Ημερολόγιον της ζωής – Ευστράτιος Κισόγλου

                             

 

            ...Λένε πως τα ευτυχισμένα έθνη δεν έχουν ιστορία. Το ίδιο – φαντάζομαι – ισχύει και για τους ανθρώπους. Όσο η ζωή δεν φανερώνεται αντίξοη, τίποτα από την ευτυχισμένη καθημερινότητα δεν είναι εντυπωσιακό. Όταν η ζωή σκηνοθετεί πράγματα που μοιάζουνε απίστευτα, τότε δεν ξέρει κανείς τι να ευχηθεί. Την ανιαρή καθημερινότητα της ηρεμίας ή την κατόπιν κοσμοϊστορικών αλλαγών συναρπαστική ιστορία.

Το 1918 πάντως – «δεν θυμούμαι καλά ημερομηνίες», γράφει ο μπαρμπα-Στράτης – φεύγουν προς τη Σμύρνη και κάνουν το νέο σπιτικό τους.

Βρίσκονται, λοιπόν, εγκατεστημένοι έξω από την περιοχή της Σμύρνης. Εκεί παντρεύουν και την αδερφή του με έναν στρατιώτη καταγόμενο από την Κυπαρισσία του νομού Μεσσηνίας, τον Γ. Φ.

Στο Σεβτικιό(γ)ι πράγματι έμειναν τέσσερα χρόνια, από το 1918 ως το 1922. Όμως τους βρίσκει ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1922 και η Μικρασιατική καταστροφή με όλα τα παρεπόμενά της. Βλέποντας η οικογένεια τον κίνδυνο που διέτρεχαν για δεύτερη φορά, συγκεντρώνει ό,τι πράγματα είχαν και κατεβαίνουν όλοι στη Σμύρνη με απώτερο προορισμό την Ελλάδα.

Τέσσερα χρόνια αγώνων της οικογένειας Κισόγλου για την επιβίωση και ξανά έρχεται ο πόλεμος να κατατρέξει τις ζωές τους. Το 1922 απειλητικό τούς κυνηγά πάλι. Αυτή η χρονιά, που στιγματίζει χιλιάδες ανθρώπους, σφραγίζει και την τύχη του μπαρμπα-Στράτη.

 

...Βλέποντας η ικογένια μου τον κίνδινο που διατρέχαμε για δευτέρα φορά εμαζέψαμε ότι πράγματα ήχαμε και κατεβίκαμε στίν σμίρνι, για να φίγουμε για τίν Ελλάδα. Διστιχός όμος δεν προλάβαμε διότι εμπίκαν η τούρκι. Άρχισαν τίν σφαγί...

 

Τους προλαβαίνουν όμως οι Τούρκοι και αρχίζουν τις βιαιοπραγίες.

 

(...Ήδη πριν από την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας οι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν υποστεί διωγμούς και βιαιοπραγίες από τους Τούρκους και είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τις πόλεις και τα χωριά τους. Στις 9 Απριλίου 1921 ο στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης σε δηλώσεις του προς τον απεσταλμένο της εφημερίδας ‘Εμπρός’ ανέφερε ότι ‘οι ελληνικοί πληθυσμοί των παραμενόντων υπό τον Κεμάλ μερών υφίστανται τελειωτικόν και φρικώδες το έργον της εξοντώσεως’...

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 15ος, Εκδοτική Αθηνών, σελ.233,234)

 

Ο μπαρμπα-Στράτης, χωρίς να αναφέρει ημερομηνία αλλά με μεγάλη ζωντάνια και παραστατικότητα, σημειώνει

 

...Τότε χιλιάδες ελινικές ηκογένιες έτρεχαν με Απελπισία στους δρόμους για να βρουν καταφίγιο να γλιτόσουν τίν λόνχι του τούρκου. η καλί μας τίχι μας έριξε σε μια εκλισία, τίν οπία φρουρούσαν ηταλί  στρατιότες...

 

Λόγια δυσανάγνωστα, γραμμένα χωρίς ανάσα, χωρίς ορθογραφία. Μάλιστα εκείνα «τίν σφαγί» και «τίν λόνχι του τούρκου», τα διαβάζει κανείς και τα ιώτα τους μοιάζουν με αιχμές, με λεπίδια που τότε έσφαζαν και τρυπούσαν τον ελληνικό καταδιωκόμενο κόσμο μέσα σε μιαν «Απελπισία» με κεφαλαίο το άλφα. Τα δικά μας λόγια, τα τωρινά, δεν έχουν καμία σχέση με την αγωνία των ανθρώπων για την επιβίωσή τους εκείνο τον καιρό.

Μέσα στον κατατρεγμό όμως υπάρχει και «καλή τύχη». Την εκκλησία, στην οποία έφτασαν, την φρουρούν Ιταλοί στρατιώτες. Μπαίνουν μέσα ανακουφισμένοι και τότε συνειδητοποιούν πως λείπει ο πατέρας Κισόγλου. Λείπουν και τα αδέρφια. Μέσα στο παράλογο τρέξιμο για να σωθούν, έχουν μείνει οι δυο τους, ο Στράτης και η μητέρα του.

 

...Τότε φανταστίτε τα δάκρια που χίσαμε Αφενός η Μιτέραμου Αφετέρου και γό...

 

Η μητέρα προσπαθεί να συνεννοηθεί κάπως με τους Ιταλούς φρουρούς τους. Έπειτα εξηγεί στο Στράτη, για να τον παρηγορήσει, πως θα πάει να φέρει τον πατέρα πάλι κοντά τους και χάνεται από τα μάτια του παιδιού της. Η αγωνία και ο φόβος του διπλασιάζονται. Φόβος για τη δική του τύχη, φόβος για την τύχη της μητέρας του και για τον κίνδυνο που διατρέχει ψάχνοντας στο άγνωστο μόνη για τον άντρα της, φόβος για την τύχη του πατέρα του.

Όπως εκ των υστέρων μαθαίνει ο Στράτης και το αναφέρει στο ημερολόγιό του, η μητέρα του με κίνδυνο της ζωής της κατορθώνει να βρει τον πατέρα του και τον άλλο της γιο σ’ ένα σχολείο, που επίσης το φρουρούν Ιταλοί στρατιώτες. Στον δρόμο κατά τύχη συναντά και την κόρη και τον γαμπρό της, να τους οδηγούν κάπου δύο Τούρκοι στρατιώτες. Πέφτει η μητέρα στα πόδια των Τούρκων, προσποιείται την Τουρκάλα και ζητά να ελευθερώσουν το ζευγάρι. Αποσπά έτσι τους δύο νέους από τα χέρια των Τούρκων, τους φέρνει όλους στην εκκλησία και σμίγουν με τον Στράτη.

 

...όσο για τίν χαρά μου που ήδα τους γονίσμου δεν περιγράφετε...

 

Συγκεντρωμένη είναι τώρα όλη η οικογένεια στην εκκλησία. Εκκλησία με κουφώματα και σκεπή από λαμαρίνα. Εκκλησία σε μια συνοικία Αρμενίων. Όμως η φωτιά που έχουν βάλει οι Τούρκοι και έχει φτάσει στην αρμένικη συνοικία της Σμύρνης, καίει τα πάντα και φθάνει στον ναό. Σε ελάχιστο χρόνο οι φλόγες περιζώνουν τους τοίχους του.

 

...Τολμό επίσις να σας γράψο ότι η σκεπί ήχι τόσο ζεσταθί όστε Άνθροπος στο εσοτερικό τίς εκλισίας δεν άντεχε να κάτσι, γιατί εκινδίνεβε ή ζοήτου...

 

Και εντούτοις μέσα σε εκείνη τη φωτιά ήτανε μαζεμένοι δεκάδες Έλληνες. Χιλιάδες τους έβλεπε η απελπισμένη σκέψη του μικρού τότε Στράτη.

 

...και περιμέναμε όρα τίν όρα τον θάνατο...

 

ενώ ήδη κάποιοι είχαν πεθάνει.

 

(Ο αέρας που φυσούσε όλες εκείνες τις μέρες ήταν δυτικός. Σιγά-σιγά όμως αρχίζει να γυρίζει προς τον ανατολικό, όλο δυναμώνοντας. Κάτι ασήμαντο ή αδιάφορο. Κι όμως, αυτό το ασήμαντο περίμεναν οι Τούρκοι για να κάψουν τη Σμύρνη. Στους πρόποδες του Πάγου, ανατολικά, βρισκόταν η τουρκική συνοικία. Έπειτα η αρμένικη, η εβραίικη, η ελληνική και τέλος, βορινά προς την Πούντα, η λεβαντίνικη. Αν έβαζαν φωτιά στη Σμύρνη όσο φυσούσε δυτικός άνεμος, μοιραία θα καιγόταν και η τουρκική συνοικία. Ενώ τώρα... Κατά τις δώδεκα φάνηκαν οι πρώτες φωτιές. Μια...δυο...τρεις...όλες στην αρμένικη συνοικία [...] Οι φωτιές πληθαίνουν πλησιάζοντας προς την προκυμαία. [...] Και ο μαύρος καπνός απλώνει εκείνη τη μέρα, πάνω από τη Σμύρνη, πιο γρήγορα, το σούρουπο.

Δημήτρης Φωτιάδης, Τα Φοβερά Ντοκουμέντα-Σαγγάριος, εκδ. Φυτράκη, σελ. 192, 193 )

 

Πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι ο χρόνος είναι υποκειμενικό ζήτημα. Πώς να ’ναι, άραγε, ο χρόνος για μια οικογένεια που μόλις ενώθηκε, που φρουρείται από Ιταλούς, που καταδιώκεται από Τούρκους και που την έχει κυκλώσει απειλητική φωτιά, καθώς βραδιάζει;

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μαρίας Σταθέα, Ημερολόγιον της ζωής – Ευστράτιος Κισόγλου – 1922, Αυτοέκδοση, 2009

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA