ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΑΚ

 

Εκείνο το βράδυ ήσαν όλα σιωπηλά κι όλα ωραία. Πού ήταν κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλα να τον ξανάβρω εκεί πάλι, εκεί στο ταβερνάκι του Πάτα (όπου πλάι του αφρολογούσεν η θάλασσα κι αντρειευόταν το κύμα), σαν κάναν άγγελο καθιστόν στη γωνιά του, με μπροστά του το κατοσταράκι κρασί. Αμάν, αδερφάκι!... Θα ’πινε πάλι αργά, στοχαστικά και μ’ ευγένεια. Ναι, με το στόμα γλυκό και τα μάτια γλαρά – μορφόπαιδο, καγκελοφρύδης, σπαθάτος – θα κατάπινε συντροφικά το κρασάκι του, αφέλικα συνεπαρμένος κι ωραίος. Η ριγωτή του φανέλα, με τ’ αψηλό περιλαίμιο, το χωστό ναυτικό του πηλήκι, αχνογραφίζονταν κι έφεγγαν μέσα στις γνώμες μου θάμα! Μια νοστιμάδα παράξενη έλαμπε μες στην ιδεατή ζουγραφιά του, έτσι καταπώς μου ’ρχονταν άπιαστη σαν αλαφριά μέθη από λόγια, έτσι ως μου την έφερν’ ανάερη μες στην καρδιά μου η αγάπη. Θε μου και σχώρνα με!... Τι κόκκινο ήταν στα μάγουλά του εκείνο; Εκείνα τα κοριτσίστικα χείλη του, πόσο έμορφα που του ήσαν, ψυχή μου!... Τα δόντια του ρύζι!...

Στο δρόμο παγαίνοντας, αψήλωσα τη ματιά μου και είδα.

Οι ουρανοί χαμογέλαγαν και κάτι σύγνεφα τρέχαν. Αγέρας δροσιστικός φυσολόγαε και μέσα του η χαρά κιόλας σφύραε έναν χαβά σαν τραγούδι. Κι εγώ τον στοχάζομαν. Οι γυροβολιές του ζωναριού του κοκκίνιζαν στη δαχτυλιδένια μέση. Ο φίλος μου ο άξαφνος, ο γκαρδιακός άνθρωπός μου, ποιος ξέρει με ποιους παρτσινέβελους[1] τσούγκραε το δικό του ποτήρι. Κι εγώ, δω, ντιπ δε βιάζομαν. Είχα με τον εαυτό μου κουβέντα. Τα σπίτια, οι δρόμοι, τα κάγκελα με τηράγαν παράξενα, ήσαν σα να μου αποτείναν το λόγο… Καλά μπρε!... Και δε στέκομαν να το συζητήσω το πράμα! Τράβαγα με τον εαυτό μου μιλώντας… Πουλάκι διαβατάρικο, σκέφτομαν, που θα πετάξει και δαύτο. Άστρο νυχτερινό, που χαράματα θα γλιστρούσε του μάκρου…  Περίεργο πράμα, να ’χω καεί και να με τραβάει η φωτιά… Γιατί να ξανακαώ το λοιπόν, αφού κι αυτός θα μου φύγει; Πόσοι άλλοι, μαλάματα παιδιά και τζομάλικα, χουκλήδες της αδερφοσύνης και δράκοι, δε μ’ άφησαν με ανησπασμούς και θα γύριζαν, δεν άμοσαν στο μισεμό… και θα γράφαν; Τους είδες συ; Άλλο τόσο κι εγώ! «Με τα καρυδοτσακίσματα σου στέλνω χαιρετίσματα… Ούτε ο μπουχός[2] τους! Πού είναι ο όμορφο-Κιλής του Κοψόκολου, ο μοσκογιός της κερα-Βγενιάς της κιλησιάρας; Πού βρίσκεται ο ντελμπεντέρης[3] μου ο Τρύφωνας, ο κοντραπρίμος του «Ξύπνα ξύπνα διότι χαράζει;» Ο Νταλαμάγκας, ο άλλος ο Τέλης, πού βόσκουνε; Ο άλλος, ο τσελεπής[4] μου ο Μιστόκλης;…

Μ’ ένα τραμπάκουλο[5] ο πρώτος μπαρκάρησε και πέταξε πίσω απ’ τους γιαλούς κι απ’ τς ανέμους. (Ο ρουπακιάς τώρα μένεται το ρημαδιακό το κονάκι του – δυο κάμαρες και, μεσακιά, μια κουζίνα). Ο άλλος, μια πριμαντόνα παντρεύτηκε. Πέρασε εδώ το σωλήνα του μέλιτος και πήρε το κατόπι της – σκλάβος. Πιάστηκε σα μωρουδάκι απ’ τη φούστα της και γένηκε – στα πάλκα – κι αυτός πριμαντόνος. Ο παίδαρος που επήδα σαν κάνα κατσί στο ζεϊμπέκικο κι έκανε τον αμανέ του παγώνια, τώρα χορεύει περιδιαγραμμάτου καντρίλιες, σγούβοντας, με τα χέρια ανοιχτά μπρος στις ντάμες! Ο Τρύφωνας, πάει κι αυτός μετ’ αυτούς. Φτερό ’βγαλε σαν το μερμήγκι και χάθηκε με μιαν αρμαθιά καλημαύχια. Κι ας έπνεε η μάνα του  εδώ τα ολίσθια. Κι ας άφησε αμποδεμένο – γαμπρό – δω το Νιότη! Για τα Ροσόλυμα ο θεομπαίχτης πλώρ’ έβαλε, χατζής να γίνει, λέει… Κύριε ελέησον! Κι από κοντά παν κι οι ρέστοι. Με μια ρουλέτα παραμάσχαλά του και τράπουλες, πήρε φτερό, πάει κι ο Τέλης. Μόνο άφησε μια γραφή περί θάνατο, για το μεγάλο περβόλι: αν περιπτώσει και απόθαινε, το οχτήμα του να προέρχεται στον αδερφοποιτό του το Σπάρο. Κι ο άλλος φόρεσε σκούφια με φούντα. Τσουρμάρησε με τους γανιούς σ’ ένα ισλάνδικο και τράβηξε για κοπαδιάρης στους τούνους. Χαλκά πέρασε ο κιαρατάς στη μια αφτιάρα του και καταγράφτηκε αντίς Γιάννης, Τζιοβάνης! Αψηλά, οι βόρειες τον συνεπήραν οι θάλασσες, μ’ ένα τσιμπούκι στα δόντια… «- Γιου σπιτ ίγγλις, Μουσιού;» «- Τρικ μάι φορτ!» Ο μόνος που με θυμήθηκε και μου ’γραψε: «Πρώτον αίρχομε ν’ αρωτήξω περί δι ιμάς και ηγίαν και αν αρωτάτε και για τα με, ηγίαν έχο και ηγίαν ποθό!...» Και κάτω κάτω της γραφής, το στερνόγραφο, ένα είδος ασπασμόν προς τα άστρα, κάτι σα αίνιγμα και σοφία Σολομώντα: «Φίλος τον φίλον φιλών, έφιλεν φύλλα φίλης!» Και μου ’χε κλείσει στο φάκελο μια τούφα σαν χλωρά μαλλιά νήπιου: φύκια.

Να τώρα κι ετούτος. Ήρθε για να με ξανακάψει το δόλιο. Σαν της Λαμπρής τ’ αυγά κι αυτουνού θα ’ν’ η γνώρα του ίσαμε να τον αγαπήσω, και δώσ’ του. Δώσ’ του κι αυτός κάνα πρωί με το κότερο και κάτσε συ να θωρείς στα περιγιάλια. Αντίο – που λέει ο λόγος – γλαρέντζα του! Σαν τον ξαναϊδεί, Γιάννη, γράφ’ τονα!

Πανάθεμα την καρδιά μου, που γένηκε μαναστήρι τ’ς αγάπης! Τους συμπαθάς, τσου πονάς, τους ρωτεύεσαι, και να σου σού τη σκάνε κοπάνα-μυρωμένα, σού κόβουν άξαφνα ρόδα. Και σ’ απαρατάν μοναχόν. Μοναχόν δω στη Χαλκίδα, να μοίρεσαι σαν ορφανό την ορφάνια… Αχ, μαγκούφα καρδιά, ντουνιά ψεύτη! Μήνας δεν πάει – τ’ άι Τρύφωνα – που ’κλαψα σαν αλαφίνα τον άλλον. Και να ’ν’ οι αγίοι κοντά, συναυτά, ο ένας καταπόδι του άλλου. Σήμερα τ’ άι Τρύφωνα, κλάφτονα· αύριο τ’ άι Γιαννιού, κλάφτ’ το Γιάννη. Ύστερα τ’ άι Θανασού, κλάφτ’ τον Τέλη σου, απέ τ’ άι Γρηγοριού, τους δυο Κλήδες. Ο χρυσο-Βάγγος ο Σκαμπαρδέλιας, ο Μπάμπης μου, και – ξανά πάλι – ο τσελεπής μου ο Μιστόκλης. Του κάκου κι αυτουνού τρία γράμματα του ποστάρησα σε μια παλιά σύστασή του: «Μάτην αναμένω μαντάτα σου και απορούμεν το έτηον. Υγιένομεν, τουθόπερ επιθυμώ διαλόγου σου. Ακούσαμεν, Μιστόκλη, περί ότη έχεις βγάλει τη λούγκα. Αλλά η σεβαστή σου μίτερ ουδέν γνωρίζυ υπέρ τούτου. Σου στέλνω την πέτρα της κολάσεως και τρίχα τεσσαρομάτικου σκυλιού να βάλεις πάνω, απέ, σταυρόνοντας τιν με απέλινο, θα την ξορκίζεις, λέγοντας ετούτα:

Γουστερίτσα και φαλάγγι!

πιάσανε τον αφαντάκο

και τον πήγαν στο ρουμάνι

κει που ο ήλιος δεν τον φτάνει,

άνθρωπος δεν το πατεί,

ούτε βόγγιρας ή ασκίθι

ή το μαύρο σιαμιαμίθι.

Ασηκώσανε την πέτρα

που ήτανε εξήντα μέτρα,

κι επλακώσαν από κάτω

το σπυρί τον αφαντάκο,

το σπυράκι, το μαυράκι,

την οχιά, το μαύρο φίδι,

του Μιστόκλη το πονίδι,

πάσα βόγκο, πάσα βούγκα

πάσα φουσκωμένη λούγκα!...

Σε γλυκοτριανταφυλλοασπάζομαι, ο σος Αντώνης Σουρούπης.» Και στο πανώγραμμα έγραψα: «Κύριον Μιστόκλην Κεφτένε (κλαρινετζήν) Καφεαμάν Μαντράχ-Κουλέ. Δαμασκό.

Να τώρα κι ο Μάριος – ήρθε να μου τη σκάσει και δαύτος. Βγήκε ψες βράδυ απ’ το κότερο, αυτό που ’ναι α ρόδο αραγμένο, και τράβηξε για την ταβέρνα του Πάτα. Στο τελάρο της πόρτας, ως πρόβαλε, στάθηκε μια στιγμούλα πριν έμπει. Το μπόι του, τ’ αρχαγγελικό, μες στο άνοιγμα, έμοιασε σαν καμιά ζουγραφιά μες σε κάδρο. Η καρδιά μου λαχτάρησε. Αχ, τι όμορφος που ’ταν!... Τρίγυρα οι παρέες ξεχάστηκαν, κι εγώ χαμήλωσα τ’ αμανεδάκι μ’ αγάλι:

                                   Τα βάσανά μου γένηκαν

                                   άνθια και μαραζώνω…

- Από πού, συνάδερφε, με το μπαρδόν;… τον αρωτάει εκεί κάποιος.

Η μύτη του ήταν στητή σα γουδόχερο κι ο ρώτος του πεντοβολούσε ξινίλες.

- Από πού, με το μπαρδόν;…

- Από το κότερο, τ’ αποκρίθηκε αυτός· από το «Τζούλια Δεπάνου». Μας είχε πάρει σοφράνο[6] ο γαρμπής[7] και τραβερσάραμε[8] με μισή μπούμα[9] στις μπούκες. Μόλις από μισή ώρα φουντάραμε. Για την Πόλη τραβάμε.

- Είστε πολύ σωρολόι;

- Δέκα όλοι όλοι: η κοντεσίτσα, οι δυο πλοίαρχοι, ο ναύκληρος, μια καμαριέρα κι εμείς, πέντε ναύτες. Εγώ ’μαι λοστρόμος. Υπάρχει κι ο σκύλος μου ο Τζακ.

- Είναι κανιά κοντέσα στο κότερο;

- Ναι, η κόρη της Τζούλιας Δεπάνου, η Μαίρη. Του καραβιού η ιδιοχτήτρια.

Και οι λέξεις του – κοπανιαμέντο – πετάγανε σαν οι εντονότερες νότες κιθάρας.

- Δε μου λες, καλόπαιδο, του κάνει ένας άλλος με κρασωμένη κοντραμπάσα φωνή, κλείνοντας πονηρά το ’να του μάτι: Είναι όμορφη η κερά σου, αδερφάκι;

- Πολύ.

«- Πιο πού απ’ αυτόνα;» σκύβει και μου σφυρίζει ένας πλάι μου; Και στρέφοντας στο νιοφερμένο, ζερβά;

- Είναι νια και χαρισάρα, νια στάλα;

- Ο χαριστής απόθανε κι ο γιος του πάει στην Πόλη!

- Πού, φτου σου, λεβέντη μου! του κάνει ένας γεροναυτικός με τη βράκα του και αψηλές έως τα γόνατα μπότες. Κουκουνάρι σε τάιζε η μάνα σου;

- Πιες, μάτια μου! (Τον κερνάει πάλι ο κάπελος). Πιες, τζογούλα μου, ψυχή της ψυχής μου!

- …«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν…» ακούστηκε και της αγια-Λεούσας ο ψάλτης, στεριώνοντας τα ματογυάλια στο μύτο του, σαν κάνα ποδηλατάκι σ’ αγγούρι.

Και πιο πέρα, μες σε καπνούς και τσιγκρίσματα, ένας – άλλος αυτός! καραβίσιος, κάνουντας τ’ αμανεδάκι γαργάρα του, ακούστηκε σαν ψαλμωδία ιερέα:

                                   Όταν σ’ εγέννα η μάνα σου

                                   ήτανε μέρα σκόλη

                                   που λειτουργούσεν ο Χριστός

                                   κι οι δώδεκα Αποστόλοι!...

Και η ρετσίνα χύνονταν πόταμος και πέφταν χρυσή βροχή οι μεζέδες: ζεστή η μαρίδα, απλοκαμοί χταποδιών, κεντρί η τσίκνα μιας παλαμίδας στη σκάρα. Η χαρά τριζοβόλαε· μέλι έσταζε η πάσα γνώμη και ο Πάτας. Ο μύτος του ψάλτη λες γέλαε! Και παραπέρα, σ’ ένα τραπέζι δεξιά, τρεις μούτσοι, ίδιοι μπουλντόκ καραβόσκυλοι, και δυο καραβομαραγκοί – είδος Βάκχοι – κρούοντας όλοι αντάμα τις φούχτες τους και στρέφοντας πού και πού στο λοστρόμο, το λέγασι ένα πικάντικο σέρβικο, ένα όλο χρυσό κέφι και ντάκλα:

                                   Έτσι μου ’ρχεται να κάμω γιούργια

                                   στο νταβλά με τα κουλούρια.

- Δε μας χαρίζεις τ’ όνομά σου, συνάδερφε; του κάνει ένας βαρκάρης κει δα, με μούρη καλαβρέζικου σκύλου.

- Μ ά ρ ι ο ς…, ακούστηκε αυτός, σα να κύλησε κάνα μαργαριτάρι στα πιάτα.

- Μάαααρρριος! κάμαμ’ όλοι μεμιάς.

Η λέξη του – αγγγελική – λες φτερούγισε σα χιμαιρικό πουλί μες στο χώρο. Μεμιάς κι η χλαλοή κατρακύλησε – σα φως που πέφτει αγάλι στα μπάσα. Ο «τελέγραφος» άρχισε: «ψιψί-ψιψί…» και δώσ’ του στ’ αυτί ο πάσα ένας του άλλου («Τοιούτος!» ακούστηκε και μια παράξενη λέξη.)

Και τώρα ξανά, ο «καραβίσιος» κει δα μολάει μεσουρανίς κι άλλο άστρο φεγγοβολάει, βραχή ρουκέτα, η φωνάκλα του:

                                   Αγγέλοι σε βαφτίσανε

                                   κι η Παναγιά νονά σου

                                   γι’ αυτό σ’ ονοματίσανε

                                   Μάριο τ’ όνομά σου!

Και ξανά, δώσ’ του ο «τελέγραφος»…

Με συνεπήρε ντροπή.

- Τα μυστικά φάγαν τον κυβερνήτη!... πετιέμαι να φωνάξω του Πάτα. Μα δεν πρόφτασα. Ένας μαντράχαλος, με μπλούζα γαζωτή και κιλότα φελπέ στις αρίδες του σύροντας το κάθισμά του και κάτσαντας βιζαβί στο λοστρόμο, «Σαλούτο!» του φωνάζει, τσιγκρίζοντας, όξω φρενών το ποτήρι. Απέ, σιμώνοντας μύτη με μύτη στα μούτρα του την πυρωμένη πνοή του: «Μαρία λεν την Παναγιά, Μαρία λεν και σένα!...» του κάνει εκειδά, σαν προσφώνηση – ένα είδος προσευχής μπρος σ’ εικόνα - και του σκάει μια τσιμπιά πα στο μάγουλο.

- Με το στόμα άρα μάρα, με τα χέρι κουλαμάρα!... πετάγεται. Και τραβάει μια διμούτσουνη με διπλοκαβαλληκεμένους τους λύκους. «Όξω, μπαγάσα!» και του κολλάει μια μπουνιά. «- Όξω σου λέω!» και του κολλάει άλλη μια.

- Αμάν, παιδιά! Ψυχραιμότης!

Πέφτουν στη μέση ο Τζιντζής κι ο Νταβάς.

- Παν μέτριον άριστον! φωνάζω απ’ τη θέση μου εγώ.

- Τα ’βραμε τα λεφτά!... μουρμουρίζει ένας άλλος.

Οι άλλοι σγούψανε ωραία. Ααα… μακριά από κουμπότρυπες! «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού!» και το σκάει ο ψαλταδόρος στα όξω. Κι όξω ο «μπαγάσας»! Με δυο κλωτσιές απανωτές και την κουμπούρα στ’ αυτί, τον ξεκούμπησε όξω απ’ την πόρτα ο λοστρόμος. Και ξαναμπαίνοντας πίσωθέ του αμπαρώνει: «- Αγκαζέ η ταβέρνα! «Κέρνα μας κάπελα, και μεζεδάκι συνέχεια!»

Οι παρέες ανάλαζαν.

- Ό,τι προαιρείται ο πάσα ένας! φώναξε ο Πάτας κειδά.

Με συνεπήρε και μένα η χαρά. Ξεκρεμάω το μπουζούκι και να με. Καθιστός με τόνα πόδι πα στ’ άλλο μου και με το καβουράκι μου ανασηκωτό στο κεφάλι, έκρουσα ένα ντουζένι περίπαθο, όλο πανωβελονιά και πλουμίδι. Οι ουρανοί μού χαιρέταγαν… Οι τόποι, οι εποχές γυρνοφέρανε σαν άξαφνο φιλμ στο σκοτάδι. Ψυχή μου, σεβντάδες! Οι μαργιολιές, τ’ αγαπητιλίκια μου, οι όρκοι μου, λουλούδισαν σγουρός σαμπούκος και δυόσμοι. Ζουμπούλια κι αγιοδημήτρηδες θράσεψαν πίσω από παρεθυράκια και γρίλιες. Να, εδώ το νιο φεγγάρι – δυο δάγκουνες έτοιμες λες να το χάψουν έν’ άστρο. Να, τα χελιδόνια, οι νότες μου, όμοια ως ψαλιδιές στον αέρα. Παπίρια κοπαδιαστά κι αγριόπαπιες. Η φούστα της κερα-πριμαντόνας ανθάτη. Ο Μιστόκλης, ο Νταλαμάγκας, ο Τρύφωνας… Ο Τέλης μου, με τις «τεκλαρασιόν» του στις ντάμες: «- Σαιτ ντε νταμ… καβαλιέρ!» Κι ο άλλος με την τσιμπούκα στο στόμα του: «- Καπίτο ταλιάνο;» «Ω, γιες!...»

Και, ως το μεράκι μου αψήλωσε και γένηκαν δαχτυλιδάκια οι καημοί μου, τότε, γλαρώσαντας περιπαθητικά τα ματάκια μου και γέρνοντας την κεφαλή στην παλάμη, έτσι ταπεινά και περίπαθα, το ’σκασα το γιαρεδάκι μου – φιόρο:

                                   Να ’ξερα πού κοιμάται ο θεός,

                                   πού βασιλεύει ο ήλιος,

                                   πού βραδιοξημερώνεται

                                   ο γκαρδιακός μου φίλος…

Και τα μάτια μου ανάψαν. Σπιθοβόλησαν ψιλές καούρες οι μύτες μου, για να μη σκάσω το δάκρυ… Χίμηξε κι ο λοστρόμος στα μπρος μου. Μ’ αγκάλιασε αδερφικάτα και μου ’σκασε σκαστό φιλί στην κορφή μου. «- Αηδόνα μου, Αντώνη!...» Ω, κόσμε! Μεσουρανούσε μου ο αστέρας, ιρίδιζαν, βεγγαλικά μου, οι αγάπες.

….

Κι όταν, προς τις αυγές, ξεπορτίσαμε, έλα Χριστέ και Παναγιά, πόσο ’χε αγαπήσει με ο βλάμης! Τραβήξαμε με περασμένα τα χέρια μας ο ένας πάνω απ’ τους ώμους του άλλου. Χρυσό αεράκι μας δρόσιζε. Αδέρφια είμαστ’ οι δυο μας της μπάτσικας, καπλάνια της αδερφοσύνης και δράκοι. Δε λέγαμε λόγια εμείς, κουτουρού, κουβέντες του ποτηριού και του βρόντου. Αδερφοποιτοί και βλαμάδες πια ήμασταν, σφιχτά πιασμένοι χέρι χέρι στη ζήση. Μαζί θ’ αποθαίναμε!

Εκεί, μπρος στην Αγια-Βαρβάρα, σταθήκαμε. Στο έμβολον της πίστεώς μας αμόσαμε, στα κόκαλα των ποθαμένων όλων μας. Πίστις, ελπίς και αγάπη!...

Αψηλά, το φεγγαράκι μάς τήραε, χαμογελώντας κρυφά μας. Είχεν ανάψει από ’να νέφος την πίπα του και τράβαε κατά το Νοτιά τραλαλώντας… Και κάτω εμείς – ζήτω ο Θεός! – πηγαίναμε παραμιλώντας, τρεκλίζοντας, φιλάγαμε ο ένας τον άλλο στο στόμα. Θεέ μου – ξανά – και συχώρα με!... Πόσο γλυκό ήταν αυτουνού το φιλί, πόσο αμάλαγο το χνουδωτό μάγουλό του!

- Την ψάχνεις κανιά στάλα την κοντέσα σου;

Στάθηκε να με ιδεί μες στα μάτια…

- Δηλαδή; μου κάνει, ως να σκιάχτηκε μην κιόλας την είχε «καταστρέψει» την κόρη. (Παρθένα θα να ’τανε…)

- Καψαρέ, του λέω, τη χαϊδεύεις; Δεν της έχεις βάλει χέρι, αδερφός;

Έσκασε τα γέλια κειδά.

- Και το λες «αν την ψάχνω;» Τι όρος!...

- Τι; Σου είναι βουνό;

- Όχι, όχι… κάνει, απογίνοντας σε ξεκαρδιστό τώρα γέλιο. Μα τι; Νόμισα πως μ’ αρωτούσες για ψείρισμα, δηλαδή αν την κλέβω!

- Με προσβέλνεις! του λέω. Λεφτά; Ποιος δίνει περί λεφτά σημασία!

Κι αντρίκια μας, κει όπου γλυκοχλουμπάκιζε η θάλασσα κι αργοχορεύαν οι βάρκες, αχνά, σαν μες σ’ ύπνο και σ’ όνειρο, το «Τζούλια Δελαπάνου» κουνιόταν. Κι ήταν, λες, το ’χε – εκεί – σκιτσάρει ο Έρωτας με βιαστικό τεμπεσίρι.

Τώρα αναθυμιέμαι και σκέβουμαι την ευωδιά της πνοής του. Λεβάντες πενταβολούσε το στόμα του.

- Α θες, μου ’χε πει, έλ’ αντάμα μου.

- Πού;

- Στο καράβι. Θα σε παρουσιάσω σ’ αυτήν την κοντέσα.

- Σιγά τον πολυέλαιο!... λέω. Δεν τους ζούμε τέτοιων μασκοκυράδων εμείς· τας κεμπάπ [tête a tète] δεν τα λέμε.

Εκεί, μπρος στο κεφαλόσκαλο σταθήκαμε, ώσπου να λύσει τη βάρκα. Ύστερα έρχεται πάνω μου:

- Ξαναορκίσου μου, λέει, ότι θα μ’ αγαπάς όσο γω…

- Να με βρει κακό βόλι!

- Τόσο μόνο;

- Να ποθάνω, λέω, πριν τους δω!

- Ποιους; ρωτάει.

- Να, τους φίλους μου! (Και μου βουρκώσαν τα μάτια). Τον Τρύφωνα, λέω, τον Νταλαμάγκα… τον

- Μπράβο, βρε Αντώνη! μου κάνει. Και χύνεται πάνω μου, με γιομίζει χαρές και φιλιά! Είμαστε παιδιά μεις τζεμάλικα, μ’ απέλινο σταυρωμένοι κι αλάτι!...

Σταυραετοί της φιλίας μεις ήμασταν, της πάσα εγκαρδιότης κι αγάπης. Και καλά είχε κάτσει εκεί α ρόδο το κότερο, και κατακαλά είχε αλυσοδεθεί στο φουντάγιο. Θα μάγευε τη μουρλοκοντέσα τ’ ο Μάριος, έτσι σαββατογεννημένος ως ήταν. Τότες και τη δεύτερη θα του φουντάριζαν άγκουρα, διπλά ρεμέντζα θα του καργάριζε ο ερίφης. Και τότες… ω τότες – ξανά – ζήτω ο Θεός!...

Ταύτα αναθυμιέμαι και σκέβουμαι τώρα, καθώς παγαίνω γι’ αυτόνα. Πορπατάω και ντεριάζομαι. «Χαράς σε σένα!», της αφεντομουτσουνάρας μου, έκανα, νιώθοντας τι μάλαμα φίλος που μου ήταν. «Πίσω μου, διάολε!» έκανα πάλι, ως τον σκέβομαν όμορφον και αγαπησιάρη, σαν κορίτσι! Μια καλοτύχιζα την αφεντιά μου, και χαίρομαν και μια κακοπαθιόμαν σαν όρνιο. Φερμάριζα με την ιδέα μου, ζύγια, κι άλλοτ’ έκανα κρύο κουράγιο απατός μου: … Άντε, μπρε μέσα, έκανα του εαυτού μου, δεν ντρέπεσαι, τέτοιον χορευταρά, τέτοιο βλάμη!... Δεν είδες πώς χόρεψε, έτσι σαν σταυροβελονιά, το ζεϊμπέκικο; Δεν είδες πώς το ’σκασε τ’ αμανεδάκι του – ρόδο; Ή μη δεν τράβηξε και τη διμούτσουνη ασίκικα, μόλις του πάτησαν περί τιμή το ζωνάρι; Χαράς στη μάνα που στα φασκιά τον ταχτάρισε! Γεια στα χέρια της χρυσομαμής που τον δέχτη!...

Κι η ψυχή μου πουπούλιζε – μου γέλαγαν χρυσά γύρω τα σπίτια κι οι δρόμοι. Σα μόλυνση από τρισευλογημένα «αλληλούια» ένιωθα την ευτυχία έσωθέ μου. Οι φίλοι μου, οι ξενιτεμένοι, χαιρέταγαν… Ο Νταλαμάγκας…, ο Τέλης…

Μ’ άξαφνα, άλλη ταραχή μου ξανάμπε. Τα χείλη του τα γλυκά, τα σαρκώδικα, εκείνες του οι πενταβολιέρ της πνοής του!... Ω, διάολε! Κι οι φόβοι μου – αλογόμυγες – σβίγκισαν, οι υποψίες μου ξανάμπηκαν ψύλλοι. Εκείνα τα ψεβραδινά «ψι ψι ψι» άρχισαν έσωθέ μου σιργιάνι. Ο «τελέγραφος» ο βραδινός ξαναδούλεψε: «Τοιούτος!» γροίκησα τα μούτρα κείνα να λένε. Συνάμα μια φωνάρα με τάραξε: «Μαρία λεν την Παναγιά! Μαρία λεν και σένα!...» Ο μαντράχαλος διάβηκε σαν οπτασία απ’ το πνέμα μου.

- Μπρε τι είν’ αυτά; καταστραμμένος πια, σκέφτηκα φωναχτά μες στο δρόμο.

Ένας παγωτατζής τότε «κράτησε» και με είδε λαθραία…

- Λουμίνια για τα καντήλια σας! λέει σιμώνοντάς με ένας άλλος.

- Άει στο διάολο! του κάνω μπλάβος, και τράβηξα.

«- Δεν είδες», ξανάρχισε σπιούνος η ιδέα μου, «πώς έκαμε μην του πατήσεις το ζούδι;» «- Ποιο ζούδι» έκαμα γω, ενώ – κι άξαφνα – άλλη κεραμιδιά μου ’ρθε ωραία! Το… υπεραστικό [περιστατικό] του βατράχου με ζάλισε. Και μου ’ρθε τώρα στο νου μου: Καθώς είχε κάμει να μπει στο βαρκάκι του, έμπηξε μια φωνή ως τα ουράνια: «- Για το Θεό! θα τον πατήσεις, Αντώνη!» Κοιτάζω γω – τι να ιδώ; Έναν βάτραχο μπρος στη δεξιά μου πατούχα. Ο άνθρωπος, που παρά έν’ αμήν θα κουμπούριαζε κοτζάμου νιο για ’να αστείο, είχε κάμει σαν καμιά κοκόνα που θα ’σβενε αν έβλεπε ξεκοιλιασμένο ένα ζούδι!... Τι να υποθέσει κανείς;

Διάβηκα την παραλιακή λεωφόρο, χαζεύοντας στου λιμανιού τα καΐκια. Τρίζαν οι αρματωσιές και τα ξάρτια τους, κι αντάμα του κουνιολογιόσαν οι μούτσοι. Κι οι λυγμοί μια περιπαθητικιάς φυσαρμόνικας μ’ έφταναν με μια μυρουδιά καρβουνίλας. Ένας μούτσος, με τις χειλάρες ρούφουλες και τα μάγουλα φούσκα, φύσαε αφηρημένος στους ανέμους, τους κατακαημούς της καρδιάς του – μόλαε κάτι πουλιά ονειριάρικα, της ζωής τα ιντέρτια. Ποιος ξέρει ποιας χαμοβλεπούσας τον έμπνεε το λυγάτο τσαλίμι, ποιο μακρινό περιγιάλι παιγνίδιζε μες στους γλαρούς του χαβάδες. Μεράκι με συνεπήρε και βύθισα τη ματιά μου του μάκρου. Εκεί βαθιά, όπου η θάλασσα βρόνταε κι αφρολογούσαν οι κάβοι, τρεις ντάνες γάμπιες, λες θ’ άρπαζαν προς τα ουράνια ένα πλοίο.

Κι εκεί, στην ταβέρνα του Πάτα, ο φίλος μου με το κυπαρισσένιο κορμί, θα ’δειχνε κείνες τις στράψες του γέλιου του, θα ’δειχνε τ’ άσπρα του δόντια σε άλλους. Τότες, μια ζήλεια με τρύπησε. Αχ, πώς μπόραε χωρίς εμένα να χαίρεται, να κάνει χάζι μακριά μου;

Κι εκείνη η φυσαρμόνικα έκανε σα να – σε μένα – μιλούσε. Ως να μου διηγόταν τα χέρια του, τα λευκά σαν αφρόγαλα. Για τα σμιχτά κεια του χείλη – λες μου ’λεγε – που ’σαν σαν καμιά φυσαλίδα από αίμα. Οι νότες της μου ’ρχονταν σαν καμιά ανοιχτή συστατική του επιστολή προς όλον τον κόσμο – για μένα ένα είδος κρυφής τρυφερότητας, σταλμένης σ’ εμένα απ’ αυτόνα… Ααα, όλα κι όλα! Τον ήθελα καταδικό μου το Μάριο, κρυφή χαρά της καρδιάς μου. Κι όχι παιχνίδι του ψαλταδόρου και σκάνταλο, κι όχι χάζι των κρασοπουλιών και του κόσμου! Ααα… αυτό δεν το δέχομαν – είχα υποχρέωσις – θα πάταγα πόδι! Ή είμαστ’ αδέρφια ή δεν είμαστε.

Και τράβηξα τώρα ντρίτα στου Πάτα…

Μπαίνοντας, δεν τον είδε το μάτι μου.

- Ο Μάριος, αρωτάω, καθώς ένιωσα να τρέμει εντός μου η φωνή μου.

- Ο Πάτας, αντί απάντηση, τράβηξε το μπεζαχτά και μου άπλωσε πίσω απ’ τον πάγκο ένα γράμμα.

- Τι είν’ αυτό; λέω ως μου δάγκωσε την καρδιά μου η μαρμάγκα.

- Ήρθε από νωρίς και μου το ’δωσε να σου το δώσω σαν έρθεις.

- Σαν έρθω; κάνω εγώ σα χαζός. Κι αυτός;…

- Μα, δε μου ’πε.

Τ’ άνοιξα, καθώς ταυτόχρονα ένιωσα τα γόνατά μου να τρέμουν. (Όξω είχε καλά σουρουπώσει.) Κάνω να διαβάσω – μα τι; Τα γράμματα και περιδιαγραμμάτου με ζάλισαν, έκαναν τούμπες τρελές στον αέρα. Περίφερα γύρωθέ μου το βλέμμα μου και κοίταξα στα κουτουρού τα βαρέλια. Το μπουζούκι – πα σ’ έν’ απ’ αυτά – με χαιρέταε.

- Μωρέ τι λέει; λέω του κάπελα, καθώς νόμισα ότι κάτι εννοούσα.

Να σου κι ψαλταδόρος να μπαίνει.

- Να! λέω, φίλε, λέγε μου, Και του ’βαλα μες στο ξερό του το γράμμα.

Τράβηξε αυτός κεια τα γυαλάκια απ’ την τσέπα του και τα στέριωσε στον ευτυχισμένο του μύτο. Ύστερα, ως για να ’βρει το ίσο, ξερόβηξε ότι σου εστίν η δόξα…

- Λέγε, διάολε!

Και είπε:

Φίλε μ’ Αντώνη,

Όταν θα διαβάζεις το γράμμα μου, εγώ θα πλέω με το «Τζούλια» μακριά σου. Η διμούτσουνη δεν ήταν αληθινή, μα απομίμησις. Ήταν από καθαρή σοκολάτα! Την έφαγε το πρωί με το γάλα του ο Τζακ. Πες το, λοιπόν, του «μαντράχαλου» για να μη μου κακόχει, αδερφάκι. Όσο για σένα: είσαι ένα παιδί αξιαγάπητο…

Μαίρη Δεπάνου

Και υστερόγραφα εκεί:

                                   Τα βάσανά μου γένηκαν

                                   άνθια και τα μαζώνω

                                   κλειδάκι της υπομονής

                                   έχω και τα κλειδώνω

Ώστε ήτο γυνή με ανδρικήν υπερβολήν;… κάνει κλείνοντας πονηρά το μάτι τ’ ο ψάλτης. «Ου ποιήσεις εαυτόν είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τοις ουρ…»

- Σικτίρ!

Και κάθισα σ’ ένα, κειδά, τραπεζάκι. (Ώστε αυτουνού ήταν – του κότερου – εκείνες οι κόντρα γάμπιες του βάθου… Ώστε ήταν γυναίκα!)

- Πάτα, φέρε μου!

Κι έφερε.

Ω, δεν ήταν ανάγκη… δεν πείραζε! Μόνο, κρασάκι ήθελα τώρα…

Κι άρχισα να πίνω.

Έπινα αγάλι, σιωπηλά, βαθυστόχαστα, έπινα γουλιά γουλιά και με τέμπο. «Εισιτήρια για τον Παράδεισο!..» [άσεμνες φωτογραφίες] μου κάνει κάποιος στα δίπλα μου. «Φαρμάκι για τις λούγκες σας!» μου σφυράει και στ’ αυτί. Μα εγώ, μήδ’ εννοούσα, μήδ’ άκουγα, έπινα.

Κι όταν γύρα μου γίνηκαν όλα θαμπά και περίγλυκα, ξεκρέμασα και το μπουζούκι από πλάι. Κι άρχισα ένα ντουζένι αλά τούρκα. Ένα δέντρο, μια καρδιά και μια άλυσο, ανάτελναν ζωγραφιστά στην ταβέρνα. Τα κλώνια του απλώσαν. Κι η πλήμμα του βαθιού μου παράπονου που πότιζε σαν ήσυχο νεράκι τις ρίζες. Αγάλι και τα μάτια μου μούσκεψαν κι έσκασα το γαριδάκι μου φιόρο:

                                   Έχω καρδιά περίλυπη

                                   στην άλυσο δεμένη

                                   στο δέντρο της υπεμονής

                                   είναι περιπλεγμένη…

Κειδά, ένας ναυτοπιλότος γαργάριζε. Μα ήταν γαμήλιος αυτός, κι είχε το χαϊρλί για τα ψάρια. Με τα λοΐδια του γύρω στο κούτελο – σέλινα – (τρίτωνας με μπαμ-τριαλελέ και σιρίτια), παιγνίδιζε φουσκομαγουλάτος τις κάψες του σ’ ένα ταξίμι αλά αράπα:

                                   Στην ακρογιαλιά, στην άμμο

                                   τα καβούρια κάνουν γάμο,

                                   και παντρεύουνε το σπάρο

                                   με τον κοκοβιό κουμπάρο!...

Κατά τις αυγούλες ξεπόρτισα. Πάταγ’ αλλού κι αλλού βρίσκομαν. Τράβηξα κατά το γιαλό, με τα χέρια μου μακριά απ’ τα πλευρά – σαν πυγμάχου. Το καβουράκι μου εμίλειε! Μεθυσμένος εγώ; Μπα! έκανα σεκλετισμένος μόν’ είμαι. Κι ενώ το κορμί μου βεργόλυγε, γω πάσχιζα να [παρα]πατάω με την τάξη. «Να πορπατούμε πρεπούμενα στην ανθρωπότη, αρεφός!...»

Και να το λιμάνι! Η θάλασσα, η δροσερή κι η απέραντη, άφηνε κάτι βουές μες στα χάη. Κι εγώ ήμουν κει, εκεί απ’ όπου είχε φύγει η χαρά μου. Έκανα ένα βήμα στα μπρος, παραπάταγα ένα πάτημα πίσω. Έκλεινα σημαντικά το ’να μάτι μου, έκανα κάτι χειρονομίες στις βάρκες. «Φίλος τον φίλον του φιλών…»

Ναι, το λοιπός έτσι… Τι ωραία! Θα φόραγα κι εγώ έναν μπερέ παρδαλό, με στην κορφή του μια φούντα. Θα πέρναγα κι εγώ το χαλκά στ’ αυτί. Οι γανιοί θα ξανάρτουν. Τότε, μ’ ένα τσιμπούκι στα δόντια μου, θα τους παρλάρω στην τρίχα: «- Αρεφάκι, σπιτ ίγγλις;» «- Ω γιες!» «- Αλα – μπαμπίτς Ισλαντάν;» «- Κομαντάν!»

Και θα τσουρμάρω μαζί τους. Αψηλά, κατά τις βόρειες θάλασσες, θα τραβήξω για τούνους. Κι εκεί, μια μέρα θολή θα ποθάνω. Κι ενώ δω οι φίλοι μου θ’ απορούνε «το έτηον, η μίτερ μου ουδέν θα γνορίζυ υπέρ τούτου…»

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA 

 

 

 



[1] Ο ιδιοκτήτης ενός κτήματος, ο άρχοντας γαιοκτήμονας, από το parzinevole = συνιδιοκτήτης πλοίου.

[2] σκόνη που αιωρείται, υδρατμός.

[3] άνθρωπος σωστός στις σχέσεις του και στη συμπεριφορά του μαζί και ανοιχτόκαρδος και αξιαγάπητος.

[4] ευγενής.

[5] ογκώδες και αργοκίνητο ιστιοφόρο που έμοιαζε με μπρατσέρα, κατ’ επέκταση καράβι παλιό και όχι καλά συντηρημένο· σαπιοκάραβο.

[6] προσήνεμος, με τη μεριά του ανέμου.

[7] ο νοτιοδυτικός άνεμος.

[8] Η θέση πλοίου κατά την οποία πλέει, καθώς δέχεται τον άνεμο ή το κύμα από τα πλάγια μπροστά.

[9] Τραπεζοειδές πανί, το τελευταίο πανί προς την πρύμνη.