ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

 

Χορός

 

Νεφέλαι σεις αιώνιαι, με την γοργήν μας πτήσιν

ας φέρομεν την δροσεράν κι ευκίνητόν μας φύσιν

εκ του πατρός Ωκεανού, των πόντων των ευρέων,

στας δενδροφύτους κορυφάς των υψηλών ορέων,

τ’ από μακράν φαινόμενα να θεωρώμεν μέρη,

και γην οπού παχύνεται, καρπούς δ’ αφθόνους φέρει,

και ποταμών κελάδημα μεγάλων κι ιερών

και πόντον ηχηρόν.

Λάμπει δ’ ο Φοίβος άγρυπνος παντού το φως του χύνων

δια χρυσών ακτίνων.

Μα τώρ’ ας αποσείσωμεν το νέφος, που σκεπάζει

την άφθαρτόν μας φύσιν,

κι ας ίδωμεν δι’ οφθαλμού, που τα μακράν κοιτάζει,

όλην την γύρω κτίσιν.

 

Σωκράτης

 

Ως σεις θεαί σεμνόταται, Νεφέλαι τ’ ουρανού,

ηκούσατε την δέησιν ικέτου ταπεινού.

Ήκουσες τώρα την φωνήν και την βροντήν συγχρόνως

που μούγγρισμα θεόσεπτον αφήκε βροντοφώνως;

 

Στρεψιάδης

 

Κι εγώ, Νεφέλες, σας τιμώ, και θέλω να βροντήσω,

και στις δικές σας τις βροντές με πόρδους ν’ απαντήσω,

αλλά πολύ τις σκιάζομαι και τις φοβούμαι τόσο,

που τώρα τούτη τη στιγμή

κι αν επιτρέπετε και μη

μπροστά σας θα κενώσω.

 

Σωκράτης

 

Μην περιπαίξεις αναιδώς, μη σκώψεις, αλλά σίγα,

μην είσαι σαν τους ποιητάς, που χρίονται με τρύγα.

Ευφήμει… πλήθος προς εδώ θεών ωραιοτάτων

κινείται μετ’ ασμάτων.

 

Χορός

 

Κόραι, που φέρετε βροχήν,

με δρόμον έλθωμεν ταχύν

στην γην αυτήν την εύφορον της χώρας της Παλλάδος

ευάνδρου δε κι ερατεινής του Κέκροπος κοιλάδος,

όπου το σέβας ιερών αφράστων κι απορρήτων,

κι εις παναγίας τελετάς

προς μυουμένους λατρευτάς

ανοίγεται το τέμενος των μυστικών αδύτων,

όπου θεών χαρίσματα

και τόσα καλλωπίσματα,

αγάλματα περιφανή, λαμπροί ναοί μαρμάρων,

πομπαί και καλλιστέφανοι θυσίαι των μακάρων

και τέρψεις πανηγύρεων εις διαφόρους ώρας,

όταν δε πάλιν ο καιρός γελάσει της οπώρας,

τότε τα Διονύσια με κλήματ’ αμπελώνων,

τότε διαγωνίσματα χορών λιγυροφώνων,

και των αυλών η Μούσα

βαρύτονος ηχούσα.

 

Στρεψιάδης

 

Σωκράτη σε παρακαλώ, πες μου ποιες είν’ εκείνες;

απ’ όσα λεν μου φαίνονται σαν κάποιες ηρωΐνες.

 

Σωκράτης

 

Είν’ αι Νεφέλαι, των αργών θεότητες μεγάλαι,

που σήμερα και πάλαι

μας δίδουν νουν και φρόνησιν κι ευφράδειαν γοργήν,

και το παραλογίζεσθαι και το ψευδολογείν,

και τρόπον ν’ ανευρίσκομεν μ’ εντέχνους περιφράσεις

τον τόνον τον ανάλογον κατά τας περιστάσεις.

 

Στρεψιάδης

 

Για τούτο μόλις άκουσα τα λόγια των ανάσανα

κι εξέχασα τα βάσανα,

και θέλω να ψιλολογώ για τον καπνό και γι’ άλλα

ζητήματα μεγάλα,

γνώμη με γνώμη να κεντώ,

λόγια σε λόγια ν’ απαντώ,

κι αν δεν τους είναι δύσκολο να τις παρακαλέσεις

να ’λθουν εμπρός μου φανερά να πιάσω κάπως σχέσεις.

 

Σωκράτης

 

Κοίταξ’ εκεί στον Πάρνηθα πώς ήσυχα πηγαίνουν.

 

Στρεψιάδης

 

Δείξε μου πού ’ναι;

 

 

Σωκράτης

 

Νάτες να! Πολλαί πολλαί προβαίνουν

μέσ’ από δάση και κρημνούς, κι εκ των πλαγίων άλλαι.

 

Στρεψιάδης

 

Πώς δεν μπορώ να τις ιδώ;

 

Σωκράτης

 

Τα δυνατά σου βάλε

κι εκεί παρά την είσοδον προσήλωσε το μάτι.

 

Στρεψιάδης

 

Θαρρώ πως μόλις άρχισα να διακρίνω κάτι.

 

Σωκράτης

 

Μα τώρα καθώς φαίνονται θα τις ιδείς αλήθεια,

εκτός αν έχεις, άνθρωπε, τσίμπλες σαν κολοκύθια.

 

Στρεψιάδης

 

Ναι, ναι, τις βλέπω, σκέπασαν όλους τους γύρω τόπους.

 

Σωκράτης

 

Και συ δεν ήξευρες θεαί πως είναι στους ανθρώπους;

 

Στρεψιάδης

 

Εγώ τις νόμιζα καπνό, δροσιά και πάχνη μόνο.

 

Σωκράτης

 

Αλλ’ ήξευρε μα τους θεούς κι εγώ σε βεβαιώνω

πως τρέφουν σοφιστάς αυταί πολλά σοφιζομένους,

πολυτεχνίτας ιατρούς, προφήτας εμπνευσμένους,

και μακρομάλληδες αργούς, που χάσκουν με στολίδια,

κι ακόμη και τα νύχια των φορτώνουν δακτυλίδια,

χορών κυκλίων χορευτάς

και διθυράμβων ποιητάς,

που με στροφών τσακίσματα τους ύμνους των στολίζουν,

κι όσους με τα μετέωρα το πλήθος φενακίζουν.

Εκείναι τρέφουν τους αργούς και πάντα τους συντρέχουν

διότι τας θεοποιούν και Μούσας των τας έχουν.

 

Στρεψιάδης

 

Για τούτο τραγουδούν πολλαίς

μπουμπουνισμένες κεφαλές.

«Ω! των υγρών των Νεφελών, όπου τον ήλιο σκιάζει

τ’ ορμητικό των τρέξιμο κι ο κόσμος συννεφιάζει.

Ω! του Τυφώνος του φρικτού τρομακτικά πλεξίδια,

που ’χει κεφάλες εκατό γεμάτες από φίδια.

Ω! τρικυμίες άγριες τρελλοφυσομανούσες,

ω! σεις αέρινες, υγρές, αεροκολυμπούσες,

όρνια με νύχια σουβλερά,

νεροποντές και δροσερά

δροσάτων Νεφελών νερά».

Γι’ αυτές τις μούρλες που’ λεγαν περιδρομιάζαν μ’ άλλους

τσίχλες, παχιά πουλερικά, σπαρταριστούς κεφάλους.

 

Σωκράτης

 

Και τάχα δεν τους άξιζε;

 

Στρεψιάδης

 

Κι αν τούτες που με σκιάζουν

Νεφέλες είναι, δάσκαλε, πώς με γυναίκες μοιάζουν;

 

Σωκράτης

 

Πές μου σαν τι σου φαίνονται;

 

Στρεψιάδης

 

Δεν ξέρω και καλά,

θαρρώ πως είναι πούπουλα, που ξεπετούν ψηλά,

μα διόλου δεν μου φαίνονται γυναίκες σαν τις άλλες,

αυτές και μύτες έχουνε μια πιθαμή μεγάλες.

 

Σωκράτης

 

Εις ό,τι τώρα σ’ ερωτώ ν’ αποκριθείς…

 

Στρεψιάδης

 

Τι θέλεις;

 

Σωκράτης

 

Δεν έτυχε ποτέ να δεις σχηματισμόν νεφέλης

ως κένταυρον, ως πάρδαλιν, καν λύκον, καν και βόδι,

καν άλλα θηριώδη;

 

Στρεψιάδης

 

Και τι με τούτο;… δώσε μου καλά να καταλάβω,

γιατί δεν πήρα κάβο.

 

Σωκράτης

 

Ό,τι κι αν θέλουν γίνονται και παίρνουν όψιν άλλην…

κι αν μεν ιδούν παιδεραστήν δασύν και μακρομάλλην,

καθώς εκείνο δηλαδή

του Ξενοφάντου το παιδί,

σαρκάζουν την ασέλγειαν των εραστών των λάβρων

κι αμέσως τότε φαίνονται με την μορφήν κενταύρων.

 

Στρεψιάδης

 

Αλλ’ όταν κάποιον απαντούν με χέρια καθαρά,

που χώνει στα δημόσια τα δυο του τα ξερά,

σαν τον γνώστόν τον Σίμωνα, τότε γι’ αυτόν τι κάνουν;

 

Σωκράτης

 

Τότε του Σίμωνος αυτού την φύσιν προσλαμβάνουν,

κι αμέσως λύκου πρόσωπον μας δείχνουν ειδεχθές.

 

Στρεψιάδης

 

Για τούτο τον Κλεώνυμον σαν είδαν χθες προχθές,

που την ασπίδα πέταξε κι εδούλεψε ποδάρι,

ευθύς ελάφια γίνηκαν γι’ αυτόν τον φοβιτσάρη.

 

Σωκράτης

 

Τώρα γυναίκες έγιναν γιατ’ είδαν τον Κλεισθένη.

 

Στρεψιάδης

 

Χαίρετε, παμβασίλισσες, κι ει δυνατόν να γένει,

βγάλτε για μένα μια τρανή,

μιαν ουρανόφθαστη φωνή.

 

Χορός

 

Χαίρε, χαίρε, γεροντάκι της αρχαίας εποχής,

όπου λόγους φιλομούσους κυνηγάς και νουνεχείς,

χαίρε, λειτουργέ και συ λεπτοτάτης φλυαρίας

και πειθούσης ρητορείας,

που τοσούτον μας τιμάς…

πες τι θέλεις από μας;…

Άλλον εκ των σοφιστών δεν ακούομεν κανένα,

ή τον Πρόδικον και σένα,

τούτον μεν, ότι κοσμείται με σοφίας αρετήν

και με φρένα συνετήν,

συ δε πάλιν ότι βαίνεις αγερώχως εν οδώ,

και τα μάτια σου τα στρέφεις πότ’ εκεί και πότ’ εδώ,

σοβαρεύεσαι για μας, κι εις πολλά κακά και κόπους

υποβάλλεσαι γυμνόπους.

 

Στρεψιάδης

 

Ω Γη, τι λόγος ιερός, σεμνός, φρικτός, τρομάρα.

 

Σωκράτης

 

Αυταί και μόνον αι Θεαί, παν άλλο κουταμάρα.

 

Στρεψιάδης

 

Και πώς; Τον Δία, δάσκαλε, Θεόν δεν τον νομίζεις;

 

Σωκράτης

 

Τι Ζευς και Ζευς; δεν είναι Ζευς, και μη τσιλιμπουρδίζεις.

 

Στρεψιάδης

 

Τότε ποιος βρέχει, δάσκαλε;… τούτο για πες μου πρώτα.

 

Σωκράτης

 

Αυταί, και τούτο γρήγορα προς σε τον κεχηνότα

θα τ’ αποδείξω μ’ εύκολα σημεία και τρανά…

τον είδες τον Ολύμπιον να βρέχει πουθενά

χωρίς εκείναι στην βροχήν να φαίνονται παρούσαι;

αλλέως, αν αυτός ο Ζευς μονάχος ημπορούσε

να στέλλει κάτω τας βροχάς, των όμβρων τας θυέλλας,

τότε συχνά θα βλέπαμε βροχήν χωρίς νεφέλας.

 


Στρεψιάδης

 

Μα τον Θεόν Απόλλωνα, τα ’πες πολύ καλά

με λόγια στρογγυλά.

Κι εγώ θαρρούσα πως ο Ζευς, που τους κακούς βαρεί,

μέσ’ από κάποιο κόσκινο τον κόσμο κατουρεί.

Μα ποιος εκείνος, που βροντά στους ουρανούς απάνω;

τούτο με κάνει, δάσκαλε, να τρέμω, να τα χάνω.

 

Σωκράτης

 

Αυταί με κατρακύλημα μουγγρίζουν τρομεραί.

 

Στρεψιάδης

 

Μα πώς; εξήγησέ μου το, Σωκράτη τολμηρέ.

 

Σωκράτης

 

Οπόταν με πολύ νερό γεμίσουν κρεμασμέναι

κι αναγκασθούν να κινηθούν με τούτο φορτωμέναι,

βαρείαι συγκρουόμεναι τας μεν αι δε σκουντούν

και σπάζουν και βροντούν.

 

Στρεψιάδης

 

Ο Ζευς δεν κάνει να κυλούν με βρόντο δυνατό;

 

Σωκράτης

 

Ο Σίφουνας.

 


Στρεψιάδης

 

Ο Σίφουνας; δεν το ’ ξερα κι αυτό

πως για Θεός ο γερο-Ζευς σαν πρώτα δεν περνά,

κι ο Σίφουνας τον έδιωξε και τούτος κυβερνά.

Όμως δεν μου ’πες τίποτα για την βροντή, σοφέ.

 

Σωκράτης

 

Και πώς λοιπόν; δεν άκουσες σαν έλεγα, κουφέ,

πως φορτωμέναι με νερό τας μεν αι δε σκουντούν,

κι ένεκα της πυκνότητος με πάταγον βροντούν;

 

Στρεψιάδης

 

Μα πώς; απόδειξέ μου το φως φανερά να ξέρω.

 

Σωκράτης

 

Εις τούτο σε τον ίδιον απόδειξιν θα φέρω.

Όταν ’στα Παναθήναια μετ’ απληστίας τόσης

από ζουμί φουσκώσεις,

μέσ’ στην κοιλιά σου χαλασμός δεν γίνεται μεγάλος

και δυνατών γουργουρητών δεν την σαλεύει σάλος;

 

Στρεψιάδης

 

Πολλά μα τον Απόλλωνα παθαίνω στη στιγμή,

και με ταράζει και βροντά και σκούζει το ζουμί,

παξ στην αρχή σιγά σιγά, διπλό παππάξ αργότερα,

κι ύστερα πάλι παπαππάξ ακόμη δυνατότερα,

κι όταν κατόπιν, δάσκαλε, το χεζουριό με πιάνει

Τωόντι παπαππάξ παππάξ σαν τις Νεφέλες κάνει.

 

Σωκράτης

 

Σκέψου λοιπόν τι γίνεται κι ο νους σου να το κρίνει,

αν μια κοιλίτσα τόση δα τέτοιες πορδές αφήνει,

δεν είναι φυσικότατον ο γύρω μας αέρας,

οπού δεν έχει πέρας,

με τόσον γδούπον να βροντά καθ’ όλα του τα μέρη;…

για τούτ’ ο πόρδος της βροντής ποσώς δεν διαφέρει.

 

Στρεψιάδης

 

Κι ο κεραυνός πώς γίνεται, που ’ναι φωτιά μονάχη,

και κατακαίει μονομιάς όποιον εμπρός του λάχει,

και τσουρουφλούν τους ζωντανούς τα φλογερά του βέλη;

τούτον ο Ζευς φως φανερά στους επιόρκους στέλλει.

 

Σωκράτης

 

Και πώς, μωρέ, κρονόληρε, και χρόνων παμπαλαίων

κουφάρι γηραλέον,

τους επιόρκους αν κτυπά με φλόγ’ ανελεήμονα,

πώς Θέωρον δεν έκαυσε, Κλεώνυμον και Σίμωνα,

αφού κι οι τρεις εδείχθησαν επίορκοι μεγάλοι,

μα τους ιδίους του ναούς, το Σούνιον προσβάλλει,

κι όλας τας δρυς τας υψηλάς;… τι του ’ρχεται, κουτέ,

αφού και δρυς επίορκος δεν γίνεται ποτέ;

 

Στρεψιάδης

 

Ξέρω κι εγώ… μου φαίνεται πως ομιλείς με νου,

μα δίδαξέ με, δάσκαλε, περί του κεραυνού.

 

Σωκράτης

 

Όταν εις ταύτας άνεμος ξηρός κατακλεισθεί

σαν φούσκα μέσα τας φυσά, κι οπόταν πιεσθεί

τας σπάζει συμπυκνούμενος και λάβρος έξω χύνεται,

κι εκ του τριγμού και της ορμής πυρ μοναχός του γίνεται.

 

Στρεψιάδης

 

Εις τα Διάσια κι εγώ την έπαθα, Σωκράτη…

έψηνα τότε μια κοιλιά με κοπριές γεμάτη,

μα να την σχίσω ξέχασα, κι εκείν’ η σιχαμένη

φυσούσε φουσκωμένη,

ως που με κρότο ξέσπασε κι εγίνηκε κομμάτια

και μου ’καψε κι ετσίρλισε και πρόσωπο και μάτια.

 

Χορός

 

Άνθρωπε, που τόσον θέλεις κι αληθώς επιθυμείς

την σοφίαν την μεγάλην να σου μάθωμεν ημείς,

πόσον θα γενείς ευδαίμων εν τω μέσω των Ελλήνων

και των Αθηναίων όλων, αν κρατείς των ανθρωπίνων,

αν καθόλου μήτε στάσις μήτε δρόμος σε κουράζει,

μήτε ψύχος σε πειράζει,

αν πολύ φαγάς δεν είσαι

κι εις φαγί λιτόν αρκείσαι,

αν επιμελώς απέχεις οίνου, μέθης, γυμνασίων,

και μωρών αφροδισίων,

κι αν ως κάλλιστον νομίζεις τούτο, που φρονεί καθείς

δεξιός ανήρ κι ευθύς,

με την σκέψιν και την πράξιν να νικάς τους αντιπάλους,

και την γλώσσαν έχων όπλον να τους καταντάς αλάλους.

 

Στρεψιάδης

 

Όσο γι’ ακούραστη ψυχή και σκέψεις και φροντίδες,

που δεν αφήνουν εύκολα ν’ απλώνεις τις αρίδες,

όσο για δύστυχη κοιλιά, που να βαστά στον πόνο

και φτωχικά να τρέφεται με λάχανα και μόνο,

σας δίνω το κουφάρι μου να μου το βασανίσετε

και σαν αμόνι γύφτικο να μου το κοπανίσετε.

 

Σωκράτης

 

Λοιπόν ομνύεις πως Θεόν δεν προσκυνείς κανένα,

εκτός εκείνων, που σ’ εμάς χαρίζουν νουν και φρένα;

να! τας Νεφέλας δηλαδή, το χάος και την γλώσσαν,

αυτά τα τρία μοναχά, τριάδα κυβερνώσαν;

 

Στρεψιάδης

 

Ω! ναι, στους άλλους τους Θεούς ποτέ δεν θα μιλήσω

κι αν μπρος τους απαντήσω,

κάθε θυσία και σπονδή για τούτους θα την πάψω,

μήτε λιβάνι σαν και πριν στη χάρι των θα κάψω.

 

Χορός

 

Και τι γυρεύεις; λέγε μας… ευδαίμων θα φανείς

αν θέλεις να ’σαι λόγιος κι ημάς αν προσκυνείς.

 

Στρεψιάδης

 

Εκατό σταδίους μόνο σας παρακαλώ, Νεφέλες,

τους λογάδες της Ελλάδος να περνώ στις παπαρδέλες.

 

Χορός

 

Θα σου κάμωμεν προθύμως ό,τι ταπεινώς ζητείς,

κι από σήμερα με γνώμας δεν θα βγαίνει νικητής

κανείς άλλος εις τον Δήμον

σαν και σένα πανδαήμων.

 

Στρεψιάδης

 

Όχι, γνώμες μη μου λέτε, δεν χρειάζονται σ’ εμένα,

εγώ θέλω μόνον ένα,

πώς να τα στρεψοδικήσω

και τα χρέη να γλιστρήσω.

 

Χορός

 

Ό,τι θέλεις θα σου γίνει, πόθους δεν ποθείς μεγάλους,

πλην με θάρρος παραδώσου στους δικούς μας τους δασκάλους.

 

Στρεψιάδης

 

Αφού τώρα σας πιστεύω και πολύ σας εκτιμώ,

υπακούω στην ανάγκη, που μου σφίγγει το λαιμό

εξ αιτίας των αλόγων και των δίφρων και του γάμου,

που με τούτον έχω χάσει και τα μαλλοκέφαλά μου.

Ας με κάνουν ό,τι θέλουν, το κορμί μου τους αφήνω,

κι ας βουρλίζονται μ’ εκείνο,

ας μου γδάρουν το τομάρι και καθείς ας το κτυπά,

ας με δέρνει πείνα, δίψα, κρύο, ζέστη, και λοιπά,

μια τα χρέη να ξεφύγω κι ας φανώ πομπή των δρόμων,

πρωτοψεύστης δίχως τσίπα, κινητό βιβλίο νόμων,

πρωτομάστορης σε λόγια, δικογνώστης, κατεργάρης,

τολμηρός, γλωσσοκοπάνα, μαλαγάνα, καυχησιάρης,

βρωμολέρα, περιπαίκτης, φόρτωμα, φρικτός, λιμάρης,

γλιστερός, καλπομονέδα, και πολύγνωμος σαλιάρης.

Όταν μ’ απαντούν μπροστά των ας με λούζουν δυνατά

με χειρότερ’ απ’ αυτά,

μα την Δήμητρα, σαν θέλουν, ας με κάνουν έτσι κι έτσι,

κι ας προσφέρουν στους δασκάλους τ’ άντερά μου κοκορέτσι.

 

Χορός

 

Φρόνημα γενναίον έχεις, μα και πρόθυμον συγχρόνως,

κι αποφαίνεσαι σωφρόνως.

Κι όταν όλ’ αυτά τα μάθεις παρ’ ημών επιμελώς,

τούτο γνώριζε καλώς

πως λαμπράς θα τύχεις δόξης…

 

 

Στρεψιάδης

 

Τι θα πάθω;

 

Χορός

 

Δι’ αυτών

θ’ αποκτήσεις ένα βίον διά πάντα ζηλευτόν.

 

Στρεψιάδης

 

Τάχα θα το δω ποτέ μου;

 

Χορός

 

Θαυμαστός θα γίνεις τότε,

που στας θύρας σου θα τρέχουν οι των λόγων θιασώται,

και θα θέλουν άρον άρον μετά σου να συζητούν

κι εις πολλά θα σ’ ερωτούν,

συσκεπτόμενοι μαζί σου τόσας δίκας τιμαλφείς

με την πείραν και την γνώσιν της φρενός σου της σοφής.

Όμως άρχισε, πρεσβύτα, που θεοποιείς ημάς,

να διδάσκεις τον πρεσβύτην και να κάμεις δοκιμάς,

και τον νουν του να κεντήσεις με τον πόθον της σπουδής

και την γνώμην του να δεις.

 

Σωκράτης

 

Λέγε λοιπόν τους τρόπους σου να μάθω τους ποικίλους,

και τότε νέας μηχανάς να φέρω καταλλήλους.

 

Στρεψιάδης

 

Τι σκέπτεσαι για τους Θεούς; θα βάλω τις φωνές…

μη φρούριο μ’ ενόμισες και θέλεις μηχανές

να στήσεις κατεπάνω μου;

 

Σωκράτης

 

Μη φλυαρείς, βουβάσου,

θέλω να μάθω κατ’ αρχάς καμπόσα φυσικά σου.

Έχεις καλόν μνημονικόν;

 

Στρεψιάδης

 

Διπλό και παραπάνω,

δεν λησμονώ σαν μου χρωστούν, μα σαν χρωστώ ξεχάνω.

 

Σωκράτης

 

Στο λέγειν δεν αισθάνεσαι ροπήν, ελεεινέ;

 

Στρεψιάδης

 

Στο λέγειν όχι, δάσκαλε, στο μη πληρώνειν ναι.

 

Σωκράτης

 

Και πώς θα μάθεις;

 

Στρεψιάδης

 

Έννοια σου και δεν θα λυπηθείς.

 

Σωκράτης

 

Λοιπόν τον νου σου, πρόσεχε ν’ αρπάξεις παρευθύς

ό,τι για τα μετέωρα, καν και για τίποτ’ άλλο,

σοφόν θα σου προβάλω.

 

Στρεψιάδης

 

Πως; την σοφία, δάσκαλε, θ’ αρπάξω σαν σκυλί;

 

Σωκράτης

 

Άνθρωπος είσαι βάρβαρος κι αγράμματος πολύ,

και βλέπω ξυλοφόρτωμα πως θέλεις, κακομοίρη…

πλην έλα τώρα να μου πεις, όταν κανείς σε δείρει,

τι κάνεις τότε;

 

Στρεψιάδης

 

Δέρνομαι κι ύστερ’ από το ξύλο

αμέσως μάρτυρας καλώ για να τον καταγγείλω,

κι ύστερα πάλι, δάσκαλε, με μια παρουσιάζομαι

μπροστά στο Δικαστήριο κι αυθημερόν δικάζομαι.

 

Σωκράτης

 

Έλα, χωρίς ν’ αργοπορείς το φόρεμά σου βγάλε.

 

Στρεψιάδης

 

Έκανα τίποτα κακό, φιλόσοφε μεγάλε;

 

Σωκράτης

 

Όχι, πλην όσοι της Σχολής μανθάνουν το μυστήριον

εισέρχονται κατ’ έθιμον γυμνοί στο φροντιστήριον.

 

Στρεψιάδης

 

Όμως εγώ δεν έρχομαι να ψάξω…

 

Σωκράτης

 

Μη φλυάρει,

μα βγάλ’ ευθύς το φόρεμα και γδύσου, ξεκουτιάρη.

 

Στρεψιάδης

 

Αν όμως είμ’ επιμελής και πρόθυμος μαθαίνω

με ποιον από τους μαθητάς παρόμοιος θα γένω;

 

Σωκράτης

 

Του Χαιρεφώντος όμοιος θα γίνεις…

 

Στρεψιάδης

 

Συφορέλια μου!

θα φαίνομαι του Θανατά και θα λυγούν τα σκέλια μου.

 

Σωκράτης

 

Σιώπα, κάνε γρήγορα και πίσω μου περπάτει.

 

Στρεψιάδης

 

Μα δος μου πρώτα να κρατώ μελόπιτα, Σωκράτη,

και σκιάζομαι να κατεβώ σε τούτο το κατώγι

σαν να ’ναι το Τροφώνιον…

 

Σωκράτης

 

Σκασμός, αρκούν οι λόγοι,

και μη σκυφτός χρονοτριβείς και βλέπεις γύρω γύρω,

προχώρει μη σε δείρω.

 

Χορός Α’.

 

Πήγαινε λοιπόν, ω γέρων,

αγαλλόμενος και χαίρων

δι’ αυτήν σου την ανδρείαν, κι ευτυχής ας είναι μόνος

όστις όταν εις το γήρας πλησιάσει το βαθύ,

με τα πράγματα τα νέα συμμορφώνεται συγχρόνως

και παιδεύεται κι ασκείται με σοφίαν αληθή.

Τον Διόνυσον ομνύω, που μ’ ανέθρεψε ποτέ,

πώς με θάρρος κι ελευθέρως θα λαλήσω, θεαταί,

κι είθε να φανώ σοφός, νικητής στους αντιπάλους,

όπως θεατάς κι εγώ σας νομίζω φιλοκάλους,

κι ενωτίσθητε σεις πρώτοι, θεαταί γραμματισμένοι,

την παρούσαν κωμωδίαν, που ’ναι τέλεια γραμμένη,

πλην μ’ επότισε πικρίας κι είχα φύγει χολωμένος

ένεκα κριτών αδίκων παρ’ αξίαν νικημένος.

Δι’ αυτά παραπονούμαι προς σας όλους τους εγκρίτους,

που προς χάριν σας αγώνας ηγωνίσθην πολυτρύτους,

μα ποτέ δεν θα προδώσω τους σοφούς μου κριτικούς

και δεν θα τους πω κακούς,

κι από τότε, που κριταί κι άνδρες λόγου και σπουδών

έκριναν τον Σώφρονά μου,

και τον Καταπύγωνά μου

μετ’ επαίνων αφειδών,

επειδή δε νέος ήμουν και παρθένος τρυφερά

και δεν έπρεπε να κάμω τοκετόν στα φανερά,

τους εξέθεσα σαν νόθα, πλην κατ’ εύνοιαν της μοίρας

σ’ άλλης κόρης ήλθαν χείρας,

και σεις πάντες ως αρίστους τους εκρίνατε στην πάλην·

από τότε πίστιν τρέφω προς την κρίσιν σας μεγάλην.

Τώρα δε σαν την Ηλέκτραν η παρούσα κωμωδία

ήλθε θεατάς ν’ ανεύρει σοφωτάτους εν παιδεία,

κι αληθώς εντός του πλήθους θα τους εύρει του σοφού

αν ιδεί σαν την Ηλέκτραν τους βοστρύχους αδελφού.

Και σκεφθείτε πόσον είναι στα σεμνά συνηθισμένη,

που δεν ήλθε με το πέος το δερμάτινον ζωσμένη,

παχύ, κόκκινον εις τ’ άκρα, να το βλέπουν παιδαρέλια

να λιγώνονται στα γέλια,

μήτε κόρδακα δεν σύρει, μήτε σκώπτει φαλακρούς

να φαιδρύνει τους μικρούς,

μήτε και κανένας γέρος, όταν στίχους τραγουδεί,

τον πλησίον του παρόντα δεν ξυλίζει με ραβδί

να σκεπάσει με το ξύλο σιχαμένα χωρατά,

μήτε δάδας δεν βαστάζει, μήτε σκούζει δυνατά,

μόνον δε στον εαυτόν της και στους στίχους της θαρρεί

και θαρρούσα προχωρεί.

 

Κι αν τοιούτος ποιητής δεν φουσκώνω δι’ αυτό,

μήτε σας, ω θεαταί, ν’ απατήσω δεν ζητώ,

μήτε τας αυτάς ιδέας δεν εισάγω κατά κόρον,

άλλ’ ευρίσκω πλούτον νέων, δεξιών και διαφόρων.

Και τον Κλέωνα, σαν είχε την ισχύν του την μεγάλην,

τον μαστίγωσ’ άνευ οίκτου

δια γλώσσης αμειλίκτου,

πλην αυτόν αποθανόντα δεν εκτύπησα και πάλιν.

Εν τοσούτω, θεαταί,

άλλοι πλείστοι ποιηταί

τον Υπέρβολον πατούν, τον κλωτσούν εις την γαστέρα,

του κτυπούν και την μητέρα,

μόλις έδωσε κι εκείνος αφορμήν κατηγορίας

ένεκα λαθροχειρίας.

 

Ο μεν Εύπολις αχρείως δίχως κόκκον εντροποής

καταστρέψας και στρεβλώσας τους δικούς μας τους Ιππής

πρώτον πρώτον στην σκηνήν έφερε τον Μαρικά,

και μέσ’ στ’ άλλα κωμικά

έβαλε γριά μεθύστρα μόνον χάριν του χορού,

μα κι ο Φρύνιχος την είχε σ’ ένα δράμα προ καιρού

και καθώς την Ανδρομέδα την κατάπινε το ψάρι…

τον Υπέρβολον ως θέμα κι Έρμιππος τον είχε πάρει,

κι άλλοι συγγραφείς δραμάτων

τούτον έχουν στήριγμά των,

και μιμούνται τας εικόνας, που ’χα κάμει με τα χέλια.

Όστις το λοιπόν με τούτους ξεκαρδίζεται στα γέλια

αυτός τέρψιν ας μη βρίσκει παντελώς στα σκώμματά μου,

αν δ’ ευφραίνεσθε μ’ εμένα και με τα ποιήματά μου,

εις το μέλλον θα φανείτε

πως ορθότατα φρονείτε.

 

Χορός Β’.

 

Σύρω χορόν μεγάλον,

εξ όλων δε των άλλων

πρώτα καλώ τον Ζήνα, μόνον Θεών δεσπότην,

των ουρανών οικούντα την κορυφήν την πρώτην,

μα και τον Ποσειδώνα τον τόσον κρατερόν,

φύλακα της τριαίνης,

όστις της οικουμένης

αναμοχλεύ’ ηπείρους και πόντον αλμυρόν.

 

Χορός Α’.

 

Και τον μεγαλόδοξον και σεμνόν αέρα,

όντως ζωοπάροχον και πνοής πατέρα,

και κατόπιν του φωτός τον θεόν εκείνον,

που της γης κρατεί με φως χρυσαυγών ακτίνων

έκλαμπρος ηνιοχών ίππους ακαμάτους,

θεός μέγας στους θνητούς και στους αθανάτους

 

Θεαταί μεστοί σοφίας να προσέξετε καλά,

και προς σας παράπονά μας θ’ αναφέρωμεν πολλά.

Αν κι εμείς σας συντηρούμεν, πλην σκληρώς μας αδικείτε,

κι αν αυτήν εδώ την πόλιν, την οποίαν κατοικείτε,

περισσότερον εξ όλων ωφελούμεν των Θεών,

ημάς μόνον αναξίας θεωρείτε θυσιών.

Όταν κάμνετ’ εκστρατείας όπως όπως δίχως νου,

ψιχαλίζομεν, βροντώμεν ηχηρώς εξ ουρανού,

κι όταν τον θεομισή Παφλαγόνα βυρσοδέψην

εξελέξατε ποτέ στρατηγόν σας δίχως σκέψιν,

εσκοτίσθη παρευθύς η των ουρανών αιθρία,

κι άλλα, θεαταί, δεινά σάς εφέραμεν μυρία,

κι έτριξε μετ’ αστραπής μια βροντή, μα κι η Σελήνη

δρόμον άλλαξε κι εκείνη,

ο δε Φοίβος ο μαρμαίρων, ο δεσπότης του φωτός,

τα μεγάλα του φιτίλια τα συμμάζεψε κι αυτός,

κι είπε πως δεν θα φωτίσει

αν ο Κλέων στρατηγήσει.

Όμως πρώτος εξελέγη μεταξύ των στρατηγών

ο μεγάλος Παφλαγών,

επειδή και τρέχει φήμη πως δεν έχετε μυαλό

κι οι θεοί τα σφάλματά σας πως τα βγάζουν σε καλό.

 

Θα σας δείξωμεν δ’ ευκόλως πόσον θα κερδίσ’ η χώρα

όταν τούτο γίνει τώρα.

Αν τον Κλέωνα τον γλάρον

συλλαβόντες άρον άρον

ένεκα των διαφόρων

λαθροχειριών και δώρων,

δέσετε σφικτά στο ξύλον τον λαιμόν του τον σκληρόν,

κι αν ποτέ κανένα σφάλμα διεπράξατε μωρόν,

τούτο πάλιν εις την πόλιν όπως πρώτα θα συντείνει

μέγα τι καλόν να γίνει.

 

Άναξ της Δήλου Φοίβε, πάλιν ελθέ προς ύμνους,

οπού της Κύνθου ράχεις κρατείς υψηλοκρήμνους,

και συ, που της Εφέσου κατέχεις τον ναόν,

τον πάγχρυσον εκείνον, τον όντως αγλαόν,

και σε τιμούν αξίως αι της Λυδίας κόραι,

και συ, Θεά δική μας, παρθέν’ αιγιδοφόρε,

εσύ της χώρας ταύτης προστάτις Αθηνά,

που πάντοτε την σώζεις απ’ όλα τα δεινά,

και συ, μεγάλε Βάκχε, που μαίνεσαι φρενήρης

με τρελλοπανηγύρεις,

κι εξέχων αναμέσον των Δελφικών Μαινάδων

στον Παρνασσόν αστράπτεις με φως πυρσών και δάδων.

 

Όταν προς αυτήν την πόλιν ο χορός μας εξεκίνει

μας ευρήκε κατά τύχην εις τον δρόμον η Σελήνη,

και παρήγγειλε να πούμε χαιρετίσματα πολλά

και προς σας και τους συμμάχους, κι όλοι να ’σαστε καλά.

Κι έπειτα μας είπεν ότι την θυμώνετε πολύ,

αν και μ’ έργα κι όχι λόγια φανερά σάς ωφελεί.

Πρώτα σε δαδί τον μήνα μια δραχμή κερδίζετε,

όπως το γνωρίζετε,

κι όταν βγαίνετε το βράδυ, τότε λέτε στο παιδί:

«το φεγγάρι μάς φωτίζει, μην ξοδεύεις για δαδί».

 

Φέρει κι άλλας ωφελείας, όμως σεις την σκάνετε,

και των ημερών την τάξιν άνω κάτω κάνετε,

κι οι Θεοί σας κάθε τόσο την Σελήνην φοβερίζουν,

όταν νηστικοί γυρίζουν,

και δεν φεύγουν χορτασμένοι με θυσίαν λιπαράν

σύμφωνα με τας ημέρας και την πρέπουσαν σειράν.

Κι όταν θέλωμεν θυσίας, σεις δεν θυσιάζετε,

μα στρεβλώς δικάζετε,

όταν δε τον Σαρπηδόνα και τον Μέμνονα πενθούμεν

και νηστεύομεν απ’ όλα δι’ εκείνους κι ασιτούμεν,

σεις προσφέρετε θυσίας κι η καρδούλα σας ανοίγει…

δι’ αυτά σαν είχε λάχει στον Υπέρβολον να φύγει

φετεινός Ιερομνήμων, ανηρπάγη παρ’ ημών

εξ αυτής της κεφαλής του το στεφάνι με θυμόν,

επειδή μ’ αυτόν τον τρόπον αναγκαίον θα νομίσει

με την τάξιν της Σελήνης την ζωήν να κανονίσει.

 

4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA