Διδώ Σωτηρίου (1911-2004)

 

 

Η Διδώ Σωτηρίου γεννήθηκε στο Αϊντίνι της Μικράς Ασίας. Παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας στην Αθήνα και στο Παρίσι, στην Σορβόννη. Από το 1935 εργάστηκε σα δημοσιογράφος σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά και σαν αρχισυντάκτης του περιοδικού «Γυναίκα». Το 1958 εξέδωσε το μυθιστόρημα «Οι Νεκροί περιμένουν». Το 1961 το αντιστασιακό μυθιστόρημα «Ηλέκτρα» και το 1962 το μυθιστόρημα «Ματωμένα Χώματα».

 

 

 

 

 

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

 

   Ένα μήνα τον βασάνιζαν τον Ζήση στην οδό Μέρλιν. Η μάνα του τριγυρνούσε ολομερίς εκεί γύρω μ’ ένα τενεκεδάκι φαγητό, μια κουβέρτα και μιαν αλλαξιά ρούχα. «Απαγορεύεται», της λέγαν, «Φερμπότεν»! Μα κείνη δεν το ’παιρνε απόφαση. Και ξαναγύριζε την άλλη μέρα, και σερνότανε στα σκαλοπάτια της Γκεστάπο βυθισμένη στις σκέψεις της: «Κάπου εδώ θα πάτησε και το παιδάκι μου. Πίσω απ’ αυτά τα παράθυρα θ’ ανασαίνει…».

Μια μέρα δέχτηκαν ρούχα και φαγητό. Η κυρία Χαρίκλεια αναθάρρεψε: Δεν χάθηκαν ακόμα όλες οι ελπίδες, όχι δε χάθηκαν. Ήθελε τόσο να ελπίζει! Πίστευε κάθε πληροφορία, φτάνει να ’ταν αισιόδοξη. Της λέγαν : «Δεν θα εκτελεστεί αυτή η φουρνιά, γιατί…». «Τα γιατί» ήταν παράλογα. Μα η καρδιά τής μάνας τα μάζευε, τα ταχτοποιούσε και κει πάνω στήριζε τη δύναμη της αντοχής της. «Είναι και αυτή η υγρασία εκεί στα υπόγεια - έλεγε μέσα της. Θα του κάνει κακό στο κομμένο πόδι του και στα τρυπημένα πνευμόνια του». Και σκιαζόταν την υγρασία την ώρα που τα πυρωμένα σίδερα, τα στεφάνια και τα συρματόσχοινα των βασανιστών, του σακάτευαν το κουτσουρεμένο του κορμί.

Ήταν τραγικό να ξέρεις τη βαριά μοίρα του Ζήση και να την ακούς ν’ αναρωτιέται: «Να το πήρε το παιδί το μαγειρεμένο φαγάκι που του ’στειλα; Να του άρεσε που τηγάνισα πατάτες; Αχ ! Να φάει λίγο να στηλωθεί…» Και θυμόταν την ευτυχισμένη μέρα, που ο Ζήσης της έφερε για πρώτη φορά στο τραπέζι τη Νιόβη. «Έλα να δεις τι νόστιμα μαγειρεύει η μάνα μου, της είπε. Όταν θα παντρευτούμε δε θα πρέπει να της αναθέσουμε την κουζίνα, γιατί θα μας μεταβάλει σε κοιλιόδουλους». Κ’ ύστερα σιγόκλαιγε κι έλεγε, σπαραχτικά. «Ζήση, Ζήση μου, παλικάρι μου ! Μ’ ακούς; Πως περνάς, παιδί μου, κλειδωμένο σ’ αυτόν τον Άδη με τους κτηνανθρώπους, τους σταυρωτήδες, τους αντίχριστους; Θε μου! Προστάτετεψέ το ! Σώσε το».

Ήταν φορές που την παράσερνε ο εσωτερικός της μονόλογος, κι έφτανε ως τη μύτη του σκοπού. Γύριζε τότε και κοίταζε τον ξένο στρατιώτη. Είχε κι αυτός ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μάτια, μύτη, στόμα, χέρια… Είχε κι ένα ωραίο κεφάλι με χρυσά μαλλιά. Θα είχε ίσως και καρδιά… Θα είχε και κάποια μάνα, που θα τον περίμενε κάπου και θα λαχταρούσε γι’ αυτόν μη της σκοτωθεί…Τι ήταν λοιπόν κείνο που τον εμπόδιζε να καταλάβει τις άλλες μάνες και τον μετέβαλε σε κτήνος, έτοιμο να πατήσει την αρβύλα του πάνω στα στήθια της; « Ω, Θε μου! Θε μου! Λυπήσου τα παιδιά του κόσμου! Λυπήσου και το δικό μου το παιδί, που στην καρδιά του φύτρωσε μονάχα η αγάπη… Λυπήσου και μένα την ταπεινή σου δούλη…»

Μια μέρα της φώναξαν μέσα και της δώσαν ένα δέμα με ρούχα του Ζήση. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε κάτι δικό του. Τ’ άρπαξε από τα χέρια του δεσμοφύλακα και βγήκε τρεχάτη. Νόμισε πως της χάρισαν τον ουρανό. Έσφιγγε το μπογαλάκι στο στήθος της λες κι ήταν νιόγεννο μωρό. Τα δάχτυλα της τα χάιδευαν. Κάτι από κείνον! Κάτι που έντυσε το βασανισμένο του κορμί! Κάτι που θα ’χε το άρωμα του… Δεν άντεχε να περιμένει ως να φτάσει στην Κοκκινιά. Σκέφτηκε να πάει στο Βασιλικό Κήπο να τ’ ανοίξει. Μα, όχι, δεν θα ’ταν φρόνιμο. Μάτια αόρατα και ύπουλα ήταν παντού και κατασκόπευαν. Θυμήθηκε τις παλιές ορμήνειες του Ζήση… Αν της έστελνε κανένα κρυφό μήνυμα, χωμένο στο γιακά, στα μανικέτια; Αν έγραφε κάτι σοβαρό, που έπρεπε να το τρέξει στους φίλους του;

Τράβηξε κατά τη Σόλωνος, όπου καθόταν μια ξαδέρφη της. Τα πόδια της κάναν φτερά. Χρόνια είχε να νιώσει τέτοια σβελτάδα. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, δίχως να λαχανιάσει και σαν είδε, πως λείπαν όλοι από το σπίτι, κάθισε έξω από την πόρτα κι άνοιξε το δεματάκι. Το χέρι της άρπαξε το πρώτο πουκάμισο. Το φως ήταν λιγοστό, μα η αφή την τρόμαξε. Δεν ήταν ρούχο εκείνο. Ήταν κάτι κοκαλιασμένο, σα να το πέρασαν σε κοκκινόμαυρη κόλλα. Σηκώθηκε ορθή. Ανοιγόκλεινε τα μάτια της, μήπως κι ήταν δικό τους το φταίξιμο. Το ’φερε στη μύτη της πολλές φορές. Το αναποδογύρισε στα χέρια της, τρελή από αγωνία. Πλησίασε στο φως κι είδε αίμα. Αίμα! Αίμα! Άρπαξε και το δεύτερο ρούχο κι ήταν κι αυτό ματωμένο, σκισμένο. Πέταξε μια κραυγή τρόμου και λιποθύμησε.

Σα συνήλθε μάζεψε τα ρούχα και βάλθηκε να τρέχει πάλι πίσω στην οδό Μέρλιν. Μα τα πόδια της δεν πήγαιναν. Η ανάσα της κοβόταν. Στεκόταν κάθε λεπτό και ρουφούσε αέρα, μην πνιγεί απ’ τη δύσπνοια. Μουρμούριζε σαν παραλοϊσμένη κι έριχνε γύρω της αγριεμένες ματιές. Ένιωθε την καρδιά της φουρτουνιασμένη, ετοιμοπόλεμη.

Χύμηξε πάνω στο φρουρό που την εμπόδισε να μπει στη Γκεστάπο. Μούγκριζε, έβγαζε αφρούς κι άναρθρες κραυγές. Έφερε στα μάτια του ξένου φαντάρου τα ματωμένα πουκάμισα. Κείνος την έσπρωξε. Παραπάτησε κι έπεσε κάτω. Σηκώθηκε κι άρχισε να χτυπάει με τις γροθιές τον απαίσιο τοίχο, που έκρυβε τα μαρτύρια του παιδιού της.

- Φονιάδες! Καταραμένοι! φώναζε. Τι μου κάνετε το παιδί μου! Ανθρωποφάγοι! Πιάστε με, λοιπόν. Δε μ’ ακούτε που σας βρίζω; Χώστε με μέσα! Ρίξτε μου μια σφαίρα, σκυλιά! Ματώστε εμένα, όχι αυτό, όχι!

Ο κόσμος κοντοστεκόταν. Μάντευε κι έσφιγγε τα δόντια. Μια κοπέλα περαστική, φώναζε στους διαβάτες:

- Πρέπει να την πάρουμε από δω τη γυναίκα∙ θα τη συλλάβουν.

Πλησίασε και τράβηξε με κόπο την κυρία Χαρίκλεια. Της μίλησε γλυκά, στοργικά. Της είπε πως αυτή θα βοηθούσε, εκεί που πρέπει, για να βοηθήσουν το παιδί της. Πέρασε το μπράτσο της στο αλύγιστο χέρι της μάνας.

- Ελάτε, της είπε. Πρέπει να φύγουμε απ’ εδώ. Δεν κάνει να βλέπουν τον πόνο μας. Αυτό επιζητούν. Για αυτό σας τα δώσαν τούτα τα ρούχα.

Η κυρία Χαρίκλεια άκουγε.. Έριχνε μικρές θολές ματιές στο κορίτσι. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει. Δεν έκλαιγε. Έκανε βήματα μηχανικά. Πατούσε σε ματωμένα πουκάμισα. Η κοπέλα, της είπε, πως δεν έπρεπε να χάνει καιρό. Έπρεπε να τρέξει, να φροντίσει. Τούτες ήταν οι μόνες κουβέντες που κατάλαβε.

Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν… Και η κυρία Χαρίκλεια έπαιρνε συχνά ματωμένα πουκάμισα. Μα δεν ήταν πράμα τούτο να το συνηθίσει. Και μια μέρα, βρήκε μέσα στην καστανιά με τ’ αποφαγούδια δυο δόντια, δυο λαμπερά δόντια κι ένα κομμάτι κρέας, αλλόκοτο, μαυρισμένο ! Τότε η γειτόνισσα, η κυρία Ζωή, είπε ψιθυριστά :

- Καλέ, αυτό είναι γλώσσα! Ανθρώπινη γλώσσα! … Θεός φυλάξει.

Ήταν το τελευταίο μήνυμα του Ζήση! Ούτε ρούχα, ούτε καστανιά ξαναπήρε η κυρία Χαρίκλεια. Ούτε και που δέχτηκαν ξανά φαγητό.

- Τον σήκωσαν από δω, της είπαν.

Το ίδιο εκείνο βράδυ οι τοίχοι της Κοκκινιάς γέμισαν με πελώρια συνθήματα: «Ο Ζήσης Δρόγας εκτελέστηκε! Δόξα και τιμή στον άξιο γιο της Ελλάδας!»

Οι καμπάνες στην Κοκκινιά χτυπούσαν συναγερμό. Κι οι νέοι Ζήσηδες τρέχαν, να πάρουν τη θέση του χαμένου αγωνιστή στο ταμπούρι της λευτεριάς…

 

Καστανιά είναι μεταλλικό δοχείο για φαγητό.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA