεις. Ευχαριστώ τον φίλο Σ.Δ. για την πληκτρολόγηση.

Ο Ούζος

Κάτ’ ήξερε κι αυτός από σκαριά κι αμαρτωσές, κατ’ ήξερε από σουλούπια και καράβια.

Πώς δένεται η τιρκετίνα και οι ράντες, πώς κόβουνται οι γάμπιες και τα φλίτσα, πώς σφίγγουν τα ρεφόρσα—ο κούντρος μπρε κι οι φίγκοι πώς σταυρώνουνται—ας ήταν καλά που τάπαιζε στα δά­χτυλα, ας ήταν καλά πούταν ψωμί τυρί γι’ αυτόνε. Η παλιά του η τέχνη πούταν και η πρώτη.

Τι νόμιζαν.

Επειδής καθόταν και δε μίλαε; Επειδής δέν τ’ άρεσαν τα λόγια; Ήταν από φυσικού του λιγομίλητος· ήταν από τη μάνα του κασίδης.

—…Καλά, ας σώπαινε ...

Ας σώπαινε;

Ναι, μα ειν' αγγούρι το κουτραμπάλμπαρι· είναι μανίκι οι κουρτελάτσες· δεν είν’ το πήκυ της γκλίζας παίξε γέλασε. Δεν είν’ λουκούμι η κοντραμετζάνα να το χάψει.

Είναι σόι το βασίλειο,

Θέλει μέτρο και φρόνηση, θέλει τέμπο και τάξη. Μάτι κι αφτί. Να ρεουλάρεις, να μετράς, να καρατάρεις με το μάτι.

Όχι άντε καράβι φχιάχνουμε.

Άλλα ’ν’ τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας· άλλο παπούτσα να μπαλώ κι άλλο γολέτα να σκαρώνεις.

Καρένα, κοντρακαρένα και σωτρόπι· ο Μάρτης κι η σαρακοστή· λογάριασε και μέτρα: Τόσα πόδια ποδόσταμο, τόσα κοράκι πλώρης—γράφε παιδί— πλώρη σπαθί, μάσκες, γοφοί—λεπίδι· φόδρο χυτό· τουρέλο σαν και του Θεού ν’ αρέσει.

Έχουμ’ εφτά και μια παλάμη —πες— τα μπόσκα· βάλε αρμό ένα δάχτυλο, βάλε άλλο ένα χάση, και μέτρα· είπαμ’ εφτά—δηλαδή στραβόξυλο—το παραπέτο ενάμισι πουντέλια μονάχα στο κάσαρο, μόνο στη πλώρη μπουκαπόρτες. Έχουμε λοιπόν και λέμε εφτά…

—…Μπα που κακός σκασμό—οος του...

— Σκασ-μοοός; (εφτά και τρεις) - Μπα πού κακόοος του;—Άντε λοιπόν να δω, πώς θα μουδάρεις γάμπιες για την όρτσα. Πώς θα σταυρώσεις φίγκους στο τραβέρσο, πώς διάολο θα στριγκάρεις με πανιά τσιταρισμένα. Χαχά! τί νόμισες; πως είν’ μαλλιά τα γένια;

Νάχεις σταβέντο τον καιρό και πρίμα—φούσκα τα πανιά σου  κι’ άντε να δω το γύρισμα.

Να καμαρώσω την αλέστα σου, να ιδώ το μάινα στα όξω των φλοκιών σου· πως θα μπατάρεις το τιμόνι σου, πως θα μολάρεις τόσα μπράτσα.

Ή πού καθόταν και δε μίλαε· ή πού δε τ’ άρεσαν τα λόγια. Ήταν από φυσικού του λιγομίλητος, ήταν από τη μάνα του κασίδης.

Πώς καμαρώνει η τιρκετίνα και οι ράντες, πώς χαιρετάν τα φλίτσα —ο κούντρος μπρε κι οι φίγκοι πώς σταυρώνουνται— ας ήταν καλά πού τα ’παιζε στα δάχτ ....

Θεέ μου! ψαλίδι γοργοφτέρουγο η γλώσσα του γλυκολαρύγγιζε ψιλούς καημούς, αψά μεράκια. Το Μάη —το Μάη με τα λουλούδια του γαλιάντριζε. Φούσκωνε μέσα του —ένας πόταμος— ο οίστρος του, άπλωνε της ζωής του ο ουρανός κι εγέλα.

Ο Ταρσανάς !...

Λιγνή γοργόνα να σκαλίζεις πά’ στη πλώρη.

Να κάνεις χτένι τα φτερούγια της, να κάνεις φίδια το μαλλί της· χλέπι προς χλέπι να κεντάς χυτό κορμάκι.

Έτσι περδικοστήθα, αγοροπρόσωπη, με το λαιμό χυτό —σαν τ’ αητού— με χέρια σαν φτερούγες απλωμένα. Σαν το χυμιό του σαϊνιού, να ορμάει η ομορφιά της κατ’ το κύμα!

Ο Ταρσανάς!

Τρυπάνι και σκαρπέλο! Η μυρουδιά του κατραμιού να σου κεντρίζει το μεράκι.

Να ’ναι στις σκάρες των ψυχούλες νιόβγαλτες τα μπρίκια —με δίχως νύχια και φτερό αητοί: οι γολέτες —και νάν’ τα όκια τους γλαρά, έτσι νοσταλγικά, σαν να βαθιοί καημοί, θαλασσινά μεράκια τα συμπήραν.

Σαν του μικρού παιδιού η ευωδική κορμίλα να σε φτάνει, η μύχια μυρουδιά των κουφαριών τους.

Αχ ναι, καρένα, κοντρακαρένα και σωτρόπι· ο Μάρτης κι η σαρακοστή    τόσα   πόδια    ποδόσταμο, τόσα κοράκι πλώρης· (γράφε παιδί) μάσκες, γοφοί— λεπίδι· φόδρο, χυτό, τουρέλο σαν και του Θεού ν’ αρέ...

Φτερό που έπαιρν’ η ψυχή του! Αγιόκλημα πολύ κι αγιοΔημήτρηδες που άνθιζε η ιδέα του κι ευώδα.

Όμως η γυναίκα του τούδωσε σιχτίρ. Τούπε να ξεκουμπιστεί να την αφήνει ήσυχη στο χάλι της.

...Μπα που κακός του χρόοο-νος! Μπα που να του σάπιζε η γλώωω-σα. Τι ; Δεν της ξεκουμπίζονταν να φύγει.

Κι έτσι—όπως πάντα—ο Μπαρμπα-Μιχάλης ξεπόρτισε.

Μιαν αγάπη πλατειά, τρυφερή, υπεράνθρωπη, ήταν αυτό που επλάταινε μέσα του της διανόησής του τους κύκλους. Ξάνοιγε της καρδιάς του τα όρια κι έδινε σ’ όλα τα πράγματα μια μειλιχιότη παράξενη. Συζητούσε μαζί τους κι αυτός —διαλέγονταν— σε νοερή συνδιάλεξη, τα προσφωνούσε όλα μαζί κατά πρόσωπο.

Τι καλοσύνη τον βάραινε, τι καλοσύνη! πόση ομορφιά του ξεχείλιζε.

Συχνοπροσκύνα καθώς πήγαινε, γλυκοχαιρέτα τους γειτόνους του· χρυσές κουβέντες διασταύρωνε με τους διαβατικούς και τους γνωστούς του.

...Καλή τους μέρα—Καλημέρα τους. Πώς τάχαν τα παιδιά; Καλά; Εχαίρονταν. Τα κέφια τους; Καλά; Ομοίως, παρομοίως—πάντα καλά.

Έτσι ν’ ακούει να γίνετ’ η καρδιά του.

Καλή τους μέρα και χρυσή—καλότατό τους βράδυ .. κι’ αυτός επάγαινε... Ξέρανε που: στον  ταρ­σανά—χαχά (τι γλύκα!) αμ’ πού αλλού: στις σκάρες.

Πού καλαναρχάει ο παπάς το ευλοητός; στην εκλησά—χαχά (τι αγγελικότη!) παληός παπάς καλέ μ’ κι’ αυτός. Κατ’ ήξερε από χερουβικό και πατερμά, κατ’ ήξερε από σουλούπια και καράβια. Πώς δένεται η τιρκετίνα και οι ράντες, πώς σφίγγουν τα ρεφόρσα—ο κούντρος μπρε κι οι φίγγοι πως σταυρώνουνται—ας ήταν καλά που τάπαιζε στα δάχτ...

Πάντα εκεί έμενε στα δάχτ… Εκεί τον άφηνε ο κόσμος· και τ’ άλλα τα εξακολούθαε μονάχος του· του εαυτού του τα διηγόταν... Πως θέλει μέτρο και φρόνηση, πως θέλει τέμπο και τάξη·

Κι' άφηνε τους άλλους να κουρεύουνται. Με το πλευρό που είναι να κοιμώνται. Θα τα θυμόντουσαν τα λόγια του αυτουνού, μα θάν’ αργά· θάρθει καιρός που το περικαλώντας του θα πάνε· καιρός πουλάει τα ξύλα…

Μα κανείς δεν προσέχει. Τσαμπουνάει μονάχος του. Είναι ακόμα πρωί και δεν έχει κέφι ο κόσμος. Τα παιδιά αχ αυτά τα παιδιά —θα κοιμώνται· είναι η ώρα   του τραίνου   κι έτσι λείπουν κι’ η λουστραρία κι οι μόρτες.

Κι ο μπαρμπα-Μιχάλης ξακολουθάει τον χαβά του. Πάντα και τα ίδια της σχωρεμένης κοπανίζει στο κόσμο.

…Πως δεν ήταν το πήκι της γκλίζας παίξε γέλασε, πως δεν ήταν λουκούμι η κοντρομετζάνα να το χάβαν. Μαλλιά δεν είν’ τα γένια· πίσω έχει η αχλάδα τη νουρά…

 

* * *

 

Εκεί όμως στον ταρσανά τον έδιωξαν. Άσκημο δρόμο τούδωσαν οι καραβομαραγκοί κι οι καλαφάτες. Μπελάς τούς είχε γίνει των ανθρώπων· τσάμικος  ταμπάκος.

Αυτοί τσακίζονταν και πάσχιζαν στις έγνοιες τους κι αυτός τους έψελν’ από δίπλα.

...Δεν ήταν καρφί αυτό που χτύπαγαν στο κάσαρο, δεν ήταν μπουντέλια αυτά πού στήριζαν το σκάφος. Πώς θα φοράρουν τα ντιστέκια τους στο ρίξιμο; Πώς θα κατσάρουν τα παλάγκα; Μα τι; Για ίσωμα το πέρασαν; Μπρε θέλει μάτι κι αφτί, χαρτί και καλαμάρι· άλλο παπούτσα να μπαλώ κι άλλο...

Οι άνθρωποι υπομέναν.

Τον έπαιρναν με το καλό τους, του μίλαγαν με το γλυκό:.. Μπρε τζάνε τους, μπρε μάτια τους, δεν έπαυε; Δεν πάγαινε και παρακάτω; Δεν τους απαρατούσε στο μεράκι τους; Μπρε μπρε μπελάς πασαμεριάτικος...

Αυτός το γουδί το γουδοχέρι· είδε γιαλό που αρμάτωναν ’να κότερο και καλανάρχιζε τα ίδια.

...Αχού—ου αρμαδόρο που στον πέτυχαν! Αποκοπή τον είχαν ή με μεροκάματο; Στραλιέρες ήσαν κείνες ή χαμούρια; Τον είχαν τουλάιστο δέσει με συμβόλαιο, μην έκαν’ έτσι και τους φύγει; Για διές βιλιάρης για καμάρωμα! Γιά διές... γαμπρός για σύρτα φέρτα! Αυτός αρώταε κι αυτοί —στο θεό που πεστεύαν— ας του λέγαν: Αν ήταν άλμπουρο εκείνο το πρυμιό ή βάσανο· αν ήταν τσιμπούκι τ’ άλλο εκεί πέρα, ή αγγλίτσα. Μπρε τον τσοπάνο! Αμ’ πού στον ψώνιζαν; Ματί; Κότερο αρμάτωνε ή τραμ­πάκουλο; Μπα που κακός του χρόοο—νος! Έτσι μωρέ κρεμιέται η μαΐστρα; Φτου σκουληκομερμηγκότρουπα! Πώς δένεται η τιρκετίνα και οι ράντες, πώς χαιρετάν τα φλίτσα—ο κούντρος μπρε κι οι φίγγοι πώς σταυρώνουνται—ας ήταν καλά που τάπαιζε στα δάχτ...

Τον έδιωξαν· με τις σπρωξές τον πήραν από κείθες: «Όξω, του λένε και τον σκούντηξαν· σιχτίρ γερομπεκρή, αλανιάρη.» Και να σπρωξές και να, απ’ το σακάκι τον τραβάγαν· ως που τον εξεκούμπισαν.

Εκεί στο ύψος του μονοπατιού εστάθη· ένα παιδάκι από παρέκι τον αγνάντευε. Έτσι καθώς τον είχαν ξεστηθώσει έβλεπες στις φούσκες των βυζών του, ζωγραφιστή τη Χαλκίδα απ’ τη μια μεριά, το κάστρο του Καράμπαμπα απ’ την άλλη.

Βύθισε τη ματιά του στον Ευβοϊκό, άφησε ένα βογκητό μεσ’ απ’ τα στήθια.

Η αφροθάλασσα, τα σύγνεφα, οι γλάροι!

Τι ωραίον που τον είχε κάμει ο Κύριος τον κό­σμο μας! Βαθιά αρμενίζαν τα πλεούμενα, λικνίζονταν καράβια και ψυχούλες. Ένας γλυκοφυσάμενος λεβάντες, φούσκωνε τα πανιά των καραβιών, τα κύματα της θάλασσας.

Και νάν’ τόσο κακοί οι ανθρώποι!...

Τον ξέσκισαν   αυτοί οι   καραβομαραγκοί.   Τον αποπήραν σαν σκυλί. Όπου τον άδραξαν τα χέρια τους, τον πόναε το κρέας του σαν σάπιο. Άνω— κάτω του κάμανε τα ρούχα.

… Να,αυτό το παιδί εκειαδά, θάχε καλή καρδιά· θά τον λυπόταν το καημένο. Α τα παιδιά! 0 Κύριος! «άφετε τα παιδία ελθείν προς με». Πού νάξερε νάχε στη τσέπα του λίγα φουντούκια ... Μπρε συ ...έλα δω...

—…Ου—ζόοοοο του απάντησε εκείνο και τόβαλε στα πόδια Ου—ζόοοοο… γκζίτ.

Αχ, τι φωνή!

Ο μπαρμπαΜιχάλης τάχασε, δε πίστευε στ’ αφτιά του... ο δαίμονας, το είδες: φτου τρισκατάρατε ...

Περίλυπος τράβηξε προς τα κάτω.

Του Θεού τα δώρα με τα ωραία ονόματα —ο ταρσανάς, η θάλασσα, ο λεβάντες— μοιάζαν σα μαχαιριές δίχως πονέματα, ήσαν ’να τραγούδι χωρίς τόνο.

Μόνο οι πληγές του ήσαν εξαίσιες· μόνο το αναστάτωμα των ρούχων του ήτανε τέλειο. Ήταν η λύπη του αριστούργημα!

Και κείνη η φωνή του γαβριά, τι άνθος! ου—ζόοο.. γκζίτ. Είδες κοψά; Είδες πώς φούσκωσαν οι φλέβες στα λαιμά του;

 

* * *

 

Ο μπαρμπαΜιχάλης θύμωσε. «Σκασμός» έβαλε μια φωνή και σταμάτησε. Δείχνει τις γροθιές του στον ουρανό, τρίζει τα δόντια του· φοβερίζει τον κόσμο: τσογλάνια...

Ξαναρχίζει σιγά σιγά να πηγαίνει. Κουτσαίνει· τον πονεί το ποδάρι του, αχ…

Παρακάτω εκεί, διασταυρώνεται μ’ έναν παπά. Ο παπάς πάει μπροστά, τον ακλουθάει ένα χαμίνι ξυπόλυτο. Ο παπάς κρατάει τα πετραχήλια τυλιγμένα και το βαγγέλιο, παραμάσχαλα· το χαμίνι ένα θυμιατό στο δεξί του: Θα πααίναν ν’ αγιάσουν στον ταρσανά καμιά σκάρα.

Ο Μιχάλης θυμάται τη γόπα του· ψάχνεται. Ιδρώτας κυλάει μέσ’ στα χαράκια του μούτρου του· τέλος τη βρίσκει—την είχε στο θαλάμι του κούκου  του.

Ο παπάς καθώς προσπερνάει τον κοιτάζει· τον ξέρει. Μόλις ανθίζει ένα τραγίσο χαμογελάκι στο χείλι του.

...Σιχτίρ τραγογένη…

Το παιδί τον κοιτάει και κείνο. Ακλουθάει τον παπά, μα έχει τα μάτια του, σ’ αυτόνε· αστράφτει η ματιά του, λαμποκοπάει το ύφος του.

...Ου—ζό, του σφυρίζει σιγά, να μην τ’ ακού­σει ο παπάς· ο Μιχάλης του γνέφει... μπρε συ έ­χει το θυμιατήρι φωτιά; Και του δείχνει τη γόπα. Το πρόσωπό του στρογγυλό, μασκαρένιο, απαίσιο, λάμπει σαν κοτρώνα στον ήλιο· κάνει ένα βήμα κουτσό προς τα μπρος κι’ είναι έτσι σαν να ζητάει σωτηρία.

....Ουζζζ—όπ... του ξαναλέει το παιδί σφυρι­χτά και τον θυμιατίζει απ’ αλάργα· καπνός —σαν μια άσπρη τούφα— ανεβαίνει.

...Να, τσογλάνι του κάνει αυτός και του στέλνει —σαν μια μπόμπα που σκάει στον αέρα— την μια παλάμη του φάσκελα, ζαμάν—φου, εδώ σε γρά­φω...

Κόβει —καθώς πάει κούτσα κούτσα— της γόπας το καύκαλο, ξεσκλάει το χαρτί, τρίβει το καπνό μέσ’ στις φούχτες. Ουφπ… ρουφάει με τη μύτη του… ουφπ.. και τ’ άλλο το μπατάρει στο στόμα. Κάνει Αμ—ψέ! και φτερνίζεται μια, κι’ απέ πάει μασώντας.

Μια ακαθόριστη, μια σκοτεινή επιθυμία του γαργαλάει την ύπαρξη, του ερεθίζει κάτι λεπτότατα κέντρα. Κάτι είναι που θέλει μα τί; Ακριβώς δεν το ξέρει. Όμως το διαισθάνεται γύρω του διάχυτο, άπιαστο αόρατο, έτσι να πάλλεται στό φως στον αέρα. Πόσο ραφιναρισμένο που είναι το γούστο του! πόσο εκλεπτυσμένη πού έχει τη σκέψη! Να, σχεδόν το οσμίζεται…

Βλαστημάει και φτύνει.

Είναι το φτύμα του κίτρινο, είν’ η βλαστήμια του ύψος...

Άντε μπρε... σε τα-μας; Λέει στο βρόντο μο­νάχος του, για να πει κατιτίς, έτσι για να βρει στη κλίμακα της ψυχικής του κατάστασης ένα ντουζένι απαράμιλλο, μια εξαίσια νότα... ντο-ρε μι.

...Ζαμάν-φου, δω σας γράφω...

Εκεί προς το βάθος του δρόμου, είναι η ταβέρνα του Σπάρου κι απ’ αντίκρυά του λευκότατη η πολιτεία απλώνεται. Των εκλησών της οι κολώνες υψώνουνται σαν λαμπάδες στο φως. Η Χαλκίδα, η Ιερουσαλήμ των καημών του! Κι είν’ αυτός ένας απ’  τους πολλούς της προφήτες. «Ιδού επί των παλαμών μου σε εζωγράφισα· τα τείχη σου είναι πάντοτε ενώπιον μου».

Τα κάστρα της, ο Καραμπαμπάς της, οι τρούλοι της. Τα σχολειά της το Δημοτικό, το Γυμνά­σιο.

Κι’ αυτός είναι μόνος. Το θέατρο του κόσμου κενό. Χίλια αγγελούδια με μάτια σπιρτόζικα λες πως τ’ ακούει να διαβάζουν. Που-α-πά, που-ι-πί=πα­πί. Κι απέ πώς του χαμογελούν πονηρά, τον κοιτάζουν. Προχωρεί. Είναι μαιτρ, το αιστάνεται. Μόν’ αυτόν κατακαίει η φλόγα του μπρίου του —μιας ασύλληπτης μαστοριάς η φωτιά— μόν’ αυτόν αφιονίζει ένας οίστρος.

—Άντε μπρε σε τα μας; και τραβάει.

Μέσ’ στην πόλη τον υποδέχονται χάχανα. Αχ τι πόλη! Είναι όλοι τους «κατιφέδες» οι λούστροι της, είναι τα μαθητούδια της «πόντοι»... ο ούζος παιδιά... Ααό! Ααό! Ου ζόοοοο... νιάρρρρ…

—Ρε Λαλάκιιιιι ... ρε Ντί-νόοοο, άρπαξε του τη σκούφια μωρέεεε…

—Μωρή Μάχη, μωρήηηη... από δω, θα σε πιάσει.

—Ας τούρχεται   κύριος... γκζίτ...

Λαός. Ναζαρέτ. Σιλωάμ! «Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου εάν μη σου μνησθώ»…

Μα καθώς, όσο πάει, πυκνώνει από διαβόλους —όλο και πιο μαγκιόρους—ο κύκλος του, ο μπάρ­μπα-Μιχάλης πάλι ρεθίζεται: Να, τσογλάνια... και φέρνει και τις δυο παλάμες στα σκέλια του... Ζαμάν-φου, δω σας γράφω...

 

 

Χαλκίδα  1931

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA