Φασουλής και Περικλέτος,

ο καθένας νέτος σκέτος.

του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

 

 

Φ. – Εδόξασα τον Θοδωρή, τον γέρο παππουλάκο,

που δέκατό του βάπτισε τον κύριο Κυριάκο.

Πάλιν εμεγαλύνθησαν τα κατορθώματά του

σαν έβαλε τον Λυγινό στη θέση του δεκάτου.

Συνδυασμοί συνδυασμών... ψυχρός μη μένεις λίθος,

Λεβίδης και Κορδόναρος παλεύουν στήθος στήθος.

Λεβίδης και Κορδόναρος... μην κάθεσαι στο στρώμα,

ο Θοδωρής τον έκανε κι ο Νικολής ακόμα.

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά,

καθένας τουρτουρίζει,

κι ο Νικολής, τεμπελχανά,

κι εδώ κι εκεί γυρίζει.

Φτερώνουν τις πατούνες των χορεύτριες τσακίστρες,

λάμπουν τα χιόνια στα βουνά και βγάζομε χιονίστρες,

κι ακούραστος ο Νικολής,

πρώην του γέρου προσφιλής,

γυρνά στις έξω τις μεριές

και δώστου κάνει κουμπαριές.

Τ΄ απόσκι΄ απόσκια περπατεί,

τ΄ απόζερβα πηγαίνει,

ψήφους κουμπάρων του ζητεί,

σε σπίτια μπαινοβγαίνει.

Καλώς τον Νικολάκη μας, καλώς τον Νικολή μας,

που πάλι καταδέχεται να μπει μες στην αυλή μας.

Πώς ήταν τούτο το καλό κι επήρες παγανιά

τις περασμένες κουμπαριές μ΄ αυτήν την παγωνιά;

Κάτσε και θα τους κόψομε, κυρ Νικολή, τον βήχα,

κάτσε και για την όρεξη να πιεις καμιά μαστίχα,

και στις μπαρμπέτες του παππού να μην αφήσεις τρίχα.

Φαντάσου, φίλε μασκαρά,

να πέφτ΄ η κόρη του Βορρά,

και συ να τρέχεις – πω! πω! πω!

στο Σάλεσι, στον Ωρωπό,

στα Σπάτα, στο Μενίδι...

χαρά στον τον Λεβίδη.

Έρχεται κι ο Καρνάβαλος να δώσει και να πάρει,

συνδυασμών συνδυασμοί,

παροξυσμών παροξυσμοί,

κουμπάρες και κουμπάροι.

Δόξα σ΄ εκείνους, πούκαναν τον Ντεληγιαννικό,

σ΄ εκείνους, που θα κάνουνε τον Θεοτοκικό,

σ΄ εμάς, που θα ψηφίσομε και τρίτο λαϊκό.

Π. – Τι κάθεσαι και τσαμπουνάς και τον καιρό σου χάνεις;...

σκάσε, δεν είσαι ποιητής... το γράφει κι ο κυρ Γιάννης,

που στέλλει, δόλιε Φασουλή, μέσ’ από τα Παρίσια

σε συμμορίες μαλλιαρών διπλώματα περίσσια

γλωσσολογίας, κριτικής, σοφίας και ποιήσεως,

και γλωσσολόγος έγινε και κριτικός εκ φύσεως.

Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα σαν είδα, μπεχλιβάνη,

την ρομπατσίνα την γερή του Γάλλου του κυρ Γιάννη.

Και ποιος αλήθεια με χαρά και γέλια δεν θ΄ ακούσει

πως βάλθηκε κι ο Γιαννακός πατόκορφα να λούσει

τον Φασουλή τον μασκαρά, το πρόστυχο μυαλό,

του κάρρου το περίτριμμα, τον τρελλο-Νικολό;

Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα γι΄ αυτήν την ρομπατσίνα.

Φ. – Αλήθεια πώς δεν έπεισε κι ο Κόντες τον Ρετσίνα

συνδυασμό, βρε Περικλή, στον Πειραιά να κάνει;

Π. – Δεν ξέρεις πώς μ΄ ελάφρωσαν τα λόγια του κυρ Γιάννη.

Φ. – Και πάλι με τας εκλογάς ο Κόντες μας δεν φλέγεται

κι ούτε καρφί του καίγεται.

Στων εκλογών την κάμινον

νομίζει πάντων άμεινον

να κάθεται σπιτάκι του,

να δένει το μπατζάκι του,

και να κοιτά το τζάκι του.

Σήκω, Κορφιάτη τσελεπή,

και κοίτα τον Λεβίδη

πώς πάει μες στο Κορωπί,

πώς πάει στο Μενίδι.

Πάλι μας τόστρωσες βαριά,

σήκω μες στην αντάρα

να κάνεις έξω στα χωριά

και συ καμιά κουμπάρα.

Π. – Σκάσε, δεν είσαι ποιητής, προστυχομαθημένε,

κι ο κυρ Γιαννάκης τόγραψε, κι οι μαλλιαροί το λένε.

Χίλιες φορές σου τόλεγα στον καφενέ, τεμπέλη,

για το καλό σου να γενείς του μαλλιαρού κοπέλι.

Χίλιες φορές σου φώναξα στου βίου τον αγώνα

για το καλό σου Παρθενό να λες τον Παρθενώνα,

κι ο Βασιλιάς πως έπρεπε να γίνει Βασιλές,

μα και την υπερέτρια ΄περέτρα να την λες.

Χίλιες φορές σου τάλεγα, κι αν άκουγες εμένα

σαν φρόνιμος αληθινός,

ο Γιάννος ο Παρισινός

με δίπλωμα ποιητικό θα τύλιγε και σένα,

και σ΄ όποια πάγκα πήγαινες το δίπλωμα να δείξεις

μπορούσες όσες ήθελες χιλιάδες να τραβήξεις.

Εκείνο του το δίπλωμα θάταν ως είδος τσέκι,

μα συ ποτέ δεν άκουσες τα λόγια μου, ζευζέκη.

Δεν βλέπεις, βρε, τους μαλλιαρούς πώς πλούτισαν και τούτοι

μόνο με τα διπλώματα του Πάπα των, τσιφούτη;

Γι΄ αυτό δεν καταδέχονται στα βιβλιοπωλεία

να πουληθούν της μαλλιαρής μαλάκας τα βιβλία,

και χρήσις των δεν γίνεται μήτε στ΄ αφοδευτήρια,

κι ούτε του πλήθους δέχονται κοινά συγχαρητήρια.

Εδώ στον τόπο των Ρωμηών, που μπρος σε κάθε μάνδρα

κοιτάζεις κι έναν κριτικό και γλωσσολόγον άνδρα,

που με γλωσσολογήματα κάθε μυαλό γανώνεται,

κι ως γλωσσολόγος εμβριθής δικαίως στεφανώνεται

καθένας μπαμπακόσπορος και φραγκολεβαντίνος,

δεν μπόρεσες ν΄ ανυψωθείς μονάχα συ το κτήνος.

Φ.

Ξύπνα, Κόντε, ρόλο παίξε,

σήκω δράσε, σήκω τρέξε.

Μες στην κοσμοχαλασιά

συ γυρεύεις ζεστασιά,

κορτετζάρεις την θερμάστρα,

κι ο Λεβίδης, σεβνταλή,

για το κόμμα πιλαλεί

με τον ήλιο και με τ΄ άστρα.

Άκου των φίλων την κραυγή

και ξύπνα, χασομέρη,

πριν πάρ΄ η δόλια χαραυγή,

το δόλιο μεσημέρι.

Κουνήσου τούτη τη φορά κι άκουσε τι σου λένε,

τουλάχιστον στον Πειραιά να ξαναπάς, καημένε.

Μην είσαι τόσο ντροπαλός, μην κάνεις σαν κορίτσι,

και με σκεπάσματα πολλά

σύρε να βρεις τον Δαμαλά,

να βρεις και τον Σκυλίτση.

Π. – Τι καλά που σου τα λέει κι ο κυρ Ζαν ο φαλακρός,

μέσα στους μεγάλους νούδες νους απέμεινες μικρός.

Κι όπως γράφει κι ο κυρ Γιάννης έχεις μιαν αναμελιά

και ζωώδη τεμπελιά,

που σου πρέπει, βρε τσολιά,

μία περικεφαλιά.

Σούπα: τους ρυθμούς παραίτα των πεζών των αναπαίστων

και τον Μυστικό τον Δείπνο Μυστικό Τσουμπούσι πες τον,

κι άιντε τόκα, κυρ Ιούδα, κι άιντε το κρασί να τρέξει,

και σπληνάντερο να φάμε κι ωχ! αμάν, Χριστέ, κι ας φέξει.

Συ δεν δίνεις μια πεντάρα

για της γλώσσας την αντάρα,

κι ενώ βλέπεις τον κυρ Γιάννη στο Παρί ν΄ αγκομαχά

με τη γλώσσα, δεν σε μέλει,

και φροντίζεις μοναχά πώς να βγάζεις το καρβέλι.

Φ.

Κορφιάτη μου, μην το κουνείς,

και φίλος ας μη βγει κανείς.

Κοιμήσου, χαϊδεμένε μου, κι η μοίρα σου δουλεύει,

κι υποψηφίους βουλευτάς ο Νικολής χαλεύει.

Ο κύριος Πρωθυπουργός, ο γίγας των γιγάντων,

μετά πολλά τον δέκατον τον βρήκε τέλος πάντων,

και τώρ΄ ακούς εδώ κι εκεί

να σκούζουν οι Κορδονικοί

πως ο Λεβίδης ο πιστός, ο Σύμβουλος ο τέως,

θα μείνει στον συνδυασμό πρώτος και τελευταίος.

Ροδίζει στην Ανατολή,

στην Πίνδο ξημερώνει,

και μ΄ έν΄ αντάμειψε φιλί

του κόμματος τον Νικολή,

που θαύματα σκαρώνει.

Π. – Των μαλλιαρών η γλώσσα δεν σε γεμίζει πάθος,

εσύ δεν έχεις ύψος, εσύ δεν έχεις βάθος.

Συ μόνο με τον όχλο πηγαίνεις πλάι πλάι,

δεν ξέρεις την Μιράντα, μήτε την Λορελάυ,

τ’ ανάερα μαγνάδια,

τα σύγκρυα σκοτάδια,

και τ΄ άλλο, βρε μαγκούφη,

που δεν τα νιώθουν μπούφοι.

Συ Πήγασο δεν έχεις με σέλα και καπίστρι,

μήτε φτερό για πένα,

κι ανάερης μουλάρας δεν σε κεντρίζουν οίστροι,

που κάνουν τον καθένα

μεγάλο γλωσσολόγο και ποιητή τρανό

σαν τον Μυριανθούση και τον Μελαχρινό.

Εσύ τις αναγούλες δεν ψάλλεις τις ψηλές,

μόνο τις χαμηλές.

Εσένα, βρε, σε νιώθει κι ο γύφτος κι ο μανάβης,

μα τούτοι προστυχιάζουν όταν τους καταλάβεις.

Εσύ δεν είσαι ποιητής ασύλληφτης ιδέας,

είσαι το κατακάθισμα της φάρας της χυδαίας.

Δεν είσαι Μούσας γέννημα λεφτό και ντιλικάτο

κι η Μούσα με το μούσι σου βρωμίζει και μολύνεται,

δεν είσαι σαν τους μαλλιαρούς πηγάδι δίχως πάτο,

σκουληκομυρμηγκότρυπα και γρίφος που δεν λύνεται.

Φ. – Ο χορός των Ανιάτων τι περίφημος τωόντι,

Περικλέτο μπαγαμπόντη.

Με θερμάς ευχαριστήσεις απονέμω και μυρίας

προς τας ευγενείς κυρίας,

που για τ΄ Άσυλα φροντίζουν με πολλήν επιμελειά

και για τέτοια βάζουν πάντα στους μεγάλους τα γυαλιά.

Τι να κόψω, τι να ράψω;

πώς να σου τον περιγράψω;

Ήταν κι η κυρία Χι,

Περικλέτο δυστυχή,

κι ήταν κι η κυρία Χε,

λίαν μαλλιαρή, φτωχέ.

Κι είδα τριγύρω μερικούς, που πάσχουν για το κράτος,

την νόσον της ρητορικής νοσούντας ανιάτως.

Κι είδα να πάσχουν μερικοί στην δράσιν της νεότητος

την νόσον την ανίατον της υποψηφιότητος.

Κι είδα μπροστά σακάτηδες και τόσους αναπήρους,

κι υποψηφίους βουλευτάς με λόγους διαπύρους

να προφητεύουν όλοι των ανίατον υγείαν

εις των Ρωμηών την μέλλουσαν νεφελοκοκκυγίαν.

Είδα και πάλιν απαθώς τα πάθη των ανθρώπων,

που καταντούν ανίατα μες στων Ρωμηών τον τόπον,

κι άκουσα ψόφον, Περικλή, πασχόντων υποχθόνιον,

μα και το παραλήρημα των μαλλιαρών το χρόνιον.

Π. – Κλείνει μπρος σου της σοφίας ο μυστηριώδης οίκος...

μη σιμώνεις εκεί πέρα, μην κτυπάς την πόρτ΄ αγροίκως.

Ο μεγάλος δάσκαλός μας, ο κυρ Γιάννης, είναι μέσα,

πούμαθε τα γλωσσικά

και τα κορακιστικά,

καθώς γράφει μοναχός του, πρώτα πρώτα στην Οντέσσα,

και κατόπις, Φασουλή, μες στην Πόλη με δυο δούλες,

την Σοφιά, την Αθηνιά, φαμ ντε λεττρ και νοστιμούλες.

Ο κυρ Γιάννης είναι μέσα, γλωσσολόγος, γλωσσοτρίπτης,

γλωσσοκόπος, γλωσσοτρόφος, γλωσσοτόμος, γλωσσογλύπτης,

γλώσσασπις, γλωσσηματίας, γλωσσογάστωρ, γλωσσοπλάστης,

γλωσσοδαίδαλος, γλωσσώδης, γλωσσοκλώστης, γλωσσοκλάστης.

Μη στων Μουσών το τέμενος κτυπάς, ντεληφυσέκη,

κι ο Γιάννης μέσα στέκει,

Γιάννης ο γλωσσοκάτοχος, ο γλωσσοβαρυμπόμπης,

Γιάννης γλωσσοπυρσόμορφος και γλωσσοκηλοκόμπης.

Φ. – Ελύσσαξες, παλιάνθρωπε, με τούτον τον κυρ Γιάννη...

στων Ανιάτων τον χορό δεν πήγες; πώς σου φάνη;

Τι κρύες εκλογές κι αυτές!... πού καιομένη βάτος;

μόν΄ ο χορός απέμεινε παρηγοριά στο κράτος.

Μ΄ ευρώστους και με πάσχοντας πήδα λοιπόν, αδρέφι,

και κάτω στην Ανατολή

το κιάλι του μουστακαλή

δεν διακρίνει νέφη.

Μόν΄ ο χορός απέμεινε του κράτους ευθυμία,

κι ο Γουναράκης βεβαιοί πως μέσα στα ταμεία

δεν ήταν τέτοια ποντικών χορευτική πληθώρα

καμιά φορά σαν τώρα.

Π. – Απ΄ το Πανεπιστήμιο περνούσα χθες το βράδυ

κι ο Κοραής εγυάλιζε στης νύκτας το σκοτάδι.

Κι εγώ τον επλησίασα και τούπα: πατριώτη,

ο Γιάννης ο Παρισινός σε λέει βλάκα Χιώτη.

Απέδειξε του Παρισιού το διαβολο-Χιωτάκι

πως ήσουν φούσκα μοναχά κι από μυαλό κουκούτσι,

πως όλες σου τις έγδοσες τις έκανε χαντάκι,

και σένα σε ρεζίλεψε και σ΄ έκανε παπούτσι.

Εσύ για γλώσσα τίποτις δεν σκάμπαζες ποτέ

κι αδίκως σούχουν προτομή μαρμάρινη, κουτέ.

Κι ο Κοραής μ΄ εφώναξε και μούπε: στραβοκάνη,

εκ μέρους μου παρακαλώ να γράψεις του κυρ Γιάννη

να πάρει τα μαγνάδια του και τη γραμματική του

και στη δική μου προτομή να βάλει τη δική του.

Φ. – Πω! πω! τι κρύες εκλογές του ψωροβασιλείου...

πλην εύγε και στον Κόκκινον, τον Δήμαρχον Ναυπλίου,

που μόνος υποψήφιον εκθέτει βουλευτήν

Στάθην τον Γλυμενόπουλον, γενναίον δωρητήν.

Βλέπω παντού συνδυασμούς,

αλλά καμιά προσήλωσις,

κανένας λόγος για θεσμούς,

καμία διαδήλωσις.

Εγώ γι΄ αυτές τις εκλογές χαμπάρι δεν επήρα

κι επιθυμώ να βγάλουνε τον Μάτεση στη Σύρα.

Π.

Βρε καλέ μας, βρε κακέ μας,

γλωσσοκάμπτη δάσκαλέ μας,

όχτρητα καμιά μην έχεις και μ΄ εμάς τους δύο τώρα,

και τον Φασουλή συχώρα

που σαν χάχας απορεί

πώς σ΄ αρέσ΄ η μαλλιαρή.

Κάνε ποιητή και τούτον σαν τους άλλους ποιητάδες,

κάνε τον και γλωσσολόγο σαν τους δημοτικιστάδες.

Σαν δεν είναι ποιητής πώς θα βγάλει το ψωμί του;

πώς κοντά σου μια φορά θα στηθεί κι η προτομή του;

Δάσκαλε του Παρισιού, που παραγνωρίζεσαι,

λάβε και γι΄ αυτόν πιτιέ, μην τον συνερίζεσαι.

Δώστου, δάσκαλε, δυο κόκκους της δικής σου της σοφιάς,

δώσε και σ΄ αυτόν ορπίδα πως θα γένει συγγραφιάς,

να σε φκαριστώ κι εγώ, γλωσσομάχος Αρλεκίνος,

να σε φκαριστεί κι εκείνος,

κι όλο να παραληρεί

για τη δόλια μαλλιαρή.

Φ. – Θεός σχωρέσ΄ τους μαλλιαρούς... έλα και δώσμου ξύλο...

τι κρύες εκλογές! πω! πω!...

γι΄ αυτές δεν έχω τι να πω,

κι αν έλειπαν κι οι μαλλιαροί δεν θάβγαινε το φύλλο.-

 Από την έμμετρη εφημερίδα Ο Ρωμηός, φύλλο 877 (29 Ιανουαρίου 1905), σ. 1-4.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA