Ζήσης Σκάρος

 

Γεννήθηκε το 1917 στο χωριό Κανάλια του νομού Καρδίτσας. Έβγαλε το Γυμνάσιο στην Καρδίτσα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια της κατοχής πιάστηκε από τους ναζήδες και κλείστηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαριού. Από κει μεταφέρθηκε στις κλούβες των τρένων και κρατήθηκε ως την απελευθέρωση. Το 1938 έβγαλε τη νουβέλα «Ο Καταράχτης» (Γεράκια της Πίνδου) εμπνευσμένη απ’ τη ζωή της ορεινής Θεσσαλίας και το 1942, τη συλλογή διηγημάτων «Η Χαραυγή». Απ’ την ομηρία του στις κλούβες έγραψε το 1946 το χρονικό «Οι Κλούβες». Άλλα έργα του Ζήση Σκάρου είναι: «Το Φλογισμένο Βουνό», 1954, ονειρόδραμα, «Το ταξίδι της Φιλίας», 1956, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, «Ανοιχτοί Ουρανοί», 1958, «Οι Ρίζες του Ποταμού», 1960, μυθιστόρημα, «Το Κορίτσι με το Σαντούρι», 1936, διηγήματα.

 

 

Ο ΛΥΚΟΣ ΔΕ ΔΙΑΛΕΓΕΙ

 

Είχε στο στόμα ένα κουκούτσι ελιάς και το κλωθογύριζε. Όπως ήταν ξαπλωμένος στο πατάρι, με τις πλάτες στον τοίχο, το πουκάμισό του χυνόταν κάτω απ’ την ξέσφιγγη ζώνη του πανταλονιού του βαθουλώνοντας ανάμεσα στα λαγγόνια, σα σε μια άδεια λεκάνη. Το τραγανάδι των αυτιών του φέγγιζε και μπροστά στο λαιμό του ξεχώριζε στηλωμένο ένα καρελωτό σφοντύλι, λες και κείνο κρατούσε ψηλά το κεφάλι του. Άσαρκο το πρόσωπό του κι αναιμικό μήτε μια γκριμάτσα δεν έκανε. Είχε πολύ φυράνει για να μπορεί να ζαρώνει. Δεν ήταν παρά ένα κέρινο ομοίωμα κρανίου, με δυο γυάλινα μάτια, που κοίταζαν στο βάθος, δίχως να βλέπουν. Κάποια υπόνοια ζωής έδιναν μονάχα οι μασέλες του, που σάλευαν δαγκώνοντας τα πανιασμένα μάγουλά του, όταν βύζαινε το λιοκούκουτσο.

Ένας βόγκος ακουγόταν κάθε λίγο κάτω απ’ το πατάρι.

-        Ώχου, μανούλα μου!

-        Πονάει, φαίνεται, ο καημένος ο Ρόβας. Γιατί τον χτύπησαν, είδες;

-        Βρήκε στο διάδρομο μια λεμονόκουπα και δεν πρόφτασε να την κρύψει.

-        Εσύ τα κατάφερες με το κουκούτσι ...

-        Το πάτησα και σφηνώθηκε στα δάχτυλά μου. Ό,τι το είχαν πετάξει. Ήταν νωπό ακόμα.

-        Και δε σιχαίνεσαι να γλείφεις τα σάλια εκεινού του λυσσασμένου εσντέ!

Ο Δημοράγκας έπιασε στο χέρι του το λιοκούκουτσο, το κοίταξε και το ’χωσε πάλι στο στόμα.

-        Δεν πρέπει ν’ αφήνεστε έτσι, λέει ο Λάιος. Στο πρόσωπό μας οι ναζήδες θέλουν να ταπεινώσουν έναν ολόκληρο λαό.

Στο θάλαμο 11 του μπλοκ 15 ήμασταν στοιβαγμένοι εκείνες τις μέρες πάνω από πενήντα άνθρωποι. Για να χωράμε είχαν στήσει γύρω στους τοίχους πατάρια. Τα καμιόνια κουβαλούσαν συνέχεια. Έφερναν, έπαιρναν, κρεμούσαν, - ο αριθμός των κρατουμένων δεν κατέβηκε ποτέ κάτω απ’ τους 30. Όσοι ήταν απ’ τους παλιότερους φάνταζαν ίδιοι κινούμενοι σκελετοί. Αποθήκη ανθρώπων είχε βαφτίσει κάποιος το μπλοκ 15. Κι ένας άλλος διόρθωσε: αποθήκη φαντασμάτων.

Το μπλοκ 15 στο στρατόπεδο του Χαιδαριού ήταν το χτίριο της απομόνωσης. Επικοινωνία δεν επιτρεπόταν με τον έξω κόσμο, δεν παίρναμε δέματα, ούτε και αγγαρείες κάναμε. Μέρα παρά μέρα μας έβγαζαν ένα τέταρτο της ώρας να περπατήσουμε στον κύκλο, μπροστά στο χτίριο. Το συσσίτιο ήταν πολύ λειψό. Μια φετίτσα ψωμί μάς έδιναν το μεσημέρι που αργότερα κόπηκε κι αυτή, κι ένα πιάτο μπιζελόζουμο ή αλατισμένο σκουμπρί. Νερό μια φορά τη βδομάδα: για τον καθένα ένα κυπελάκι, όπου συχνά έπλεαν μικρά κόκκινα σκουλήκια σαν τρίχες. Γι’ αυτό πάντα προτιμούσαμε τη σούπα. Το σκουμπρί άναβε μέσα μας.

Πολλοί, για να ξεγελάνε τα δυο φοβερά στοιχειά της δίψας και της πείνας, άρπαζαν από κάτω, στον κύκλο, καμιά λεμονόφλουδα ή κάνα λιοκούκουτσο, που πετούσαν οι δεσμοφύλακες, και τα γλείφανε. Μα κάθε τέτοια απόπειρα μπορούσε να στοιχίσει δέκα βουρδουλιές με το σύρμα.

Μη νομίσετε πως όλα τούτα γίνονται απρογραμμάτιστα, συνέχισε ο Λάιος· οι ναζήδες ξέρουν πως ο άνθρωπος κι ως τις τελευταίες του στιγμές μπορεί να παλεύει με τα μέσα της ψυχής και της θέλησης. Όσο πλησιάζει το τέλος του τόσο αιστάνονται την ανάγκη να φαίνονται νικητές και πάνε να σπάσουν το ηθικό μας. Ο σκοπός τους μένει πάντα ο ίδιος, χωρίς εξαίρεση. Είναι σαν το λύκο που αίμα θέλει μονάχα, δε διαλέγει.

Ο Δημοράγκας σα να είχε ξεχαστεί με το κουκούτσι στο στόμα, ανατρόχιζε αργά τις μασέλες του κι άκουγε, χωρίς ν’ αποκρίνεται. Από κάτω εξακολουθούσε ο βόγκος του Ρόβα.

-        Ωχ, μανούλα μου!

Έκανε ζέστη κι ο θάλαμος μύριζε ξυνίλα κι ανθρώπινο χνώτο. Είχαν φύγει απ’ το στρατόπεδο τα πρωινά συνεργεία, που δούλευαν στα καταναγκαστικά έργα, μα δεν ήταν αργά. Είχαμε γυρίσει απ’ τα ουρητήρια και περιμέναμε – ήταν η σειρά μας – να μας βγάλουν στον κύκλο για το «σπαστίρεν», όπως έλεγαν στη γλώσσα τους οι ναζήδες τον περίπατο. Άνοιξε σε λίγο η πόρτα και μπήκε μέσα ένας κρατούμενος, που έκανε τον καθαριστή. Τέτοιους καθαριστές έβγαζε κι απ’ άλλους θαλάμους στο μπλοκ 15 η φρουρά.

Η πόρτα ξανάκλεισε. Δεν ήταν για «σπαστίρεν». Όμως ο καθαριστής κάποια καλή είδηση, φαίνεται, είχε φέρει. Από κάτω γινόταν σούσουρο. Έφτυσε το κουκούτσι ο Δημοράγκας κι έγειρε το κεφάλι του κάτω απ’ το πατάρι.

-        Τι λέει;

-        Θα μας βγάλουν στο βουνό!

Ποτέ άλλοτε δεν είχε γίνει αυτό στην απομόνωση. Μ’ όλο που όλοι ήξεραν πως οι αγγαρείες ήταν εξαντλητικές και τα εσντέ στέκονταν αδιάκοπα με το βούρδουλα πάνω απ’ το κεφάλι σου, η λαχτάρα ν’ ανασάνουμε καθαρόν αέρα και να νιώσουμε το μάτι μας ανέμποδο να πετάει στον ορίζοντα, σκέπασε κάθε άλλη σκέψη. Την πνιγερή ως τότε σιωπή την έδιωξε ένας χαρούμενος ψίθυρος που γέμιζε όλο το θάλαμο.

-        Ανέβηκες καμιά φορά πρωί σε βουνό; γυρίζει και μου λέει ο Δημοράγκας. Δε χορταίνεις να κοιτάς! Είμαι από ’να χωριό της Πίνδου, που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κορφές. Απ’ τη μια βλέπεις κάτω ολόκληρο το θεσσαλικό κάμπο, κι αν είναι καθαρός ο ουρανός μπορείς να δεις ως πέρα στη θάλασσα. Εγώ δεν την είδα, μα όσοι βρέθηκαν τέτοια ώρα εκεί έτσι λεν.

-        Κι εγώ έχω ακούσει γι’ αυτή τη βουνοκορφή. Είναι κάπου πάνω στον Ασπροπόταμο.

-        Πήγες στον Ασπροπόταμο;

-        Πέρασα. Όμως έχω πάει σ’ αρκετά μέρη της Πίνδου.

-        Α, εκεί ήθελα να σ’ έχω... Να δεις πηγές που να μην αντέχεις απ’ το κρύο ούτε ως τα τρία να κρατήσεις το δάχτυλό σου στο νερό. Δε χρειάζεται να ’χεις παρά ψωμοτύρι και ντομάτα.

Ο Λάιος άκουγε χαμογελώντας.

-        Θα μάς καλέσεις, ρε Δημοράγκα, άμα βγούμε, να ‘ρθουμε να δούμε το χωριό σου;

-        Και βέβαια!  Θα συνεννοηθούμε να πάμε να μείνουμε μερικές μέρες κατά το δεκαπενταύγουστο, όταν γίνουνται τα σταφύλια και τα σύκα.

Βρόντησε ανοίγοντας η πόρτα στον τοίχο και πρόσταξε ο δεσμοφύλακας κουνώντας το βούρδουλα.

-        Ράους! Άλε ράους (όλοι έξω)!

Βγήκαμε στο προαύλιο και κάναμε δυάδες. Οι σκοποί με τα ταχυβόλα τους στον ώμο μάς έβαλαν στη μέση.

-        Ζίγγε (τραγούδι)! έδωσε το σύνθημα να ξεκινήσουμε ο επικεφαλής.

Είχαμε συνηθίσει να φοβόμαστε και την ίδια μας τη φωνή. Μα η ελπίδα του λεύτερου αέρα του βουνού μάς έδωσε το κουράγιο ν’ αρχίσουμε το πιο αστείο τραγουδάκι, από κείνα π’ ακούγαμε κάθε πρωί, σαν τα εξωτερικά συνεργεία ξεκινούσαν για τις αγγαρείες.

                                     

Θα σου χτί – θα σου χτίσω ένα σπίτι

                                      γύρω με – ρία, ρία, ρο,

                                      γύρω με σκαλώματα.

         

Βγήκαμε απ’ τη δυτική πύλη και στρίψαμε δεξιά, πλάι στον τοίχο. Λίγα μέτρα πιο πάνω απ’ το στρατόπεδο ανεβήκαμε σ’ ένα λόφο και μας σταμάτησαν στην κορφή. Η φρουρά έπιασε τις άκρες και ο επικεφαλής κάτι είπε χειρονομώντας.

-        Από εδώ, εξήγησε ένας κρατούμενος, θα παίρνουμε τα πετραδάκια που βρίσκουμε και θα τα πετάμε πέρα, μακριά!

Δε μας φάνηκε δύσκολη δουλειά. Σαν τον άρρωστο που ύστερα από μακρόχρονη κατάκλιση πρωτοβγαίνει στο ύπαιθρο, χαιρόμασταν τον περίπατο, την άπλα του ορίζοντα, την κάθε μας κίνηση. Μα όσο περνούσε η ώρα δίχως καμιά αλλαγή, καμιά ανάπαυλα, με τη δίψα μέσα μας να σκάβει και τον ήλιο κατακούτελα τόσο η εξάντληση γινόταν αισθητή και το κορμί παραλούσε.

Ο λόφος ήταν μια πετρωτή ράχη, γεμάτη χαλίκι και βράχια, που κι ολόκληρο το στρατόπεδο να κουβαλιόταν εκεί, κοντά χίλιοι άνθρωποι, δε θα προλάβαινε σε μια μέρα να το καθαρίσει. Γύρω μας ούτ’ ένα δεντράκι ούτ’ ένα πράσινο φύλλο. Θυμάρι μονάχα έβλεπες να φυτρώνει πού και πού, ανάμεσα απ’ τις πέτρες ή από καμιά σχιματιά βράχου. Ο ήλιος είχε ανεβεί αρκετά κι η τυφλωτική του λάμψη σκορπούσε πυρωμένη, σκεπάζοντας την Αθήνα με μια φασματική άχνα που σε θάμπωνε. Στέγνωσε το σάλιο μας κι ο λαιμός έκαιγε. Δυο τρεις δοκίμασαν να καθίσουν. Έτρεξαν γαυγίζοντας οι σκοποί και τους μαστίγωσαν.

-        Προσέξτε! Απαγορεύετε να κάθεστε! ακούστηκε μια φωνή.

Μερικοί είχαν βγάλει τα πουκάμισά τους και τα κάτασπρα κορμιά τους κοκκίνισαν σαν καψαλισμένα.

-        Μια παλάμη χλόη, μωρέ, ας ήταν κάπου να πέσω να βοσκήσω... ψιθύρισε ο Δημοράγκας.

Πιο πέρα είδα το Λάιο να ξεριζώνει μια τούφα θυμάρι και να τη βάζει στο κεφάλι του. Ένιωθα δυνατό πόνο στα μηλίγγια και θέλησα να κάνω το ίδιο. Μα ένα εσντέ πλησίασε το Λάιο και του ‘δωσε μια βουρδουλιά στο πρόσωπο.

Κόντευε πια μεσημέρι. Ο καθένας έσκυβε με κόπο – είχαμε κοψομεσιαστεί στο ίδιο πάντα σκύψε σήκω – έπιανε μια πέτρα και την έριχνε αδιάφορα πίσω του. Δε χρειαζόταν παρά ένα ελαφρό αεράκι για να μας γκρεμίσει κάτω. Ένας κιόλας έπεσε από μόνος του. Τον σήκωσαν οι διπλανοί του κι ο επικεφαλής της φρουράς πρόσταξε να τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο στέλνοντας κοντά τους κι ένα σκοπό. Εμάς τους άλλους μάς κατέβασαν στα ριζά κι είπαν, τις πέτρες που είχαμε πετάξει να τις πάρουμε και να τις ρίξουμε πάλι στην κορφή.

Το δεύτερο τούτο πλάνο θα βάσταξε πάνω από μια ώρα. Κι όταν άρχισαν να πέφτουν κι άλλοι από ηλίαση, μάς έβαλαν στη γραμμή να γυρίσουμε στο στρατόπεδο. Το τραγούδι, φαίνεται, ήταν στο πρόγραμμα.

-        Ζίγγε! ούρλιαξε ο επικεφαλής βλέποντάς μας να περπατάμε μουγγοί και τρεκλίζοντας. Ζίγγε! ξαναφώναξε και με κλωτσιές και χειρονομίες μάς έδωσε να καταλάβουμε πως έπρεπε να ’μαστε ζωηροί.

Ξεκίνησαν οι πρώτοι τραγουδώντας κι ακολουθήσαμε με ματωμένο λαρύγγι στο σκονισμένο χωματόδρομο.

                                   Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα,

                                   της άνοιξης καμάρι,

                                   τα λούλουδα, οι ζέφυροι,

                                   ο ήλιος, το φεγγάρι,

                                   χάνουν την ομορφάδα τους

                                   στη σκλαβωμένη γη.

 

Έξω απ’ το μπλοκ 15 μάς περίμενε ο μάγερας μ’ ένα νταβά.

-        Σκουμπρί πάλι, το θεό τους! έβρισε δαγκωμένα ο Δημοράγκας.

Μόλις αρχίσαμε να μπαίνουμε μέσα, είδαμε να ’ρχεται απ’ το βάθος του διαδρόμου ένας καθαριστής κρατώντας στα χέρια του ένα τενεκέ γεμάτο νερό. Αμέσως τότε χυμάει καταπάνω του ένα παλικάρι, αρπάζει τον τενεκέ και χώνει τη μούρη του μέσα. Ήταν ο Ρόβας.

-        Α! έκανε πειραγμένος ένας λοχίας που στεκόταν πλάι. Βγάζει το πιστόλι του και τ’ αδειάζει στο κεφάλι του Ρόβα.

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε με διπλοσκοπιές. Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, κοίταζε κάποιος όξω απ’ το παράθυρο, κι αν έβλεπε στους πύργους στημένα πολυβόλα και διπλούς σκοπούς, καταλαβαίναμε πως θα ’χει εκτέλεση. Τους μελλοθάνατους, όσο να ’ρθουν να τους πάρουν τα καμιόνια για τ’ απόσπασμα, τους συγκέντρωναν στην αυλή του μπλοκ 15 και μπορούσαμε να τους μετράμε.

Σαράντα πέντε έφερναν τώρα απ’ το στρατόπεδο. Δεν είχαν μαζί τους κουβέρτες κι αυτό ήταν απόδειξη πως δεν προορίζονταν για μεταφορά.

Ο Δημοράγκας πήδησε απ’ το πατάρι και κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα.

-        Άλλους τρεις, είπε, κατέβασαν απ’ το πάνω πάτωμα.

Ήταν φανερό πως πήγαιναν να συμπληρώσουν πενήντα. Κι ο κλήρος για τους δυο έπεφτε στο θάλαμό μας. Οι αναπνοές κρατήθηκαν. Η σιωπή έπηξε απ’ την αγωνία. Ακούστηκαν βαριά βήματα στο τσιμέντο, κλειδιά στην πόρτα και στ’ άνοιγμά της στάθηκε ο διοικητής του στρατοπέδου μ’ έναν κατάλογο στα χέρια.

-        Τεοντόρος Μπαλάφας.

-        Παρών! ξεφώνισε κάποιος πνιγμένα, ξετρυπώνοντας κάτω απ’ το πατάρι.

-        Ράους!

Ο Μπαλάφας έσκυψε να μαζέψει τις κουβέρτες.

-        Όχι κουβέρτας!

Κίνησε μουδιασμένος ο Μπαλάφας, βγήκε στο διάδρομο.

-        Μελετίος Ρόβας! διάβασε παρακάτω ο διοικητής.

-        Ρόβας; Νιξ Ρόβας! Χτες καπούτ, βιάστηκε να εξηγήσει ο Δημοράγκας, που δεν είχε προφτάσει να γυρίσει στη θέση του, όταν άνοιξε η πόρτα.

Ο διοικητής μίλησε με τους σκοπούς, σκέφτηκε για μια στιγμή και στράφηκε στο Δημοράγκα.

-        Κομ ντου! (έλα συ)

Μαρμάρωσε ο Δημοράγκας.

-        Λος, λος, ράους! αγρίεψε ο διοικητής.

Ο Δημοράγκας έφερε ένα απορημένο βλέμμα γύρω, είδε το Λάιο, που τον κοίταζε και κείνος ολόρθος πάνω απ’ το πατάρι όπου μέναμε, και τεντώνοντας περήφανα το κορμί του σήκωσε τη γροθιά του.

-        Ζήτω η λευτεριά!

Έτρεξε όξω, και μια που είχε συμπληρωθεί ο αριθμός, ο διοικητής έκλεισε τον κατάλογο. Ο λύκος δε διαλέγει.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA